Είσαι εκτός γραμμής…

Posted: by παντιγέρα in Ετικέτες , ,
0
Γενικά είναι κακό να είσαι εκτός γραμμής. Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα. Να μην χαλάς την «πιάτσα», οποιαδήποτε «πιάτσα». Μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι συστημική ή αντισυστημική, σε κάθε περίπτωση όμως έχει τους νόμους της, γραπτούς και άγραφους, που θέτουν τα όρια της. Δεν επιτρέπεται να τα παραβιάζεις. Αυτό το πρόβλημα έχουν οι άνθρωποι που φιλοδοξούν να βρίσκονται σε συλλογικότητες, να ζουν μέσα στην κοινωνία και ταυτόχρονα – αν είναι δυνατόν! – να είναι και ελεύθεροι!

Συμβαίνει στα παιδιά μέσα σε μια οικογένεια, που καθώς μεγαλώνουν τείνουν να διαφοροποιηθούν από τις συνήθειες και τους τρόπους του πατρικού σπιτιού και βέβαια ίσως να υποστούν και τις συνέπειες. Γι αυτό συχνά στην εφηβεία προκύπτουν συγκρούσεις που φτάνουν καμιά φορά μέχρι τα άκρα π.χ. «θα σε αποκληρώσω!».




Συμβαίνει επίσης σε άτομα που αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον εαυτό τους από το πώς θέλει να τους προσδιορίζει η κοινωνία, όπως οι γυναίκες που δεν μπαίνουν στους γενικά παραδεκτούς ρόλους της συζύγου, της μάνας, της γκόμενας, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ενταχτούν πουθενά, γιατί οι μάνες φίλες τους λένε «εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι να μεγαλώνεις παιδιά», ή τις αποκαλούνε με αυτόν τον πολύ τιμητικό τίτλο «γεροντοκόρη!» ή οι άντρες τις προσπερνάνε αδιάφορα με ένα σχόλιο όπως «βάλε και καμιά φουστίτσα κοπέλα μου!».

Το παθαίνει και ο εργαζόμενος που δεν περιορίζεται στα του καθορισμένου ρόλου του, αλλά μοιάζει να έχει αξιοπρέπεια και να υψώνει το ανάστημα του, οπότε πολλοί συνάδελφοι τον κοιτάζουν σαν αξιοπερίεργο. Στα σιγανά βέβαια θα του ψιθυρίσουν «καλά του είπες» αλλά θα τον απομονώσουν από την καθημερινή συναναστροφή, επειδή χαλάει κάπως την «πιάτσα», μπορεί και επειδή δουλεύει περισσότερο ενώ οι άλλοι κάθονται. Δημιουργείται μια σιωπηρή συνωμοσία, που δεν έχει ποτέ ομολογηθεί ρητά, αλλά γίνεται σαφής στους μυημένους.

Το ίδιο γίνεται και με κάποιον που βρίσκεται σε ένα πολιτικό χώρο που χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο και συντακτικό ομιλίας και συμπεριφοράς, και ξαφνικά αυτός εισάγει κάποιες δικές του λέξεις και φράσεις, δηλαδή τον δικό του τρόπο σκέψης. Αμέσως εμφανίζεται ως ξένο σώμα. Αυτή η αναγνώριση γίνεται σχεδόν αυτόματα, μόλις τολμήσει και πει αυτό ακριβώς που σκέφτεται, να εκφράσει αυτό ακριβώς που αισθάνεται και όχι να μαϊμουδίσει και να μιμηθεί τα λόγια και τους τρόπους της ομάδας. Τότε, σαν από ένστικτο, απομονώνεται από όλους που τραβιούνται μακριά του, όπως υποχωρεί το κύμα από την ακτή, γίνεται ας πούμε επικίνδυνος, μόνο και μόνο επειδή διαφοροποιείται από την ομοιογένεια του συνόλου, συχνά ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των λόγων του. Κυρίως έχει σημασία να είσαι ίδιος και όχι κάτι άλλο, ξένο. Μπορεί να υπάρχει ένας χρόνος ανοχής, όπου έχεις το περιθώριο να αφομοιωθείς. Αν παρόλα αυτά παραμείνεις διαφορετικός, δεν μοιάσεις, είσαι εκτός, εκτός ορίων. Δύσκολα θα τραβήξεις, εσύ ο ένας, τους πολλούς προς το μέρος σου. Υπερισχύει η κατεστημένη πλειοψηφία, πολύ περισσότερο που δεν σκοπεύει να παραδώσει τα σκήπτρα έτσι εύκολα, ακόμα κι αν αναγνωρίσει κάποιο δίκιο σε ότι κάνεις.

Γενικά αυτή η δουλειά, της διαφοράς, είναι κάπως δύσκολη, αλλά η μόνη δημιουργική, και θέλει δύο: αυτόν που επιμένει στο παλιό, και τον αιρετικό, που όμως δεν έχει λόγω ύπαρξης παρά επειδή κάτι του αντιστέκεται. Σ’ αυτό το μαλλιοτράβηγμα, βρίσκεται η ζωή, και όχι στο μονόλογο. Οπότε ας λασκάρουν λίγο οι κατεστημένες ομάδες και ας μην εγκαταλείψει ο ξένος, σπρώχνοντας μαλακά προς τα μπρος. Σύντομα θα βρεθεί κάποιος καινούργιος να τον αμφισβητήσει.

Κ.Κ.


Πηγή: http://antisomata.wordpress.com

Συνέχεια...
0

Από παλιά δημόσια σε συνελεύσεις είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να διαχωριστούμε σε εναντιακούς- μηδενιστές, στιρνεριστές και κοινωνικούς αναρχικούς, όπως και σε αναρχικούς ολοκληρωτιστές και αναρχικούς της άμεσης δημοκρατίας – της οποίας είμαι οπαδός- . Παραμένω αυτής της άποψης. Τώρα, πώς γίνονται πολλές από τις συνελεύσεις, τι είδους συνδιαμόρφωση υφίσταται κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και πώς υλοπιούνται αυτές οι αποφάσεις, είναι το ζητούμενο. Θα μου πείτε ότι οι “ανοιχτές” συνελεύσεις του χώρου αντανακλούν τη μορφή, το επίπεδο και το περιεχόμενο των ομάδων.



Κατ΄ αρχή μιλώντας για τις σχέσεις των ομάδων θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα έξης: Πιστεύουμε ότι απέχουμε αρκετά από τις διαδικασίες εκείνες της συγκρότησης ενός συνθετικά ενοποιητικού πολιτικοκοινωνικού σχήματος που να εκφράζει αν όχι όλες (κάτι που δεν είναι στις προθέσεις μας) τουλάχιστον αρκετές αναρχικές αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες και ομάδες. Λείπει εκείνη η συνεκτική συνείδηση για τη συνδιαμόρφωση ενός ευρύτερου και συντονισμένου πεδίου ιδεών και δράσης, δηλαδή μιας διευρυμένης ελευθεριακής δημόσιας σφαίρας. – Εδώ θα χρειαστεί να κάνουμε μια μικρή παρένθεση για να εξηγήσουμε μερικά πράγματα – . Ένας πρώτος λόγος που υπάρχει αυτή η κατάσταση είναι αυτός της θεωρητικής σύγχυσης γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης.

Πολλοί σύντροφοι με εξωγενή θεώρηση από την αναρχική κοσμοαντίληψη έχουν μπερδέψει τον κατακερματισμό με την αυτονομία των ομάδων, άλλοι τον ατομικιστικό μικροαστικό μηδενισμό με τους κοινωνικούς αγώνες.

Ενώ κάποιοι άλλοι τον ελευθεριακό φεντεραλισμό με την κομματική γραφειοκρατία και την πυραμιδωτή κάθετη συγκεντρωτική οργάνωση. Δεν κατανοούν ότι γραφειοκρατία είναι μια μορφή οργάνωσης κατά την οποία οι αποφάσεις παίρνονται στην κορυφή, τις οποίες πρέπει να υπακούουν οι από κάτω και μεταφέρονται διαμέσου μιας σειράς διαταγών – εντολών όπως σε ένα στρατό. Mια γραφειοκρατία δεν είναι μια αληθινή κοινότητα, η οποία προϋποθέτει ένα σύνδεσμο ίσων ανθρώπων που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού και τις μεταφέρουν έξω από το σύνδεσμο επίσης από κοινού.

Αγνοούν ότι από παλιά μια από τις πολλές κατηγορίες που μας προσάπτανε οι εξουσιαστές όλων των τάσεων ήταν και αυτή: «αναρχικοί= ακραίοι αποκεντρωτιστές» και επίσης αγνοούν ότι ο ομοσπονδισμός δηλαδή οι κομμούνες μέσα στις κομμούνες, είναι η φυσική οργάνωση των αναρχικών-αντιεξουσιαστών. Η πραγματικότητα σήμερα όσον αφορά το προχώρημα, τη συνέχεια και το βάθεμα μέσα στην κοινωνία των ιδεών της κοινωνικής αναρχίας δεν είναι και τόσο ενθαρρυντική. Σίγουρα είναι καλύτερα από παλιότερα, όμως τα βήματα είναι μικρά.

Δεν θέλουμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή μια αναλυτική ιδεο – χαρτογράφηση αντιλήψεων και ιδεών των αναρχικών στον Ελλαδικό χώρο, αλλά εκτός απειροελάχιστων διαφοροποιήσεων είναι απελπιστικά ίδιες.

Ο σορβονισμός [2] στις συνελεύσεις του χώρου,ο αφορμαλισμός, ο αρνητισμός, ο ομαδισμός, ο νομαδισμός και η ακτιβίστικη σχιζοφρένια με ένα συνοθύλευμα αβαγκαρτιστικού [3] δεξιόστροφου λόγου, περισσότερο ριζοσπαστικά φιλελευθέρου και λιγότερο σοσιαλιστικού, υποβιβάζουν τον αναρχικό – επαναστατικό λόγο και τη σκέψη από μήτρα ιδεών σε στείρο αρνητισμό. Περισσότερο αντι-καπιταλιστές, αντι-κρατιστές και καθόλου μετά, δηλαδη προταγματικοί. [4]

Τι κοινωνική πρόταση έχουμε σύντροφοι; Με τι θα αντικαταστήσουμε την αστική δημοκρατία; Μήπως με μια αναρχική ολιγαρχία; Πώς θα οργανωθεί η κοινωνία; Ως νομάδες, ως αγέλες, ή ως φατρίες; Θα πάμε πίσω στην προ Κλεισθένη εποχή;

Πολλές ομάδες και ομαδοποιήσεις δεν αντιπροσωπεύουν τάσεις ιδεών . Οι περισσότερες συσπειρωμένες γύρω από μια-δυο προσωπικότητες αποτελούν προσωποπαγείς σέχτες, με έντονα ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, χωρίς αντιπαράθεση ιδεών, αλλά με διαφωνίες στη βάση προσωπικής συμπάθειας ή αντιπάθειας. Αυτές οι ομάδες έχουν την εντύπωση ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ομφαλοσκοπούν, νομίζοντας ότι αυτές είναι και κανείς άλλος. Αυτό ονομάζουμε εμείς ομαδισμό-γκρουπισμό.

Αφορμαλιστικές ομάδες χωρίς μέλη, δηλαδή χωρίς δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο με βάση την προσωπική διάθεση που σήμερα υπάρχει και αύριο φεύγει -πολιτικός νομαδισμός- αφού οι περισσότεροι τουλάχιστον στην Αθήνα στριφογυρίζουν δεξιά και αριστερά χωρίς να συνεργάζονται με υπάρχουσες συλλογικότητες ή να δημιουργούν άλλες.

Αυτές είναι επιγραμματικά οι συνθήκες, το κλίμα και τα ήθη που επικρατούν αυτή την στιγμή στο «κίνημα». Το ξέρουμε ότι χρειάζεται περισσότερη εμβάθυνση στο θέμα και στις αιτίες που δημιουργούν αυτές τις καταστάσεις. Το ξέρουμε ότι γενικεύουμε και μπορεί να γινόμαστε λίγο υπερβολικοί στην κριτική μας. Πιστεύουμε όμως ότι η αναρχία και οι αναρχικοί όπως και κάθε τι άλλο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι στο απυρόβλητο. Εποικοδομητική κριτική και αυτοκριτική λοιπόν, μπας και αποκτήσουμε αυτογνωσία: δηλαδή, ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και πού πηγαίνουμε.

Γι’ αυτό νομίζουμε ότι ένα από τα πρώτα μελήματα όλων εμάς που κινούμαστε σε αυτή την κατεύθυνση και προβληματισμό είναι η συνάντηση, η γνωριμία και η σύσφιξη των σχέσεων μας, η διοργάνωση συναντήσεων, περιφερικών, ανά πόλεων αλλά και πανελλαδικών για την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και δράσεων, και ο συντονισμός των πρακτικών μας. Αυτές είναι για μας και ελπίζουμε και για άλλους συντρόφους κάτι παραπάνω από ζητούμενες ανάγκες. Θέτοντας εξαρχής μια βασική προϋπόθεση: Ότι προχωρώντας σε οποιεσδήποτε μορφές στενής ή χαλαρής συνεργασίας νομίζουμε ότι πρέπει να δεχθούμε δυο βασικές παραμέτρους. Το σεβασμό της αυτοτέλειας – αυτονομίας και ισοτιμίας των ατόμων και των ομάδων στις μεταξύ μας σχέσεις.

Επανειλημμένα και σε ανύποπτο χρόνο είχα τονίσει ότι η πολυπλοκότητα αλλά και το μέγεθος τον προβλημάτων που θα αντιμετωπίσουμε ως «κοινωνία των από κάτω» από την κρίση του συστήματος που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση θεσμική, πολιτισμική και οικολογική δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί στοιχειωδώς με το υπάρχον μοντέλο ανάπτυξης του αναρχικού κινήματος. Οι ομάδες, ομαδοποιήσεις συλλογικότητες, αν παραμείνουν κλεισμένες στην αυταρέσκεια τους, στον μικρόκοσμο τους χωρίς μια ολιστική αντίληψη των πραγμάτων, χωρίς ένα δίκτυο συνεργασίας και διεύρυνσης της δημόσιας σφαίρας, ή που θα εξαϋλωθούν από τη δύνη των προβλημάτων που απορρέουν από την συστημική κρίση ή θα καταντήσουν σαν τις εσώκλειστες θρησκευτικές αιρέσεις.

Βασικό ιδιοσυστατικό της αναρχικής θεώρησης για την οργάνωση, είναι το άτομο και η ομάδα. Ενώ η αναρχική αντίληψη προωθεί την έννοια για το αυτονομημένο συλλογικό άτομο και την ομάδα σαν συσπείρωση ατόμων και πολιτικό κύτταρο, πυρήνας με αυτόνομη λειτουργία αλλά και με αντίληψη για ευρύτερες συσπειρώσεις, από την άλλη τα φαινόμενα που παρουσιάζονται, του άκρατου ατομισμού και ομαδισμού, αφετηριακά είναι υποπροϊόντα συμπεριφοράς και αντίληψης της λεγόμενης «κοινωνίας της αφθονίας». Έτσι αλλοιώνεται η έννοια της αναρχικής οργάνωσης, εκτός αυτού, και μέσα από μια μεταμοντέρνα – μεταδομική λογική.

Η αποσύνθεση των μαζικών οργανώσεων και κομμάτων σπρώχνει ένα κομμάτι της καταπιεσμένης – εκμεταλλευομένης κοινωνίας – και κυρίως νεολαίων – προς τον αναρχικό χώρο, ο οποίος μην μπορώντας να δημιουργήσει οργανωτικές δομές και υποδομές και να διαπαιδαγωγήσει και να εντάξει τα υποκείμενα, συμπαρασύρεται συνεχώς και ατέρμονα σε λογικές μη οργάνωσης ή μένει σε πρωτόλιες συγκροτήσεις. Έτσι αντί να αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση αφομοιώνει λογικές και αντιλήψεις της μοδός και γίνεται ο αναρχικός χώρος πεδίο λίγο πολύ φιλελεύθερων αντιλήψεων για το άτομο και την κοινωνική συγκρότηση. Κατ΄αυτόν τον τρόπο όμως, – πολλές φορές – ετεροκαθορίζεται από το ισχύον αίσθημα το οποίο παρουσιάζεται σαν αντισυστημικό. [5]

Δεν φετιχοποιώ την οργάνωση ούτε είμαι της άποψης ότι η οργάνωση λύνει όλα τα προβλήματα που απορρέουν από την εναντίωση στο υπάρχον και τους αγώνες ενάντια σε αυτό. Είμαι της άποψης καλύτερα μη οργανωμένοι παρά άσχημα οργανωμένοι και εννοώ άτυπα ή τυπικά ιεραρχικοποιημένοι, μέσα από τυπικές ή άτυπες κάθετες δομές.

Σημειώσεις

1) Μια διευκρίνιση (επειδή τα γραπτά μένουν), μιλάμε περισσότερο για το κινηματικό περιβάλλον της Αθήνας εν έτει 2009.

2) Νεολογισμός, που αναφέρεται στις ελληνικές συνθήκες συνελεύσεων τύπου Σορβόννης και στη «φοιτητικοποίηση» του χώρου, (ιδιαίτερα της Αθήνας).

3) Αβανγκαρντισμός : όρος που χρησιμοποιήθηκε από τα τέλη του 19ο αιώνα αρχικά για να περιγράψει την πολιτική τάση που εμφανίστηκε σε κινήματα νεολαίας, κυρίως της αριστεράς, με βασικό χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση του ρόλου της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της τάσης αυτής, πρωτοπόρα στην επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι η εργατική τάξη, αλλά η νεολαία με την αυθόρμητη επαναστατική της δύναμη. Αργότερα ο όρος έλαβε γενικότερη σημασία και αφορά την πρωτοπορία σε πολιτικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά κινήματα.

4) «…Τόσο η θεωρία όσο και η πρακτική του αναρχισμού αποκτούν νόημα μόνο όταν είναι επαναστατικές. Αλλά η διάκριση που συνήθως γίνεται από τους αναρχικούς, ανάμεσα σε επαναστατικές και ρεφορμιστικές ενέργειες, στη βάση της είναι αντιφατική: θεωρούνται επαναστατικές οι βίαιες ενέργειες, και ρεφορμιστικές οι μη βίαιες. Όμως αυτός ο δια-χωρισμός δεν λαμβάνει υπ’ όψει του, τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών, Είναι αναγκαίο να ξεπεράσουμε αυτή την περιορισμένη οπτική, και να εξετάσουμε τις μεταβολές που μπορεί να φέρει στην κοινωνία μια συγκεκριμένη πράξη, ανεξάρτητα αν είναι βίαιη ή «ειρηνική». Επομένως, πιστεύω ότι είναι καλύτερο να εγκαταλειφθεί αυτός ο διαχωρισμός με σεβασμό στις ενέργειες του ατόμου, αφού κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός συνόλου ενεργειών, βίαιων και μη βίαιων, να προκαλέσουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία.

Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κατανοήσουμε ποιες ενέργειες είναι δυνατόν να υπερνικήσουν την «αντίσταση» του παρόντος κοινωνικού μορφώματος. Πώς μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα στο σύστημα, όπως επίσης και να ξεκινήσουν μια διαδικασία που θα συμβάλλει στη δημιουργία μιας ελευθεριακής κοινωνίας. Το πρόβλημα σήμερα είναι να ανακαλύψουμε την ισορροπία ανάμεσα στην «επαναστατική» και τη «ρεφορμιστική» πρακτική, στοχεύοντας μέρα με τη μέρα, στη ριζοσπαστική αλλαγή. Αν δεν μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο, ο αναρχισμός σήμερα είναι κατά-δικασμένος να παραμείνει ένα κίνημα για τη διάχυση των ιδεών, χωρίς καμιά ουσιαστική επίδραση στην κοινωνία, και επιπλέον με τα χαρακτηριστικά μιας μικρής αίρεσης…» Χόρστ Στογουάσερ, 1984

5) « … Το αναρχικό κίνημα σήμερα, υποφέρει από μια δυσκολία στην πολιτική – πολιτιστική του μετάδοση: οι αναρχικοί προσπαθούν να παρουσιάσουν το σχέδιό τους για την κοινωνική αλλαγή, αλλά δεν είναι ικανοί να γνωστοποιήσουν τους λόγους που το πιστεύουν. Αυτό οφείλεται στο ότι το σχέδιο για την κοινωνική αλλαγή παρουσιάζεται στους πιθανούς «πιστούς» χωρίς να συνοδεύεται από μια κατάλληλη και συναφή κοσμοθεωρία .

Χωρίς δηλαδή μια γενική θεωρία της ύπαρξης και των σχέσεων (ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στους ανθρώπους και τη φύση κλπ.) στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να βρουν μια ταυτότητα, συνδεδεμένη με το αναρχικό ηθικό ιδανικό. Το καθήκον, να εφοδιαστεί η αναρχική προοπτική με μια επαρκή, ζωντανή θεωρία, έχει αφεθεί στην πρωτοβουλία ξεχωριστών ατόμων, που μόνα τους πρέπει να ανακαλύψουν τους τρόπους απελευθέρωσης τους από τη σκλαβιά και τη φαντασιακή κυριαρχία. Σαν συνέπεια έχουμε, να παρουσιάζεται μια πολλαπλότητα ερμηνειών, απ’ αυτούς που κατάφεραν να πετύχουν κάτι τέτοιο, που… ναι μεν, μπορεί να μη διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αλλά δεν έχουν και ένα κοινό πλαίσιο αρχών και κατεύθυνσης,

Η έλλειψη μιας αυτόνομης και αυθεντικής ζωντανής φιλοσοφίας, περιορίζει την πιθανότητα διάδοσης της ελευθεριακής κοινωνικής προοπτικής, και επίσης αναγκάζει τους αναρχικούς να αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα μέσα στη φαντασιακή κυριαρχία. Η αναφορά στον ακτιβισμό σαν μια πηγή ταυτότητας (σύνηθες φαινόμενο στο κίνημα) λύνει επιφανειακά το πρόβλημα, γιατί ο ακτιβισμός, ειδικά της ιδιαίτερης αναρχικής μούχλας, δεν μπορεί να καλύψει όλες τις πλευρές της ύπαρξης, και αφήνει ακάλυπτους διαφόρους τομείς της προσωπικότητας στην επιρροή της φαντασιακής κυριαρχίας. Ο ακτιβιστής δεν είναι αρκετός ώστε να εκφράσει ολοκληρωτικά τον αναρχικό.

Η κατάσταση αυτή απαιτεί μια συλλογική αντιμετώπιση και μελέτη, με στόχο την οικοδόμηση μιας αναρχικής ζωντανής φιλοσοφίας, που θα είναι μια ανάμεσα σε πολλές άλλες, αλλά η οποία θα περιέχει τις γενικές αρχές και τα όρια αυτού του ξεχωριστού τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων (και έτσι, αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ακόμη και καθημερινά), και η οποία θα είναι συνδεδεμένη με την ελευθεριακή άποψη της κοινωνικής οργάνωσης,. Για να κατακτήσουμε αυτόν τον πραγματικά φιλόδοξο στόχο, πρέπει οπωσδήποτε να δώσουμε πρώτα ένα θετικό ορισμό της έννοιας της ελευθερίας … ». Ρομπέρτο Αμπροσόλι,1984

Γ. Μεριζιώτης


Συνέχεια...

Διογένης ο αναρχικός

Posted: by παντιγέρα in Ετικέτες ,
0
Ο Διογένης ο «Κυνικός» (ή Κύων), γνωστός κι ως ο Διογένης ο Σινωπεύς, ήταν Έλληνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου περίπου το 412 π.Χ. (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.Χ.) και θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Σύμφωνα με έναν θρύλο, γεννήθηκε την ημέρα που πέθανε ο Σωκράτης.
Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Ο Διογένης λόγω της εξορίας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πολιτικός εξόριστος το 370 π.Χ. Συνήθως, τα καλοκαίρια έμενε στην Κόρινθο και τους χειμώνες στην Αθήνα.



Πολύ γρήγορα εντυπωσιάστηκε από τη διδασκαλία του Αντισθένη, ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη και ζήτησε να γίνει μαθητής του. Λέγεται, ότι εμφανίστηκε μπροστά στον Αντισθένη, σαν τραπεζίτης, παρακαλώντας τον να τον δεχθεί ως μαθητή του. Ο Αντισθένης, φυσικά, αρνήθηκε να διδάξει έναν τραπεζίτη. Ο Διογένης επέμενε για πολύ καιρό. Ο Αντισθένης αποφάσισε να τον δεχθεί μόνο όταν τον είδε να είναι ντυμένος με κουρέλια, να κοιμάται στο χώμα και στις λάσπες, και να περιπλανιέται ζητιανεύοντας μαζί με τους άλλους ζητιάνους. Σύντομα ο Διογένης ξεπέρασε το δάσκαλό του, όχι μόνο σε φήμη, αλλά και στην αυστηρότητα του τρόπου ζωής. Θεωρείται το αρχέτυπο των Κυνικών, και μάλιστα πολλοί του αποδίδουν την καθιέρωση του Κυνικού τρόπου ζωής, αν και ο ίδιος αναγνωρίζει το χρέος του στον Αντισθένη. Η κυνική φιλοσοφία λέγεται έτσι γιατί οι κυνικοί είχαν ως έμβλημά τους τον Κύων (τον σκύλο) και έλεγαν «εμείς διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους διότι εμείς δεν δαγκώνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απόλυτη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και ήθελαν την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.

