3
Συζήτηση των Καστοριάδη και Λας με τον M. Ignatieff σε εκπομπή του BBC (“Beating the Retreat to Private Life”, The Listener, 27/8/1986).

Μετάφραση: Νίκος Μάλλιαρης. Πρόκειται για το κείμενο μιας συζήτησης των Καστοριάδη και Λας με τον M. Ignatieff, σε εκπομπή του BBC, με θέμα την «κουλτούρα του ναρκισσισμού» (Cornelius Castoriadis and Christopher Lasch, “Beating the Retreat to Private Life”, The Listener, 27/8/1986). Βλ. σχετικά και τα έργα του Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού και Ο ελάχιστος εαυτός, αμφότερα μεταφρασμένα από τις εκδόσεις «Νησίδες». Ο Καστοριάδης παραθέτει τα δύο αυτά έργα του Λας στη βιβλιογραφία που ακολουθεί το άρθρο του «Freud, la société, l’histoire» [«Ο Φρόιντ, η κοινωνία, η ιστορία], C. Castoriadis, La montée de l’insignifiance [Η άνοδος της ασημαντότητας], Παρίσι, Seuil, 1996, σ. 187 (βλ. την ελληνική εκδοχή αυτού του κειμένου: «Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γένεσης της κοινωνίας», Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, Αθήνα, Ύψιλον, 2001, σσ. 37-67, όπου δεν υπάρχει όμως η βιβλιογραφία).

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Μάγμα, τ. 5, Δεκέμβριος 2010 (http://magmareview.blogspot.fr)

O Mάικλ Iγκνάτιεφ, συγγραφέας, ιστορικός και παρουσιαστής ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, είναι (ήταν;) διευθυντής του Kέντρου Kαρ για την Πολιτική των Aνθρώπινων Δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο Xάρβαρντ. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται τα: Isaiah Berlin: A Life, Blood and Belonging, The Warrior's Honor και The Need of Strangers. Tο μυθιστόρημά του Scar Tissue ήταν υποψήφιο για το βραβείο Mπούκερ και το βιβλίο του The Russian Album, A Family Memoir κέρδισε το βραβείο του Γενικού Κυβερνήτη του KΚαναδά και το βραβείο Xάινεμαν της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας της Βρετανίας. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί (Εκδόσεις Καστανιώτη) το «Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία», 2004


Ιγκνάτιεφ: Ίσως το πιο οδυνηρό τίμημα της δυτικής παράδοσης και ακόμη πιο οδυνηρά, της νεοτερικότητας, να είναι η στέρηση γνήσιας κοινωνίας, εντέλει ακόμα και η απώλεια της πιο επιδερμικής κοινότητας και της γειτονιάς. Μέσα σε έναν κόσμο ξένων, μοιάζουμε να αποτραβιόμαστε όλο και περισσότερο στην οικογένεια και το σπίτι μας, στο λιμάνι μας μέσα σε έναν άκαρδο κόσμο. Και παρ’ όλα αυτά, οι πιο παλιές από τις πολιτικές μας παραδόσεις περιέχουν ορισμένες διαστάσεις οι οποίες μάς τονίζουν ότι η αίσθηση της κοινότητας αποτελεί ανθρώπινη ιδιότητα, ἡ οποία παραπέμπει σε μια αναγκαιότητα, ότι δεν μπορούμε πλήρως να καταστούμε ανθρώπινα όντα, αν δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλο ως μέλη του πιο πρωταρχικού σώματος, και ίσως ακόμη, ως πολίτες και ως γείτονες. Δίχως την κοινωνία της υψηλότερης γνησιότητας και μια ανάλογη δημόσια ζωή, ο εαυτός μας αρχίζει να συρρικνώνεται και να μετατρέπεται, είτε σε άτομο δημόσιας μάζας, είτε σε έναν κενό ιδιωτικό πυρήνα. Ποιες οι συνέπειες της νεοτερικότητας στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας; Γινόμαστε άραγε πιο εγωιστές, περισσότερο ανίκανοι να στρατευτούμε [έστω μόνο] πολιτικά, πιο πρόθυμοι να κόψουμε τις γέφυρες [ακόμη και] με τους [πιο καθημερινούς] γείτονές μας; Κορνήλιε, πώς θα περιέγραφες εσύ την αλλαγή των δημόσιων ζωών μας;


Καστοριάδης: Για μένα, το πρόβλημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με την κατάρρευση του εργατικού κινήματος και του επαναστατικού προτάγματος που είχε συνδεθεί με αυτό το κίνημα. Αναγκάστηκα να παρατηρήσω τότε μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, ως αποτέλεσμα της αηδίας για αυτό που συνέβαινε, προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη. Στην πραγματικότητα περιχαρακώνονταν-αποσύρονταν σε ένα είδος «ιδιωτικής» ζωής, εντός εισαγωγικών, δηλαδή στην οικογένειά τους και ελάχιστες σχέσεις. Λέω «εντός εισαγωγικών», επειδή πρέπει να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις σε αυτό το σημείο.


Ιγκνάντιεφ: Ποιές παρεξηγήσεις;


Καστοριάδης: Τίποτε δεν είναι, φυσικά, απόλυτα ιδιωτικό. Ακόμα και όταν ονειρεύεσαι, έχεις λέξεις, τις οποίες έχεις δανειστεί από την μητρική γλώσσα. Και ό,τι αποκαλούμε άτομο είναι, υπό μια έννοια, μια κοινωνική κατασκευή.


Ιγκνάτιεφ: Ένας σκεπτικιστής θα έλεγε ότι η κριτική του εγωισμού και του ατομικισμού μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία. Τι απαντάμε λοιπόν σε αυτόν το σκεπτικιστή; Πώς τον πείθουμε ότι ο σύγχρονος εαυτός, ο σύγχρονος, μεταπολεμικός εαυτός της καταναλωτικής καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ένα διαφορετικό είδος εαυτού, ότι υπάρχει ένα νέο είδος ατομικισμού, ακόμα και ένα νέο είδος εγωισμού;


Λας: Αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν είναι τόσο μια παραδοσιακού τύπου διόγκωση του εαυτού ή ένας κτητικός ατομικισμός, ο οποίος, όπως λες, υποβλήθηκε σε κριτική, από τη στιγμή που εμφανίστηκε αυτός ο τύπος ατομικιστικής προσωπικότητας, τον 17ο-18ο αιώνα. Αυτός ο ατομικισμός φαίνεται να έχει δώσει τη θέση του στην περιχαράκωση για την οποία μόλις μίλησε ο Κορνήλιος. Έχω μιλήσει για έναν ελάχιστο εαυτό. Ή, πάλι, για ένα ναρκισσιστικό εαυτό, ως έναν εαυτό που αδειάζει προοδευτικά από κάθε είδους περιεχόμενο και έχει ανάγκη να βρίσκει στόχους στη ζωή του υπό τους πιο περιορισμένους όρους. Νομίζω, όλο και περισσότερο, με όρους καθαρής επιβίωσης, σαν η καθημερινή ζωή να ήταν τόσο προβληματική, σαν ο κόσμος να ήταν τόσο απειλητικός και αβέβαιος που το μόνο που θα μπορούσες να κάνεις είναι απλώς να τα βγάζεις πέρα. Να ζεις μια μέρα τη φορά. Και, όντως, αυτή είναι πράγματι η θεραπευτική συμβουλή που, στη χειρότερη περίπτωση, παρέχεται στους ανθρώπους μέσα στον κόσμο μας.


Ιγκνάτιεφ: «Επιβίωση»; Μήπως όμως, Κρίστοφερ, υπερβάλλεις λίγο σε αυτό το σημείο; Θέλω να πω ότι μερικοί άνθρωποι ίσως να μην αντιλαμβάνονται ότι -ίσως σκεφτούν ότι ο όρος «επιβίωση» ταιριάζει στα θύματα κάποιας φοβερής τραγωδίας. Εσύ όμως μιλάς για την καθημερινή ζωή μέσα στην πλουσιότερη κοινωνία του κόσμου. Γιατί «επιβίωση»;


Λας: Γιατί μου φαίνεται ότι αυτός είναι ένας τρόπος να ορίσουμε αυτό που είναι καινούργιο. Παρ’ όλο που η επιβίωση αποτελούσε πάντοτε μια έγνοια των ανθρώπων, μια προεξάρχουσα μάλιστα έγνοια για τους περισσότερους από αυτούς, μόνο στην εποχή μας φαίνεται να απογυμνώνεται από κάθε άλλη διάσταση, κι έτσι καθαρή να φθάνει ακόμη ως το σημείο να απολαμβάνει σχεδόν ένα είδος ηθικού κύρους. Αν πάμε πίσω στους αρχαίους Έλληνες, νομίζω ότι μπορεί κανείς να δει πολύ καθαρά τη διαφορά για τους αρχαίους Έλληνες και [όχι μόνο] συγκεκριμένα για τον Αριστοτέλη. Προϋπόθεση της ηθικής ζωής, μιας ζωής πλήρως βιωμένης, είναι η ελευθερία από την υλική αναγκαιότητα. Την οποία, επιπλέον, οι αρχαίοι Έλληνες συνέδεαν με την ιδιωτική σφαίρα, με το νοικοκυριό, τη σφαίρα που υπόκειται στους βιολογικούς και υλικούς περιορισμούς. Μόνο αν ξεπεράσει κανείς αυτό το επίπεδο μπορούμε πραγματικά, με οποιαδήποτε έννοια, να μιλάμε για κάποια έννοια εαυτού, για μια προσωπική ταυτότητα ή για μια πολιτική ζωή. Η ηθική ζωή είναι μια ζωή την οποία ζει κανείς δημοσίως.