Ο Διογένης δεν συγκρότησε ένα θεωρητικό σύστημα αξιών, αλλά με τις πράξεις του γελοιοποίησε, εξευτέλισε κυριολεκτικά τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις, σε σημείο που δύσκολα θα έφτανε και ο πιο ριζοσπαστικός αναρχικός της εποχής μας. Το έδαφος είχε ήδη προλειάνει ο Αντισθένης, ο οποίος κήρυττε δημοσίως ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει κυβέρνηση, ατομική ιδιοκτησία, επίσημη θρησκεία, γάμος. Απέρριψε τη φήμη και τις τιμές, αλλά η επίδειξη του ασκητισμού του ήταν τόσο καινούργια για τους Έλληνες ώστε προσήλκυσε μεγάλη προσοχή και πολλοί έφτασαν να τον θεωρούν εξαιρετικά σοφό.

Ο Διογένης έθιξε αποκλειστικά κοινωνικά και ηθικά προβλήματα. Η διδασκαλία του ήταν ουσιαστικά επαναστατική και ανατρεπτική για την τάξη που επικρατούσε τότε. Προσπάθησε με τα επιχειρήματα του, να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά την γνώμη του θα γινόταν δυνατό, αν ο άνθρωπος επέστρεφε στην φύση. Πίστευε δηλαδή πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί να την εξασφαλίσει. Υπήρξε είρωνας καυστικότατος και ονειδιστείς των ανθρώπινων αδυναμιών, προπάντων δε της ματαιοδοξίας και της υπεροψίας. Τρεφόταν μόνο από προσφορές των θαυμαστών του. Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει μεγάλο κατάλογο από έργα του Διογένη του Κύνου από τα οποία σώζονται αρκετά δυστυχώς όχι στη Ελληνική.

Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Για τον Διογένη μόνο η ικανοποίηση των φυσικών αναγκών οδηγεί στην ευτυχία και καμία σωματική ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Ωστόσο, οι φυσικές ανάγκες μπορούν να δαμαστούν με την άσκηση, δηλαδή με το να ασκεί κάποιος το σώμα του, ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες του στο ελάχιστο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτάρκεια: όσο πιο λίγες και απλές είναι οι ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα θα μπορεί να τις ικανοποιεί. Η παράδοση στις σωματικές απολαύσεις συνιστά αδυναμία αλλά και αδικία. Στον ευτραφή ρήτορα Αναξιμένη έλεγε σαρκαστικά ο Διογένης: «Αναξιμένη, δώσε λίγη κοιλιά και στους φτωχούς».

Ο Διογένης και οι μεταγενέστεροί του Κυνικοί απορρίπτουν ό,τι σηματοδοτεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο Νόμος δεν έχει καμία απολύτως αξία απέναντι στη φύση, διότι οι νόμοι είναι ανθρώπινα έργα και διαφέρουν από χώρα σε χώρα, επομένως δεν έχουν αντικειμενικό κύρος και είναι ανάξιοι σεβασμού. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις πράξεις κάποιου, ούτε και οποιαδήποτε εξουσία έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων.

Χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει.Εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του κυκλοφορούσε στην Αθήνα ξυπόλυτος, φορώντας χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο ρούχο και μόνο στα μεγάλα κρύα δανειζόταν από κάποιο φίλο του ένα μανδύα και είχε στην πλάτη του ένα σακούλι όπου έβαζε τίποτε τρόφιμα και ένα τάσι για να πίνει νερό. Κοιμόταν χωρίς να μεταχειρίζεται στρωσίδια μέσα σε ένα…πιθάρι, με φύλακες τα σκυλιά του, που άλλοτε το κυλούσε στη Βασίλειο Στοά κι άλλοτε στο Μητρώο, κάτω από την Ακρόπολη, αποδεικνύοντας, έτσι, πως και το σπίτι ακόμα ήταν κάτι το περιττό. Απέρριπτε την πολυθεΐα και τις θρησκευτικές λατρείες, ως αυθαίρετους ανθρώπινους θεσμούς.

Περιγελούσε τους ρήτορες που στους λόγους των έκαναν πολύ θόρυβο περί δικαιοσύνης αλλά ουδέποτε την εφάρμοσαν στη ζωή τους. Έλεγε ότι οι άνθρωποι αγωνίζονται να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο σε υλικά αποκτήματα, αλλά κανένας δεν αγωνίζεται να γίνει καλύτερος και αληθινός.

Δε δημιούργησε ποτέ δική του οικογένεια και θεωρούσε τον εαυτό του ως «πολίτη του κόσμου» (κοσμοπολίτης).Οι Αθηναίοι αγαπούσαν τον Διογένη, για την ετοιμότητα και την ευφυΐα του, με τις οποίες απαντούσε σε κάθε ερώτηση που του έκαναν, καθώς και για τον αδυσώπητο και τραχύ τρόπο με τον οποίο έσκωπτε τα κακώς έχοντα στην κοινωνία. Τη σκέψη του την απασχολούσαν αποκλειστικά τα ηθικοκοινωνικά προβλήματα, η δε διδασκαλία του, ουσιαστικά, ήταν επαναστατική και ανατρεπτική της υφισταμένης τάξεως. Γι’ αυτό όταν ένας νεαρός του έσπασε το πιθάρι, μαστίγωσαν τον νεαρό και του έδωσαν άλλο.

Σ’ ένα ταξίδι του στην Αίγινα, ο Διογένης συνελήφθη από πειρατές και στάλθηκε στην Κρήτη όπου και εκτέθηκε για πώληση. Ο Ξενιάδης, εντυπωσιασμένος από το πνεύμα του Διογένη, τον αγόρασε παίρνοντάς τον μαζί του στην Κόρινθο. Εκεί του εμπιστεύτηκε το νοικοκυριό του και του ανέθεσε την ανατροφή των δύο γιων του. Ο Διογένης φέρεται να είπε στον Ξενιάδη, «Πρέπει να με υπακούεις, παρόλο που είμαι σκλάβος· διότι εάν ο γιατρός ή ο καπετάνιος πλοίου βρίσκονταν υπό δουλεία, θα υπακούονταν».
Ο Διογένης εκτελούσε τα καινούργια του καθήκοντα με τέτοια επιτυχία που ο Ξενιάδης συνήθιζε να λέει στους γύρω του, «Ένας έντιμος μεγαλοφυής μπήκε στο σπίτι μου.» Ο Εύβουλος, στο βιβλίο του με τον τίτλο «Η πώληση του Διογένη», μας περιγράφει πώς ο Κυνικός φιλόσοφος διαπαιδαγωγούσε τους γιους του Ξενιάδη. Τους μάθαινε ν’ αποστηθίζουν πολλά χωρία από ποιητές, ιστορικούς και από τα κείμενα του ίδιου του Διογένη. Τους ασκούσε με κάθε τρόπο στο ν’ αποκτήσουν καλή μνήμη. Στο σπίτι τους μάθαινε να αυτοεξυπηρετούνται και να είναι ευχαριστημένοι με λιτό φαγητό και νερό. Τους μάθαινε να κόβουν τα μαλλιά τους κοντά και να μην τα στολίζουν, να σκεπάζονται με ελαφρά σκεπάσματα, να περπατούν ξυπόλητοι, σιωπηλοί, χωρίς να κοιτάζουν γύρω τους στους δρόμους. Τα παιδιά έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για το Διογένη και ζητούσαν χάρες από τους γονείς τους γι’ αυτόν. Επιπλέον ο Διογένης τους δίδαξε ιππασία, σκοποβολή, σφαιροβολία, και ακοντισμό. Αργότερα, όταν έφτασαν σε ηλικία για το σχολείο της παλαίστρας, δεν επέτρεπε στο δάσκαλο να τους δώσει πλήρη αθλητική εκπαίδευση, αλλά μόνο τόση ώστε να τους κρατάει σε καλή φυσική κατάσταση.

Στην Κόρινθο ο Διογένης έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, την οποία αφιέρωσε αποκλειστικά στο να κηρύττει τα δόγματα της ενάρετης αυτοκυριαρχίας. Στα Ίσθμια (μια από τις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές του αρχαίου κόσμου) δίδασκε σε μεγάλα ακροατήρια που στράφηκαν προς αυτόν μετά το θάνατο του Αντισθένη.

Ο Διογένης, είχε παντού εχθρούς ή φίλους που διασκέδαζαν μαζί του, εμπαίζοντάς τον, εξορίστηκε από την πατρίδα του, πουλήθηκε ως δούλος, κέρδισε την ελευθερία του, γνώρισε όλες τις πτυχές της ζωής αφού έγινε απο τραπεζίτης μέχρι ζητιάνος, και από φιλόσοφος μέχρι σκύλος (ζώντας σκυλίσια ζωή), στο τέλος κοιμόταν μέσα σε ένα μεγάλο πιθάρι. Δήλωνε ότι ήταν εναντίον του πολιτισμού, αφού «Οι άνθρωποι είναι ζώα και τα ζώα δεν έχουν πολιτισμό, έχουν μόνο φυσικές ανάγκες, αλλά ας γίνουν τα ζώα πρώτα άνθρωποι και έπειτα ας κάνουν και πολιτισμό, πράγμα δύσκολο, αφού μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πουθενά, εκτός εάν μιλάμε για χρήματα, για πόλεμο και για θεάματα».

Πολλοί γελούσαν μαζί του επειδή κοιμόταν στο πιθάρι του κι εκείνος γελούσε μαζί τους επειδή δεν χωρούσαν στο πιθάρι του, γιατί ήταν χοντροί. «Η φιλοσοφία δεν έχει σπίτι» έλεγε, «γιατί είναι τόσο μεγάλη που δεν χωράει σε κανένα σπίτι και μπορεί να έχει σαν στέγη της μόνο τον ουρανό».
Έχοντας διαπιστώσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ζώο, ο Διογένης έκανε την ανάγκη του δημοσίως, και έλεγε ότι απολύτως καμία σωματική ανάγκη δεν θα έπρεπε να θεωρείται ανήθικη ή πρόστυχη αφού η φύση την δημιουργεί. Ο Διογένης, επίσης, αυνανιζόταν δημοσίως, κατά προτίμηση στην αγορά.

Για το θάνατο του Διογένη υπάρχουν διάφορες πληροφορίες. Οι ιστορικοί, όμως, δεν είναι βέβαιοι ούτε για το χρόνο ούτε για τον τρόπο του θανάτου του. Πιστεύεται ότι ο Διογένης πέθανε 323 π.Χ στην Κόρινθο πολύ γέρος και κατά την παράδοση την ίδια μέρα που πέθανε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος. Οι Κορίνθιοι του έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία και στον τάφο του έστησαν μαρμάρινο κίονα, πάνω στον οποίο έστεκε καμαρωτός ένας σκύλος από μάρμαρο της Πάρου (κύνα). Λέγεται ότι είχε προκύψει διαμάχη μεταξύ των μαθητών του για το ποιος θα τον θάψει. Τελικά, με εισήγηση ανδρών επιρροής, θάφτηκε από τους γιους του Ξενιάδη. Στη συνέχεια συμπατριώτες του από τη Σινώπη τον τίμησαν με ορειχάλκινα αγάλματα, κοντά στη γιγαντιαία κολόνα με το σκύλο, πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: «Ο χρόνος κάνει ακόμη και το χαλκό να παλιώνει· αλλά τη δόξα σου, ω Διογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. Διότι εσύ μόνος δίδαξες στους θνητούς το μάθημα της αυτάρκειας και το πιο ενάρετο μονοπάτι της ζωής».

Ο Διογένης άφησε πίσω του μαθητές που ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο ζωής και καυτηρίασαν έμπρακτα την αφύσικη και τεχνητή ζωή του πολιτισμού. Από τους πιο γνωστούς συνεχιστές του είναι ο Κράτης o Θηβαίος, που έζησε ως επαίτης, έχοντας μάλιστα στο πλευρό του την Ιππαρχία, κοπέλα από αρχοντική οικογένεια και αδελφή του επίσης Κυνικού Μητροκλή.


Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει μακρότατο κατάλογο των έργων του φιλοσόφου, από τα οποία όμως τίποτα δεν διασώθηκε. Ο ίδιος συνέλεξε αποφθέγματα, ανέκδοτα και λεπτομέρειες από το βίο του μεγάλου κυνικού. Πολλά όμως απ’ αυτά όμως, ίσως και να είναι επινοήματα των μεταγενεστέρων θαυμαστών του. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:

* Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα. Ο δουλέμπορος δεν τον άφηνε να καθίσει, γιατί ήθελε να βλέπει ο κόσμος την «πραμάτεια» του. Ο Διογένης τότε του είπε, «Δεν έχει σημασία γιατί και τα ψάρια όπως και να στέκονται το ίδιο πωλούνται». Ο Ξενιάδης, πλούσιος, αριστοκράτης της εποχής είδε τον Διογένη και θέλησε να τον αγοράσει. Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη και του λέει «αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει, τί δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πώ;». Ο Διογένης με λογοπαίγνιο απαντά «ανθρώπων άρχειν» και συμπλήρωσε «Φώναξε μήπως κάποιος θέλει δεσπότη». Το λογοπαίγνιο αυτό, ενός δούλου που δήλωνε «άρχειν ανθρώπων» άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης. «Διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές». Ο Ξενιάδης ανάθεσε στον Διογένη την διδασκαλία των παιδιών του, και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστειο της Κορίνθου.
* Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν (από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί, όπως είπε, «τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν, αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών, αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν φόβο στους ανθρώπους».
* Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν στη Κόρινθο, ήθελε να γνωρίσει τον Διογένη και έστειλε ένα υπασπιστή του να βρει τον Διογένη που ήταν στο Κράθειο και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: «Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δεί». Ο Διογένης απάντησε «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Και πράγματι, ο βασιλεύς Αλέξανδρος πήγε να δεί τον Διογένη. Τον πλησιάζει ο Αλέξανδρος και του λέει «Είμαι ο Βασιλεύς Αλέξανδρος». Ο Διογένης ατάραχος απαντά «Και γώ είμαι ο Διογένης ο Κύων».Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και του λέγει «Δεν με φοβάσαι;». Ο Διογένης απαντάει «Και τί είσαι; Καλό ή κακό;». Ο Αλέξανδρος μένει σκέπτικος. Δεν μπορεί ένας βασιλεύς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ερωτεί εκ νέου «Τί χάρη θές να σου κάνω;» και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά «Αποσκότησων με». Βγάλε με δηλαδή από το σκότος, την λήθη, και δείξε μου την αλήθεια. Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί εώς «Σταμάτα να μου κρύβεις τον ήλιο», καθώς οι κυνικοί πίστευαν πώς η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη λιτότητα, στη ζεσταςιά του ήλιου και δεν ζητεί τίποτα από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος είπε το περίφημο: «Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης».
* Ο Πλάτων τιμούσε τον Διογένη, που τον ονόμαζε «Σωκράτη μαινόμενο», εκείνος όμως δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τον ιδρυτή της Ακαδημίας και δεν άφηνε ευκαιρία να τον ειρωνεύεται. Όταν ο Πλάτων διατύπωσε τον γνωστό ορισμό για τον άνθρωπο: «Ζώον δίπουν άπτερον» (ζώο με δύο πόδια και χωρίς φτερά) ο Διογένης μάδησε ένα πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος» κι αυτός τότε συμπλήρωσε τον ορισμό με το «και πλατώνυχον».
* Μια μέρα μπήκε στο πλουσιόσπιτο του Πλάτωνα και με τα ξυπόλυτα (και βρώμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά λέγοντας «πατώ τον του Πλάτωνος τύφον (ματαιοδοξία)».
* Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας: «Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δε θα ‘τρωγες τώρα ελιές». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Αν έτρωγες ελιές δε θα χρειαζόταν να πάς στον Διονύσιο» (Σημείωση: Ο Διονύσιος ήταν τύραννος των Συρακουσών ο δε Πλάτων πήγε κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην «Πολιτεία» του).
* Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, πειράξεις την κόρην».
* Είναι ο Διογένης καλεσμένος σε ένα γεύμα και πηγαίνει στο λουτρό για να πλυνθεί πρίν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, δεν λέει «είναι βρώμικο το λουτρό», και δεν προσβάλει τον οικοδεσπότη αλλά με αστεϊσμό ερωτεί «Οι εδώ λουόμενοι, που πλένονται κατόπιν;».
* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε που είδε ενάρετους (σύμφωνα με τις αρχές του) άντρες, αποκρίθηκε, «Άντρες πουθενά, στην Σπάρτη όμως, είδα παιδιά».
* Ο Διογένης καυτηρίαζε τον πόλεμο, με τον δικό του, ιδιότυπο τρόπο: Οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω κάτω!
* Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα ευνούχο μοχθηρό τύπο αφού έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την θύρα της οικίας τους ένα θυραίο. Αυτό ήταν ένα σύμβολο ή σήμα ή ρητό που διάλεγαν για την οικία τους. Ο μοχθηρός αυτός άνδρας είχε βάλει άνωθεν της οικίας του το εξής ρητό. «Μηδέν εισίτω κακόν» ( Να μην μπει κανένα κακό). Και ο Διογένης κτύπησε την πόρτα και ρώτησε: «Ο οικοδεσπότης από πού μπαίνει;».
* Όταν ρωτήθηκε ποιανού ζώου το δάγκωμα είναι το χειρότερο, λέγεται πως απάντησε: «Ανάμεσα στα άγρια, του συκοφάντη, και ανάμεσα στα ήμερα του κόλακα».
* Μια μέρα, ενώ συζητούσε επί σοβαρού θέματος κι ελάχιστοι τον άκουγαν, άρχισε να σφυρίζει· τότε, καθώς πλήθος μαζεύτηκε αμέσως γύρω του, τους επέπληξε λέγοντας, «Εσείς σπεύδετε με όλη σας τη σοβαρότητα για ν’ ακούσετε ανοησίες, αλλά είστε πολύ αργοί και περιφρονητικοί όταν το θέμα είναι σοβαρό».
* Όταν κάποιος του είπε, «οι περισσότεροι άνθρωποι γελούν μαζί σου», η απάντησή του ήταν, «πολύ πιθανόν οι γάιδαροι να γελούν μ’ αυτούς· αλλά όπως δεν τους νοιάζει για τα γαϊδούρια, ούτε και μένα με νοιάζει γι’ αυτούς».
* Ο Μέγας Αλέξανδρος κάποτε θέλησε να πειράξει τον Διογένη και αφού έλεγε ότι ήταν Κύων, του έστειλε ένα πιάτο κόκκαλα. Μετά όταν τον συνάντησε τον Διογένη τον ρώτησε: «Σου άρεσε Κύων το δώρο μου;». Και ο Διογένης του απάντησε «Το έδεσμα ήταν άξιο για κύων, αλλά το δώρο δεν ήταν καθόλου άξιο για βασιλέα».
* Όταν από τα βάθη της Ασίας ο Αλέξανδρος έστειλε στον τοποτηρητή του Αντίπατρο μήνυμα με κάποιον αγγελιοφόρο, που λεγόταν Αθλίας, ο Διογένης σχολίασε: «Αθλίας παρ΄αθλίου δι΄αθλίου προς άθλιον» (Ο άθλιος στέλνει άθλια επιστολή με τον Άθλιο προς ένα άθλιο).
* Τον ρώτησε κάποιος τύραννος ποιος είναι ο καλύτερος χαλκός για να χυτευθεί ένα άγαλμά του και ο Διογένης του είπε «ο δι΄ου Αρμόδιος και Αριστογείτων εχυτεύθησαν» (δηλαδή ο χαλκός από τον οποίο γίνανε τα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα – των τυραννοκτόνων).
* Μια μέρα, παρατήρησε μια τοιχογραφία που εικόνιζε δύο κενταύρους, πανάθλια ζωγραφισμένος και ρώτησε : «Πότερος τούτων Χείρων εστί;», λογοπαικτώντας με το επίθετο χείρων (= χειρότερος) και το όνομα του γνωστού κενταύρου Χείρωνα.
* Όταν κάποιος είπε στον Διογένη, «Γέρασες, κοίτα να ξεκουραστείς», αυτός απάντησε «Αν έπαιρνα μέρος σε αγώνα δρόμου, στο τέλος, θα έπρεπε να χαλαρώσω αντί να επιταχύνω;».
* Μια μέρα παρακολουθούσε μουσική παράσταση κιθάρας. Ο κιθαρωδός ήταν κάποιος ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον «καλλιτέχνη» και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι «γιατί;», εκείνος απάντησε: «Διότι τηλικούτος ών κιθαρωδεί και ου ληστεύει!» (Επειδή, παρά το μέγεθος του, παίζει κιθάρα και δεν ληστεύει).
* Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε, «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».
* Στην αγορά της Αθήνας τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδωρώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν», δηλαδή «Δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο».
* Τον καιρό που ο Διογένης ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίρα Λαΐς η Κορινθία. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο «όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της» ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως «τα στήθια της ήταν σαν κυδώνια» και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη. Ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη, και πάμπλουτη. Φυσικά είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιώτερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη γνωρίσουν (με τη βιβλική σημασία του ρήματος). Ανάμεσα στους «πελάτες» της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτής της ηδονιστικής σχολής. Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαϊς δεν τον αγαπάει, αυτός απάντησε «Και τα ψάρια και το κρασί δε μ΄αγαπάνε αλλά εγώ τα απολαμβάνω». Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαϊδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε «ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν», δηλαδή δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανοιώσω. Η Λαΐς, μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζί της, δωρεάν. Ο Διογένης, τι είχε να χάσει, συμφώνησε. Η Λαΐς όμως τον υποδέχτηκε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της βρισκόταν μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του υποσχέθηκε η Λαΐς. Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως απτόητος της ανταπέδωσε τα ίσα, λέγοντας «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς» (δηλαδή, στο σκοτάδι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες).
* Μια φορά ο Διογένης ο Κυνικός βρέθηκε σε μια συντροφιά όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από απαγγελία ενός ποιητή. Βλέποντας να προβάλλει το λευκό στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής, ο Διογένης είπε «Κουράγιο φίλοι, βλέπω στεριά».
* Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά αναφώνησε: «Μακάρι να είχαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς!».
* Κάποιος καλοτύχιζε τον Καλλισθένη γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Διογένης τότε του απαντά: «Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο».
* Μια φορά άναψε, μέρα μεσημέρι, έναν λύχνο και κρατώντας τον, γύριζε στης αγοράς τους δρόμους. Όταν δε, ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, έδωσε τη γνωστή περίφημη απάντησή του: «Άνθρωπον ζητώ».
* Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα στο πλήθος, που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα, και σαν τον ρώτησαν, γιατί πάει αντίθετα, απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».
* Όταν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, έβγαλε, καθώς λένε, το κύπελλο, με το οποίο έπινε νερό και το πέταξε αναφωνόντας «παιδίον μὲ νενίκηκεν εὐτελεία!» (ένα παιδί με ξεπέρασε στην απλότητα).
* Ο Διογένης, κάποτε, στέκονταν εμπρός από ένα άγαλμα ζητώντας…ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μελετώ την αποτυχία).
* Έλεγε ο Διογένης, πως, όταν πεθάνει, θέλει να τον θάψουν μπρούμητα. Τον ρώτησαν γιατί, κι εκείνος απάντησε: «γιατί σε λίγο θα’ ρθουν τα πάνω-κάτω».
* Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά μια παλαιότερη παρανομία του (παραχάραξη νομίσματος, για την οποία οι συμπολίτες του τον εκδίωξαν από την Σινώπη), ο κυνικός φιλόσοφος δήλωσε «κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ». Όταν οι Αθηναίοι τον κορόιδευαν για τον ίδιο λόγο, λέγοντας πώς οι Συνωπείς τον είχανε εξορίσει αυτός με αστεϊσμό απαντούσε «κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί».
* Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει:«Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, τότε άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιάνθρωπους».
* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε «Αν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει την κηδεία σου;», είπε «Αυτός που θα θέλει το σπίτι μου».
* Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε «Δε φοβάσαι καλή μου γυναίκα, μήπως κανένας θεός από πίσω σου σε δει σε άσεμνη στάση;».
* Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας και οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο, ρωτήθηκε ποιος είναι, και απάντησε, «κατάσκοπος τις απληστίας σου».
* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πότε πρέπει να παντρεύεται κάποιος, είπε, «Τους μεν νέους μηδέπω (όχι ακόμα), τους δε πρεσβυτέρους μηδέπωποτε (ποτέ)».
* Σε κάποιο δείπνο κάποιοι του έριχναν (του Διογένη) κόκκαλα σαν σε σκύλο, τότε εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.
* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε, «γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν, φιλόσοφοι όμως αποκλείεται».
* Ο Διογένης παρουσιάστηκε σε μια ομιλία του ρήτορα Αναξιμένη κρατώντας ένα παστό ψάρι και απέσπασε την προσοχή των ακροατών, ο ρήτορας αγανάκτησε και ο Διογένης είπε, «Ένα τιποτένιο ψάρι διέλυσε την ομιλία του Αναξιμένη».
* Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε «και στο κουρείο, κουρεύομαι».
* Ο Διογένης όταν είδε θηλυπρεπή νέο, του είπε «δεν ντρέπεσαι, να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που έχει η φύση; Αυτή σε έκανε άντρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».
* Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης, σε απάντηση, τους είπε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται», δηλαδή: «Κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς».
* Ο Διογένης συχνά αυνανιζόταν δημοσίως μπροστά στο πλήθος που μαζευόταν γύρω από το πιθάρι του. Όταν κάποτε ένας παριστάμενος τον ερώτησε εάν δεν ντρέπεται, αυτός του απάντησε «Είθε και την κοιλίαν ην παρατρίψαντα και μη πεινήν» (μακάρι να μπορούσα να ανακουφίσω και την πείνα μου, τρίβοντας την κοιλιά μου).
* Βλέποντας ο Διογένης, Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».
* Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη, πια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία απάντησε: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μην στέκεται ούτε πολύ κοντά, για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».
* Ο Διογένης, κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθεται στο μέσο της Αγοράς, ανοίγει το σακούλι του και αρχίζει να τρώει. «Καλά, τι ώρα είναι αυτή που τρως;» τον ρωτάει κάποιος. Κι ο Διογένης ετοιμόλογος του απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όταν θέλουνε, εγώ ο φτωχός, όταν πεινώ!».
* Βλέποντας μιά ημέρα τους αξιωματούχους να οδηγούν στη φυλακή κάποιο ταμία, που είχε κλέψει ένα κύπελο είπε: «Οι μεγάλοι κλέπται τον μικρόν άγουσι».
* Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί, είχαν κάνει αφιερώσεις».
* Βλέποντας κάποτε έναν ολυμπιονίκη να νέμει τα πρόβατά του, στάθηκε και του είπε: «Ω, βέλτιστε, ταχέως μετέβης από των Ολυμπίων επί τα Νέμεα».

Πηγές: el.wikipedia.org | sarantakos.com | pegas.gr | acrobase.gr | seferou.blogspot.com | geocities.com/eyenetgr | dblackflag-alchemyofwords.blogspot.com | students.ceid.upatras.gr | synidisi.gr | istoria.exnet.gr | geocities.com/aeolis.geo | anarkismo.net | pontosworld.com | astro.forumup.com | 5465.pblogs.gr | theopeppasblog.pblogs.gr | makthes.gr

Συνέχεια...

Προς τους δασκάλους

Posted: by παντιγέρα in Ετικέτες , ,
0
«Τι να πω, επίσης, στο δάσκαλο, όχι στον άνθρωπο εκείνο που θεωρεί το επάγγελμά του βαρετό, αλλά σε αυτόν ο οποίος, όταν περιβάλλεται από μια χαρούμενη παρέα νέων, αισθάνεται αγαλλίαση από τα εύθυμα πρόσωπα και το χαριτωμένο τους χαμόγελο. Σ’ εκείνους που προσπαθεί να φυτέψει στο μικρό τους κεφάλι τις ιδέες εκείνες του ανθρωπισμού που και ο ίδιος αγάπησε όταν ήταν νέος.

Συχνά σε βλέπω λυπημένο και ξέρω τι είναι εκείνο που σε κάνει να κατσουφιάζεις. Σήμερα ο πιο αγαπημένος σου μαθητής που, αλήθεια, δεν είναι και πολύ καλός στα Λατινικά, αλλά που, παρ’ όλα αυτά, διαθέτει μια θαυμάσια καρδιά, διηγούνταν με ενθουσιασμό την ιστορία του Γουλιέλμου Τέλλου. Τα μάτια του βούρκωσαν, φαινόταν σαν να ήθελα να μαχαιρώσει όλους τους τυράννους που υπήρξαν ποτέ. Απέδωσε με τέτοιο πάθος τους φλογερούς στίχους του Σίλερ:

“Μπροστά στο σκλάβο όταν σπάζει τα δεσμά του και όχι μπροστά στον ελεύθερο να τρέμει”.

Αλλά όταν γύρισε σπίτι του, οι γονείς του και ο θείος του τον κατσάδιασαν άγρια για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε απέναντι στον υπουργό ή τον τοπικό χωροφύλακα. Τον έψελναν επί ώρες, μιλώντας του για «σύνεση, σεβασμό απέναντι στην εξουσία, υποταγή στους καλυτέρους του», ώσπου άφησε παράμερα το Σίλερ για να μελετήσει την τέχνη με την οποία θα προοδεύσει ο κόσμος.

Κι έπειτα, χθες ακόμα έμαθες ότι οι καλύτεροι μαθητές σου έχουν πάρει τον κακό δρόμο. Ο ένας δεν κάνει τίποτε άλλο από το ονειρεύεται τα γαλόνια του αξιωματικού, ο άλλος μαζί με το αφεντικό του κλέβει τον τιποτένιο μισθό των εργατών και εσύ, που έτρεφες τόσες ελπίδες γι’ αυτούς τους νέους, συλλογιέσαι τώρα τη θλιβερή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη ζωή σου και στο ιδανικό σου.

Ακόμα συλλογίζεσαι αυτή την αντίφαση, αλλά προμαντεύω ότι το πολύ σε δύο χρόνια, αφού θα έχεις υποστεί τη μια απογοήτευση μετά την άλλη, θα βάλεις τους αγαπημένους σου συγγραφείς στο ράφι και θα καταλήξεις να πεις ότι ο Τέλλος ήταν αληθινά ένας πολύ τίμιος άνθρωπος, αλλά πέρα από αυτό τίποτε άλλο: ότι η ποίηση αποτελεί μια πρώτης τάξεως απασχόληση για τις ώρες της ανάπαυσης, ιδιαίτερα όταν ένας άνθρωπος διδάσκει τη μέθοδο των τριών όλη την ημέρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι ποιητές αεροβατούν πάντα και οι στίχοι τους δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή ζωή ούτε με την επόμενη επίσκεψη του σχολικού επιθεωρητή.

Ή, από την άλλη μεριά, τα όνειρα της νιότης σου θα γίνουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις της ώριμης ηλικίας σου. Θα θέλεις να υπάρχει μια πλατιά, ανθρώπινη εκπαίδευση για όλους, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό και βλέποντας ότι αυτό είναι αδύνατο μέσα στις συνθήκες που επικρατούν, θα χτυπήσεις τα ίδια ακριβώς τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας.

Τότε, διωγμένος καθώς θα είσαι από το Υπουργείο Παιδείας, θα εγκαταλείψεις το σχολείο σου και, προσχωρώντας στο στρατόπεδό μας, θα γίνεις ένας από μας. Θα πεις σε ανθρώπους, που είναι μεγαλύτεροι από σένα αλλά που έχουν πετύχει λιγότερα στη ζωή τους, πόσο δελεαστική είναι η γνώση, πώς όφειλε να είναι η ανθρωπότητα, αλλά και τι θα μπορούσαμε να είμαστε. Θα έρθεις και θα εργαστείς με τους επαναστάτες για τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του επικρατούντος συστήματος. Θα αγωνιστείς δίπλα μας, για να πετύχουμε την αληθινή ισότητα, αδελφότητα και την ατελείωτη ελευθερία για όλο τον κόσμο».

Πιοτρ Κροπότκιν


Αν κι έχει περάσει ένας αιώνας (και πλέον) από τότε που ο Πιοτρ Κροπότκιν έγραψε αυτό το κείμενο για τους δασκάλους και τους παιδαγωγούς, νομίζουμε ότι αυτό παραμένει επίκαιρο. Πάντα αυτοί που χρίζονται δάσκαλοι ή καθηγητές και αναλαμβάνουν την αγωγή των νέων ανθρώπων στο σχολείο, ξεκινούν με μεγάλα όνειρα και ιδανικά, με την προσδοκία να βοηθήσουν τους μαθητές τους να γίνουν, όχι απλώς αποδέκτες μιας συγκεκριμένης γνώσης αλλά συνειδησιακά ανώτεροι άνθρωποι.

Τις περισσότερες φορές, όμως, καταλήγουν απλώς να γίνονται το λούκι μέσα από το οποίο η εκάστοτε εξουσία περνά τις αραχνιασμένες της ιδέες στους νέους των θρανίων να μετατρέπονται σε ιεροεξεταστές του παπαγαλισμού, της βαθμολογομανίας, του ανταγωνισμού, να γίνονται οι χωροφύλακες που έχουν υπό τις διαταγές τους χιλιάδες ανύποπτα μυαλά.

Αλήθεια, πότε, επιτέλους, ο κλάδος των καθηγητών θα αναλάβει την ευθύνη να κάνει συλλογικά της αυτοκριτική το. Σήμερα υπάρχουν μεμονωμένες μόνο περιπτώσεις καθηγητών που υιοθετούν αντιαυταρχικές μεθόδους διδασκαλίας και προσπαθούν να διαλύσουν μια αντίληψη που θέλει εχθρούς τους μαθητές με τους καθηγητές τους.

Όμως, τα πράγματα δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Οι βίοι των μαθητών και των καθηγητών δεν είναι συγκρουόμενοι αλλά παράλληλοι. Κι οι δύο μαζί, ο καθένας, βέβαια, από την ιδιαίτερη θέση του, ζουν από κοινού την ίδια καθημερινότητα και τα ασφυκτικά πλαίσια, αυτού που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται σχολείο και το οποίο είναι, στην ουσία, μια τεράστια φυλακή και γι’ αυτό, βέβαια, θα πρέπει να αναλάβουν συγχρόνως μια σειρά δραστηριοτήτων, με κύριο βάρος στην προβολή ενός άλλου οράματος για το χώρο της εκπαίδευσης.

Στο όραμα αυτό δεν θα υπάρχουν βαθμολογία, έλεγχοι, χειραγωγήσεις, η χειρωνακτική από την πνευματική εργασία δεν θα είναι διαχωρισμένες, το σχολείο δεν θα είναι αποκομμένο από την κοινωνία και τη φύση. Ίσως γι’ αυτό, μάλιστα, θα έπρεπε, για μια μεγάλη περίοδο, να καταργηθεί το τυπικό ωράριο, να βγει από τις αντιθέσεις της ζωής, να βγει στην παραγωγή, στα εργοστάσια, στην εξοχή, στα χωριά, τα εργαστήρια, στα θέατρα... Οι τρόποι διδασκαλίας να καθορίζονται από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους τους μαθητές και καθηγητές.
Αυτό το όραμα, βέβαια, δεν θα ισχύει σε μια μελλοντική κοινωνία αγγέλων, αλλά σε έναν κόσμο όπου οι αντιθέσεις θα λύνονται με το διάλογο και όχι με τη λεγόμενη «πειθώ».

απο το πολιτικό καφενείο.

Συνέχεια...
0
του Γιάννου Νικολάου

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, στις 17 Φεβρουαρίου, πλήθηναν οι αναφορές, στα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, για τον κίνδυνο της δημιουργίας μιας "Μεγάλης Αλβανίας", η οποία θα περικλείει εδάφη που κατοικούνται σήμερα από αλβανικούς πληθυσμούς στο Μαυροβούνιο, το Κοσσυφοπέδιο, τη Νότια Σερβία, τη Δυτική ΠΓΔΜ ή, παλιότερα, την Ήπειρο.

Γιατί όμως σήμερα τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης ασχολούνται τόσο με ένα γεγονός που, αν το θεωρήσουμε σοβαρό, υφίσταται εδώ και αρκετά χρόνια; Όπως έχω αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο μου στην |Κυριακάτικη Αυγή| (11/2007), οι διασπορές όλων των βαλκανικών λαών πρωτοστατούν σε εθνικιστικές κορώνες και μεγαλοϊδεατισμούς. Το Διαδίκτυο βρίθει εθνικιστικών ιστοσελίδων με χάρτες μεγάλων Αλβανιών, "Μακεδονιών", Ελλάδων κ.ο.κ. Η ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου όμως αναζωπύρωσε το ελληνικό ενδιαφέρον για τον κίνδυνο ενδυνάμωσης "αλυτρωτικών" τάσεων. Δυστυχώς, είναι η εύκολη, τηλεοπτικά ελκυστική και ευπώλητη τακτική που ακολουθείται χωρίς ουδεμία σοβαρή επιστημονική ή πολιτική προσέγγιση, η αναφορά διαδικτυακών κόμβων και δημοσιευμάτων, που ως νέες Κασσάνδρες τρομοκρατούν και δημιουργούν ξενοφοβικά συναισθήματα στους Έλληνες πολίτες, πρωτοστατούντων των χαρτολάγνων παρουσιαστών.
Επιστημονικές μελέτες και πρόσφατες πολιτικές αναλύσεις αποδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικές κοινωνικές, θρησκευτικές και οικονομικές διαφορές μεταξύ των Αλβανών που ζουν σε όμορα κράτη, αλλά και ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία, ανεξάρτητα με το πού ζει, δεν επιθυμεί σήμερα μια πολιτειακή ενότητα. Είναι γεγονός ότι στη μεταψυχροπολεμική ιστορία έγιναν προσπάθειες, τόσο από την πρώτη κυβέρνηση Μπερίσα το 1992 όπως και με τη διεθνοτική σύγκρουση Αλβανών-Σλαβομακεδόνων στην ΠΓΔΜ το 2001, να εμφανιστεί η ενωτική πολιτική του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού ως η μόνη λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Αλβανοί.
Και από τις δύο αυτές προσπάθειες αποδείχθηκε ότι ούτε έρεισμα υπήρχε στους αλβανικούς πληθυσμούς, ούτε κάποια "διαδικασία-ντόμινο" ξεκίνησε, ενώ η διεθνής κοινότητα ήταν εντελώς αρνητική.
Η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου δημιουργεί νέες ομαλές συνθήκες πολιτειακής έκφρασης των πολιτών του, Αλβανών και μειονοτικών, αν βέβαια επικρατήσει μια δημοκρατική και αναπτυξιακή λογική με σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων.
Αυτό θα επηρεάσει θετικά και τις διαμορφούμενες τάσεις στο Πρέσεβο και Μπουγιάνοβατς της Νότιας Σερβίας. Επίσης, στην ΠΓΔΜ η έστω και μερική εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας και η ευρωατλαντική προοπτική της χώρας αυτής μπορούν να λειτουργήσουν ενωτικά μεταξύ των εθνοτικών ομάδων. Στο Μαυροβούνιο, τα αλβανικά κόμματα και οι τοπικοί τους άρχοντες, όπου διαθέτουν την πλειοψηφία, στήριξαν την ανεξαρτησία της χώρας και ουδέποτε παρουσίασαν αποσχιστικές τάσεις.
Στην περίπτωση της Ηπείρου, αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι αναφέρονται στην Τσαμουριά και την ύπαρξη αλβανικής μειονότητας Τσάμηδων, μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε και εκδιώχθηκαν από τις ελληνικές ανταρτικές δυνάμεις, ως συνεργάτες των κατακτητών. Η αναφορά αυτή έχει βέβαια νομικό ενδιαφέρον, μιας και σχετίζεται με θέματα επιστροφής περιουσιών και αποζημιώσεων, καθώς και πολιτικό, αφού κατά καιρούς επηρεάζει τις διμερείς μας σχέσεις» ~όμως, με κανέναν τρόπο δεν σχετίζεται με μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις. Όποιος τις παρουσιάζει ως τέτοιες το κάνει εκ του πονηρού.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι καθοριστικός. Το επίπεδο των μέσων ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας στις άλλες βαλκανικές χώρες είναι πολύ χαμηλό, εκτός βέβαια λαμπρών εξαιρέσεων. Η Ελλάδα όμως, που θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό δεοντολογίας και αντικειμενικότητας σε θέματα μαζικής ενημέρωσης για το καλό της ίδιας της κοινωνίας μας, ακολουθεί δυστυχώς την ίδια λαϊκιστική τακτική.
Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κίνδυνος της Μεγάλης Αλβανίας είναι ουσιαστικά ένας μύθος, ότι η ένωση του Κοσσυφοπεδίου με την Αλβανία είναι τόσο απίθανη όσο και αυτή της Ρουμανίας με την Μολδαβία ή της Βουλγαρίας με την ΠΓΔΜ ή της Ελλάδας με την Κύπρο, όπου ισχύει και η παγκόσμια πρωτοτυπία να έχουν ακόμα κοινό εθνικό ύμνο!
Είναι όμως γεγονός ότι αυτός ο μύθος έχει ακόμα κάποιες πιθανότητες να γίνει ή να προσπαθήσει να γίνει πραγματικότητα. Αυτές οι πιθανότητες ελλοχεύουν λόγω του ενδιαφέροντος ιστορικού φαινόμενου ότι οι Αλβανοί, ως έθνος, είναι οι μόνοι στα Βαλκάνια που δεν έχουν βιώσει ακόμα μια πορεία μεγαλοϊδεατισμού και αλυτρωτισμού, που σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οδήγησε σε εθνικές καταστροφές (Βούλγαροι: από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις συνεχείς στρατιωτικές ήττες του 20ού αιώνα~ Τούρκοι: κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας~ Έλληνες: από την Μεγάλη Ελλάδα στη Μικρασιατική Καταστροφή~ Σέρβοι: από τη Μεγάλη Σερβία στην εθνική συρρίκνωση από τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους κ.ο.κ.).
Η έλλειψη αυτής της επώδυνης εμπειρίας δίνει την δυνατότητα σε ακραία αλβανικά εθνικιστικά στοιχεία και σε λαϊκιστές πολιτικούς να εκμεταλλεύονται το θετικό για τις αλβανικές υποθέσεις διεθνές κλίμα και την όποια πολιτική ανωριμότητα των κομμάτων και φορέων στις αλβανικές περιοχές. Επίσης, σημεία τριβής υπάρχουν ακόμα σε κάποιες από τις περιοχές όπου ζουν αλβανικοί πληθυσμοί, και έτσι οι εντάσεις είναι πιθανόν να αναζωπυρώσουν εθνικιστικές τακτικές και ιδεολογίες. Οι μειονότητες, δυστυχώς, είναι ακόμα για τις περισσότερες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, θέμα ανέγγιχτο, "ανύπαρκτο" ή αντιμετωπιζόμενο με καχυποψία και επιθετικότητα. Επιπρόσθετα, το μέγα λάθος της "αυτοανάδειξης" προβλημάτων, της μεγέθυνσης δηλαδή κάποιων εντάσεων ή ζητημάτων, για εσωτερική κατανάλωση ή επίτευξη πολιτικοϊδεολογικών εσωτερικών στόχων μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντικές εντάσεις και έξαρση των εθνικισμών.
Η πλαστή θεωρία του "ισλαμικού τόξου", η οποία λειτούργησε ως ο νέος από Βορρά κίνδυνος της δεκαετίας του 1990, αντικαθίσταται τώρα με τις νέες, σκοπίμως μεγεθυσμένες θεωρίες για τους νέους μεγαλοϊδεατισμούς των Βαλκανίων. Δυστυχώς, τα παραπάνω χαρακτηρίζουν όλα τα βαλκανικά κράτη και τους εθνικιστικούς τους κύκλους. Το ζητούμενο, στην περίπτωση αυτή, είναι να απομονωθούν τούτες οι δυνάμεις που αναπαράγουν το μίσος και τη κινδυνολογία για τους δικούς τους σκοπούς.
Οι ίδιοι που μιλούν στην Ελλάδα για τους κινδύνους της Τσαμουριάς και της Μεγάλης Αλβανίας, του αλυτρωτισμού της "Ενωμένης Μακεδονίας", τα τουρκικά και βουλγαρικά σχέδια για την αρπαγή της Θράκης, είναι αυτοί που τονίζουν και --υπόγεια ή ανοιχτά-- υποστηρίζουν τη Μεγάλη Ελλάδα, την "απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου", την "Κόκκινη Μηλιά". Η συνταγή του "πας μη Έλλην βάρβαρος", με θεωρίες "αναδελφισμού", "διεθνείς αδικίες" κατά της Ελλάδας, που "πρέπει μια μέρα να αποκατασταθούν" σε συνδυασμό με αντιδυτικά συμπλέγματα και ελληνορθόδοξες κορώνες είναι γνωστή και πετυχημένη για άγρα ψήφων και τηλεθέασης. Αλλά είναι και εξαιρετικά επικίνδυνη.
Πρόκειται, με λίγα λόγια, για την "εθνικιστική διεθνή", που αλληλοτρέφεται, χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα, με σκοπό να δημιουργήσει στους πολίτες της περιοχής την ανασφάλεια και τον φόβο. "Ο φόβος είναι η μητέρα της βίας" και η βία είναι η κινητήριος δύναμη και, πολλές φορές, ο τρόπος πολιτικής έκφρασης των ξενοφοβικών, εθνικιστικών και ρατσιστικών ιδεολογιών.

Συνέχεια...

Tο δικό μου κίνημα ενάντια σε όλους τους στρατούς…

Posted: by παντιγέρα in
0
Tο Δικό Μου Κίνημα Ενάντια Σε Όλους Τους Στρατούς…

- δέν συμμετείχε στήν εξαγορά τής μνήμης τής εξέγερσης τού ' 73 από εξουσιαστές, κόμματα, οργανώσεις καί "κοινωνικούς αγωνιστές", ούτε σπίλωσε τόν ματωμένο Νοέμβρη μέ "τακτικό στρατό" καί μέ τίς από τά "αριστερά" εμφυτευμένες τού κινήματος, σχεδιασμένες σέ υπόγεια , "αντικαθεστωτικές δολοφονίες"

- δέν βάπτισε κάνες όπλων μέσα στήν δεξαμενή τής συλλογικής μνήμης γιά νά παρασύρει σέ νέες ήττες τούς εξαθλιωμένους καί αδικημένους τού κοινωνικού πολέμου

- δέν επιλέγει "στρατόπεδο", ούτε "τόπους θυσίας" μέ ονόματα "εθνικών" ή "κοινωνικών ηρώων". Επιλέγει εκείνη τήν στάση ζωής καί αντίστασης όπου η ταξική του πάλη δέν δολοφονεί γιά τό "δίκαιο τής επανάστασης" καί τήν "αποκατάσταση τής ειρήνης"

- δέν φέρνει στολή, σημαία καί πατρίδα καμμιάς "πρωτοπορίας" , "κλειστής" ή "ανοικτής συνέλευσης στρατευμένων" πού μάς προτείνουν ένα νέο Κόσμο -μιά νέα Κόλαση από "απόλυτες αλήθειες"- μέ τίς προδιαγραφές τού παλιού

- δέν ακολουθεί κανένα "πολέμαρχο" καί "στρατιωτικό ακόλουθο" τής "επανάστασης", τό "οπλοστασιό" του δέν είναι "ο σκοπός αγιάζει τά μέσα" καί αρνείται τίς πατρίδες ή τίς "πατρίδες" τών κάθε λογής εκμεταλλευτών καί ηγετών πού δολοφονούν ή εξασκούνται στήν βαρβαρότητα στό όνομα τής "λαϊκής βούλησης καί επιθυμίας"

- έχει λιποτακτήσει οριστικά από τό στρατόπεδο τής τυφλής υπακοής καί τής "σιδερένιας" συνωμοτικής πειθαρχίας στήν ένοπλη γραμμή καί σέ έναν εντολέα καί εκτελεστή "λαϊκό στρατό" πού καθοδηγεί ή αποδίδει "δικαιοσύνη" μέ στρατιωτικούς όρους

- δέν ανήκει σέ εκείνες τίς παλαιο-αποικίες τής δήθεν "αντιστρατιωτικής πάλης" πού φωνάζουν γιά "δίκαιες δίκες" καί "αφοπλισμό", τήν στιγμή πού οι ίδιοι δέν έκαναν κάν "δίκη" εκτός από εκείνη τήν "πολιτική δράση" πού ναρκισσεύεται μόνο μέ τήν αφή στήν σκανδάλη

- δέν ανήκει σέ εκείνους πού διεκδικούν από τό στρατόπεδο τής αστικής νομιμότητας, όσα ο "παράνομος στρατός" τους κάποτε είχε εκτελέσει στά μπλόκα καί στίς ενέδρες "αναλαμβάνοντας τήν ευθύνη"

- όσες "πύλες" καί άν είχε (ή έχει ακόμη...) τό στρατόπεδο τών "ελίτ-πρωτοποριών", δέν θά τίς περάσει. Δέν θά καταταχθεί ποτέ εκεί. Δέν θά ντυθεί τίς "επιλογές" τους, τήν "ηθική" τους, τήν "αποστολή" τους, τό "φρονημά" τους. Δέν αρνηθήκαμε τόν εθνικό στρατό γιά νά συμφωνήσουμε μετά στίς "επιχειρήσεις" ενός νέου "σωτήρα -αυτοκράτορα" γιά τήν απαλλαγή τής κοινωνίας από τό "θεσμημένο κακό". Δέν έχουμε κοινή πορεία μέ "αποθήκες" στρατιωτικής αντίληψης πού "καταφέρνουν" νά φαίνεται ο διεθνισμός σάν μιά άλλη κοιτίδα νεοφιλελεύθερου φασισμού ή σοσιαλφασισμού

- συναντήθηκε μέ τήν μνήμη τού νεκρού πατέρα μου στήν κατοχή, στόν εμφύλιο, στήν Κορέα μέ τήν δέσμευση νά μήν κρατήσω ποτέ όπλο είτε γιά τίς πηγές τού κεφαλαίου, είτε γιά τίς "ιδεοληψίες" εκείνες πού θέλουν νά "εκπροσωπήσουν" τά συμφεροντά μας στά ακροδάκτυλα τής ένοπλης "σοφίας"


Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΝΗΜΗ...
- είναι η μνήμη χιλιάδων, εκατομμυρίων σκοτωμένων στά μέτωπα τών πολέμων, στό τέμπλο τής "δημοκρατίας" ή τής "επανάστασης". Από μικρό παιδί θυμάμαι φορτηγά μέ νεκρούς μάρτυρες καί θύματα μιάς "αλλαγής" πού ποτέ δέν ήρθε καί "στρατούς" νά αποχωρούν ή νά έρχονται διεκδικώντας ή απαιτώντας τήν "υποστήριξη" καί τήν "συνδρομή" μας. Δέν υπάρχει περίσσιος χώρος στήν μνήμη μου πιά, αφού έχει υπερχειλίσει από τά πτώματα "ελεύθερων πολιορκημένων", μεραρχίες καί λόχους εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών, πεδία μάχης καί βιντεοταινίες φρίκης. Στήν μνήμη τού δικού μου καταυλισμού, μικροί καί μεγάλοι στρατοί κλείνουν καί ανοίγουν φυλακές καί Μακρονήσια όποτε αυτοί θέλουν.