Ιγκνάτιεφ: Οπότε δε ζούμε πια τη ζωή μας στη δημόσια σφαίρα, έχουμε μια ζωή απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο πέραν των βασικών, μια επιβίωση. Εσύ, Κορνήλιε, από την πλευρά σου, είσαι ένας εν ενεργεία ψυχαναλυτής. Ως άνθρωπος που συναντάς ολόκληρη την εβδομάδα, στο ντιβάνι, το σύγχρονο εαυτό, αυτή η απεικόνιση της σύγχρονης ζωής σου λέει κάτι;


Καστοριάδης: Σε αυτή την ιδέα υπονοούνται διάφορα πράγματα. Το «μια μέρα τη φορά», για να πάρω αυτή την πολύ ωραία έκφραση, είναι ό,τι αποκαλώ έλλειψη προτάγματος, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Πριν από 30 ή 60 χρόνια οι αριστεροί θα σου μιλούσαν για την ένδοξη νύχτα της επανάστασης και οι δεξιοί για την απεριόριστη πρόοδο κοκ. Σήμερα κανείς δεν τολμά να εκφράσει κάποιο μεγαλεπήβολο ή έστω μετριοπαθώς λογικό πρόταγμα το οποίο να υπερβαίνει τον προϋπολογισμό ή τις επόμενες εκλογές. Υπάρχει συνεπώς ένας χρονικός ορίζοντας. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, η «επιβίωση» είναι ένας όρος στον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε κριτική, διότι, φυσικά, όλοι μας νοιαζόμαστε για τη σύνταξή μας και για την εκπαίδευση των παιδιών μας. Αυτός όμως ο χρονικός ορίζοντας είναι ιδιωτικός. Κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χρονικό ορίζοντα, κατά τον ίδιο τρόπο που κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χώρο. Θέλω να πω ότι όλοι βέβαια συμμετέχουμε, πάντοτε, στο δημόσιο χώρο, αλλά πάρε για παράδειγμα την πλατεία Κονκόρντ στο Παρίσι ή το Πικαντίλι Σέρκους στο Λονδίνο, εν ώρα αιχμής. Έχεις εκεί ένα εκατομμύριο ανθρώπους, βυθισμένους σε έναν ωκεανό κοινωνικών πραγμάτων, οι οποίοι επίσης είναι κοινωνικά όντα και οι οποίοι είναι απόλυτα απομονωμένοι. Μισούν ο ένας τον άλλο και αν μπορούσαν να ανοίξουν δρόμο, εξουδετερώνοντας τα μπροστινά τους αυτοκίνητα, θα το έκαναν. Τι είναι σήμερα ο δημόσιος χώρος; Βρίσκεται μέσα σε κάθε σπίτι με τηλεόραση. Τι είναι όμως αυτός ο δημόσιος χώρος; Είναι κενός –ή, ακόμα χειρότερα, είναι ένας δημόσιος χώρος που προορίζεται κυρίως για διαφήμιση, για πορνογραφία. Και δε μιλώ εδώ μόνο για ρητή πορνογραφία. Θέλω να πω ότι υπάρχουν φιλόσοφοι που στην πραγματικότητα είναι πορνογράφοι.


Ιγκνάτιεφ: Αυτό είναι αιτία ή συνέπεια της κατάρρευσης της δημόσια σφαίρας; Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στον εαυτό και την κρίση της δημόσιας σφαίρας;


Λας: Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι δε ζούμε σε ένα στέρεο κόσμο. Λέγεται συχνά ότι η κοινωνία της κατανάλωσης μας περιβάλλει με πράγματα και ότι μας ενθαρρύνει να δίνουμε υπερβολική προσοχή στα αντικείμενα, αλλά από μια άποψη νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι επίσης παραπλανητική. Ζούμε σε έναν κόσμο που φαίνεται ότι είναι υπερβολικά ασταθής, ότι συνίσταται σε φευγαλέες εικόνες. Νομίζω ότι πρόκειται για έναν κόσμο ο οποίος, χάρις, εν μέρει, στην τεχνολογία των μαζικών τηλεπικοινωνιών, φαίνεται να αποκτά ένα είδος παραισθησιογόνου χαρακτήρα. Ένα είδος φανταστικού κόσμου από εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο στερεών αντικειμένων ο οποίος μπορεί να επιβιώσει περισσότερο από τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτό που ίσως να έχει εξασθενίσει, είναι η αίσθηση του να ζει κανείς μέσα σε έναν κόσμο που υπήρχε πριν από τον εαυτό του και ο οποίος θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Αυτή η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας που παρέχεται, μεταξύ άλλων, απλώς και μόνο από τη συμπαγή αίσθηση των απτών υλικών πραγμάτων φαίνεται να διαμεσολαβείται, όλο και περισσότερο, από αυτή τη βίαιη επίθεση από εικόνες, συχνά από εικόνες που είναι σχεδιασμένες για να ανταποκρίνονται στις φαντασιώσεις μας. Νομίζω ότι ακόμα και η επιστήμη, η οποία εθεωρείτο, σε μια προηγούμενη περίοδο, ως ένα από τα βασικά μέσα για την προώθηση μιας περισσότερο λογικής άποψης για τον κόσμο, ικανής να συνεισφέρει στη διατήρηση ενός κοινού νου, μας παρουσιάζεται σήμερα, στην καθημερινή ζωή, σαν μια σειρά από τεχνολογικά θαύματα που καθιστούν τα πάντα δυνατά. Υπό μια έννοια όμως, μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα είναι το ίδιο δυνατά, τίποτε δεν είναι δυνατό, δεν υφίσταται λόγος διακρίσεως.


Ιγκνάτιεφ: Αυτό που σε ακούω να περιγράφεις είναι σχεδόν ο ορισμός της δημόσιας σφαίρας. Ένα από τα πράγματα που μας λες είναι ότι η δημόσια σφαίρα αποτελεί τον τομέα της ιστορικής συνέχειας. Στην πραγματικότητα, στη δική μας κουλτούρα, πρόκειται σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλέον, για τον τομέα των media. Τα media μας δίνουν το δημόσιο χώρο, έναν κόσμο παραισθησιογόνων εικόνων, των οποίων το χρονικό πλαίσιο είναι πολύ σύντομο. Έρχονται και παρέρχονται. Η αντιστοιχία τους προς την πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα προβληματική και η δημόσια ζωή μας φαίνεται σαν ένα είδος φαντασίας, σαν ένα είδος κόσμου των ονείρων. Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα που έθεσα, το οποίο άπτεται του ζητήματος των αιτίων και των συνεπειών.


Καστοριάδης: Νομίζω ότι δεν είναι σωστό να ψάχνουμε για μια αιτία και ένα αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι αυτά τα δύο πάνε μαζί. Οποιαδήποτε εξέλιξη ή αλλαγές στην κοινωνία είναι, την ίδια στιγμή, αλλαγές στη δομή [των περισσότερων και εν δυνάμει, όλων] των ατόμων, στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν, στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται. Τα πάντα εξάλλου είναι κοινωνικά. Αλλά η κοινωνία, ως τέτοια, δε διαθέτει κάποια διεύθυνση. Θέλω να πω ότι δεν μπορείς να τη συναντήσεις κάπου. Είναι μέσα σου, μέσα μου, στη γλώσσα, στα βιβλία κ.ο.κ. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι αυτό στο οποίο πρέπει κανείς, υπό αυτή την έννοια, να δώσει έμφαση, είναι η εξαφάνιση ενός κρίσιμου για τον δυτικό πολιτισμό τρόπου δημιουργίας του κοινωνικού χώρου, της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης και πάλης.


Ιγκνάτιεφ: Εξαφάνιση; Γιατί; Αυτό μου ακούγεται λανθασμένο.