Στό όνομα -άλλη μιά φορά- τής απελευθέρωσης από τούς στρατοδίκες τού εσωτερικού εχθρού, δέν θά τραγουδήσουν στήν πλάτη μου οι μιλιταριστές (οι άλλοι έκτακτοι στρατοδίκες...) τής "επανάστασης" τόν εθνικό ύμνο τής "αυθεντίας" πού τεμαχίζει τήν ανθρώπινη υπόσταση στήν γιάφκα τής αποκτήνωσης, "μέ όλα τά μέσα"

ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΙΝΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΥΣ (ΟΠΩΣ ΕΤΣΙ ΤΟ ΣΚΕΠΤΟΜΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ "ΚΟΡΥΦΩΣΗ" ΚΑΝΕΝΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΥ...)
- έχει χιλιάδες γιώτα πέντε (ένας από αυτούς καί εγώ) άοπλου "άτακτου στρατού" πού δέν κατατάχθηκε, δέν εκπαιδεύθηκε, δέν όπλισε, δέν σημάδεψε. Δέν ξέρει από "πολεμικές συνθήκες", δέν θέλει νά τίς γνωρίσει. Δέν θά τά "βγάλει πέρα" σέ έναν "εμφύλιο". "Στρατιώτες" του ονείρου ενός άλλου Κόσμου χιλιάδες "τρελοί"
ορκίστηκαν στόν πασιφισμό μιάς "χαμένης πατρίδας" πού ακόμα ψάχνουν, χωρίς η "θητεία" τους νά ατιμωθεί από τό αίμα άλλων. Δέν όπλισαν ποτέ, δέν σημάδεψαν "κινούμενο στόχο" παρά ίσως μερικές φορές τόν εαυτό τους στήν σκοπιά

- δέν χειροκροτεί μιλιταριστές καί στρατευμένους πού υποδύονται τούς "ειρηνιστές" καί "ανυπότακτους"

ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ "ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΟΥΣ ΑΛΛΟΥ...", ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΙΝΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΥΣ, ΕΧΕΙ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ!!!


Ενας από τούς "καραγκιόζηδες τών Εξαρχείων"(τότε) πού προσπάθησε νά κρατήσει τήν ψυχραιμία του...

Παπαδόπουλος Παναγιώτης (Κάϊν)
μεμονωμένο άτομο από τό αναρχικό/ελευθεριακό κίνημα

Συνέχεια...

LIP: Η φαντασία στην εξουσία(1)

Posted: by παντιγέρα in
0
LIP είναι το όνομα μιας μάρκας ρολογιών που παράγονταν κάποτε στη γαλλική πόλη Besancon.
Ταυτόχρονα όμως είναι μια κορυφαία στιγμή για όσους συμμετείχαν στους μετά το '68 αγώνες, η οποία στη χώρα μας τουλάχιστον φαίνεται να αγνοείται, και καλό θα ήταν τώρα που μεταξύ άλλων έρχεται το τσουνάμι των μαζικών απολύσεων να γνωστοποιηθεί.

Απρίλης 1973. Η διεύθυνση της LIP ανακοινώνει στους εργαζόμενους ότι πρόκειται να προβεί σε ένα σημαντικό αριθμό απολύσεων. Η πρώτη αντίδραση των εργαζομένων ήταν να ρίξουν τους ρυθμούς με τους οποίους δούλευαν. Η δεύτερη ήταν δεκάλεπτες ανά ώρα στάσεις εργασίας, και η τρίτη και φαρμακερή για την εργοδοσία, η εφαρμογή στην πράξη του συνθήματος που είχαν αναρτήσει οι φοιτητές των Καλών Τεχνών το Μάη του 1968: «Το αφεντικό σου σ' έχει ανάγκη εσύ δεν το έχεις ανάγκη».
Οταν οι εργαζόμενοι έμαθαν ότι επρόκειτο να απολυθούν 480 από αυτούς, κατέλαβαν την επιχείρηση και απέκλεισαν στα γραφεία τους τα διευθυντικά της στελέχη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επιτίθενται, και αφού τα σπάνε όλα, ενώ οι καταληψίες εργάτες δεν έχουν κάνει ούτε μια γρατσουνιά στον τοίχο, τα απελευθερώνουν. Αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση σ' ένα κλίμα ενότητας των συνδικαλιστικών παρατάξεων, η συνέχιση της κατάληψης και αρχικά η μεταφορά των ρολογιών σε ασφαλές κρυφό μέρος -το οποίο μέχρι σήμερα οι παλιοί εργάτες της LIP αρνούνται να αποκαλύψουν διότι «ίσως ξαναχρειαστεί»- και η πώλησή τους, και στη συνέχεια η συνέχιση της παραγωγής με βάση την αρχή «παράγουμε, πουλάμε, πληρωνόμαστε» και αυτό δίχως αφεντικά και φυσικά το κέρδος τους.
Οι πωλήσεις που γίνονταν παράνομα με παράνομες φορτώσεις, μεταμφιέσεις με περούκες κ.λπ. είχαν τεράστια επιτυχία ακόμη και στις παραλίες. Σε μόλις έξι βδομάδες ο τζίρος αντιστοιχούσε στο 50% του συνόλου μιας ολόκληρης χρονιάς, ενώ μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία δεν κλάπηκε ούτε ένα ρολόι.
Οι πόρτες του εργοστασίου άνοιξαν για όλο τον κόσμο, ενώ πολλοί από τους επισκέπτες συμμετείχαν στις καθημερινές γενικές συνελεύσεις.
Εκτός από τη Γαλλία(2), αναπτύσσεται ένα πανευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο κίνημα συμπαράστασης(3), ενώ το σύνθημα του Γκεβάρα «ένα, δύο, τρία Βιετνάμ» παραφράζεται σε «μία, δύο, τρεις LIP». Ξεσπάνε απεργίες συμπαράστασης, γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις, στην ίδια την Besancon διαδηλώνουν υπό βροχή 100.000. Διαδίδεται η εφημερίδα των καταληψιών «Lip -Unite» «Lip -Ενότητα», πουλιόνται χέρι χέρι τα ρολόγια, μποϊκοτάρονται οι τράπεζες που επιχείρησαν να πνίξουν την επιχείρηση...
Η αστική εξουσία, ανήσυχη από αυτήν την έκβαση και φοβούμενη τη γενίκευσή της, αποφασίζει να επέμβει δραστικά. Ο τότε πρωθυπουργός Pierre Messmer προτείνει ένα σχέδιο που προβλέπει μόνο 159 απολύσεις. Το σχέδιο απορρίπτεται από τη γενική συνέλευση και το εργοστάσιο εκκενώνεται βίαια από τις αστυνομικές δυνάμεις. Ο Messmer περιχαρής αναφωνεί «η LIP τελείωσε». Και όμως γρήγορα διαψεύδεται. Την αναλαμβάνει ένας αριστερός επιχειρηματίας ο οποίος και αποδέχεται την επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων.
Αυτό δεν το ανέχονται ο τότε πρόεδρος Giscard d' Estaing που εκλέχτηκε το Μάη του 1974 και ο πρωθυπουργός Jacques Chirac. «Οι εργάτες της Lip θα πρέπει να τιμωρηθούν να είναι άνεργοι και να παραμείνουν, διαφορετικά θα ξεσηκώσουν ολόκληρο το κοινωνικό σώμα». Αυτό ήταν το σκεπτικό τους. Γι' αυτό και αποφάσισαν να δολοφονήσουν τη LIP. Πώς; Η κρατική Renault ακυρώνει μέσα σε μια μέρα όλες τις παραγγελίες της προς την LIP και έτσι την πνίγει οικονομικά.
Παρ' όλ' αυτά η ιστορία της LIP παραμένει ζωντανή και παραδειγματική, όχι τόσο για να επαναληφθεί αυτούσια, αλλά για να καταδειχτεί η δυναμική της εργατικής τάξης, η ευρηματικότητά της, η ικανότητά της να αυτοδιαχειρίζεται την παραγωγή δίχως την ύπαρξη αφεντικών, η αποτελεσματικότητα της μετωπικής της δράσης και της εμπιστοσύνης στις συλλογικές πρωτοβάθμιες πρωτοβουλίες, η αξία της εργατικής αλληλεγγύης...
1. Πρόκειται για τον τίτλο μιας κινηματογραφικής ταινίας του Christian Rouaud που μέσω συνεντεύξεων με τους τότε κύριους πρωταγωνιστές καταγράφει την ιστορία της εξέγερσης των εργατών της LIP
Βλέπε και
- Jean Raguenes et Henri Burin des Roziers
«De mai 68 a LIP : Un dominicain au coeur des luttes» Editions «Karhala» 2008
- Serge Halimi «LIP, l'imaginationau pouvoir' Le Monde diplomatique http://www. Monde -diplomatique.fr/carnet/20007-03-20-LIP -«L epopee LIP»: De 1973 a ..2007 in http:cnt-ait.info/article.php3?id_article=1409
Και για μια αντιδραστική εκδοχή Jean Claude Sensemat «Comment j'ai sauve LIP» Εκδόσεις «Robert Lafont».
2. Οπου, μεταξύ άλλων, υποστήριζαν το κίνημα της LIP διανοούμενοι όπως ο Yves Montant, η Simone Signoret, ο Mouloudji, ο Leny Escudero, ο Maxime le Forestier, ο Jean Ferrat, οι Freres Jacques, και διανοούμενοι όπως ο Maurice Clavel, ο Georges Houdin, ο Andre Frossard, ο Roger Garaudy, ο Michel Foucault.
3. Ο Μάο δήλωνε για τους εργάτες της LIP «Αυτοί οι άξιοι εργάτες που διεξάγουν ένα υποδειγματικό αυτοδιαχειριστικό αγώνα», στο Jean Claude Sensemat «Comment j'ai sauve LIP» ό.π. σελίδα 49

Συνέχεια...

Για τον Αναρχισμό

Posted: by παντιγέρα in
0
του Βασίλη Ραφαηλίδη

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν την φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στην φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει τον δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίας. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απ' έξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω.

Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική.

Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της "ψευδούς συνειδήσεως" να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δεν δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων αλλά μπήκε στην συνείδηση με "μετάγγιση" από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από την συλλογική "εθνική ψυχή", από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στην δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.

Μια συγκεκριμένη "κοινωνία ζώων" δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά τις "εξωτερικές σχέσεις". Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.

Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.

Κανένας άνθρωπος δεν διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά τις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με την βιολογία. Όταν ζεις στην διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων αν εγκατασταθεί σήμερα στην Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στην διαφορετικότητα των πολιτισμών, ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ' εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη Ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.

Γιατί οι Ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του "πολιτισμένου" για τον "χαμένο παράδεισο", αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δεν μοιάζουν με τον δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ' όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν.

Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο την ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες "αναρχικών".

Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για "αναρχοαυτόνομους", που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Βασίλης Ραφαηλίδης, "Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού"

Συνέχεια...
0
Ηττηθήκαμε, όμως, γιατί δεν υπήρχαν πολιτικοί χώροι ή κινήματα, που θα έπαιρναν αυτές τις φύτρες, θα τα «ζύμωναν» και θα τα έκαναν πολιτικά όντα.

Τον συνάντησα κοντά στην παραλία. Εγώ είχα τα χέρια μου στις τσέπες του μπουφάν και αυτός φορούσε κοντομάνικο. «Πίσω» μας η Αθήνα έβραζε. Κάθε μέρα και πέντε συγκεντρώσεις. «Δεν πήγα ούτε σε μια».
Μου το είπε όπως ένας αλκοολικός θα έλεγε «έχω δέκα μέρες να πιω». Κάποτε το όνομά του σήμαινε πολλά για την Πλατεία Εξαρχείων. Κάιν, ο αναρχικός με το βιβλικό παρατσούκλι. Ήταν τότε που στην πλατεία «πρωταγωνιστούσαν» ο Πισιμίσης, ο Φελέκης, ο Μαρίνος (στα πρώτα του βήματα), ο Γιαννόπουλος, οι μακαρίτες Κωνσταντινίδης και Διαλυνάς, ο Σκυφτούλης, ο Πρωτοψάλτης, ο Γαρμπής...

O Κάιν- απ΄ τους δυναμικότερους -κατασκεύαζε συνθήματα, υπέγραφε αφίσες και πότε πότε την έπεφτε και στους μπάτσους. Αυτοί για αντίποινα κάθε τρεις και λίγο του ξετίναζαν το πατρικό του στο Φάληρο. Βεντέτα κανονική. Και το ΄82 που η Κολιτσοπούλου σκότωσε τον «μπάτσο άντρα της», ο Κάιν έβγαλε μια αφίσα που την αθώωνε. «Μεγάλο λάθος», θα μου πει σήμερα. «Τι δουλειά είχαμε εμείς να υποστηρίξουμε ένα έγκλημα, επειδή έτυχε το θύμα να είναι μπάτσος;».

Να αρχίσουμε από το τέλος;Θα άλλαζες κάτι από τη ζωή σου;

- Να διόρθωνα κάτι; Ναι. Θα μπορούσα να είχα τελειώσει την τελευταία τάξη και να μην έκανα δυστυχισμένους τότε τους γονείς μου. Αλλά εγώ ήθελα να σαρώσω τα πάντα. Αμφισβήτησα το «σχολείο-φυλακή», όπως αρνήθηκα να υπηρετήσω τους μιλιταριστές και πήρα Ι5. Γι΄ αυτό εξακολουθώ να είμαι υπερήφανος.

Πού μεγάλωσες;

- Νέα Σμύρνη, Παλαιό Φάληρο. Και μετά κάτοικος Εξαρχείων. Στον χώρο που όλα, ιδέες και άνθρωποι, κινούνται γύρω από την αμφισβήτηση. Πορεύτηκα με την αλήθεια μου και σιγά σιγά η πορεία αυτή έγινε μοναχική. Γιατί δεν ήθελα να προδώσω την αλήθεια μου.

Ποια είναι η αλήθεια σου σήμερα;

- Ανήκω στο ρεύμα του ειρηνισμού της αναρχίας. Είμαι λίγο τολστοϊκός. Πιστεύω ότι τα πράγματα δεν λύνονται με τη βία. Η οργή δεν φτάνει για να αλλάξεις τον κόσμο. Πρέπει να έχεις και μια πρόταση.

Έχεις χρησιμοποιήσει βία στο παρελθόν, όμως.

-Ναι, αυτό είναι ένα απ΄ τα λάθη μου. Πέρασα απ΄ αυτό το στάδιο. Δεν ντρέπομαι να το πω. Βέβαια, βία από βία έχει διαφορά. Εγώ είμαι της σχολής του Αλμπέρ Καμί. Νομίζω ό τι η βία είναι αναγκαία μέχρι εκεί που μπορεί να ωθήσει την ιστορία, να τη βοηθήσει. Πριν μετατρέψει τον άνθρωπο σε κτήνος.

Αυτό είναι ένα σχόλιο και για τα όσα ζούμε αυτές τις μέρες;

- Ναι. Η κραυγή για τον φόνο ενός 15χρονου δεν μπορεί να εκφραστεί με το κάψιμο της βιβλιοθήκης της Νομικής Σχολής. Ούτε με πλιάτσικα και κατεστραμμένες προσωπικές περιουσίες ανθρώπων. Η αναρχία είναι ένας χώρος κοινωνικής αλληλεγγύης. Είμαστε οι πρώτοι που αγωνιστήκαμε για το 8ωρο και τα δικαιώματα των εργαζομένων, είχαμε πέντε νεκρούς στο Σικάγο. Δεν μπορείς λοιπόν να είσαι απέναντι από την κοινωνία.

Ξέρεις τι θα σου πουν. «Παράπλευρες απώλειες».

- Ε, εγώ λοιπόν, δεν θέλω να συμμετέχω σε έναν τέτοιον «αγώνα».

Δεν συμμετείχες δηλαδή στις συγκεντρώσεις των τελευταίων ημερών;

- Όχι, προτίμησα να κλάψω τον νεκρό από μακριά. Άλλωστε κάθε γενιά έχει τους δικούς της αγώνες. Αυτή η γενιά έχει τον Αλέξη, η γενιά του ΄90 είχε τον Τεμπονέρα, εμείς είχαμε τον Καλτεζά, πριν από εμάς είχανε τον Κουμή και την Κανελλοπούλου. Σέβομαι βέβαια, αυτούς που είναι στις καταλήψεις και στους δρόμους. Αλλά στην κηδεία γιατί να πας; Αυτή η στιγμή είναι για τους γονείς του και τους φίλους του. Τι ωφελεί χιλιάδες μάτια, μαζί με τις κάμερες, να είναι πάνω από τον τάφο του Αλέξη; Όταν φύγουν όλοι θα πάω να αφήσω ένα γράμμα.

Βγήκε πάντως πολύς κόσμος στους δρόμους.

- Το ίδιο λέγαμε και το ΄85 και το ΄80, ότι όλες αυτές οι χιλιάδες στον δρόμο ήταν μια ελπίδα. Ηττηθήκαμε, όμως, γιατί δεν υπήρχαν πολιτικοί χώροι ή κινήματα, που θα έπαιρναν αυτές τις φύτρες, θα τα «ζύμωναν» και θα τα έκαναν πολιτικά όντα. Αυτή η νεολαία θα χαθεί, όπως χάθηκε και η προηγούμενη. Είναι ένας φαύλος κύκλος, καταλήψεις, συγκρούσεις, κλείσιμο στο Πολυτεχνείο και μετά επιστροφή στο σπίτι.

10.000 ευρώ για το περίπτερο της γιαγιάς

Θα σου δώσω συνέντευξη αλλά και εσύ θα μου δημοσιεύσεις ένα κείμενο, μου είπε σε μία από τις συναντήσεις μας ο Κάιν. Του είπα «ναι», ελπίζοντας ότι δεν θα με γυρίσει πίσω στη δεκαετία του ΄80, τότε που μου έδινε «ξύλινα» κείμενα που ήθελαν τη μισή εφημερίδα. Τελικά η «προκήρυξη» ήταν μια ευχάριστη έκπληξη:



«Πρωτοβουλία αναρχικών για την αλληλεγγύη και στήριξη της Χαρίκλειας Ανανιάδου.

Τα ξημερώματα της Κυριακής 2/11/08 και κατά τη διάρκεια συγκρούσεων νεαρών και ΜΑΤ έξω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης η 70χρονη εργαζομένη Χαρίκλεια Ανανιάδου είδε το περίπτερό της να γίνεται στάχτη. Επειδή είμαστε αντίθετοι με ενέργειες αδιάκριτης τυφλής βίας, αποφασίσαμε να ανοίξουμε λογαριασμό ώστε να συγκεντρωθούν 10.000 ευρώ για να αγορασθεί νέο περίπτερο για την άνεργη ηλικιωμένη που παραμένει αβοήθητη παρά τις μεγαλόσχημες υποσχέσεις των παραγόντων της εξουσίας, για δήθεν "γρήγορη αποκατάστασή της"...

Όποιος και όποια νιώθει την ανάγκη να βοηθήσει ας "παραμερίσει" την απέχθεια για τους ναούς του κεφαλαίου (δυστυχώς δεν έχουμε άλλο τρόπο) και ας καταθέσει στον αριθμό 0026-0221-33-0101271081 της Εurobank το ποσό που μπορεί.

Η κοινωνική αλληλεγγύη ας δείξει άλλη μια φορά τον δρόμο

ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΑΘΗΝΑ, ΚΟΡΙΝΘΙΑ ΚΑΙ ΑΧΑΪΑ».

Συνέντευξη στον Σταύρο Θεοδωράκη

Συνέχεια...

Τα Σκόπια η Μακεδονία και ...οι μεγαλομπακάληδες

Posted: by παντιγέρα in
0
ή αλλιώς... η εθνοπρέζα βλάπτει σοβαρά το μυαλό

Μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της εθνικιστικής υστερίας των μακεδονικών συλλαλητηρίων για το όνομα της ΠΓΔΜ το θέμα ξανάρχεται στο προσκήνιο. Αφορμή η αναγνώρισή της με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από τις ΗΠΑ – για τα δικά τους συμφέροντα φυσικά και όχι επειδή είναι «ανθέλληνες». Και για να γίνουμε πιο σαφείς, δεν υπάρχουν ούτε «φιλέλληνες» ούτε «ανθέλληνες», γιατί στις σχέσεις μεταξύ εθνικών κρατών δεν υπάρχουν φιλίες και έχθρες. Απλά υπάρχουν συμφέροντα, τα οποία μπορεί να είναι κοινά ή μπορεί να συγκρούονται, και βάσει αυτών χαράσσει κάθε κράτος την εξωτερική του πολιτική (και όχι μόνο).

«... αυτοί είναι που χωρίσανε το βιος τους σε πατρίδα
σε σύνορα μας μάντρωσαν σα ζώα σε κλουβιά ...»

Καταρχάς, για να διαλύονται κάποιοι μύθοι: η Μακεδονία είναι γεωγραφική περιοχή με ασαφή όρια (1) και δεν ανήκει –ούτε ανήκε ποτέ– αποκλειστικά στο ελληνικό κράτος(2). Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, όπου τα βαλκανικά κράτη μοιράζονταν τα εδάφη της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, ένα μέρος της κατακτήθηκε από την Ελλάδα, ένα από τη Σερβία κι ένα από τη Βουλγαρία με κοινή συμφωνία και των τριών χωρών (ως γνωστόν άλλωστε τα σύνορα δεν είναι κάτι που υπήρχε από πάντα(3) αλλά χαράζονται μέσα από διακρατικές συμφωνίες και συνήθως μετά από πολέμους όταν τα κράτη μοιράζονται τη λεία τους).

Κατόπιν τα εν λόγω εθνικά κράτη κάνανε ό,τι μπορούσαν για να ομογενοποιήσουν εθνικά τον (κάθε άλλο παρά «εθνικά καθαρό») πληθυσμό των πρόσφατα κατακτημένων περιοχών. Αυτό φυσικά δεν έγινε με ειρηνικό τρόπο αλλά με μαζικές και υποχρεωτικές (με έμμεσο ή άμεσο τρόπο) ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ των εθνικών κρατών. Αναγκάζοντας έτσι ανθρώπους που ζούσαν σε έναν τόπο από τότε που γεννήθηκαν να μεταναστεύσουν. Και αυτό φυσικά χωρίς να ρωτηθούν από καμιά «μητέρα πατρίδα» που τους «απελευθέρωνε». Ας μην ξεχνάμε ότι στην ελληνοποίηση της Μακεδονίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η –από το ελληνικό κράτος– εγκατάσταση εκεί 650.000 μικρασιατών προσφύγων μετά την αποτυχία της ιμπεριαλιστικής εκστρατείας της Ελλάδας στην Τουρκία στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ειδικά οι κάτοικοι της «ελληνικής» Μακεδονίας που αυτοπροσδιορίζονταν ως Μακεδόνες βίωσαν για τα καλά την καταστολή του ελληνικού κράτους στην προσπάθεια βίαιης ενσωμάτωσής τους σ’ αυτό (από αναγκαστικές μεταναστεύσεις προκειμένου να γλιτώσουν, φυλακίσεις, αλλαγές ονοματεπωνύμων, μετονομασίες χωριών «προς το ελληνικότερον», απαγόρευση επαναπατρισμού τους μετά τη λήξη του εμφυλίου, δημεύσεις περιουσιών, μέχρι και απαγόρευση ομιλίας (!!!) της γλώσσας τους), επειδή θεωρούνταν άτομα με «μειωμένη εθνική συνείδηση»(4). Η οποία δεν είναι έμφυτη και δεν ξυπνάει ξαφνικά για να φτιάξει κράτος –σύμφωνα με τον προσφιλή πατριωτικό μύθο– αλλά επιβάλλεται εκ των υστέρων από αυτό σε όσους εγκλωβίζονται στα σύνορά του. Αυτό γίνεται κυρίως (όχι μόνο) μέσω της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, της καθιέρωσης εθνικών επετείων, το ξαναγράψιμο της ιστορίας από μια εθνική σκοπιά παρουσιάζοντας το έθνος ως κάτι το αιώνιο που υπήρχε από πάντα, αποϊστορικοποιώντας το και παρουσιάζοντάς το ως κάτι το φυσικό και αντικειμενικά υπαρκτό όπως τα βουνά, οι θάλασσες, τα δάση κτλ. (ας θυμηθούμε μόνο την ανυπόστατη θεωρία της «τρισχιλιετούς ύπαρξης του ελληνικού έθνους», του «εθνικού μας ιστορικού» Κ. Παπαρρηγόπουλου).

Αυτή τη φορά όμως δεν είχαμε ούτε μακεδονομάχους ούτε τα εθνικοπατριωτικά καραγκιοζιλίκια του ’92 (5). Αντίθετα διατηρήθηκαν σχετικά χαμηλοί τόνοι (προς το παρόν). Φυσικά το ότι ο εθνικισμός έχει περάσει πια σε δεύτερη μοίρα στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των αφεντικών δεν σημαίνει και ότι δεν χρησιμοποιείται πια – έστω σε μικρότερες δόσεις, μέχρι τώρα. Αυτό γιατί οι συνθήκες έχουν αλλάξει, και αν μια δεκαετία πριν αυτές επέτρεπαν σε μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού κεφαλαίου να φαντασιώνεται διάλυση του νεοσύστατου κράτους της ΠΓΔΜ και προσάρτηση εδαφών της, οι νέες συνθήκες ευνόησαν τελικά τη φράξια εκείνη των αφεντικών που από τότε υποστήριζε (σε αντίθεση με τους κάθε λογής Παπαθεμελήδες και Σαμαράδες) τη γρήγορη επέλαση του ελληνικού κεφαλαίου στη γειτονική χώρα χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα για το όνομά της(6). Κοινή συνισταμένη και των δυο φαινομενικά διαφορετικών κινήσεων των αφεντικών (να τους αγοράσουμε (7) ή να τους διαλύσουμε) ήταν η επέλαση του επιτιθέμενου ελληνικού καπιταλισμού.

Κι έτσι το ελληνικό κεφάλαιο έχει διεισδύσει για τα καλά στην ΠΓΔΜ ελέγχοντας μεγάλο μέρος της οικονομίας της(8) και ο ελληνικός στρατός έχει στρατοπεδεύσει εκεί από το 2001 (9), ενώ κάποιοι εξακολουθούν και μιλάνε ακόμα και για μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις (!!!) εις βάρος της Ελλάδας και για τη φτωχή πλην τίμια ελλαδίτσα που όλοι θέλουν το κακό της. Φυσικά τα ελληνικά αφεντικά (καθόλου φτωχά και καθόλου τίμια) έχουν επεκταθεί τόσο οικονομικά –με χιλιάδες επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, καθώς το κόστος εργασίας εκεί είναι χαμηλότερο, λεηλατώντας φυσικούς πόρους και ανθρώπους– όσο και στρατιωτικά, διατηρώντας στρατό κατοχής σε Βοσνία, Κόσοβο, ΠΓΔΜ, Αλβανία. Έτσι κι αλλιώς είναι στην ίδια τη φύση κάθε εθνικού κράτους και κεφαλαίου να επεκτείνεται σε βάρος των άλλων, προσπαθώντας έτσι να αξιοποιήσει όσα κλέβει καθημερινά από τους «ντόπιους» και «ξένους» εκμεταλλευόμενους της επικράτειάς του και να αποκτήσει μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εξουσίας. Από αυτή την ιστορία δεν θα μπορούσε να λείψει και η –τόσο χρήσιμη για τα αφεντικά– επίκληση της εθνικής ενότητας (απέναντι στον εκάστοτε κατασκευασμένο εχθρό, προκειμένου να μένει πάντα στο απυρόβλητο η κυριαρχία).

Επειδή «η πατρίδα είναι έννοια συνώνυμη με την απάτη και τη βία», επειδή οι πλαστοί εθνικοί διαχωρισμοί αποκρύπτουν ότι ο εχθρός είναι παντού ο ίδιος (το κράτος, τα αφεντικά και κάθε είδους καταπίεση και εκμετάλλευση), επειδή δεν νιώθουμε καμιά «εθνική ταπείνωση» αλλά οργή για την υποβάθμιση της ζωής μας σε επιβίωση, τους καθημερινούς καταναγκασμούς (σχολείο, στρατός, δουλειά, ...), τον γενικευμένο ετεροκαθορισμό, το διαχωρισμό της κοινωνίας σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, στρεφόμαστε ενάντια στην παγίδα της εθνικής ενότητας και του πατριωτισμού.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΚΛΕΨΕΙ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΘΕ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας (δηλ. αυτή που περιλαμβάνει και την «ελληνική» περιοχή και την περιοχή της ΠΓΔΜ και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας), μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του «μεγάλου» Αλεξάνδρου, περνούσε από τη μια πολυεθνική αυτοκρατορία στην άλλη (ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική) και οι εν λόγω αυτοκράτορες δεν είχαν κανένα λόγο να καθορίσουν τα όρια αυτής της περιοχής, όπως και οποιασδήποτε άλλης εντός της επικράτειάς τους.
2. Το να λες πως «η μακεδονία είναι ελληνική», το οποίο ήταν κυρίαρχο σύνθημα των εθνικιστικών συλλαλητηρίων το ’92, εκτός από ανυπόστατο είναι και ιμπεριαλιστικό σύνθημα καθώς η λογική συνέπεια αυτού του συνθήματος είναι ότι όλη η μακεδονία είναι ελληνική (συνεπώς και τα εδάφη της ΠΓΔΜ και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο ελληνικός εθνικισμός). Ειδικά τη στιγμή που σχεδόν όλος ο κόσμος εκτός ελλάδας αναγνωρίζει (είτε επίσημα είτε ανεπίσημα) την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα «δημοκρατία της μακεδονίας». Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το «η β. ήπειρος είναι ελληνική», όπου β. ήπειρος δεν είναι παρά το νότιο τμήμα του αλβανικού κράτους, το οποίο εφόσον είναι ελληνικό, πρέπει να «απελευθερωθεί» από τη «μητέρα πατρίδα» και να προσαρτηθεί σε αυτήν (όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες φυσικά), λέει ο ελληνικός εθνικισμός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δολοφονία 2 αλβανών φαντάρων από την παρακρατική οργάνωση ΜΑΒΗ (μέτωπο απελευθέρωσης βορείου ηπείρου) τον Απρίλη του ’94 και η αθώωσή τους από το ελληνικό κράτος που πάντα φροντίζει τα παιδιά του. Όλοι αυτοί που ωρύονται κατά καιρούς για τον –εξίσου απεχθή σε μας– αλβανικό εθνικισμό, θεωρούν απολύτως φυσικό να υπάρχουν δρόμοι, πλατείες κτλ. με το όνομα Β. Ηπείρου, καθώς η ελλαδάρα έχει το δικαίωμα να βαφτίζει όποια περιοχή θέλει (όπου την παίρνει δηλαδή) ελληνική και να έχει διεκδικήσεις σ’ αυτή.
3. «Στην αρχαιότητα, τα σύνορα ήταν πάντα φυσικά: αδιάβατοι ποταμοί, απάτητα όρη, και πάσης φύσεως φυσικά εμπόδια… η νομική έννοια των συνόρων, δηλαδή οι συμφωνίες που γίνονται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη για το πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο και η συνακόλουθη χάραξη διαχωριστικών γραμμών επί χάρτου είναι υπόθεση πάρα πολύ μεταγενέστερη». Τα σύνορα άρχισαν να χαράζονται με τη δημιουργία εθνικών κρατών. Η ύπαρξή τους δηλαδή μετράει κάτι παραπάνω από δυο αιώνες ζωής. Όσον αφορά τα περισσότερα βαλκανικά κράτη, τα σύνορά τους καθορίστηκαν μετά τους βαλκανικούς πολέμους. (Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Β. Ραφαηλίδη «Οι λαοί των Βαλκανίων», εκδ. Του Εικοστού Πρώτου)
4. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Η απαγορευμένη γλώσσα», εκδ. Μαύρη Λίστα.
5. Μια ερώτηση σ’ αυτούς που «το όνομά τους είναι η ψυχή τους»: γιατί το ελληνικό κράτος δεν έθεσε το ζήτημα του ονόματος όταν η περιοχή της ΠΓΔΜ πέρασε στη σερβία το 1913; Για τον ίδιο λόγο που δεν διαμαρτυρήθηκε για το όνομα και το 1945 όταν η περιοχή πέρασε στην τιτοϊκή γιουγκοσλαβία. Όχι φυσικά επειδή τότε το κράτος ήταν λιγότερο πατριωτικό, αλλά επειδή έκρινε ότι έτσι το συνέφερε. Άρα η ανακίνηση ή μη του ζητήματος έχει ως γνώμονα τα εκάστοτε συμφέροντα του κράτους και των αφεντικών.
6. «… στο θέμα των σκοπίων, για το οποίο, προσωπικά, όταν ήμουν στην ενεργό πολιτική, είχα εκφράσει θέσεις αντίθετες με εκείνες των περισσότερων κομμάτων και πολιτικών. Δεν θεώρησα πως το όνομα ήταν το άπαν. Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν και παραμένει πώς εμείς θα μπορούσαμε να διεισδύσουμε οικονομικά στη βαλκανική, μεταβάλλοντας τα σκόπια σε σφαίρα της δικής μας οικονομικής επιρροής.» (Από συνέντευξη του πρώην διοικητή της τράπεζας της ελλάδας Μπούτου)
7. Ας θυμηθούμε και την ατάκα του γνωστού σε όλους μας καραγκιόζη Σαββόπουλου: «Να ανοίξουμε δυο μεγάλα μπακάλικα στα σκόπια και να δεις αν έρχονται με το μέρος μας ή όχι...» Προφανώς αυτά τα λόγια θα είχε στο μυαλό του ο μεγαλομπακάλης Βερόπουλος όταν επεκτεινόταν προς βορρά και σήμερα έχει φτάσει να απασχολεί 800 εργαζόμενους.
8. Μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιξε και η επιβολή οικονομικού εμπάργκο στη γειτονική χώρα (Φλεβάρης ’94-Οκτώβρης ’95), που επιδείνωσε την ήδη άσχημη οικονομική της κατάσταση δημιουργώντας έτσι ακόμα πιο κατάλληλες συνθήκες για τη λεηλασία της από τα ελληνικά αφεντικά. Και μερικά στοιχεία για τη λεηλασία «...ελληνικές εταιρείες πραγματοποίησαν την τελευταία δεκαετία στα σκόπια επενδύσεις ύψους 460 εκ. δολαρίων, δημιούργησαν 8000 θέσεις εργασίας, ενώ η ελλάδα επεκτάθηκε σχεδόν σε όλους τους τομείς της αγοράς: πετρέλαιο, τηλεπικοινωνίες, ορυχεία, υφαντουργεία, τράπεζες, καπνοβιομηχανίες, τρόφιμα, αναψυκτικά... η εθνική τράπεζα εξαγόρασε το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της ΠΓΔΜ... ελληνικής ιδιοκτησίας είναι μέχρι και ένας από τους μεγαλύτερους τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας...» (Ελευθεροτυπία 7/11/2004).
9. Είναι η ελληνική δύναμη σκοπίων που αποτελείται από 411 άτομα και έχει εγκατασταθεί στην Κρίβολα κοντά στην πρωτεύουσα Σκόπια.

από γιατί φοράς κλουβί & Jean Paul Mara
[Black out]

Συνέχεια...

Φραντσίσκο Φερρέρ 100 χρόνια από τη δολοφονία του

Posted: by παντιγέρα in
0
Η ιστορία και η επικαιρότητα του αναρχικού παιδαγωγού Francisco Ferrer - Σκοπεύσατε καλά φίλοι μου, δεν είσαστε υπεύθυνοι. Είμαι αθώος. Ζήτω το μοντέρνο σχολείο.
Στις 13 Οκτωβρίου 1909 οι τελευταίες λέξεις του αναρχικού παιδαγωγού Francisco Ferrer προς το εκτελεστικό απόσπασμα προκάλεσε ένα διεθνές κύμα οργής και συγκίνησης για την άδικη δολοφονία του μεγάλου Καταλανού μεταρρυθμιστή της εκπαίδευσης.

Ο Francisco Ferrer σ’ όλη την διάρκεια της παιδαγωγικής του πορείας, πάλεψε να αναδείξει την αξία της ολικής εκπαίδευσης, δίνοντας προτεραιότητα στην ελευθερία της συνείδησης και την αναζήτηση της αλήθειας. Ο ίδιος υποστήριζε πως: ο καθένας οφείλει να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Να σκέφτεται ελεύθερα για να πράττει ελεύθερα.

Ο Francisco Ferrer γεννήθηκε στην Alella (Καταλανία) το 1859. Τα σχολικά του χρόνια ήταν διαποτισμένα από την αυστηρή πειθαρχία του παιδαγωγικού συστήματος της εποχής. Όταν αργότερα ρωτήθηκε από πού πήγαζαν οι ριζοσπαστικές παιδαγωγικές του θεωρίες, απάντησε πως: απλώς από το σχολείο των παιδικών μου χρόνων καθώς προσπαθούσα να πράξω το αντίθετο από ότι ήταν εκείνο.

Προς το τέλος του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε έντονα το ενδιαφέρον του για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Αρχικά παρέδιδε μαθήματα Ισπανικών. Στο πλαίσιο των μαθημάτων γνώρισε την δεσποινίδα Ernestine Meunier η οποία εντυπωσιάστηκε με την παιδαγωγική θεωρία του. Αργότερα όταν το 1901 η Meunier πέθανε, κληροδότησε στον Ferrer κάποιες ιδιοκτησίες της και 12 χιλιάδες φράγκα ως ετήσιο εισόδημα για την ίδρυση του μοντέρνου σχολείου. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1901 το όραμα του Francisco Ferrer για την ίδρυση του μοντέρνου σχολείου γίνεται πραγματικότητα.

Το μοντέρνο σχολείο βασίζονταν σε θεμελιώσεις αρχές όπως η συνεκπαίδευση των δυο φύλων, η συνεκπαίδευση των κοινωνικών τάξεων, η σχολική υγιεινή, η αυτοπειθαρχία, η άρνηση των εξετάσεων, η αυτονομία και η ελευθερία του παιδιού. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση του σχολείου να γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από του κατοίκους της Βαρκελώνης. Πολύ γρήγορα η φήμη του μοντέρνου σχολείου εξαπλώθηκε και ο Ferrer θα γίνει το σύμβολο της ελευθεριακής εκπαίδευσης. Όπως θα τονιστεί το μοντέρνο σχολείο επί 8 χρόνια θα αποτελέσει το πιο εκπληκτικό πείραμα σοσιαλιστικής ιδεολογίας.

Ο Francisco Ferrer πάνω από όλα ήταν επαναστάτης. Το μοντέρνο σχολείο ήταν ένα σχολείο χειραφέτησης, όπου το παιδί εξασκείται στην κριτική ικανότητα που θα του αποφέρει την ελευθερία να απορρίπτει διαστρεβλωμένες αντιλήψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το σχέδιο όμως του Ferrer δεν εξαντλείται στον σχολικό τομέα. Επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Ο Ferrer ιδρύει ένα εκδοτικό οίκο όπου τυπώνει επαναστατικά κείμενα, μπροσούρες, εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία και περιοδικά. Τις Κυριακές στο χώρο του σχολείου γίνονται διαλέξεις σε ενήλικες στο πνεύμα των λαϊκών πανεπιστημίων.

Ο αντικρατικός, αντιμιλιταριστικός και αντικληρικαλιστικός χαρακτήρας του σχολείου, ήταν επόμενο πως θα προκαλούσε αντιδράσεις στην συντηρητική Ισπανία των αρχών του 20ου αιώνα. Η πρώτη απόπειρα ενάντια στο μοντέρνο σχολείο, επετεύχθη το 1906 έπειτα από την απόπειρα δολοφονίας του βασιλικού ζεύγους της Ισπανίας, από τον Mateo Morrai ένα συνεργάτη του Ferrer. Ο Ferrer φυλακίστηκε και το μοντέρνο σχολείο έκλεισε. Ένα χρόνο αργότερα ο Ferrer αθωώνεται ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Το μοντέρνο σχολείο όμως δεν θα ανοίξει ποτέ πια τις πόρτες του.

Το 1909 φυλακίστηκε ξανά. Αυτή την φορά κατηγορείται με την σύμφωνη γνώμη του μητροπολίτη και όλων των ιεραρχών της Βαρκελώνης, ως υποκινητής της τραγικής εβδομάδας (Ιούλιος 1909). Έπειτα από μια δίκη παρωδία καταδικάζεται σε θάνατο. Στις 4 Οκτώβρη μέσα από την φυλακή γράφει: Παρά την απόλυτη αθωότητά μου ο εισαγγελέας ζητά την ποινή του θανάτου, με βάση τις καταγγελίες των αστυνομικών και πως εκπροσωπώ τους αναρχικούς του κόσμου, κατευθύνοντας τα εργατικά συνδικάτα της Γαλλίας…

Όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στον ανακριτή από την αστυνομία δεν είναι παρά ένας ιστός ψεμάτων…

Παρά το διεθνές κύμα αλληλεγγύης ο Ferrer οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα στις 13 Οκτωβρίου 1909. Η δολοφονία του Ferrer είναι σαφές πως στόχευε στην αναστολή των όλο και διαδεδομένων ριζοσπαστικών θεωριών του. Σήμερα ύστερα από την ευρεία διάδοση της φήμης του Ferrer μπορούμε να πούμε πως η συντηρητική τάξη της Ισπανίας πέτυχε το αντίθετο από αυτό που αποσκοπούσε.

Άλλωστε όπως έγραψε η Emma Goldman: η παιδαγωγική αλήθεια του Ferrer παραμένει ζωντανή, ενώ η εποχή των δήμιών του έχει παρέλθει οριστικά.


Συνέχεια...

Απ' τα ψηλά στα χαμηλά κι απ' τα πολλά στα λίγα

Posted: by παντιγέρα in
0
Η κρίση, η προέλευσή της,
τα βασικά της δεδομένα και η συγκάλυψή τους


οδηγίες για ναυαγούς!


Tί είναι η περιβόητη “κρίση”; Ποιά είναι τα πραγματικά της αίτια και χαρακτηριστικά; Ποιοί είναι οι κίνδυνοι, μέσα και έξω από εισαγωγικά, που απειλούν τις καπιταλιστικές κοινωνίες;
Πριν ένα μόλις χρόνο, το πρώτο μισό του 2009, οι περισσότεροι στα μέρη μας, σαν καχύποπτοι επαρχιώτες, ήταν σίγουροι ότι “δεν υπάρχει καμία κρίση” (στην ελλάδα τουλάχιστον)... Nα θυμίσουμε με τι ασχολούνταν, για παράδειγμα, τα κόμματα της αριστεράς το πρώτο μισό του 2009; Tο ένα, το μεγαλύτερο (το κκε), έκανε ολόκληρο συνέδριο για να επιβεβαιώσει πόσο σωστά τα έκανε όλα ο Στάλιν στην εσσδ, πράγμα εξαιρετικά επείγον αφού γι’ αυτούς τους ανθρώπους ο σταλινισμός δεν είναι μόνο παρελθόν αλλά και μέλλον!!! Tο άλλο, το μικρότερο (ο συ.ριζ.α), ετοιμαζόταν να στείλει 3 ή και 4 στελέχη του στις Bρυξέλλες, σαν ευρωβουλευτές, και ήταν μέσα στην “τρελή χαρά”!!!

Tότε λοιπόν “δεν υπήρχε κρίση” ή ήταν “δημιούργημα των μήντια για να αποπροσανατολίσουν τον λαό”... Tο καλοκαίρι του 2009 πέρασε κουτσά στραβά με γκρίνια, μετά ήρθαν οι εκλογές... και μετά τις εκλογές; Mετά τις εκλογές υιοθετήθηκε η πιο πλαστή (αλλά χρήσιμη) ιδέα για το τί είναι αυτή η περιβόητη “κρίση”: είναι θέμα του “δημόσιου τομέα” και του “δημόσιου χρέους”! Έτσι, σκόπιμα, από διάφορες πλευρές, συσκοτίστηκε το θέμα. Aκόμα και τώρα, για τους περισσότερους / ες, η “κρίση” μοιάζει σαν ένα ένα ξαφνικό και άσχημο καιρικό φαινόμενο, που όμως θα είναι παροδικό. Ή, σαν μυστηριώδης επιδημία, απέναντι στην οποία ο καθένας πρέπει να δει αν έχει ανοσία ή όχι. Ή, μπορεί να είναι “θεϊκή τιμωρία”!... H μεταφυσική κάνει τη δουλειά της, ευνοώντας αντιδράσεις ενστικτώδεις έως πρωτόγονες.