Καστοριάδης: Δε βλέπω κάποιο λάθος. Βλέπω ό,τι συνέβη στις ΗΠΑ, όταν -για να πάρουμε ένα κλασσικό παράδειγμα-, οι μαύροι νέοι τη δεκαετία του ’60 θα έμπαιναν στο κέντρο των πόλεων, θα έκαιγαν τα μαγαζιά κ.λπ. Στη συνέχεια, όμως, στο τέλος της δεκαετίας του ’70, στις αρχές της περιόδου Ρέιγκαν, έχουμε 10% ανεργία, που σημαίνει 20% για τους μαύρους και 48% για τους νέους μαύρους, και αυτοί οι μαύροι νέοι κάθονται ήσυχοι. Και στη Γαλλία έχουμε μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι πετιούνται στο δρόμο αλλά κάθονται ήσυχοι. Στη Βρετανία έχουμε την τραγωδία των ανθρακωρύχων– την τελευταία φλόγα ενός πράγματος που αναμφίβολα πεθαίνει. Και δεν είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί, εφόσον οι άνθρωποι πιστεύουν, και με το δίκιο τους, ότι οι πολιτικές ιδέες που είναι διαθέσιμες στην πολιτική αγορά, με τη μορφή που έχει σήμερα, δεν αξίζουν να παλέψεις για χάρη τους. Πιστεύουν επίσης και πάλι με το δίκιο τους, ότι τα συνδικάτα είναι, γενικά, γραφειοκρατίες που εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα ή οργανώσεις λόμπι. Είναι σαν οι άνθρωποι να είχαν φτάσει στο συμπέρασμα πως τίποτε δε μένει να γίνει και, ως εκ τούτου, περιοριζόμαστε στον εαυτό μας. Και αυτό, βέβαια, αντιστοιχεί στην ενδογενή κίνηση του καπιταλισμού: την επέκταση των αγορών, του καταναλωτισμού, της οικονομίας της φθοράς κοκ, αλλά, και πιο γενικά, στην επέκταση του ελέγχου πάνω στους ανθρώπους, όχι μόνο ως παραγωγούς αλλά και ως καταναλωτές.


Λας: Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υπόθεση των ομάδων συμφερόντων, καθεμιά εκ των οποίων προβάλλει τις ανταγωνιστικές της αξιώσεις για ένα μερίδιο από το κράτος πρόνοιας, ορίζοντας τα συμφέροντά της με τους στενότερους δυνατούς όρους και παραμερίζοντας, εσκεμμένα, οποιαδήποτε ευρύτερη αξίωση, οποιαδήποτε προσπάθεια να τεθούν με καθολικούς όρους οι αξιώσεις μιας ομάδας. Ένα από τα παραδείγματα που ανέφερες νωρίτερα, Κορνήλιε, ο αγώνας των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, μας δίνει ένα καλό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης, όπως επίσης και ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο συχνά φαινομενικά ριζοσπαστικές, αγωνιστικές, επαναστατικές ιδεολογίες στην πραγματικότητα συνεισέφεραν σε αυτή τη διαδικασία κατά το πρόσφατο παρελθόν. Το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν, από πολλές απόψεις, μια επιστροφή σε μια παλιότερη αντίληψη της δημοκρατίας. Εξέφρασε τους σκοπούς των μαύρων κατά έναν τρόπο που ήταν κατανοητός από όλους. Επιτέθηκε στο ρατσισμό. Όχι απλά στο λευκό ρατσισμό, αλλά στο ρατσισμό. Το κίνημα της Μαύρης Δύναμης, που πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, φαινόταν πολύ πιο αγωνιστικό και επιτέθηκε στο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και σε άλλους ηγέτες της πρώτης φάσης του κινήματος, αποκαλώντας τους αστούς αντιδραστικούς. Στην πραγματικότητα επανακαθόρισε τους στόχους του κινήματος των μαύρων, της Μαύρης Δύναμης, ως μια επίθεση στο λευκό ρατσισμό -λες κι ο ρατσισμός ήταν μόνο ένα λευκό φαινόμενο-με έναν τρόπο που διευκόλυνε ιδιαίτερα, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, τη μετατροπή, ουσιαστικά, των μαύρων στην Αμερική σε μια ακόμα ομάδα συμφερόντων, η οποία αξίωνε το μερίδιό της στην πίτα, δίχως να θέτει την παραμικρή ευρύτερη αξίωση. Νομίζω ότι αυτός είναι ένας λόγος για τον περιορισμό της πολιτικής στράτευσης στους κόλπους των αμερικανών μαύρων.


Ιγκάντιεφ: Ο Κρίστοφερ εκφράζει την αίσθηση ότι η πολιτική έχει κατακερματιστεί σε ομάδες συμφερόντων και ότι, αν μιλάμε για μια κρίση της δημόσιας σφαίρας, εννοούμε ακριβώς αυτό. Γιατί συμβαίνει αυτό;


Λας: Έχει κάποια σχέση με το ξεθώριασμα κάθε μορφής δημόσιας γλώσσας. Ένα μέρος αυτής της κατάστασης έχει να κάνει με το είδος της ηθικής εξύψωσης του θύματος που παρατηρείται και με την αυξανόμενη τάση να προσφεύγουμε στη θυματοποίηση, ως το μόνο αναγνωρίσιμο κριτήριο δικαιοσύνης. Το να μπορείς να αποδείξεις ότι έχεις καταστεί θύμα, ότι έχεις υποστεί διακρίσεις –όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο: αυτό αποτελεί τη βάση των αξιώσεων όλων αυτών των ιδιαίτερων ομάδων που θεωρούν ότι η δική τους ιστορία είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη, ότι δεν έχει πολλή σχέση με την ιστορία άλλων ομάδων ή με την ιστορία της κοινωνίας ως συνόλου. Η ιστορία αυτών των ομάδων δεν απεικονίζεται καθόλου σε αυτή τη γλώσσα και επιπλέον δε μπορεί να γίνει κατανοητή από άλλες ομάδες. Ξανά, η περιγραφή του μαύρου κινήματος είναι διδακτική. Χωρίς να αναφέρουμε μια πολύ ακριβή ημερομηνία, οι μαύροι και οι εκπρόσωποί τους στην Αμερική, αρχής γενομένης στα μέσα της δεκαετίας του ’60, άρχισαν να εμμένουν σε ένα είδος άρθρου πίστης, σύμφωνα με το οποίο κανένας άλλος δε θα μπορούσε να καταλάβει την ιστορία τους.


Καστοριάδης: Όπως επίσης και οι φεμινίστριες.


Λας: Ναι, μου φαίνεται ότι αυτό είναι, πολύ σωστά, ένα ακριβές ανάλογο. Και όταν συμβαίνει αυτό, η δυνατότητα να υπάρξει μια γλώσσα που είναι κατανοητή από όλους τους ανθρώπους και αποτελεί τη βάση του δημόσιου βίου και του πολιτικού διαλόγου διαγράφεται σχεδόν εξορισμού.


Καστοριάδης: Ο Αριστοτέλης αναφέρει στα Πολιτικά του ένα θαυμάσιο νόμο των αρχαίων Αθηναίων, σύμφωνα με τον οποίο, κάθε φορά που η συζήτηση στην εκκλησία του δήμου είχε να κάνει με ζητήματα που μπορούσαν να συνεπάγονται τη διεξαγωγή πολέμου με μια γειτονική πόλη, οι κάτοικοι της σχετικής συνοριακής ζώνης αποκλείονταν από την ψηφοφορία. Αυτή είναι η αρχαιοελληνική αντίληψη της πολιτικής και εγώ την υποστηρίζω ακόμη σε γενικές γραμμές.


Ιγκνάτιεφ: Μια από τις συνέπειες του είδους των συζητήσεων που διεξάγονται τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 είναι μια πολύ έντονη κουβέντα σχετικά με το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η ελευθερία να διαλέγει κανείς τον εαυτό του, να διαμορφώνει τον εαυτό του, να διαλέγει τις δικές του αξίες και από ποιο σημείο κι έπειτα οφείλει να παραχωρήσει της θέση της σε μια αίσθηση συλλογικών, κοινωνικών υποχρεώσεων, σε μια αίσθηση αυτού που οφείλουν να έχουν τα ανθρώπινα όντα.