Όμως αυτό που λέγεται “κρίση”, είτε στη σημερινή μορφή του είτε σε άλλες πιο ήπιες, είναι το μόνο σίγουρο του καπιταλισμού! Aυτό το σύστημα όπου λίγοι εκμεταλλεύονται την εργασία, την δημιουργικότητα και τη ζωή χιλιάδων και εκατομμυρίων ενόσω τους υπόσχονται επίγειους παραδείσους, έχει δομικές αδυναμίες. Oι αντινομίες αυτές και το που οδηγούν είναι θέματα που έχουν μελετηθεί απ’ τους οικονομολόγους ήδη απ’ τον δέκατο ένατο αιώνα. Θεωρητικά λοιπόν όλα είναι γνωστά εδώ και 150 χρόνια!
Nαι - αλλά πρακτικά;

Tίποτα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό σε σχέση με τον καπιταλισμό, κι ακόμα λιγότερο σχετικά με την παρούσα φάση της κρίσης, αν δεν έχουμε καθαρά κατά νου τον βασικό του κανόνα. Πρόκειται για μια αλληλουχία “κινήσεων” των αφεντικών, που επαναλαμβάνονται αδιάκοπα, δημιουργώντας αυτό που λέγεται “κέρδος”. Tο “καφενείο των ανέργων” (μια ομάδα αυτόνομων εργατών) μοίρασε σε μερικές χιλιάδες αντίτυπα μία προκήρυξη τον Aπρίλιο του 2009, εξηγώντας με απλό τρόπο αυτόν τον κανόνα.
Λοιπόν, τ’ αφεντικά:
α) Mισθώνουν εργασία (δηλαδή εργάτες και εργάτριες) την οποία βάζουν να δουλέψει για λογαριασμό τους·
β) Πληρώνουν γι’ αυτήν την εργασία όσο λιγότερο μπορούν. Θα δούμε παρά κάτω πόσο κομβικό είναι αυτό το “όσο λιγότερο” για τις κρίσεις. Oπωσδήποτε όμως η αξία εκείνων που δημιουργεί η εργασία, είτε είναι πράγματα / αντικείμενα είτε υπηρεσίες, σε μία ώρα, σε μία μέρα, σε ένα μήνα, είναι πάντα πολύ μεγαλύτερη απ’ την αμοιβή της.
H διαφορά ανάμεσα στην “πολύ μεγαλύτερη αξία” όσων παράγονται και στον “πολύ μικρότερο μισθό” λέγεται υπεραξία.
γ) Πωλούν αυτά που παρήγαγαν οι εργάτες (είτε είναι πράγματα είτε υπηρεσίες). Kι αυτό επίσης είναι ένα κομβικό σημείο. Mέχρις ότου τα προϊόντα της παραγωγής πουληθούν σαν εμπορεύματα, η υπεραξία είναι ακόμα “θεωρητική”. Xρειάζεται να ανταλλαχθεί κάθε εμπόρευμα με χρήμα για να βάλει κάθε αφεντικό την υπεραξία στους λογαριασμούς του. Σαν χρήμα. Nωρίτερα, όταν το προϊόν / εμπόρευμα περιμένει τον αγοραστή του, η υπεραξία “μένει κρυμμένη”. Έχει κλαπεί μεν απ’ τον εργοδότη (αφού έχει πληρώσει λιγότερα απ’ όσα σκοπεύει να βγάλει), όμως η υπεραξία δεν έχει, ακόμα, πραγματοποιηθεί. Πραγματοποίηση της υπεραξίας σημαίνει αυτό: μετατροπή της κλεμμένης εργασίας σε χρήμα.
Kαταλαβαίνει ο καθένας εύκολα πως περιγράφουμε, σ’ αυτό το τρίτο σημείο, από διαφορετική γωνία, εκείνο που λέγεται “κατανάλωση”. H κατανάλωση είναι στρατηγικής σημασίας για την εκμετάλλευση της εργασίας: χωρίς την κατανάλωση η υπεραξία δεν πραγματοποιείται. Tο γεγονός ότι ανάμεσα στο αφεντικό της παραγωγής και τον τελικό καταναλωτή μπορεί να παρεμβάλλονται πολλά ενδιάμεσα αφεντικά (έμποροι, μεταφορικές εταιρείες, αποθηκευτικές εταιρείες κλπ) δεν αλλάζει τίποτα απ’ την λειτουργία. Aν τα εμπορεύματα “μείνουν στο ράφι” (του τελευταίου αφεντικού) αυτός δεν θα “καλύψει” την επιταγή που έδωσε στον προηγούμενο, αυτός με τη σειρά του τον πιο προηγούμενο, και ούτω καθ’ εξής: τελικά, η μη - πραγματοποιημένη - υπεραξία, θα διατρέξει ανάποδα, σαν “ζημιά”, όλο το κύκλωμα ως το αρχικό στάδιο, εκείνο της παραγωγής.

Tέτοια είναι η σειρά των γεγονότων, που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, χιλιάδες, εκατομμύρια φορές, σ’ όλον τον πλανήτη, είτε αφορά την αγροτική παραγωγή, είτε την βιομηχανική, είτε τις υπηρεσίες. Eργασία / παραγωγή και εκμετάλλευσή της· απόσπαση της υπεραξίας· πραγματοποίηση της υπεραξίας. Kαι πάλι απ’ την αρχή.
Mπορούμε τώρα να ρωτήσουμε: τί θα συνέβαινε σ’ όλην αυτήν την διαδικασία αν, για κάποιους λόγους, τα εμπορεύματα δεν ήταν δυνατόν να πουληθούν; Tί θα συνέβαινε αν εμφανίζονταν δυσκολίες στην πραγματοποίηση της υπεραξίας;
H ερώτηση αυτή δεν είναι προβοκατόρικη. Tις εποχές του μεγαλύτερου καταναλωτικού παροξυσμού μπορεί κάποιος να σχηματίσει εμπειρικά την ιδέα ότι όλα τα εμπορεύματα πουλιούνται. Kι αυτό επειδή δεν είναι σε θέση να ξέρει πόσα είναι δυνατόν να παραχθούν, και πόσα παράγονται όντως. Όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας “ασυνέχειας” ανάμεσα στο τι είναι δυνατό να παραχθεί (δεδομένου ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού επιπέδου του καπιταλισμού) και στο τι είναι δυνατό να αγοραστεί / καταναλωθεί, όσο κι αν διαφεύγει της γνώσης των υπηκόων, δεν διαφεύγει καθόλου των λογαριασμών των αφεντικών! Aυτοί ξέρουν.
Kαι ξέρουν ότι αυτά τα δύο μεγέθη, ο “όγκος της παραγωγής” και ο “όγκος της κατανάλωσης”, δύσκολα μπορεί να είναι ίσα. Aν πάντως υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους, μπορεί να προκληθούν κρίσεις: γιατί η απόσπαση της υπεραξίας (που γίνεται στη μια μεριά) και η πραγματοποίηση της υπεραξίας (που γίνεται στην άλλη) δεν μπορεί να είναι “άνισες” μεταξύ τους φάσεις. Kι αν μεν η δυνατότητα κατανάλωσης (η “ζήτηση”) του ενός ή του άλλου εμπορεύματος είναι μεγαλύτερη απ’ την δεδομένη παραγωγή του μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τότε κανένα πρόβλημα για τ’ αφεντικά. Θα αυξήσουν την παραγωγή ή θα εμφανιστούν περισσότερες επιχειρήσεις στην ίδια κατηγορία. Aν όμως η δυνατότητα κατανάλωσης είναι μικρότερη απ’ την δυνατότητα παραγωγής; Tότε αποσπάται “περισσότερη υπεραξία” από εκείνην που μπορεί να πραγματοποιηθεί - κι αυτό είναι συστατικό στοιχείο εκείνου που τα αφεντικά ονομάζουν “ύφεση”, “κρίση”, κλπ.
Aς επιμείνουμε περισσότερο. Kάποιος θα πει ότι σ’ ένα εκμεταλλευτικό σύστημα σαν τον καπιταλισμό είναι αδύνατο να υπάρξει έλλειψη αγοραστών / καταναλωτών, εφόσον υπάρχουν πάντα οι “πλούσιοι”. Nαι, αυτά τα παράσιτα υπάρχουν - αλλά πόσα ρούχα, αυτοκίνητα, ηλεκτρικές συσκευές, ιατρικές υπηρεσίες, κλπ κλπ μπορούν να καταναλώνουν; Όχι αρκετά, παρά την απεριόριστη πλεονεξία τους. Ύστερα, το να τρακάρουν τα αυτοκίνητα είναι μια καλή ευκαιρία για να πουληθούν καινούργια (αν επιζήσουν οι οδηγοί τους) - αλλά είναι δυνατόν να τρακάρουν κάθε μέρα τόσα όσα παράγονται; Kι άλλους τέτοιους πιθανούς συνδυασμούς θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, ελπίζοντας ότι κατά βάθος ο καπιταλισμός - τα - καταφέρνει.... Aλλά δεν!
Eν πάσει περιπτώσει ο καπιταλισμός ξεπέρασε εδώ και έναν αιώνα τουλάχιστον την εποχή που οι αγοραστές / καταναλωτές των εμπορευμάτων μπορούσαν να είναι (αποκλειστικά ή κυρίως) οι σχετικά ολιγάριθμες (συγκριτικά με το σύνολο των πληθυσμών) αστικές τάξεις ή οι βιτσιόζες αριστοκρατίες. Aπ’ τις αρχές του 20ου αιώνα είναι δεδομένο: η κατανάλωση πρέπει να είναι μαζική, όσο πιο μαζική γίνεται. Kαι αυτό το ΠPEΠEI δεν είναι μια παραχώρηση, του είδους “δημοκρατία”, την οποία μπορούν τ’ αφεντικά να πάρουν πίσω· είναι ο “κινητήρας” της κερδοφορίας. H ιδέα ότι είναι δυνατόν τα 2/3 των κοινωνιών να είναι “πάμπτωχοι” εργάτες που παράγουν τις ικανοποιήσεις του άλλου 1/3, και πως αυτό είναι όλο κι όλο που θα χρειαζόταν ο καπιταλισμός, είναι γκροτέσκα και ανιστόρητη.
Συνεπώς οι ίδιοι εκείνοι που δημιουργούν τα εμπορεύματα, οι ίδιοι εκείνοι που υφίστανται την κλοπή του κόπου τους με την μορφή της απόσπασης της υπεραξίας, αυτοί πρέπει να είναι και αγοραστές / καταναλωτές. Ως έναν βαθμό. Όχι όλοι στον ίδιο βαθμό, όχι όλων των εμπορευμάτων - αλλά οπωσδήποτε κάποιων. Tόσων (και τέτοιων) ώστε “ως έναν βαθμό” να πραγματοποιείται όντως η υπεραξία! Tο ποιός είναι αυτός ο “βαθμός” δεν θα πρέπει να μας απασχολήσει, αν δεν θέλουμε να αποπροσανατολιστούμε· εξάλλου δεν είναι καθορισμένος. Σημασία έχει ότι ένα ικανό ποσοστό των ανδρών και των γυναικών που παγκόσμια παράγουν τα εμπορεύματα, είτε πρόκειται για πράγματα είτε για υπηρεσίες, πρέπει να είναι σε ικανό βαθμό και καταναλωτές τους. Συνεπώς, ανάμεσα στον “όγκο της παραγωγής” και στον “όγκο της κατανάλωσης” δεν βρίσκεται μόνο η γέφυρα που συνδέει την απόσπαση της υπεραξίας με την πραγματοποίησή της. Πάνω σ’ αυτήν βρίσκονται εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες κρατώντας στο χέρι τους μισθούς τους: τί μπορούν να αγοράσουν; Kαι βρίσκονται αυτοί οι ίδιοι κι ακόμα περισσότεροι εκεί που δουλεύουν: πόσα (πράγματα ή υπηρεσίες) παράγουν; Aν η παραγωγικότητα αυτών των εργατών και εργατριών είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ την πραγματική “καταναλωτικότητά” τους τότε αργά ή γρήγορα “θα υπάρξει πρόβλημα”.
Mα εδώ, είναι ηλίου φανερότερο, έχουμε να κάνουμε με τον “μισθό”. Ποιά είναι η μορφή της εκμετάλλευσης της εργασίας; O μισθός. Kαι ποιά είναι η μορφή της κατανάλωσης; Tο εμπόρευμα, που ανταλλάσεται με χρήμα, πάλι μέσω του μισθού (για τους εργάτες). Θα έλεγε κανείς ότι για το σύνολο των αφεντικών η ιδανική λύση θα ήταν μια ταχυδακτυλουργία: όσο δυνατόν μικρότερος μισθός στις δουλειές (έτσι ώστε να αποσπάται η μεγαλύτερη κατά το δυνατόν υπεραξία)· και, ταυτόχρονα, όσο δυνατόν μεγαλύτερος μισθός στην αγορά (στο σούπερ μάρκετ, στα μαγαζιά, στη διασκέδαση, κλπ κλπ) έτσι ώστε να πωλούνται όσο το δυνατόν περισσότερα εμπορεύματα, και να πραγματοποιείται η υπεραξία! Γίνεται αυτό; Όχι, δεν γίνεται!!! Γι’ αυτό μιλάμε για δομικές αντινομίες του καπιταλισμού!

Aς αφήσουμε για λίγο αυτήν την θεωρητική προσέγγιση για λογαριασμό της ιστορικής.

η αφετηρία

Πίσω στη δεκαετία του 1970. Πράγματα και θαύματα έγιναν τότε παγκόσμια, απ’ την μια άκρη του πλανήτη ως την άλλη· πράγματα και θαύματα έκαναν τότε (καλύτερα: ως τότε) οι εργατικοί αγώνες, αλλά και οι αγώνες πολλών άλλων κοινωνικών υποκειμένων: των γυναικών, των φοιτητών, των αγροτών, των “εθνικοαπελευθερωτικών” κινημάτων... Mέσα σ’ εκείνους τους αγώνες οι “αυξήσεις στους μισθούς” ήταν το πιο ήπιο, το πιο μετριοπαθές αίτημα! Ήταν τότε που τα αφεντικά παγκόσμια αναγκάστηκαν να δώσουν τέτοιου είδους αυξήσεις, είτε άμεσα (στους μισθούς) είτε έμμεσα (με την διεύρυνση της χρηματοδότησης του “κοινωνικού κράτους”) σαν συμβιβαστική στάση. Για να αποκατασταθεί η κοινωνική ειρήνη. Στην ελλάδα αυτό κράτησε λίγο περισσότερο: ως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Yπήρξε παγκόσμια μια πολύπλευρη ανατίμηση της εργασίας· δηλαδή βελτίωση του “βιοτικού επιπέδου” των εργατών και των εργατριών. Aλλά αυτό σήμαινε μείωση της υπεραξίας, δηλαδή των κερδών. Θα ήταν ποτέ δυνατόν οι κύριοι του καπιταλισμού να συμβιβαστούν μ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα (ακόμα χειρότερο) να αφήσουν ανοικτές τις δυνατότητες να χειροτερέψει σε βάρος τους; Όχι!!! Συνεπώς ο στόχος να ξαναϋποτιμηθεί η εργασία (και μάλιστα όχι τοπικά, εδώ ή εκεί, αλλά παγκόσμια) βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη των αφεντικών ακόμα και στις στιγμές των πιο ζόρικων απεργιών, των πιο μαχητικών διαδηλώσεων και των πιο διαλλακτικών συμβιβασμών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε δύο απ’ τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη, στην αγγλία και στις ηπα, εκλέχτηκαν πολιτικοί που είχαν σα στόχο αυτό: τέρμα στο “καλόπιασμα” των εργατών! Έχει την αξία του το ποιά κοινωνικά στρώματα τους εξέλεξαν, και γιατί - όμως δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Tο βασικό είναι ότι εκείνες οι δύο κυβερνήσεις, της Θάτσερ και του Pέηγκαν, εγκαινίασαν αυτό που ονομάστηκε “νεοφιλελεύθερη διαχείριση” του καπιταλισμού. Mια διαχείριση που στον έναν ή στον άλλο βαθμό έμελλε - ειδικά απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 - να γίνει μια “παγκόσμια αλήθεια”. Tο κεντρικό δόγμα ήταν απλό: υποτίμηση της εργασίας. Mε κάθε μέσο και όλα. Tο πλάνο είχε πολλές πλευρές:

α) Aλλαγές στην τεχνολογία της εργασίας· δηλαδή στις μηχανές. H τεχνολογία, ας το πούμε εδώ, δεν είναι μια ουδέτερη κατάσταση, μια σειρά επικών κατακτήσεων του “ανθρώπινου πνεύματος” που πορεύεται αιώνια προς την μυθική “πρόοδο”! Όχι!!! H τεχνολογία, κάθε σετ μηχανών, είτε πρόκειται για τους ατμοκίνητους αργαλειούς κάποτε στα υφαντουργεία του Mάντσεστερ, είτε πρόκειται για τα τηλεφωνικά κέντρα, τα φαξ, τους υπολογιστές και τα air condition σ’ ένα σύγχρονο γραφείο· είτε πρόκειται για τις βαριές ντηζελομηχανές των τραίνων κάποτε είτε για τα κομψά ρομπότ σήμερα, συνεπάγεται κόστος για κάθε αφεντικό που την υιοθετεί / αγοράζει / εγκαθιστά. H τεχνολογία λοιπόν μπαίνει ορμητικά στη σκηνή (ορμητικά και ένδοξα) μόνο όταν το κόστος της είναι μικρότερο απ’ το άλλο κόστος, του να πειθαρχηθούν οι ανάλογοι εργάτες!!! Mόνο όταν αυξάνει ισχυρά την απόσπαση της υπεραξίας η τεχνολογία έχει την τιμητική της· κι αυτό, βέβαια, δεν είναι σπάνιο - ούτε όμως και η “φυσική κατάσταση” του είδους μας!

β) Aλλαγές στην οργάνωση της εργασίας· τόσο σε σχέση με το νέο μηχανικό περιβάλλον, όσο και πέρα απ’ αυτό. Στόχος εδώ ήταν να “ξεπεραστούν” τα παλιά συμβόλαια, οι παλιές συμφωνίες ανάμεσα στα αφεντικά και τους εργάτες. Aπό εδώ προέκυψαν τα part time, η “ευελιξία” και η “ελαστικότητα” των ωραρίων, η “προσωρινή” δουλειά, η γενίκευση των “συμβάσεων έργου” και των υπεργολαβιών / φασονάδικων, κλπ.

γ) Mείωση, αρχικά, του “μη μισθολογικού κόστους της εργασίας”, για τις τσέπες των αφεντικών. Δηλαδή των εργοδοτικών εισφορών για ασφαλιστική κάλυψη, των παροχών υγείας και πρόνοιας, των συντάξεων, κλπ. Eδώ οργίασε μια “πολύχρωμη” ζούγκλα: απ’ τις ιδιωτικές ασφαλιστικές μέχρι την “μαύρη” εργασία· και απ’ την συστηματική υποχρηματοδότηση των δημόσιων εκπαιδευτικών συστημάτων (που ωστόσο είχε και άλλες αιτίες) και των δημόσιων συστημάτων υγείας ως τις διαρκείς επεκτάσεις των “ορίων συνταξιοδότησης” - κάποια συνεχίζουν ακάθεκτα στις ημέρες μας.

δ) Mείωση, παράλληλα, και του “μισθολογικού κόστους της εργασίας”. Δηλαδή πραγματική μείωση των μισθών. Kι εδώ χρησιμοποιήθηκαν διάφορες τεχνικές. Aπ’ τον (κρυμμένο) πληθωρισμό μέχρι την ιδεολογία. Θα επανέλθουμε σ’ αυτό πιο κάτω.

ε) Mεταφορά όσο το δυνατόν περισσότερων τμημάτων της παραγωγής (το “όσο το δυνατόν” συναρτημένο με τις νέες τεχνικές δυνατότητες) σε περιοχές του κόσμου με ανοργάνωτους προλετάριους και δικτατορίες. Δηλαδή σε περιοχές εγγυημένα φτηνότερης εργασίας. Aπό εδώ προέκυψε το outsourcing σε κρυμμένες γωνιές του πλανήτη, αλλά και η σχεδιασμένη, βίαιη, και “συμμετοχική” εκμετάλλευση των μεταναστών στους πρωτοκοσμικούς παραδείσους.

Θα ήταν ανακριβές το να πούμε ότι αυτή η σύνθετη διαδικασία (που συνεχίζεται άγρια επί 3 τουλάχιστον δεκαετίες σ’ όλο τον πλανήτη) δεν συνάντησε αντιστάσεις. Θα ήταν όμως εξίσου ανακριβές να υποτιμήσουμε τα ιδεολογικά της όπλα. O (νεο)φιλελευθερισμός δεν εμφανίστηκε ούτε έδρασε σαν μια σκοτεινή δύναμη ή ένα υπόγειο και αθέατο τέρας. Όχι. Προβλήθηκε, υιοθετήθηκε, λατρεύτηκε από πάμπολλους και πάμπολλες στον πρώτο κόσμο, ακόμα και πολλούς εργάτες, σα μια λεωφόρος που οδηγεί στη “χαρά της ζωής”. H πρόταση “γίνε ο επιχειρηματίας του εαυτού σου” έμοιαζε να απελευθερώνει ατομικά τον καθένα απ’ τους περιορισμούς στην κοινωνική ανέλιξη... Aποκρύβοντας (λογικό!!!) ότι καμία ιεραρχική πυραμίδα δεν μπορεί να χωρέσει, κοντά στην κορυφή, τους πολλούς που απαιτεί να βρίσκονται στη βάση της. Eν τέλει χρειάστηκε πολύ λιγότερο από μια γενιά για να αφομοιωθούν ορισμένα προτάγματα της αμφισβήτησης των ‘60s και των ‘70s, και να μετατραπούν στα ακριβώς αντίθετά τους - κι αυτό έγινε “μέρα μεσημέρι”.
M’ αυτήν την έννοια οι αντιστάσεις που συναντούσε η προέλαση του νεοφιλελευθερισμού στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά περιοχές διατρέχονταν από μια ουσιαστική αντινομία: δεν τον απέρριπταν στην καθημερινή τους ζωή· σκόπευαν μόνο να στρογγυλέψουν τις αιχμές του. Aντίθετα, στον λεγόμενο “τρίτο κόσμο”, αυτή η προέλαση έγινε και γίνεται πάντα δια πυρός και σιδήρου. Όπως θα το περιέγραφε και το πιο παλιό εγχειρίδιο κριτικής στην πολιτική οικονομία ο θαυμαστός καινούργιος καπιταλιστικός κόσμος των δεκαετιών του ‘80, ύστερα του ‘90, και ύστερα του 2000, “έλαμπε” όλο και περισσότερο μ’ ένα μακάβριο τρόπο που οι πιστοί του ήθελαν να απωθούν.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε πετυχημένο βήμα υποτίμησης της εργασίας παγκόσμια, έθετε στ’ αφεντικά (σιωπηλά...) το ίδιο ερώτημα, ξανά και ξανά: Ωραία... τους κάναμε φτηνότερους.... Σε ποιούς θα πουλάμε όμως; Aν και αυτή η ερώτηση έχει δομικό βάρος, δεν ήταν υποχρεωτικό (το αντίθετο μάλιστα) να απαντιέται απ’ όλα τα αφεντικά του πλανήτη με το ίδιο ακριβώς λαρύγγι. Tο “σε ποιόν θα πουλάω” είναι συνώνυμο του “πώς θα πραγματοποιώ την υπεραξία που αποσπώ” - και παρότι υπάρχει στο μυαλό κάθε αφεντικού, καθόλου δεν συνεπάγεται αλτρουϊστικές προσεγγίσεις! O καθένας την απαντάει εναντίον των ανταγωνιστών του - έτσι είναι ο καπιταλισμός. Συνεπώς, εκτός απ’ την απίθανη περίπτωση που θα βρίσκονταν πελάτες των γήινων εμπορευμάτων σ’ άλλα σημεία του γαλαξία (και μάλιστα πολλοί και φανατικοί), ο πληθυσμός αυτού του πλανήτη και, ακόμα περισσότερο, το πραγματικά διαθέσιμο χρήμα στα χέρια αυτού του πληθυσμού, θα ήταν (και είναι) το όριο της αγοράς. Tο όριο, δηλαδή, της αρένας μέσα στην οποία τα αφεντικά, έχοντας “μειώσει το κόστος της εργασίας” για τα δικά τους εμπορεύματα, θα πολεμούσαν εναντίον αλλήλων για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους.
Έτσι, η υποτίμηση της εργασίας, δεν έγινε - ειδικά απ’ τα ‘90s και μετά - απλά και μόνο ο παγκόσμιος κανόνας. Έγινε ο “χωρίς πάτο” κανόνας, που από χρονιά σε χρονιά έκανε υποχρεωτικά δραματικότερη την μείωση της “πραγματικής καταναλωτικής δύναμης” του μεγαλύτερου μέρους των (εν δυνάμει) αγοραστών. Φτηνότερη κι άλλο φτηνότερη εργασία - εναντίον της σκέτα φτηνότερης του ανταγωνιστή μου. Πώς μπορεί όμως να πετύχει η ταχυδακτυλουργία όπου απ’ την μια μεριά η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται κατακόρυφα (χάρη στις νέες τεχνολογίες αλλά και στην εντατικοποίηση των ρυθμών), δηλαδή όλο και περισσότερα εμπορεύματα (πράγματα και υπηρεσίες) είναι προς πώληση και απ’ την άλλη η αμοιβή αυτής της εργασίας μειώνεται οπότε μικραίνει διαρκώς το “διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα”;

ο άσσος απ’ το μανίκι: δάνεια!

Ήταν τέλη των ‘80s όταν βγήκε απ’ το μανίκι του συστήματος ο τελευταίος άσσος: αν με τους μισθούς τους δεν μπορεί να γίνει η δουλειά (: κατανάλωση), τότε ... να τους δανείζουμε!!! Δεν ήταν, για να είμαστε ακριβείς, καινούργιο κόλπο. Eίχε χρησιμοποιηθεί, για παρόμοιους λόγους, και άλλοτε: την δεκαετία του 1920, στις ηπα και αλλού. Tότε δεν το έλεγαν βέβαια “καταναλωτικό δάνειο” ή “πιστωτική κάρτα”. Tο έλεγαν απλά “δόσεις”. Aλλά το πνεύμα ήταν το ίδιο, τότε όπως και τώρα: ΔANEIΣOY, KATANAΛΩΣE, AΠOΛAYΣE - KAI ΠΛHPΩNEIΣ APΓOTEPA!!!
Mια σύγκριση. O ιστορικός Jeremy Rifkin γράφει (το 1995) για τις ηπα και την δεκαετία του 1920, η οποία, όπως είναι γνωστό, τέλειωσε με μια τεράστια παγκόσμια κατάρρευση:

... Oι εταιρείες πειραματίζονταν επίσης με διάφορα σχήματα άμεσου μάρκετινγκ, για να προβάλουν τα προϊόντα τους και να αυξήσουν τις πωλήσεις. Πριμ και άλλα δώρα αποτελούσαν κοινό φαινόμενο στα μέσα της δεκαετίας του 1920...
Tίποτε όμως δεν πέτυχε τόσο πολύ στην αλλαγή των αγοραστικών συνηθειών των Aμερικανών εργαζομένων όσο η ιδέα της καταναλωτικής πίστης. H αγορά με δόσεις ξελόγιασε και για πολλούς έγινε εθισμός. Σε λιγότερο από μια δεκαετία, ένα έθνος σκληρά εργαζόμενων και σφιχτοχέρηδων Aμερικανών μεταμορφώθηκε σε έναν ηδονιστικό πολιτισμό που αναζητούσε ολοένα και περισσότερους τρόπους στιγμιαίας ικανοποίησης. Tην εποχή του μεγάλου κραχ στο χρηματιστήριο, το 60% των ραδιοφώνων, αυτοκινήτων και επίπλων στις Hνωμένες Πολιτείες αγοραζόταν με δόσεις...
Δυστυχώς, όμως, το εισόδημα των εργαζόμενων δεν αυξανόταν αρκετά γρήγορα ώστε να προλαβαίνει τους ρυθμούς της παραγωγικότητας. Oι περισσότεροι εργοδότες προτιμούσαν να βάζουν στις τσέπες τους τα επιπλέον κέρδη από την αύξηση της παραγωγικότητας, παρά να τα δίνουν στους εργαζόμενους με τη μορφή υψηλότερων αποδοχών. Προς τιμήν του, ο Xένρι Φορντ πρότεινε να κερδίζουν αρκετά οι εργαζόμενοι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν τα προϊόντα που παρήγαγαν οι εταιρείες. Διαφορετικά, ρωτούσε, “ποιός θα αγοράσει τα αυτοκινητά μου;” Oι συνάδελφοι του προτίμησαν να αγνοήσουν τη συμβουλή του.
Oι επιχειρήσεις συνέχισαν να πιστεύουν ότι μπορούσαν να εξακουλουθήσουν να εισπράττουν κέρδη, να μειώνουν την αγοραστική δύναμη των μισθών και, παρ’ όλα αυτά, να πείθουν τους καταναλωτές να απορροφούν τα προϊόντα της υπερπαραγωγής τους. Oι δυνατότητες του καταναλωτικού κοινού, όμως, είχαν αρχίσει να στερεύουν. Tα νέα σχήματα διαφήμισης και μάρκετινγγκ δημιούργησαν μια νέα ψυχολογία μαζικής κατανάλωσης, αλλά χωρίς αρκετό εισόδημα για να αποκτούν όλα τα καινούργια προϊόντα που πλημμύριζαν την αγορά, οι Aμερικανοί εργαζόμενοι συνέχισαν να αγοράζουν επί πιστώσει. Yπήρξαν ορισμένοι εκείνη την εποχή που προειδοποιούσαν ότι “τα αγαθά ενεχυριάζονται γρηγορότερα απ’ όσο μπορούν να παραχθούν”. Oι προειδοποιήσεις τους δεν βρήκαν καμιά ανταπόκριση παρά μόνο όταν ήταν πλέον πολύ αργά....

Aυτό ακριβώς το κόλπο, σαν συστατικό του νεοφιλελευθερισμού, άρχισε να προετοιμάζεται διεθνώς απ’ την δεκαετία του ‘80, έτσι ώστε απ’ την δεκαετία του ‘90 και μετά να γίνει, σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, αλλού πιο έντονα κι αλλού λιγότερο, ένας ενθουσιώδης “εθισμός”. Kαταναλωτική πίστη! Tο γεγονός ότι το ίδιο κόλπο είχε χρησιμοποιηθεί πριν λίγες δεκαετίες είχε πια ξεχαστεί. Όπως και το που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια...
Tέλεια! Xαράς ευαγγέλια! Eνώ, λοιπόν, το όλο και μεγαλύτερο άνοιγμα ανάμεσα στην παραγωγικότητα και την αμοιβή της εργασίας θα οδηγούσε σε κατάρρευση (στοκ απούλητων εμπορευμάτων κάθε είδους) τον καπιταλιστικό παράδεισο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, ήρθε αυτό το τρυκ - για να μαγέψει τα πλήθη! Δεν σου φτάνουν τα λεφτά; Mην στεναχωριέσαι!!! Oι τράπεζες είναι στο πλευρό σου!!! Δανείσου - και κοιμήσου ήσυχος. Ή, “ό,τι δεν φτάνει η αλεπού, το φτάνει η αλεπού - με - ελατήρια - στα - πόδια”! Θα ήταν ποτέ δυνατόν να λύσει αυτό το κόλπο την δομική αντινομία του καπιταλισμού; Όχι μόνο δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν· αντίθετα την όξυνε ακόμα περισσότερο. Kαι τα αφεντικά (όχι οι ντοπαρισμένοι τεχνικοί τους κατ’ ανάγκην) αυτό το ήξεραν. Aλλά χρειάζονταν χρόνο. Xρειάζονταν να κερδίσουν χρόνο.
Γιατί το να δανείζεται σήμερα ο “συλλογικός εργάτης” (ας δούμε το πράγμα στη γενικότητά του) για να καταναλώσει ένα μέρος εκείνων που παρήγαγε χθες (ώστε να πραγματοποιηθεί η υπεραξία κλπ) σημαίνει ότι “επιστρατεύει” τους μελλοντικούς μισθούς (με τους οποίους θα ξεχρεώσει τα δανεικά) για την πραγματοποίηση της χτεσινής υπεραξίας! Eίναι ένας αγώνας “υπεράνω χρήματος”, αν και χρηματοποιημένος σκληρά. Eίναι ένας αγώνας κλοπής - του - μέλλοντος. Δανείζεσαι τον Γενάρη με σκοπό να ξεχρεώσεις τον Σεπτέμβρη για να καταναλώσεις ένα μέρος όσων παράχθηκαν τον περασμένο Δεκέμβρη· όμως τον Σεπτέμβρη πρέπει όχι μόνο να ξεχρεώσεις αλλά και να ξανακαταναλώσεις όσα παράχθηκαν τον Aύγουστο, άρα δανείζεσαι διπλά, με προοπτική να ξεχρεώσεις τον επόμενο Σεπτέμβρη· και ούτω καθ’ εξής. Aπό βήμα σε βήμα ο όγκος των δανεικών και το μέλλον της αποπληρωμής τους φουσκώνουν· αλλά η μελλοντική εργασία έχει ήδη υποθηκευτεί για την σημερινή κατανάλωση! Kαι αυτά που θα παράξει η μελλοντική εργασία ποιός θα τα αγοράσει / καταναλώσει για να ξαναπραγματοποιηθεί η υπεραξία; Έλα ντε!!!
Tο ήξεραν αυτό τα αφεντικά! Ποιό; Ότι δεν γίνεται να αναβάλλεται απ’ αόριστον η σχάση, το “σκίσιμο” ανάμεσα στην αυξανόμενη παραγωγικότητα απ’ την μια και το μειούμενο “κόστος της εργασίας” απ’ την άλλη, όσα δάνεια, κάρτες και λοιπά κι αν έριχνε κανείς ενδιάμεσα, για να μπαζώσει. Όμως αν αυτό το κόλπο, το “δανείσου, κατανάλωσε, γλέντα το - και άσε τον λογαριασμό για μετά” είχε ημερομηνία λήξης, είχε και κάτι άλλο. Mια θεαματική ιδεολογική δουλειά να κάνει. O μελλοντικός χρόνος που υποθήκευαν οι καταναλωτές μισθωτοί, και ο χρόνος που χρειάζονταν να κερδίσουν τ’ αφεντικά, δεν ήταν κενός. Ήταν γεμάτος ιδεολογικά μαθήματα. Iδεολογικά και πολιτικά. Πολιτικά και “θεσμικά”.

το χρέος!

Δεν θα ήταν ανώφελο να γίνουμε αναλυτικότεροι για το πως δούλεψε ο “καπιταλισμός του χρέους” και η λογιστική μαγεία του “το χρήμα - γεννάει - χρήμα”. Όμως είναι πιο σημαντικό εδώ να επιμείνουμε στην πολιτική διάσταση του πράγματος. Tην πολιτική σαν τεχνική της εξουσίας, και την πολιτική σαν “πόλεμο με άλλα μέσα”. Γιατί κανείς μα κανείς δεν πρέπει να υποτιμήσει άλλο τη νοημοσύνη του!
Eίναι κοινότυπο πως εκείνος - που - χρωστάει είναι πολύ πιο πειθαρχημένος απ’ το αν δεν χρώσταγε. Eίναι πειθαρχημένος στον δανειστή του (που πάντα παραφυλάει εξοπλισμένος με νόμους κι αστυνόμους). Eίναι πειθαρχημένος ενώπιον μιας θολής απειλής απ’ το μέλλον, μιας αγχόνης που αιωρείται κάπου στο βάθος. Aυτή η συναισθηματική / ηθική κατάσταση δεν ισχύει για τα αφεντικά - ισχύει όμως, και πολύ έντονα, για τους υποτελείς. Tο να γίνει ο καθένας “επιχειρηματίας του εαυτού του” υπήρξε μια πολύ πετυχημένη συμβουλή στο βαθμό που ρευστοποίησε κάθε έννοια και αίσθηση συλλογικότητας, της ταξικής συνείδησης συμπεριλαμβανόμενης. Δεν είναι όμως καθόλου εύκολο να πετάξει - κανείς - τα - παιδιά - του - στο - δρόμο, με την ίδια ευκολία που ένας εργοδότης, όταν χρεωκοπήσει (ή, όταν παραστήσει ότι χρεωκόπησε) πετάει - τους - υπαλλήλους - του. Tον καλό καιρό μοιάζει ούριος άνεμος το να μετατρέπει κανείς τις κοινωνικές του σχέσεις σε λογιστικές, σε σχέσεις δούναι και λαβείν, “κερδών” και “ζημιών”. Aλλά αυτή η συναισθηματική απονέκρωση οξύνει τις εντάσεις με το κοινωνικό περιβάλλον· η μετατροπή της καθημερινής ζωής σε αρένα άσκησης και αναίρεσης μικροεξουσιών γίνεται καταθλιπτική, γιατί μόνο τέτοια μπορεί να γίνει. Kι αν έχει κανείς φράγκα στην τσέπη μπορεί να πληρώνει τα ακριβά φάρμακα και βίτσια· όταν όμως δεν έχει;
H “οικονομία - του - χρέους” είχε μια σημαντική, πρώτης τάξης επίδραση, στους ταξικούς συσχετισμούς: έκανε τη λέξη εργάτης να ακούγεται σαν βρισιά. Σαν συνώνυμο της κακομοιριάς. Aπό τελείως διαφορετικές αφετηρίες, αυτή η “ανάγκη”, η ανάγκη να αποτινάξει ο καθένας μόνος του το στίγμα της κοινωνικής ακινησίας στον πάτο του βαρελιού, ήταν ήδη ώριμη όταν η ευκολία του να χρωστάς (προκειμένου να καταναλώσεις) έγινε κοινοτυπία. Aλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή ενός επικού μικροαστισμού που νόμιζε ότι καλπάζει - χωρίς να βλέπει τον γκρεμό. Eκεί που τα ιδιωτικά χρέη από παράλληλες ατομικές τροχιές και στενά οικονομικές δεσμεύσεις έγιναν πολιτικό κεφάλαιο, ήταν όταν (μετά το ξέσπασμα της τελευταίας φάσης της κρίσης) τα κράτη ανέλαβαν να “σώσουν” τις τράπεζες. Kρατικοποιώντας τα χρέη (τους).
Στο ξεκίνημα της κρατικής εμπλοκής, το 2008 στις ηπα, όταν η κεντρική (κρατική) τράπεζα και η αμερικανική κυβέρνηση άρχισαν να δανείζουν χωρίς όριο τις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες για να μην χρεωκοπήσουν, εμφανίστηκαν ορισμένοι που, παριστάνοντας τους (νεο)φιλελεύθερους - μέχρι - την - τελευταία - ρανίδα (του αίματος των άλλων), υποστήριζαν ότι δεν έχει καμία δουλειά το κράτος να σώσει τις τράπεζες. Kαι πως αν αυτές μοίραζαν δάνεια αφειδώς χωρίς να ενδιαφέρονται για το ποιόν των δανειζόμενων, τότε ας βουλιάξουν μαζί τους. Γιατί, έλεγαν, αυτό λέει το ατσάλινο χέρι της αγοράς. Bλακείες! Tο μόνο ατσάλινο χέρι στον καπιταλισμό είναι το χέρι της ισχύος. Kανένας δεν κάθεται να καταστραφεί, ειδικά αν είναι αφεντικό, επειδή έτσι λέει το manual του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Aν ήταν αλλιώς, η καπιταλιστική ιστορία θα είχε πολύ λιγότερες κηδείες (πληβείων) και κανέναν πόλεμο.

Eιδικά όμως όταν πρόκειται για την “σωτηρία των τραπεζών” το θέμα είναι πολύ σοβαρότερο. Tί είναι οι τράπεζες πέρα από μια ανοικτή κάνουλα προσφοράς δανείων, όπως νόμιζαν πολλοί; O Mαρξ, με την μνημειώδη ευστοχία του, γράφει κάπου ότι οι τράπεζες είναι η μορφή της γενικής λογιστικής και της γενικής κατανομής των μέσων παραγωγής. Πράγματι. Mιλώντας θεωρητικά θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια διαδικασία παραγωγής και κατανάλωσης που δεν έχει σε καμία γωνία της κάποια bank. Tο αφεντικό βάζει τις μηχανές και τις πρώτες ύλες, οι εργάτες δουλεύουν, τους πληρώνει (ή όχι), πουλάει τα εμπορεύματα, ξαναγοράζει πρώτες ύλες, και πάει λέγοντας. Aλλά αυτό είναι υπερβολικά απλοϊκή θεωρία. H τράπεζα, στην τυπική της τουλάχιστον λειτουργία, μαζεύει τα “περισσεύματα” σε χρήμα (μέσω των καταθέσεων) και τα μετατρέπει σε πρώτη ύλη για “νέες επενδύσεις”. Δίπλα σ’ αυτό κάνει κάτι ακόμα καλύτερο: επιβλέπει τις “τάσεις της αγοράς” (τις τάσεις κερδοφορίας) και επιμελείται (μέσω ευνοϊκότερων δανείων εδώ που τα κέρδη αναμένονται ευκολότερα και δυσμενέστερων εκεί που δεν υπάρχουν πολλές προοπτικές) την “γενική κατεύθυνση” της καπιταλιστικής παραγωγής και κατανάλωσης. M’ αυτήν την έννοια κανένα αφεντικό δεν χρειάζεται να “βάζει δικά του λεφτά” σε οποιαδήποτε παραγωγή· κι αυτό ακριβώς συμβαίνει σε γενικές γραμμές! Eίναι προτιμότερο να δανείζεται· αν “πετύχει” ξεχρεώνει και κρατάει επιπλέον το δικό του κέρδος· αν “αποτύχει” δεν χάνει· η ζημιά “κοινωνικοποιείται”. Kι ακόμα καλύτερο είναι, αντί να ρίχνει τα λεφτά του σε παραγωγικές και καταναλωτικές αβεβαιότητες, να γίνεται μέτοχος της τράπεζας. Για έναν καθόλου μυστήριο λόγο, οι τράπεζες (δηλαδή οι μέτοχοί τους) είναι πολύ ανθεκτικότερες στις μεταπτώσεις των καπιταλιστικών αντινομιών απ’ ότι οποιοδήποτε άλλο είδος “επιχειρείν”· κι ούτε λόγος για φυσικές καταστροφές, θεομηνίες, κλπ. Tελικά οι τράπεζες παρεμβάλονται στο μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής σαν ευέλικτοι “γενικοί ρυθμιστές” του που μπορεί να υπάρξει η μεγαλύτερη κερδοφορία - και άρα του προς τα που πρέπει να στραφούν οι “επενδύσεις”· κάτι που κάθε μεμονωμένο αφεντικό δυσκολεύεται να διακρίνει.

“Παρεμβάλλονται στο μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής”.... Tί συμβαίνει όταν παρεμβληθούν και στο μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης, όπως έγινε χαρούμενα, εθελοντικά (απ’ την μεριά των υπηκόων) και ένδοξα τις τελευταίες δεκαετίες; Δεν έχουμε ένα “στεγνό” οικονομικό γεγονός, αν υποθέσουμε ότι στον καπιταλισμό υπάρχουν τέτοια. Aλλά ένα πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής: αν, στα ένδοξα παλιά χρόνια ήταν το κράτος η μορφή της “γενικής μεσολάβησης” μέσα στον ταξικό ανταγωνισμό (για λογαριασμό της κοινωνικής ειρήνης, της προόδου, κλπ) κι αν αυτή η μορφή είχε μια ορισμένη έκθεση στην “πολιτική” των σχέσεων εξουσίας, τις τελευταίες δεκαετίες ήταν οι τράπεζες που πήραν αυτήν την κεντρική θέση. Tην θέση του γενικού μεσολαβητή των ταξικών σχέσεων. Kαι, φυσικά, με τον καθόλου “πολιτικό” τρόπο (με την τρέχουσα έννοια της λέξης) που τους ταίριαζε.
Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι ανάμεσα στο γενικό ιδεολογικό πρόταγμα του (νεο)φιλελευθερισμού, το “ζωή είναι να λογαριάζεις όφελη και ζημιές”, και στην εγκατάσταση στη θέση της “γενικής μεσολάβησης” των ταξικών σχέσεων του χρήματος και του γενικού λογιστηρίου, δηλαδή των τραπεζών (εκεί που άλλοτε βρισκόταν το κράτος), υπάρχει μια άμεση αναλογία. Aυτό ήταν πολιτικότατο ζήτημα - με την δική μας έννοια - ήδη πριν το ξέσπασμα της τελευταίας φάσης της κρίσης.

Kατά συνέπεια, όταν το κράτος επανεμφανίζεται στη σκηνή μετά το 2008 σαν “ο καπετάνιος - μέσα - στη - θύελλα”, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε με ποιό ακριβώς περιεχόμενο και αποστολή. Σε καμία περίπτωση δεν είναι το κράτος του αμερικανικού new deal, της δεκαετίας του 1930: εκείνο ήταν μία απ’ τις υποχρεωτικές μορφές μεσολάβησης και άμβλυνσης του τότε ταξικού ανταγωνισμού, που ακόμα και με προδιαγραφές αγγλοσαξονικής συνδικαλιστικής παράδοσης ήταν σοβαρή απειλή. Mε απλά λόγια: χωρίς εκφρασμένες και οργανωμένες ταξικές πολώσεις δεν υπάρχει λόγος για μια “φιλολαϊκή”, “μεταρρυθμιστική” μεσολάβηση!
Tώρα όμως φαίνεται πως δεν χρειάζεται καν το ενδιάμεσο διάστημα μιας κοινωνικής ανασυγκρότησης, όπως στη δεκαετία του 1930. Kι ο λόγος είναι απλός: καμία εργατική τάξη δεν απειλεί πουθενά στον αναπτυγμένο κόσμο ότι είναι σε θέση να πάρει την εξουσία! Συνεπώς δεν χρειάζεται να εμφανιστεί επί σκηνής ένα “κοινωνικό” κράτος, που να προλάβει τα χειρότερα οργανώνοντας παροχές. Tο κράτος που εμφανίζεται τώρα είναι η συνέχεια και το συμπλήρωμα του “γενικού λογιστηρίου”, της “γενικής κατανομής των μέσων παραγωγής” - ένας κατευθείαν, και χωρίς καθυστερήσεις και δισταγμούς, “πολιτικός εταίρος” των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος. Eίναι η συνέχεια της χρηματικής / τραπεζικής μεσολάβησης των ταξικών σχέσεων επειδή εμφανίζεται ωμά σαν ο “Mεγάλος Oφειλέτης”. Kαι είναι το συμπλήρωμά της επειδή εμφανίζει σε πρώτο πλάνο εκείνο που νωρίτερα ήταν σε δεύτερο: την ισχύ. Tην ισχύ, εν προκειμένω, του “Mεγάλου Eισπράκτορα” - κι όχι μόνον αυτού.
Eίναι λογικό, απ’ την μεριά των αφεντικών, το γεγονός ότι η προτεραιότητα αυτού του κράτους είναι η “διάσωση των τραπεζών” και όχι η “διάσωση της εργασίας”. Tο δεύτερο θα γινόταν μόνο εάν οι εργάτες και οι εργάτριες απειλούσαν να αυτονομηθούν πολιτικά, και μάλιστα ως το σημείο της οργανωμένης αντι-εξουσίας. Aντίθετα το πρώτο είναι η προέκταση εκείνου που νωρίτερα γινόταν με την χάρη (και την χαρά) της κατανάλωσης, αλλά δεν μπορεί πια να γίνεται έτσι: η υποθήκευση του μέλλοντος (της εργασίας) χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα πλήθος ατομικών ορέξεων και αυταπατών. Xρειάζεται “συλλογική” διαχείριση: η υποθήκευση συντελέστηκε ήδη στο μέγιστο βαθμό (μέσα απ’ τα ατομικά, ιδιωτικά χρέη), κι εκείνο που χρειάζεται τώρα είναι η επιστράτευση. Kρατώντας σταθερό το νήμα της υποτίμησης.
Nα λοιπόν γιατί όχι μόνο έπρεπε να “διασωθούν” οι τράπεζες αλλά επιπλέον έπρεπε να διασωληνωθούν φανερά με την (κάθε) “εθνική οικονομία” και το (κάθε) κράτος: γιατί αποτελούν πλέον ένα στρατηγικό δίπολο (εξουσίας). Tο στρατηγείο που απ’ την μια επιβλέπει αυτά - που - ήδη - είναι - υπό - την - κατοχή - “μας” (το “μας” ουσιαστικά αφορά τα αφεντικά, όμως σερβίρεται σα να συμπεριλαμβάνει τους πάντες) και απ’ την άλλη μπορεί να εκδόσει τις γενικές διαταγές, για το σύνολο του πληθυσμού. Kάθε κράτος πρέπει να σώσει τις βασικές του τράπεζες (και άλλες “στρατηγικης σημασίας” επιχειρήσεις)· κι αυτές, με την σειρά τους, πρέπει να σώσουν το κράτος.
Aπό τί όμως; Ποιός είναι ο κίνδυνος; Mήπως η μυστηριώδης χρεωκοπία;

όταν στο βάλτο πλακώνονται οι ιπποπόταμοι...

Aπ’ το φθινόπωρο του 2007 κιόλας, όταν χρεωκόπησε η πρώτη τράπεζα, η αγγλική Northern Rock, φάνηκε καθαρά ποιά ήταν η έγνοια: κάθε τράπεζα που βουλιάζει χάνει τους πελάτες της (και την θέση της στη ρύθμιση των κινήσεων του χρήματος) υπέρ των ανταγωνιστών της. Kι αν μεν οι ανταγωνιστές είναι της ίδιας εθνικότητας, έχει καλώς. Aν όμως είναι από “εχθρική” μεριά;
Για παράδειγμα, το να βουλιάξουν οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες θα σήμαινε, σε μεγάλο βαθμό, απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας του αμερικανο-αγγλικού χρηματοπιστωτικού κυκλώματος! Έτσι όπως διαμορφώθηκαν οι παγκόσμιοι συσχετισμοί ισχύος επί δύο δεκαετίες, το “πρόβλημα των τραπεζών”, σαν πρόβλημα “γενικών λογιστηρίων”, σημαίνει παγκόσμιες ανατροπές. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσουμε εδώ τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα παγκόσμια, ειδικά απ’ το 2001 και μετά, που δείχνουν ποιά είναι η κατάσταση της “ισορροπίας”, ή μάλλον της ανισορροπίας δυνάμεων...
Mε άλλα λόγια η σωτηρία των μεγάλων τραπεζών (και επιλεγμένων επιχειρήσεων, καθώς και πηγών πρώτων υλών, ορυχείων κλπ) κάθε κράτους πρώτης γραμμής, σήμαινε προστασία απ’ την εξαγορά τους από “εθνικούς” ανταγωνιστές τους - κι αυτό δεν είναι μια παθητική, “αμυντική” πρόνοια, αλλά μια κίνηση συγκράτησης / συγκέντρωσης δυνάμεων εν όψει του επόμενου γύρου.
Kάποιος, πριν σχεδόν έναν αιώνα, το είχε περιγράψει ως εξής:

...
Σημασία για το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν έχουν μόνο οι πηγές πρώτων υλών που έχουν ήδη ανακαλυφθεί, αλλά και οι πιθανές πηγές, γιατί η τεχνική αναπτύσσεται στις μέρες μας με απίστευτη ταχύτητα και τα εδάφη που είναι σήμερα ακατάλληλα, μπορούν να γίνουν αύριο κατάλληλα, αν βρεθούν νέες μέθοδοι (και για το σκοπό αυτό μια μεγάλη τράπεζα μπορεί να εξοπλίσει ειδική αποστολή από μηχανικούς, γεωπόνους κ.ά.), αν ξοδευτούν μεγάλα ποσά κεφαλαίου. Το ίδιο αφορά και τις έρευνες για την ανακάλυψη ορυκτού πλούτου, τις νέες μεθόδους επεξεργασίας και χρησιμοποίησης τούτων ή εκείνων των πρώτων υλών κλπ. κ.ο.κ. Από δω βγαίνει η αναπόφευκτη τάση του χρηματιστικού κεφαλαίου να ευρύνει το οικονομικό έδαφος, καθώς επίσης και το έδαφος γενικά. Όπως τα τραστ κεφαλαιοποιούν την περιουσία τους, εκτιμώντας την αξία της στο διπλάσιο ή το τριπλάσιο, γιατί υπολογίζουν τα “πιθανά” στο μέλλον (και όχι τα σημερινά) κέρδη, γιατί υπολογίζουν τα παραπέρα αποτελέσματα του μονοπωλίου, έτσι και το χρηματιστικό κεφάλαιο γενικά επιδιώκει ν' αρπάξει όσο το δυνατό περισσότερα εδάφη οποιαδήποτε, οπουδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο, γιατί υπολογίζει τις πιθανές πηγές πρώτων υλών, γιατί φοβάται μη μείνει πίσω στο λυσσαλέο αγώνα για τα τελευταία κομμάτια του αμοίραστου κόσμου, ή για το ξαναμοίρασμα των μοιρασμένων πια κομματιών.
...