Καστοριάδης: Η ελευθερία δεν είναι ούτε ένα εύκολο πράγμα ούτε μια εύκολη έννοια. Αν μιλάμε για την πραγματική ελευθερία, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια τραγική έννοια. Όπως και η δημοκρατία είναι ένα τραγικό σύστημα. Κι αυτό επειδή δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια όπως επίσης δεν υπάρχουν ούτε και μαθηματικά θεωρήματα για να μας πουν που να σταματήσουμε. Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα όπου λέμε: «φτιάχνουμε τους ίδιους μας τους νόμους πάνω στη βάση του δικής μας σκέψης, της κοινής μας ηθικής». Αυτή η ηθική όμως, ακόμα κι αν συνέπιπτε με τους νόμους του Μωυσή ή με το Ευαγγέλιο, δεν υπάρχει επειδή βρίσκεται στους νόμους του Ευαγγελίου, υπάρχει επειδή εμείς, ως πολιτεία, την αποδεχόμαστε, την προσυπογράφουμε και λέμε «ου φονεύσεις». Ακόμα και αν το 90% της κοινωνίας αποτελείται από πιστούς και πιστεύει ότι η αυθεντία αυτής της εντολής προέρχεται από το Θεό, για την πολιτική κοινωνία ή αυθεντία δεν έρχεται από το Θεό. Έρχεται από την απόφαση των πολιτών. Το Βρετανικό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να αποφασίσει αύριο ότι οι ξανθοί άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Τίποτε δε μπορεί να τους σταματήσει να το κάνουν αυτό. Δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια και γι’ αυτό όταν η δημοκρατία δεν αναπτύσσει εγκύρους εσωτερικούς λόγους ορίων μπορεί να πεθάνει, όπως και πέθανε σε ορισμένες περιπτώσεις στην ιστορία, σαν ένας τραγικός ήρωας. Ο τραγικός ήρωας στην αρχαιοελληνική τραγωδία δεν πεθαίνει, επειδή υφίσταται κάποιο όριο και αυτός το ξεπέρασε. Αυτό είναι η αμαρτία, η χριστιανική αμαρτία. Ο τραγικός ήρωας χάνεται εξαιτίας της ύβρεως. Δηλαδή επειδή υπερβαίνει κάποιο όριο μέσα σε ένα πεδίο όπου δεν υπάρχουν όρια γνωστά εκ των προτέρων. Αυτή είναι η θλιβερή μας κατάσταση.

Συνέχεια...
0
Τι είναι μια επανάσταση;

Του David Graeber

Τι είναι μια επανάσταση; Αυτό που νομίζαμε ότι ξέραμε. Οι επαναστάσεις ήταν πραξικοπήματα από λαϊκές δυνάμεις με στόχο τον μετασχηματισμό της ίδιας της φύσης του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος, σύμφωνα συνήθως με κάποιο όραμα για μια δίκαιη κοινωνία. Σήμερα, ζούμε σε μια εποχή όπου αν οι αντάρτες έρθουν να σαρώσουν μια πόλη ή μαζικές εξεγέρσεις ανατρέψουν έναν δικτάτορα είναι απίθανο να υπάρξουν τέτοιου τύπου επιπτώσεις. Όταν συμβεί κάποιος ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός –όπως, ας πούμε, η άνοδος του φεμινισμού– είναι πιθανό να λάβει μια εντελώς διαφορετική μορφή. Δεν είναι ότι τα επαναστατικά όνειρα δεν βρίσκονται εκεί έξω, αλλά οι σύγχρονοι επαναστάτες σπάνια πιστεύουν ότι μπορούν γίνουν ένα σύγχρονο ισοδύναμο της εφόδου στη Βαστίλη. Σε στιγμές όπως αυτή, αξίζει γενικώς να πάμε πίσω στην ιστορία και να αναρωτηθούμε: ήταν ποτέ οι επαναστάσεις πραγματικά αυτό που νομίζαμε ότι είναι; Για μένα, ο άνθρωπος ο οποίος έχει θέσει πιο αποτελεσματικά την ερώτηση είναι ο Ιμμάνιουελ Βαλερστάιν. Ισχυρίζεται ότι για το τελευταίο περίπου τέταρτο της χιλιετίας οι επαναστάσεις αποτελούν πρωταρχικά τους ανά τον κόσμο μετασχηματισμούς της πολιτικής κοινής λογικής.

Ήδη, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, ο Βαλερστάιν επισημαίνει ότι υπήρχε μια ενιαία παγκόσμια αγορά, καθώς και ένα ολοένα και περισσότερο ενιαίο παγκόσμιο πολιτικό σύστημα, κυριαρχούμενο από τις τεράστιες αποικιακές αυτοκρατορίες. Ως εκ τούτου, η έφοδος στη Βαστίλη, στο Παρίσι θα μπορούσε κάλλιστα να έχει επιπτώσεις για τη Δανία ή ακόμα και για την Αίγυπτο, τόσο ριζικές όσο στην ίδια την Γαλλία. Ως εκ τούτου, μιλά για την «παγκόσμια επανάσταση του 1789», που την ακολούθησε η «παγκόσμια επανάσταση του 1848», χρονιά κατά την οποία ξεσπούν επαναστάσεις σχεδόν ταυτόχρονα σε 50 χώρες, από τη Βλαχία μέχρι τη Βραζιλία. Αυτές οι επαναστάσεις σε καμιά περίπτωση δεν πέτυχαν να καταλάβουν την εξουσία, αλλά, αργότερα, οι θεσμοί που εμπνεύστηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση –κυρίως τα παγκόσμια συστήματα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης– τέθηκαν σε εφαρμογή λίγο πολύ παντού. Παρομοίως, η Ρωσική Επανάσταση του 1917 ήταν μια παγκόσμια επανάσταση που τελικά ήταν υπεύθυνη τόσο για το New Deal και τα ευρωπαϊκά κράτη πρόνοιας, όσο και για τον σοβιετικό κομμουνισμό. Η τελευταία στη σειρά ήταν η παγκόσμια επανάσταση του 1968 –η οποία, όπως και του 1848, ξέσπασε σχεδόν παντού, από την Κίνα μέχρι το Μεξικό, χωρίς την κατάληψη της εξουσίας, αλλά παρόλα αυτά άλλαξε τα πάντα. Αυτή ήταν μια επανάσταση ενάντια στις κρατικές γραφειοκρατίες και στο μη διαχωρισμό της ατομικής και πολιτικής απελευθέρωσης, της οποίας η πιο επικρατούσα κληρονομιά θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η γέννηση του σύγχρονου φεμινισμού.

Ως εκ τούτου, οι επαναστάσεις είναι κάτι παραπάνω από πλανητικά φαινόμενα. Αυτό που πραγματικά κάνουν είναι να μετασχηματίζουν τις βασικές παραδοχές σχετικά με το τι τελικά είναι πολιτική. Στον απόηχο της επανάστασης, ιδέες που είχαν θεωρηθεί ως πραγματικά τρελές και περιθωριακές γίνονται αποδεκτές στην τρέχουσα συζήτηση. Πριν από την Γαλλική Επανάσταση, οι ιδέες ότι η αλλαγή είναι καλή, ότι η κυβερνητική πολιτική είναι ο κατάλληλος τρόπος για να τη διαχειριστεί και ότι οι κυβερνήσεις αντλούν την εξουσία τους από μια οντότητα που ονομάζεται «λαός» θεωρήθηκαν περιθωριακές και θα μπορούσε κάποιος να τις ακούσει μόνο από εκκεντρικούς και δημαγωγούς ή στην καλύτερη των περιπτώσεων από μια χούφτα ελεύθερα σκεπτόμενων διανοουμένων οι οποίοι περνούσαν το χρόνο τους συζητώντας στις καφετέριες. Μια γενιά αργότερα, ακόμα και οι πιο σχολαστικοί δικαστές, ιερείς και διευθυντές έπρεπε υποκριτικά τουλάχιστον να σεβαστούν αυτές τις ιδέες.

Μέχρι το 1968, οι περισσότερες παγκόσμιες επαναστάσεις εισήγαγαν πραγματικά πρακτικές βελτιώσεις: ένα διευρυμένο προνόμιο αποκλειστικής διάθεσης αγαθών, καθολική πρωτοβάθμια εκπαίδευση, κράτος πρόνοιας. Αντίθετα, η παγκόσμια επανάσταση του 1968 –τι κι αν πήρε τη μορφή που πήρε στην Κίνα, μιας εξέγερσης φοιτητών και νέων στελεχών που υποστήριζαν την έκκληση του Μάο για μια Πολιτιστική Επανάσταση, ή στο Μπέρκλεϋ και τη Νέα Υόρκη, όπου υπήρξε μια συμμαχία φοιτητών, περιθωριακών στοιχείων και πολιτιστικών ανταρτών, ή ακόμα και στο Παρίσι, όπου υπήρξε μια συμμαχία φοιτητών και εργατών –ήταν μια εξέγερση ενάντια στην γραφειοκρατία, τον κομφορμισμό ή σε οτιδήποτε εγκλώβιζε τη φαντασία του ανθρώπου, ένα σχέδιο για την επαναστατικοποίηση όχι μόνο της πολιτικής ή οικονομικής ζωής, αλλά κάθε πλευράς της ανθρώπινης ύπαρξης. Ως αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι επαναστάτες δεν προσπάθησαν καν να καταλάβουν την κρατική εξουσία και θεωρούσαν την ίδια την ιδέα ως προβληματική.

Στις μέρες μας, είναι της μόδας να θεωρούμε τα κοινωνικά κινήματα του τέλους της δεκαετίας του ΄60 ως μια ντροπιαστική αποτυχία. Αναφορικά με αυτήν την άποψη μπορεί να γίνει μια υπόθεση. Είναι αληθές ότι σε πολιτικό επίπεδο ο άμεσα ωφελημένος κάθε εκτεταμένης αλλαγής στην κοινή πολιτική λογική ήταν η πολιτική Δεξιά. Πάνω απ’ όλα, τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60 επέτρεψαν την μαζική αναβίωση των δογμάτων της ελεύθερης αγοράς που είχε εγκαταλειφθεί σε μεγάλο βαθμό από τον 19ο αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια γενιά που, ως έφηβοι, έκανε την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα ήταν οι ίδιοι που, στα σαράντα τους χρόνια, ήταν πρωτεργάτες της εισαγωγής του καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του ΄80, η «ελευθερία» είχε φτάσει να σημαίνει «αγορά» και «αγορά» είχε φτάσει να είναι συνώνυμη του καπιταλισμού – ακόμα και, κατά ειρωνεία της τύχης, σε κάποια μέρη όπως στην Κίνα, η οποία είχε γνωρίσει αναπτυγμένες αγορές για χιλιάδες χρόνια, αλλά σπανίως κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καπιταλισμός.

Οι ειρωνείες δεν έχουν τέλος. Ενώ η νέα ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς πλαισιώνεται πάνω απ’ όλα ως μια απόρριψη της γραφειοκρατίας, στην πραγματικότητα είναι υπεύθυνη για το πρώτο σύστημα διοίκησης το οποίο έχει λειτουργήσει σε πλανητική κλίμακα, με ατελείωτες διαστρωματώσεις δημόσιων και ιδιωτικών γραφειοκρατιών: το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΠΟΕ, συνδικαλιστικές οργανώσεις, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πολυεθνικές, ΜΚΟ. Αυτό ακριβώς είναι το σύστημα το οποίο έχει επιβάλει την ορθόδοξη άποψη της ελεύθερης αγοράς και έφερε τον κόσμο αντιμέτωπο με την χρηματοοικονομική λεηλασία, υπό την άγρυπνη φροντίδα των αμερικανικών όπλων. Μόνο αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι η πρώτη προσπάθεια για αναδημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος, το Παγκόσμιο Κίνημα Δικαιοσύνης που άνθισε μεταξύ 1998 και 2003, ήταν ουσιαστικά μια εξέγερση ενάντια στην κυριαρχία της τεράστιας πλανητικής γραφειοκρατίας.


Μελλοντική στάση

Εκ των υστέρων, όμως, πιστεύω ότι οι μετέπειτα ιστορικοί θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η κληρονομιά της επανάστασης της δεκαετίας του ΄60 ήταν βαθύτερη και ο θρίαμβος των καπιταλιστικών αγορών και των διαφόρων πλανητικών διοικήσεων και επιβολών ήταν στην πραγματικότητα εφήμερος.

Θα πάρω ένα προφανές παράδειγμα. Συχνά ακούει κάποιος ότι οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν τελικώς μια αποτυχία, από τη στιγμή που δεν επιτάχυναν σημαντικά την απόσυρση των ΗΠΑ από την Ινδοκίνα. Αλλά αργότερα, αυτοί που είχαν τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ ήταν τόσο ανήσυχοι σχετικά με το να έρθουν αντιμέτωποι με μια παρόμοια λαϊκή αναταραχή που αρνήθηκαν να συμπράξουν με τις αμερικανικές δυνάμεις σε κάθε σημαντική εδαφική σύγκρουση, για περίπου 30 χρόνια. Χρειάστηκε η 11η Σεπτεμβρίου για να ξεπεραστεί πλήρως το περιβόητο «Σύνδρομο του Βιετνάμ» και ακόμη και τότε οι σχεδιαστές του πολέμου προσπάθησαν σχεδόν με εμμονή να εξασφαλίσουν ότι οι πόλεμοι ήταν μια αποτελεσματική απάντηση. Η προπαγάνδα ήταν αδιάκοπη, τα μέσα ενημέρωσης ανέλαβαν δράση και ειδικοί παρείχαν ακριβείς υπολογισμούς σε πτώματα….

Σαφώς, το αντιπολεμικό κίνημα τη δεκαετία του ΄60 που εξακολουθεί να κρατά δεμένα τα χέρια των αμερικανικών στρατιωτικών σχεδιαστών το 2012 δεν μπορεί να θεωρηθεί μια αποτυχία. Αλλά θέτει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: Τι συμβαίνει όταν η δημιουργία αυτής της αίσθησης αποτυχίας, της πλήρους αναποτελεσματικότητας της πολιτικής δράσης ενάντια στο σύστημα γίνεται ο κυρίαρχος στόχος των κυβερνώντων; Ήταν η πρώτη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό όταν συμμετείχα στις δράσεις ενάντια στο ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, το 2002. Όταν φτάσαμε στην αχίλλειο πτέρνα της 11/9, ήμασταν συγκριτικά λίγοι και αναποτελεσματικοί, ο αριθμός των αστυνομικών δυνάμεων ήταν συντριπτικός. Δεν υπήρχε καμιά αίσθηση ότι θα μπορούσαμε να επιτύχουμε την ακύρωση των συναντήσεων. Πολλοί από εμάς έφυγαν έχοντας ένα αίσθημα κατάθλιψης. Λίγες μέρες αργότερα, όταν συζητούσα με κάποιον ο οποίος είχε φίλους που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις, έμαθα ότι όντως τους εμποδίσαμε: η αστυνομία έθεσε σε εφαρμογή αυστηρά μέτρα ασφάλειας, ακυρώνοντας τις συνεδριάσεις και οι περισσότερες συναντήσεις έγιναν στην πραγματικότητα μέσω διαδικτύου. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση είχε αποφασίσει ότι ήταν προτιμότερο οι διαδηλωτές να αποχωρήσουν με ένα αίσθημα αποτυχίας, παρά να γίνουν οι συνεδριάσεις του ΔΝΤ… Τι θα συμβεί αν αυτοί που κυβερνούν σήμερα έχουν εμμονή με την προοπτική επαναστατικών κοινωνικών κινημάτων τα οποία, για μια ακόμη φορά, αμφισβητούν την κυρίαρχη κοινή λογική;

Στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, τα τελευταία 30 χρόνια έχουν γίνει γνωστά ως η εποχή του νεοφιλελευθερισμού –αυτού που κυριαρχούσε ως μια αναβίωση του παλιού εγκαταλελειμμένου συστήματος ηθικών αξιών του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο οι ελεύθερες αγορές και η ανθρώπινη ελευθερία ήταν, σε γενικές γραμμές, το ίδιο. Ο νεοφιλελευθερισμός βασίζεται πάντα σε ένα θεμελιώδες παράδοξο. Διακηρύσσει ότι οι οικονομικές επιταγές πρόκειται να έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων. Η ίδια η πολιτική είναι απλώς ένα ζήτημα δημιουργίας των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη της οικονομίας, επιτρέποντας στη μαγεία της αγοράς να κάνει τη δουλειά της. Όλες οι άλλες ελπίδες και τα όνειρα πρόκειται να θυσιαστούν για τον πρωταρχικό στόχο της οικονομικής παραγωγικότητας. Αλλά η παγκόσμια οικονομική απόδοση κατά τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε αναμφισβήτητα μια μετριότητα. Με μια ή δυο θεαματικές εξαιρέσεις, οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι αρκετά χαμηλοί. Σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα, το πρόγραμμα ήταν ήδη μια κολοσσιαία αποτυχία ακόμα και πριν την κατάρρευση του 2008.

Από την άλλη πλευρά, αν σταματήσουμε να λαμβάνουμε υπόψη το λόγο των παγκόσμιων ηγετών και αντ’ αυτού σκεφτούμε το νεοφιλελευθερισμό ως ένα πολιτικό σχέδιο, ξαφνικά φαίνεται θεαματικά αποτελεσματικό. Οι πολιτικοί, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι γραφειοκράτες του εμπορίου, κλπ οι οποίοι συναντιούνται συχνά σε συνόδους κορυφής, όπως το Νταβός ή το G20, ίσως να έχουν κάνει κακή δουλειά δημιουργώντας μια παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της πλειοψηφίας των κατοίκων του πλανήτη μας, αλλά έχουν πετύχει στο να πείσουν τον κόσμο ότι ο καπιταλισμός – και όχι απλώς ο καπιταλισμός, αλλά συγκεκριμένα ο χρηματιστικοποιημένος, ημι-φεουδαρχικός καπιταλισμός που συμβαίνει να έχουμε σήμερα - είναι το μόνο βιώσιμο οικονομικό σύστημα. Αν το σκεφτείτε αυτό, είναι ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα.