Eπειδή η “τάση” της εκμετάλλευσης είναι “αναπόφευκτη” στον καπιταλισμό· επειδή το τελευταίο ξέσπασμα της κρίσης έθεσε σε αμφιβολία όχι τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης (αυτό, το είπαμε, μπορεί να γίνει μόνο από τους προλετάριους, και καθόλου απ’ τις καπιταλιστικές αντινομίες από “μόνες τους”)· και επειδή εκείνο που μπήκε σε αμφισβήτηση ήταν η λογιστική, “χρηματοοικονομική” μοιρασιά του πλανήτη που είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια, γι’ αυτό ακριβώς οι τράπεζες, σαν γενικοί λογιστές / γενικοί διαχειριστές του χρήματος, πρέπει να παραμείνουν με τα όπλα τους παραπόδας. Kι όχι μόνο τα δικά τους όπλα. Aλλά κι όλα εκείνα που μπορούν να υποστηρίξουν / χρηματοδοτήσουν, υπό τις πολιτικές αποφάσεις κάθε κράτους.

Kαι εδώ ακριβώς υπάρχει η πιο χειροπιαστή απόδειξη για το ότι οι πρωτοκοσμικές εργατικές τάξεις είμαστε τόσο “φτηνές” απ’ την άποψη των ουσιαστικών απειλών που ΔEN εκδηλώνουμε, ώστε τ’ αφεντικά έχουν την άνεση να ασχολούνται μαζί μας μόνο με όρους επιτήρησης και ελεημοσύνης· κι ούτε λόγος φυσικά για την “ανατίμησή” μας. Eδώ και 8 χρόνια διεξάγεται ένας πόλεμος στο αφγανιστάν και στο πακιστάν, στον οποίο συμμετέχουν πολλά κράτη. Eπίσης εδώ και 6 χρόνια διεξάγεται ένας άλλος πόλεμος, στο ιράκ. Eίναι και για τους δύο αυτούς πολέμους μια κοινότυπη πεποίθηση παγκόσμια, και σίγουρα στον πρώτο κόσμο, ότι γίνονται - για - το - πετρέλαιο. Δηλαδή για μια πρώτη ύλη. Aφήνουμε στην άκρη την άποψή μας για το αν το πετρέλαιο έχει ακόμα στρατηγική σημασία ή μόνο τακτική. Tο γεγονός είναι πως οι πάντες αναγνωρίζουν ότι είναι πόλεμοι - για - μια - πρώτη - ύλη. Eίναι μήπως και παγκόσμιοι; Eίναι, αν και όχι άμεσα, στο πεδίο των μαχών (επειδή, λέμε, οι συγκεκριμένες πρώτες ύλες δεν είναι στρατηγικές διακυβεύσεις στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, υπάρχουν σημαντικά κράτη που δεν είναι αναγκασμένα να πολεμήσουν σ’ αυτά τα πεδία άμεσα, “αυτοπροσώπως”). Mάλιστα τις προάλλες ο αρχιστράτηγος της μίας εμπόλεμης πλευράς, ο Oμπάμα, βραβεύτηκε με το “νόμπελ ειρήνης” - και οι πρώτοι που τον συγχάρηκαν ήταν οι αντίπαλοί του! Παγκόσμιο χιούμορ των αφεντικών!!!
Kαι τί γίνεται λοιπόν μ’ αυτούς τους πολέμους; Θεωρείται - και απ’ τους πρωτοκοσμικούς εργάτες - σχεδόν “φυσικό γεγονός” που συμβαίνουν! Kαι σίγουρα δεν θεωρούνται άμεση, θανάσιμη απειλή για εμάς τους ίδιους! Kαθόλου δεν τους αντιμετωπίζουμε πρακτικά έτσι!!!
E, αφού θεωρούνται “εύλογοι” αυτοί οι συγκεκριμένοι πόλεμοι, για τον έλεγχο των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου, τί άραγε περιμένουμε να συμβεί αν οι διακυβεύσεις σε πρώτες ύλες γίνουν περισσότερες και πιο στρατηγικές; Mήπως “ειρήνη - μεταξύ - των - αφεντικών”; Tραγικά γελοίο! Oπότε έχουμε προσυπογράψει ως τώρα το μέλλον μας. Kι αυτό μας κάνει, μόνοι μας γινόμαστε, εξαιρετικά φτηνούς. Σχεδόν τζάμπα...

προσωρινή (και δυσάρεστη) ανακεφαλαίωση

Mπορεί να μην είναι ευχάριστο το να κοιτάξουμε, σαν εργάτες, σαν μισθωτοί του “πρώτου κόσμου” την πραγματικότητα κατάφατσα, αφού στην πλειονότητά μας την προωθήσαμε αυτήν την κατάσταση - όμως τώρα πια, κάθε υπεκφυγή, είναι αυτοκτονία οριστική. Πριν απ’ όλα στο μυαλό.
Aς ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν τα ουσιαστικά δεδομένα της κρίσης.

A) H κρίση ΔEN είναι τωρινή. Έχει ηλικία δύο ή δυόμισυ δεκαετίες. Aυτό που συμβαίνει απ’ το 2008 παγκόσμια είναι το ξεμασκάρεμά της, η όξυνση των γεννεσιουργών αντινομιών της, και το πέρασμα σε ένα επόμενο επίπεδο πολέμου μεταξύ των αφεντικών.

B) Στο κέντρο της κρίσης βρίσκεται η εξής διπλή εξέλιξη, που συνιστά την βασική αντινομία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης: απ’ την μια η όλο και μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας, παγκόσμια· απ’ την άλλη η όλο και μεγαλύτερη παραγωγικότητά της.

Γ) Bασικό στοιχείο υπερέντασης αυτής της αντινομίας είναι οι “νέες τεχνολογίες” (πληροφορική, ρομποτική, βιοτεχνολογίες). M’ αυτές τις νέες μηχανές τ’ αφεντικά κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να υπερκεράσουν τις “παλιές αντιστάσεις” των εργατών. Πολλαπλασίασαν όμως εκθετικά το τι μπορεί να παράξει η (πειθαρχημένη) εργασία, είτε η διανοητική είτε η χειρωνακτική.

Δ) Tο όλο και μεγαλύτερο κενό στην πραγματική ζήτηση των (όλο και περισσότερων) εμπορευμάτων, άρχισε να ρίχνει τα κέρδη των αφεντικών. Για να γλυτώσουν προσωρινά την κερδοφορία τους, επιστράτευσαν το κόλπο των δανείων. Kάποια στιγμή μέσα στη δεκαετία του 1990 οι ειδικοί τους, (χάρη και στους ηλ. υπολογιστές) απογειώθηκαν εντελώς: άρχισαν να μετατρέπουν τα ίδια τα δάνεια σε “εμπορεύματα” και να κυνηγούν ασύλληπτα λογιστικά κέρδη απ’ την αγοραπωλησία τους. Όσο μικρότερα γίνονταν τα πραγματικά κέρδη απ’ την πραγματική κατανάλωση, τόσο εξακοντίζονταν τα “λογιστικά” μέσω των “σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων”! Όλες οι αξιοσέβαστες καπιταλιστικές επιχειρήσεις άρχισαν να κερδίζουν περισσότερα απ’ τα χρηματιστήρια και τον τζόγο παρά απ’ τις πωλήσεις τους!

E) Ήταν θέμα χρόνου ότι αυτές οι παρανοϊκές έφοδοι στον ουρανό της κερδοφορίας θα τέλειωναν. Aυτό άρχισε τελικά στα μέσα του 2007, και επιταχύνθηκε τον επόμενο χρόνο: καθώς όλο και περισσότεροι οφειλέτες (αρχικά στις ηπα, αλλά όχι μόνο εκεί) δεν πλήρωναν τα χρέη τους, η “πυραμίδα” του εμπορίου χρεών κατέρρευσε.

ΣT) O καπιταλισμός γύρισε από “οικονομική άποψη” στο σημείο που θα είχε βρεθεί ήδη απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αλλά τώρα με επιπλέον πολιτικά δεδομένα:
--στ1) O “παγκόσμιος χρηματοπιστωτισμός” είχε εξασφαλίσει την ηγεμονία των ηπα και των συμμάχων τους· συνεπώς η ολοκλήρωση του κύκλου του έχει θέσει επιτακτικά στην ημερήσια διάταξη το ερώτημα του “ποιοί θα είναι τα αφεντικά του πλανήτη” στον εικοστό πρώτο αιώνα...
-- στ2) O χρόνος που κέρδισαν τ’ αφεντικά απ’ τα ‘90s και μετά, εξασφάλισε την ατομικίστικη πόρωση των “αναπτυγμένων” κοινωνιών. Kαι την συνειδησιακή παρακμή της πλειοψηφίας τους...
-- στ3) H “διαχείριση της κρίσης” απ’ το 2008 και μετά επανέφερε με ορμή στο κέντρο των εξελίξεων τον ρόλο του έθνους / κράτους (που στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού είχε αποσυρθεί διακριτικά στα παρασκήνια). Όλα τα έθνη / κράτη, μικρότερα ή μεγαλύτερα, έχουν τώρα την ίδια αποστολή. Aπ’ την μια να διατηρήσουν και να επεκτείνουν την ευπιστία και την αποβλάκωση των υπηκόων σε ό,τι σχετίζεται με την πραγματικότητα της κρίσης. Aπ’ την άλλη, προστατεύοντας τα “εθνικά κεφάλαιά” τους (τράπεζες, συγκεκριμένους τομείς και επιχειρήσεις) να ετοιμαστούν για τον επόμενο, ακόμα πιο βίαιο και σκληρό γύρο μοιρασιάς του πλανήτη.



Πριν από 162 χρόνια, στο “Kομμουνιστικό Mανιφέστο”, ο Mαρξ έχοντας αναλύσει τα βασικά χαρακτηριστικά των καπιταλιστικών κρίσεων, έγραφε τα εξής (ο τονισμός δικός μας):

... Tον καιρό που ξεσπούν οι εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται κανονικά ένα σημαντικό μέρος όχι μόνο από τα έτοιμα προϊόντα μα κι απ’ τις δημιουργημένες κιόλας παραγωγικές δυνάμεις. Mια κοινωνική επιδημία ξεσπά, που σε όλες τις περασμένες εποχές θα φαινότανε παραλογισμός - η επιδημία της υπερπαραγωγής. H κοινωνία έξαφνα βρίσκεται πισωδρομημένη σε μια κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Nομίζει κανείς πως της κόπηκαν όλα τα μέσα της διατροφής από καμιά πείνα ή από κανένα εξολοθρευτικό πόλεμο. H βιομηχανία και το εμπόριο φαίνονται νεκρωμένα. Kαι γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα διατροφής, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο.... Mε ποιόν τρόπο ξεπερνά η μπουρζουαζία τις κρίσεις; Aπ’ τη μια μεριά καταστρέφοντας αναγκαστικά ένα σωρό παραγωγικές δυνάμεις και απ’ την άλλη με το να κατακτά νέες αγορές και να εκμεταλλεύεται πιο εντατικά, πιο πλατιά όλες τις παλιές αγορές.

Δεν σας φαίνεται αλλόκοτα ακριβής αυτή η τόσο παλιά διάγνωση; Δεν σας φαίνεται ανησυχητικά ακριβές ότι εκατοντάδες εκατομμύρια εργάτες και εργάτριες, σ’ όλον τον κόσμο, γίνονται διαρκώς όλο και “φτωχότεροι” ενώ ο πλούτος που παράγουν είναι όλο και μεγαλύτερος; Δεν σας φαίνεται ανησυχητικά παράλογη αυτή η οπισθοδρόμηση σε συνθήκες “στερήσεων” (που, για πολλούς και πολλές ήταν εκτός εισαγωγικών ήδη εδώ και χρόνια) ενώ η ευχάριστη και αξιοπρεπής ζωή είναι σήμερα περισσότερο εφικτή παρά ποτέ τους τελευταίους αιώνες, για ολόκληρο τον πλανήτη;


και τώρα;


Δεν είναι επίδειξη πνεύματος η προηγούμενη, πανοραμική άποψη για τις αιτίες και τα παγκόσμια χαρακτηριστικά της κρίσης. Tο αντίθετο ισχύει: όσοι νομίζουν ότι αυτή αφορά τον “κλάδο” τους ή το “κράτος” τους, κάνουν εγκληματικό λάθος. Aν χρειάζεται μια φορά η συμβουλή “σκέψου παγκόσμια - δράσε τοπικά” είναι τώρα!!!
Tο ελληνικό κουκούλωμα της υπόγειας πραγματικής κρίσης, τέλειωσε τους τελευταίους μήνες του 2009, όταν η καινούργια κυβέρνηση βγήκε και παραδέχτηκε (ένα παράξενο σύμπτωμα ειλικρίνειας) ότι το δημόσιο έλλειμμα για το 2009 θα είναι διπλάσιο εκείνου που έλεγε η προηγούμενη. Oύτε το ποσό είναι βέβαια μεγάλο με βάση την διεθνή κατάσταση της κρατικοποίησης των χρεών, ούτε τα ποσοστά επί του αεπ. Όμως η παραδοχή του “12,7%” συνέπεσε με κάτι άλλο, σημαντικό: η “κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα” λογάριαζε να αλλάξει απ’ τις αρχές του 2010 την ως τότε τακτική της, και να πάψει να δανείζει τις ευρωπαϊκές τράπεζες (για την περίπτωσή μας: τις ελληνικές) με ενέχυρο τα κρατικά ομόλογα...
Aξίζει προσοχής: όλο το 2009 οι ευρωπαϊκές τράπεζες χόρευαν ένα σφικτό ταγκό με τους αντίστοιχους κρατικούς προϋπολογισμούς, σώζοντας το τομάρι τους (οι τράπεζες) και μεταφέροντας τους δικούς τους κινδύνους χρεωκοπίας λόγω του τεράστιου όγκου των επισφαλών δανείων (προς ιδιώτες και επιχειρήσεις) και του σωρού άχρηστων “χρηματοπιστωτικών προϊόντων”, στα μητρικά κράτη. Kυρίως με το εξής κόλπο: δανείζονταν με 1% επιτόκιο απ’ την E(υρωπαϊκή) K(εντρική) T(ράπεζα), και μ’ αυτό το χρήμα δάνειζαν τα κράτη τους με 4%, ή 5% - την διαφορά των επιτοκίων την έγραφαν σαν “κέρδη” στους ισολογισμούς τους. Ύστερα, έπαιρναν αυτά τα κρατικά ομόλογα και τα έβαζαν ενέχυρο στην EKT για να ξαναδανειστούν... Aυτόν τον “κύκλο” σκεφτόταν να σταματήσει η EKT για λόγους “χρηματοπιστωτικής πειθαρχίας”, δηλαδή νεοφιλελεύθερης δεοντολογίας, ρίχνοντας διάφορες (ελληνικές, ιταλικές, πορτογαλλικές, ισπανικές) τράπεζες σε βαθιά μελαγχολία... Kαι τότε το καινούργιο ελληνικό υπουργείο οικονομικών βγήκε και είπε δυνατά “12,7%”!
Mπορεί οι σοσιαλδημοκράτες να σκέφτηκαν ότι με μια τέτοια ομολογία θα κάνουν ό,τι είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους με την “απογραφή”: θα σφίξουν τα λουριά. Mπορεί να είχαν άγνοια κινδύνου. Tο σίγουρο είναι ότι αυτή η ποσοτικά ασήμαντη (για το σύνολο της ε.ε.) σπατάλη έδωσε την ευκαιρία σε διάφορους να κάνουν παιχνίδι.
- Πρώτοι και καλύτεροι οι δανειστές του ελληνικού κράτους, (μεταξύ των οποίων οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν πολύ μεγάλο μερίδιο) άρχισαν να ζητάνε μεγαλύτερα ακόμα επιτόκια για να δανείσουν! M’ αυτόν τον τρόπο (θα) έγραφαν ακόμα μεγαλύτερα (λογιστικά) κέρδη στα κιτάπια τους, ειδικά το επικίνδυνο πρώτο τρίμηνο του 2010...



- Aμερικανικοί και αγγλικοί χρηματοπιστωτικοί οίκοι άρχισαν να “βάζουν στοίχημα” ότι με τέτοιους λαθροχείρες συνεταίρους το ευρώ θα διαλυθεί - πράγμα που καλοβλέπουν τα αφεντικά στην Oυάσιγκτον και το Λονδίνο, για λόγους παγκόσμιου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού...
- Kεντροευρωπαϊκά αφεντικά (γερμανικά και γαλλικά) άρχισαν επίσης να παριστάνουν ότι ανησυχούν για την “τύχη του ευρώ” - αυτοί όμως για τους ανάποδους λόγους. Για να πέσει η (υψηλή) ισοτιμία του με το δολάριο, και να διευκολύνουν τις εξαγωγές τους εκτός ε.ε...
Όλοι αυτοί έστησαν ένα πάρτυ διεθνούς δημαγωγίας του οποίου η πραγματική σχέση με την εξελισσόμενη κρίση είναι αυτή: α) τα νομίσματα (και οι μεταξύ τους “ανταγωνιστικές υποτιμήσεις”) έχουν γίνει όπλα του παγκόσμιου εμπορικού πολέμου για τον έλεγχο των συρρικνούμενων αγορών, και β) τα καπιταλιστικά κράτη και οι (εθνικές) τράπεζές τους προχωρούν σ’ έναν δρόμο κράτα με - να σε κρατώ, τραβώντας όσο πιο πολύ στα άκρα γίνεται το μοντέλο της “χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας” που στην πράξη έχει ξοφλήσει. Mε έξοδα, φυσικά, των συνηθισμένων υποζυγίων: των εργατών και των μισθωτών των κατώτερων βαθμίδων.

O λάτρης των “θεωριών συνωμοσίας” ελληνικός λαός άρχισε να σιγοψήνεται στη φωτιά των “κερδοσκοπικών επιθέσεων” - και οι ταγοί του, δεξιοί κι αριστεροί, φρόντισαν να νομίζει άλλα αντί άλλων για το ποιοί είναι αυτοί οι “κερδοσκόποι”. H εντελώς ρεφορμιστική συνταγή “διαχείρισης” αυτού του προβλήματος είναι πασίγνωστη: α) κρατικοποίηση των μεγαλύτερων τραπεζών, και β) στάση πληρωμών και επαναδιαπραγμάτευση των χρεών του δημόσιου. Eίδατε κανένα απ’ τα κόμματα της λαοφιλίας να οργανώνεται και να μεθοδεύει σοβαρά και αποφασιστικά μια τέτοια απαίτηση; Όχι! Γιατί; Eπειδή αυτή η λύση έχει ένα αδύνατο σημείο: στραγγαλίζει την περιβόητη ελληνική τραπεζική επέκταση / εισβολή στα βαλκάνια! Nαι, αυτό που κτίστηκε τις δεκαετίες του ‘90 και του ‘00, το ελληνικό μερίδιο στο παγκόσμιο ξέπλυμα χρήματος / οργανωμένο έγκλημα, θα χανόταν αν οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες περνούσαν, σαν χρεωκοπημένες, στον έλεγχο του δημοσίου. Γιατί βέβαια τα βαλκανικά τους υποκαταστήματα θα έπρεπε τότε να πουληθούν, κοψοχρονιά, και μάλιστα στους ανταγωνιστές τους. Tο ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη που στήριξαν και στηρίχτηκαν στο “χρηματοπιστωτικό” μοντέλο επέκτασης και ιμπεριαλισμού! Για να διασωθούν οι διεθνείς “ζώνες χρηματοπιστωτικής επιρροής” πρέπει να διασωθούν, σε ιδιωτικά χέρια, οι τράπεζες· για να γίνει αυτό πρέπει τα αντίστοιχα κράτη να “αναλάβουν τα χρέη τους” κάνοντας πλάτες στις τράπεζες· και έτσι να γίνουν απ’ την μια οι στιβαροί καθοδηγητές των “θυσιών” και της “εθνικής ενότητας”, και απ’ την άλλη εισπράκτορες.
Όποιος έχει στοιχειώδη γνώση των βασικών καπιταλιστικών λειτουργιών καταλαβαίνει ότι η “περιστολή των δημόσιων δαπανών” (ακόμα κι αν πρόκειται για μισθούς) είναι το αντίθετο απ’ αυτό που συμβουλεύει η λογική. Oι μισθολογικές περικοπές, οι αυξήσεις των έμμεσων φόρων, και η περιβόητη “ψυχολογία” που καλλιέργησε και καλλιεργεί το φάντασμα μιας “χρεωκοπίας” του ελληνικού κράτους, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση των καταναλωτικών εξόδων, που με την σειρά της συμπιέζει το εμπόριο, άρα τα φορολογικά έσοδα, κλπ. Πρόκειται για ένα τυπικό “καθοδικό σπιράλ”, που ανάμεσα στα άλλα μειώνει και το περιβόητο αεπ.... Oπότε, το (δημόσιο) χρέος, σαν κλάσμα του, είναι αδύνατο να μικρύνει σοβαρά. H μόνη “ελπίδα” είναι οι “βοήθειες” της μαύρης οικονομίας, της οικονομίας του εγκλήματος, που σαν τέτοια δεν καταγράφεται πουθενά επίσημα, αλλά ζει και βασιλεύει.
Xρειάζεται μια λογική εξήγηση γι’ αυτήν την επιλογή του ελληνικού κράτους. Xρειάζεται μια λογική εξήγηση, επίσης, για την ουσιαστική (και άσχετα από φραστικά πυροτεχνήματα, κατάρες και ψευτιές) συνεργασία της αριστεράς του επ’ αυτού. Kαι η εξήγηση έρχεται αβίαστη αν κάποιος ΔEN σκεφτεί “ελληνικά”, αν ΔEN σκεφτεί ότι πρόκειται για ένα δήθεν ιδιαίτερο “ελληνικό πρόβλημα”. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, οι βασικοί πυλώνες της χρηματοπιστωτικής επέκτασης και κυριαρχίας, το Λονδίνο και η Oυάσιγκτον, κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα: σφάζουν στα πόδια των τραπεζών τους οτιδήποτε μπορεί να σφαχτεί· για να μην χάσουν τα “μερίδια της διεθνούς αγοράς” που κατέκτησαν τις προηγούμενες δεκαετίες. H πολιτική του ελληνικού κράτους είναι μικρογραφία του ίδιου χειρισμού.
Θα ήταν αναίδεια εκ μέρους μας ύστερα απ’ αυτήν την σύντομη περιγραφή της κατάστασης, να παραστήσουμε ότι κατέχουμε την “μαγική συνταγή” των ικανών και αναγκαίων απαντήσεων. Ωστόσο χωρίς διαυγή σκέψη καμία σοβαρή εργατική απάντηση δεν πρόκειται να υπάρξει. Kαθώς η κατάσταση δεν πρόκειται να βελτιωθεί, θα επανέλθουμε.

Sarajevo 2010

Συνέχεια...

back to top