Η ακύρωση του χρέους θα μπορούσε να είναι μια τέλεια επαναστατική απαίτηση

Πως θα αποδεσμευτούμε από αυτό; Η στροφή προς τα κοινωνικά κινήματα είναι σαφώς μέρους αυτού. Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες δεν μπορούν οι εναλλακτικές ή όποιος προτείνει εναλλακτικές να βιώσουν την εμπειρία της επιτυχίας. Αυτό διευκολύνει να εξηγήσουμε την σχεδόν ασύλληπτη επένδυση στα «συστήματα ασφάλειας» του ενός ή του άλλου είδους: το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, που στερούνται σοβαρού αντιπάλου, ξοδεύουν περισσότερα για τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών από αυτά που ξόδευαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, μαζί με την εκπληκτική συγκέντρωση ιδιωτικών υπηρεσιών ασφάλειας, υπηρεσιών πληροφοριών, αστυνομικών, φυλάκων και μισθοφόρων. Έπειτα, υπάρχουν και τα όργανα προπαγάνδας, μαζί με τη βιομηχανία των μέσων ενημέρωσης που δεν υπήρχε πριν τη δεκαετία του ΄60. Αυτά τα συστήματα δεν επιτίθενται τόσο άμεσα στους διαφωνούντες, αλλά συνεισφέρουν σε ένα μόνιμο κλίμα φόβου, σοβινιστικής συμμόρφωσης, ανασφάλειας και καθαρής απελπισίας που κάνει οποιαδήποτε σκέψη αλλαγής του κόσμου να φαίνεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, αυτά τα συστήματα ασφάλειας είναι επίσης υπερβολικά ακριβά. Μερικοί οικονομολόγοι υπολογίζουν ότι το ένα τέταρτο του αμερικανικού πληθυσμού έχει εμπλακεί σε εργασίες φύλαξης. Από οικονομική άποψη, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της πειθαρχικής μηχανής είναι εντελώς άχρηστο.

Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες οικονομικές καινοτομίες των τελευταίων 30 χρόνων είχαν νόημα περισσότερο πολιτικά, παρά οικονομικά. Ο περιορισμός της ελάχιστης εγγυημένης εργασιακής ζωής δεν δημιουργεί πραγματικά ένα πιο αποτελεσματικό εργατικό δυναμικό, αλλά είναι υπερβολικά αποτελεσματικός στο να διαλύει τα συνδικάτα ή αλλιώς να αποπολιτικοποιεί την εργασία. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις συνεχώς αυξανόμενες ώρες εργασίας. Κανένας δεν έχει χρόνο για πολιτική δραστηριοποίηση αν δουλεύει 60 ώρες τη βδομάδα. Οπότε, υπάρχει μια δυνατότητα μεταξύ μιας επιλογής που κάνει τον καπιταλισμό να φαίνεται ως το μόνο εφικτό οικονομικό σύστημα και μιας άλλης, που θα έκανε πραγματικά τον καπιταλισμό ένα πιο βιώσιμο οικονομικό σύστημα.

Ο νεοφιλελευθερισμός σημαίνει ότι πάντα επιλέγουμε την πρώτη. Το συλλογικό αποτέλεσμα είναι μια αμείλικτη εκστρατεία ενάντια στην ανθρώπινη φαντασία. Ή, για ναι είμαστε πιο ακριβείς: απέναντι στην φαντασία, την επιθυμία, την ατομική δημιουργικότητα, όλα αυτά τα πράγματα που ήταν απελευθερωμένα στην τελευταία μεγάλη παγκόσμια επανάσταση. Αναφερόμαστε στη δολοφονία των ονείρων, την επιβολή ενός καθεστώτος απελπισίας, σχεδιασμένο να φιμώνει κάθε έννοια εναλλακτικού μέλλοντος. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι να βάζουμε σχεδόν όλες τις προσπάθειές τους σε ένα πολιτικό καλάθι και να βρισκόμαστε στην περίεργη κατάσταση να παρακολουθούμε το καπιταλιστικό σύστημα να καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, τη στιγμή που ο καθένας έβγαζε τελικά το συμπέρασμα ότι κανένα άλλο σύστημα δεν θα ήταν εφικτό.

Βρίσκοντας λύση, επιβραδύνοντάς το

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, όταν προκαλείς τη συμβατική σοφία –ότι το σημερινό οικονομικό και πολιτικό σύστημα είναι το μόνο δυνατό– η πρώτη αντίδραση που είναι πιθανόν να έχεις είναι μια απαίτηση για ένα λεπτομερές αρχιτεκτονικό σχέδιο του τρόπου που ένα εναλλακτικό σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί, υπό το καθεστώς των φυσιολογικών χρηματοοικονομικών εργαλείων του, τον ενεργειακό εφοδιασμό και τις πολιτικές της αποτυχημένης διατήρησης. Στη συνέχεια, είναι πιθανόν να σου ζητηθεί ένα λεπτομερές πρόγραμμα για τον τρόπο που αυτό το σύστημα θα μπορέσει να τεθεί σε εφαρμογή. Αυτό ιστορικά είναι γελοίο. Πότε συνέβη κοινωνική αλλαγή σύμφωνα με το σχέδιο κάποιου; Είναι σαν ένας μικρός κύκλος οραματιστών στην αναγεννησιακή περίοδο στην Φλωρεντία να σκέφτηκε κάτι το οποίο αποκάλεσαν «καπιταλισμό», υπολογίζοντας τις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο οι αγορές συναλλάγματος και τα εργοστάσια θα λειτουργούσαν κάποια μέρα και τότε να έθεταν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα για να κάνει τα οράματά τους πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, η ιδέα ήταν τόσο παράλογη που ίσως κάλλιστα μπορούμε να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας πως μας ήρθε να φανταστούμε τον τρόπο που αυτή η αλλαγή πρόκειται να ξεκινήσει. Αυτό δεν είναι για να πούμε ότι δεν υπάρχει κάτι λάθος με τα ουτοπικά οράματα ή τα σχέδια. Απλώς πρέπει να μένουν στη θέση τους.

Ο θεωρητικός Michael Albert έχει εκπονήσει ένα λεπτομερές σχέδιο για τον τρόπο με τον οποίον μια σύγχρονη οικονομία θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς χρήματα σε μια δημοκρατική, συμμετοχική βάση. Αυτό πιστεύω ότι είναι ένα σημαντικό κατόρθωμα όχι επειδή θεωρώ ότι αυτό ακριβώς το μοντέλο θα μπορούσε ποτέ να θεμελιωθεί, στην ακριβή μορφή που αυτός το περιγράφει, αλλά επειδή καθιστά αδύνατο να πει κανείς ότι κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Παρόλα αυτά, τέτοιου τύπου μοντέλα μπορούν να θεωρηθούν μόνο ως πειράματα. Δεν μπορούμε πραγματικά να αντιληφθούμε τα προβλήματα που θα προκύψουν όταν αρχίσουμε να οικοδομούμε μια ελεύθερη κοινωνία. Αυτά που σήμερα εμφανίζονται ως τα πιο ακανθώδη προβλήματα ίσως να μην είναι καθόλου προβλήματα και άλλα που ποτέ δεν θεωρούσαμε προβλήματα ίσως αποδειχθούν διαβολικά δύσκολα. Υπάρχουν αναρίθμητοι άγνωστοι παράγοντες. Η τεχνολογία είναι ο πιο προφανής. Αυτός είναι ο λόγος που είναι τόσο παράλογο να φανταστούμε τους ακτιβιστές της ιταλικής Αναγέννησης να βρίσκουν ένα μοντέλο για μια αγορά συναλλάγματος και εργοστασίων. Αυτό ίσως εξηγεί, για παράδειγμα, γιατί τόσα πολλά από τα συναρπαστικά οράματα μιας αναρχικής κοινωνίας έχουν περιγραφεί από συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας (Ursula K. Le Guin, Starhawk, Kim Stanley Robinson). Στο μυθιστόρημα, παραδέχεσαι τουλάχιστον ότι η τεχνολογική πτυχή είναι μια εικασία.

Δεν ενδιαφέρομαι τόσο για την απόφαση του είδους του οικονομικού συστήματος που θα έπρεπε να έχουμε σε μια ελεύθερη κοινωνία όσο για τη δημιουργία των μέσων με τα οποία οι άνθρωποι μπορούν να λάβουν οι ίδιοι τέτοιες αποφάσεις. Πως θα έμοιαζε ίσως η επανάσταση για την κοινή λογική; Δεν γνωρίζω, αλλά μπορώ να σκεφτώ οποιονδήποτε αριθμό μερών συμβατικής σοφίας που σίγουρα χρειάζεται να προκαλέσουμε εάν πρόκειται να δημιουργήσουμε οποιοδήποτε είδος βιώσιμη ελεύθερης κοινωνίας. Το έχω ήδη αναλύσει – τη φύση του χρήματος και του χρέους – λεπτομερώς σε ένα πρόσφατο βιβλίο. Πρότεινα ακόμα μια επέτειο χρέους, μια γενική ακύρωση, εν μέρει μόνο για να επαναφέρουμε τη θέση ότι το χρήμα είναι μόνο ένα ανθρώπινο προϊόν, μια σειρά από υποσχέσεις και ότι από τη φύση του μπορεί πάντα να αποτελέσει αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης. Παρομοίως, η εργασία θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης. Υποβάλλοντας κάποιος τον εαυτό του στην εργασιακή πειθαρχία – επίβλεψη, έλεγχο, ακόμα και αυτο-έλεγχο των φιλόδοξων αυτο-απασχολούμενων – αυτό δεν τον κάνει έναν καλύτερο άνθρωπο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ίσως τον κάνει χειρότερο. Είναι μια ατυχία που υφίσταται και στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι πολλές φορές αναγκαία. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει μόνο όταν απορρίψουμε την ιδέα ότι τέτοιου τύπου εργασία είναι ιδία ενάρετη και έτσι μπορούμε να ξεκινήσουμε να θέτουμε το ερώτημα τι είναι ενάρετο σχετικά με την εργασία. Στο οποίο η απάντηση είναι προφανής. Η εργασία είναι ενάρετη εάν βοηθά τους άλλους. Μια επαναδιαπραγμάτευση του ορισμού της παραγωγικότητας θα πρέπει να διευκολύνει το να φανταστούμε εκ νέου την ίδια τη φύση της εργασίας, από τη στιγμή, που μεταξύ άλλων, αυτό θα σημαίνει ότι η τεχνολογική ανάπτυξη θα επανακατευθυνθεί λιγότερο προς τη δημιουργία ακόμα περισσότερων καταναλωτικών προϊόντων και την ολοένα και πιο πειθαρχημένη εργασία και θα στραφεί προς την ολοκληρωτική εξάλειψη αυτών των μορφών εργασίας.

Αυτό που θα έχει απομείνει είναι το είδος της εργασίας που μόνο τα ανθρώπινα όντα θα μπορούν να κάνουν: εκείνες οι μορφές της εργασίας που βασίζονται στην φροντίδα και τη βοήθεια. Αυτές που είναι στο κέντρο της κρίσης και έφεραν στο προσκήνιο το κίνημα «Occupy Wall Street». Τι θα συνέβαινε αν σταματούσαμε να λειτουργούμε ωσάν η αρχέγονη μορφή εργασίας είναι η δουλειά σε μια γραμμή παραγωγής και αντ’ αυτού ξεκινούσαμε από μια μητέρα, έναν δάσκαλο; Ίσως αναγκαζόμασταν να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι η πραγματική δραστηριότητα της ανθρώπινης ζωής δεν είναι να συνεισφέρει σε αυτό που αποκαλούμε «οικονομία» (μια ιδέα που δεν υπήρχε 300 χρόνια πριν), αλλά το γεγονός ότι όλοι είμαστε και πάντα ήμασταν έργα αμοιβαίας δημιουργίας.


Είναι σαν οι αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ να ηττήθηκαν τελικά από το φάντασμα του Abbie Hoffman.

Αυτή τη στιγμή, ίσως η πιο επιτακτική ανάγκη είναι απλώς να επιβραδύνουμε τις μηχανές παραγωγικότητας. Αυτό που λέμε ίσως είναι παράξενο –η σπασμωδική μας αντίδραση σε κάθε κρίση είναι να υποθέσουμε ότι η λύση για τον καθένα βρίσκεται στο να εργαστεί ακόμα περισσότερο, αν και ασφαλώς, αυτού του είδους η αντίδραση είναι πραγματικά ακριβώς το πρόβλημα – αλλά αν σκεφτεί κανείς συνολικά την κατάσταση στον κόσμο, το συμπέρασμα είναι προφανές. Φαίνεται ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δυο άλυτα προβλήματα. Από τη μια πλευρά είμαστε μάρτυρες μιας ατέλειωτης σειράς παγκόσμιων κρίσεων χρέους, που έχουν γίνει αυξητικά ολοένα και πιο σοβαρές από τη δεκαετία του ΄70, σε σημείο όπου η συνολική επιβάρυνση του χρέους – κρατικών, δημοτικών, επιχειρηματικών, ατομικών – είναι προφανώς μη βιώσιμη. Από την άλλη, έχουμε μια οικολογική κρίση, μια καλπάζουσα διαδικασία κλιματικής αλλαγής που απειλεί να ρίξει ολόκληρο τον πλανήτη στην ξηρασία, στις πλημμύρες, στο χάος, στην πείνα και στον πόλεμο. Μπορεί να φαίνονται άσχετα μεταξύ τους. Αλλά τελικά είναι το ίδιο. Τι είναι το χρέος τελικά αν όχι η υπόσχεση μελλοντικής παραγωγικότητας; Λέγοντας ότι τα παγκόσμια επίπεδα χρέους συνεχίζουν να αυξάνονται είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι τα ανθρώπινα όντα, ως μια συλλογικότητα, υπόσχονται ο ένας στον άλλον να παράγουν στο μέλλον έναν ακόμα μεγαλύτερο όγκο αγαθών και υπηρεσιών από αυτόν που δημιουργούν σήμερα. Αλλά ακόμη και τα τρέχοντα επίπεδα είναι εμφανώς μη βιώσιμα. Είναι ακριβώς αυτό που καταστρέφει τον πλανήτη με ένα συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό. Ακόμα και αυτοί που υπερασπίζονται το σύστημα αρχίζουν απρόθυμα να φτάνουν στο συμπέρασμα ότι ένα είδος μαζικής διαγραφής του χρέους είναι αναπόφευκτο. Γιατί μια πλανητική διαγραφή χρέους να μην έχει ως επακόλουθο μια μαζική μείωση των ωρών εργασίας; Μια 4ωρη ημερήσια εργασία ή ίσως μια 5μηνη εγγυημένη διακοπή εργασία; Αυτό ίσως δεν θα σώσει μόνο τον πλανήτη, αλλά επίσης θα ξεκινήσει να αλλάζει τις βασικές αντιλήψεις μας για το τι ίσως πραγματικά δημιουργεί την αξία της εργασίας.

Η ηθική του χρέους και η ηθική της εργασίας είναι τα πιο ισχυρά ιδεολογικά όπλα στα χέρια εκείνων που κυβερνούν. Αυτός είναι και ο λόγος που προσκολλώνται σε αυτά ακόμα κι αν καταστρέφουν καθετί άλλο. Επίσης, αυτός είναι ο λόγος που μια διαγραφή χρέους θα αποτελέσει την τέλεια επαναστατική απαίτηση. Όλα αυτά ίσως φαίνονται πολύ μακρινά. Αυτή τη στιγμή, ο πλανήτης ίσως φαίνεται περισσότερο έτοιμος για μια σειρά από πρωτόγνωρες καταστροφές παρά για ένα είδος ηθικού και πολιτικού μετασχηματισμού που θα άνοιγε το δρόμο για έναν τέτοιο κόσμο. Αλλά αν υπάρχει μια δυνατότητα να αποφύγουμε αυτές τις καταστροφές, θα πρέπει να αλλάξουμε τον συνηθισμένο τρόπο σκέψης. Και, όπως αποκαλύπτουν τα γεγονότα του 2011, η εποχή των επαναστάσεων δεν έχει σε καμιά περίπτωση τελειώσει. Η ανθρώπινη φαντασία αρνείται πεισματικά να πεθάνει.

Πρωτότυπο: The Baffler No. 22
Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα


πηγή: REDNotebook

Συνέχεια...

Άκου εργάτη της El Dorado Gold!

Posted: by παντιγέρα in
0
Ο δικός μου θάνατος δεν έχει όνομα. Δε θα φτιάξουν για μένα εκπομπές και ντοκιμαντέρ με τις τελευταίες μου λέξεις πριν πεθάνω, δε θα γίνει μνημείο το σημείο που σκοτώθηκα, όπου συγκινημένοι άνθρωποι θα έρχονται να μου αφήνουν κεριά και μηνύματα, δε θα ρωτήσουν τους φίλους και τους συγγενείς μου τι είπα και τι σκέφτηκα εκείνη την τελευταία μέρα. Κάθε μου μέρα και ώρα είναι ίδια. Οι σκλάβοι δεν πρέπει να έχουν σκέψεις και επιθυμίες. Βαθιά μέσα στη γη, όχι για να φτιάξω βραχογραφίες, αλλά για να φέρω μέσα από τα σπλάχνα της τα χρυσά κοσμήματα και τα ελάσματα, που επικυρώνουν την αξία των πραγμάτων και των στιγμών. Για να φτιαχτούν οι χρυσοί κρίκοι, που βάζουν κάποιοι στα χέρια τους, για να εγγυηθούν αιώνια αγάπη, οι χρυσοί σταυροί που εγγυώνται την ακλόνητη πίστη στο θεό, οι χρυσές πλάκες, που φυλάνε οι τράπεζες και τα χρηματοκιβώτια, για να ανεβάσουν και να κατεβάσουν κυβερνήσεις και πρόσωπα από τον θρόνο τους. Όλα αυτά που τα φυλάνε τέλος πάντων κάποιοι καλύτερα και από την καρδιά τους.

Είμαι ένας εργάτης δολοφονημένος στο μεταλλείο χρυσού του Σουδάν. Παράνομο λέει ήταν το μεταλλείο που εργαζόμουν… λες και ο νόμος είναι ποτέ ικανός να ξεπλένει τους θανάτους και τον βιασμό της φύσης. Το όνομά μου –και να στο έλεγα– θα το ξεχνούσες την επόμενη στιγμή, αν μπορούσες κιόλας να το προφέρεις. Δε θα το βάλουν ούτως ή άλλως και σε καμιά πλάκα μαζί με τα ονόματα των άλλων νεκρών. Τα δικά μας ονόματα είναι γραμμένα με «ψιλά γράμματα». Άλλωστε, δεν έχει και καμία σημασία τελικά αν θα γραφτεί κάπου. Ίσως να νομίζεις ότι με σένα είναι διαφορετικά, εσύ έχεις καλύτερες συνθήκες σκλαβιάς και ίσως να έχεις και δίκιο από τη μεριά σου. Μπορεί να είσαι και από αυτούς που πιστεύουν ότι «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» ή ότι μόνο το δικό σου μέρος αξίζει να μείνει ανέπαφο από την καταστροφή. Μπορεί. Μα εγώ λέω ότι η σκλαβιά είναι σκλαβιά. Δεν έχει καλύτερους και χειρότερους όρους. Ο πολιτισμός ο ίδιος, αυτό το αχόρταγο κτήνος που θέλει τις ίδιες μας τις ψυχές για να τραφεί, είναι ο απόλυτος τρόμος και όχι τα ζώα που κυνηγούσα, όσο ήμουν ελεύθερος. Μας καταπίνει ολόκληρους, μαζί με τις στιγμές μας. Και μη νομίζεις∙ οι στιγμές δε διαφέρουν, όπου κι αν είσαι. Όλοι κατά βάθος τα ίδια αναζητάμε, απλά διαφέρουμε στην απόσταση που μας χωρίζει από αυτά.

Δεν έχει καμία σημασία ποιος είμαι και ποιος είσαι. Μπορεί και για σένα κάποτε να πουν «ένας νεκρός εργάτης στην Χαλκιδική» και να μην προλάβεις να πεθάνεις από τη μόλυνση, όπως οι συνάδελφοι και οι συγχωριανοί σου, ούτε από καρκίνο, από καρδιά, θανατηφόρο άγχος ή εκβιασμούς. Και τότε δε θα σε σώσει ούτε το συνδικάτο ή το σωματείο ούτε ο καλός επιστάτης και το καλό αφεντικό, που θα σε χτυπήσει φιλικά στην πλάτη σε μια εκδήλωση της εταιρείας. Ούτε θα μπορέσεις να βοηθήσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα, που θα τους λείπεις και θα προσπαθούν να επιβιώσουν, ανώνυμοι κι αυτοί ανάμεσα σε ανώνυμους. Γιατί, όσο υπάρχουν κράτη και πολιτική, όσο ο πολιτισμός πριονίζει τις ρίζες της γης, κανείς μας δε θα είναι ελεύθερος αληθινά.

Όταν, λοιπόν, οι άνθρωποι καταφέρουν να ζήσουν αληθινά ελεύθεροι, τότε πάλι τα ονόματα δεν θα έχουν σημασία, γιατί δε θα μας καταγράφουν σε κανένα μητρώο, δε θα έχουμε αριθμούς και κωδικούς, για να συνεννοηθούμε, να φάμε και να ντυθούμε, να φτάσουμε από το ένα σημείο στο άλλο, δε θα είναι οι κινήσεις μας καταγεγραμμένες. Δε θα έχουν σημασία τα ονόματα, γιατί στους ελεύθερους ανθρώπους δεν υπάρχουν διαχωρισμοί και διακρίσεις, όλα είναι μία ενότητα: οι άνθρωποι, τα ζώα, όλη η φύση. Η ίδια η ύπαρξη είναι μία ενότητα κι αυτό είναι η ελευθερία. Μπορείς να το ονομάσεις κι Αναρχία. Το ίδιο κάνει. Αρκεί το όνομα να μην χάνει τη σημασία του αυτή τη φορά.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

πηγή: anarchypress.wordpress.com

Συνέχεια...

Αντιρατσιστικός νόμος: Μια σύντομη κριτική

Posted: by παντιγέρα in
0
Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για όσους συμμετέχουν σε ναζιστικές και ρατσιστικές οργανώσεις ή αρνούνται τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τις γενοκτονίες, φυλάκιση από τρεις μήνες ως και έξι χρόνια και πρόστιμο ως και 20.000 ευρώ προβλέπει νέο νομοσχέδιο που καταθέτει το υπουργείο Δικαιοσύνης στη Βουλή. Το σύνολο όλων των πολιτικών δυνάμεων, με εξαίρεση του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής (και ίσως των Ανεξάρτητων Ελλήνων) φαίνεται πως θα υπερασπιστούν τις νέες ρυθμίσεις. Αυτή είναι η απάντηση της κυβέρνησης στην έξαρση του ρατσισμού, μια παράδοξη κίνηση αν συνυπολογίσει κανείς πως το συγκεκριμένο κόμμα κρύβει μέσα στους κύκλους του ανθρώπους οι οποίοι με ευχαρίστηση δήλωναν ότι η ΝΔ με τη Χρυσή Αυγή είναι αδελφές παρατάξεις, ή αν κρίνουμε τα γεγονότα με βάση τις μέχρι τώρα ενέργειές της, όπως το φιάσκο του Ξένιου Δία, την άρνηση απόδοσης ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών αλλά και την κάλυψη των ρατσιστικών επιθέσεων που συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας.

Είναι φανερό ότι, πλέον, η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να υιοθετήσει ένα περισσότερο Ευρωπαϊκό προφίλ επιχειρεί, κατά κάποιον τρόπο, να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί εναντίον της σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς τα δημοσιεύματα μεγάλων εφημερίδων συνεχώς κάνουν λόγο για εγκληματικές συμμορίες που δρουν στο κέντρο της πρωτεύουσας και επιτίθενται σε αλλοδαπούς αδιακρίτως, είτε πρόκειται για τουρίστες είτε μετανάστες. (Μάλιστα, μόλις πριν από μερικούς μήνες τον γύρο του κόσμου έκανε η είδηση Νοτιοκορεάτη που ξυλοκοπήθηκε από αστυνομικούς, οι βασανισμοί αντιφασιστών σε αστυνομικά τμήματα και, τέλος, οι κατηγορίες του Βρετανικού BBC σχετικά με τη συνεργασία Χρυσής Αυγής και Ελληνικής Αστυνομίας). Άλλωστε, το Ελληνικό κράτος δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ του ένας φορέας εξυπηρέτησης πολιτών και εφαρμογής του νόμου στο ακέραιο κατά πρότυπο των εξορθολογισμένων αστικο«δημοκρατικών» Ευρωπαϊκών δεδομένων. Απεναντίας, από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσής του λειτουργούσε κυρίως σαν ένα σύστημα διεκπεραίωσης πελατειακών σχέσεων και συμφερόντων της ντόπιας ολιγαρχίας ενώ, τουλάχιστον, δεν φαίνεται να πραγματοποιεί κάποια ουσιαστική στροφή. Κάτι τέτοιο πρακτικά σημαίνει ότι ο αντιρατσιστικός νόμος θα αποτελεί την βιτρίνα μιας τρισάθλιας πραγματικότητας, κυρίως αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι πολλές φορές οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με περιπτώσεις ακροδεξιάς βίας. Ακόμη, όμως, και αν πιστέψουμε πως η κυβέρνηση πραγματοποιεί στροφή, βάζοντας ένα τέλος στο μίζερο παρελθόν (πράγμα που δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί εντός λίγων μηνών) κατά πόσο ένα τέτοιο νομοσχέδιο πραγματικά θα μπορούσε να συνεισφέρει κάτι στην αντιμετώπιση του ρατσισμού; Μπορεί η ρατσιστική βία να ελεγχθεί μέσα από αστικές νομοθεσίες ή παρόμοιες κινήσεις ή μήπως ένα τέτοιο πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες, κάτι που σημαίνει ότι δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες;

Είναι γνωστό ότι η ΕΛ.ΑΣ αποτελεί μια φωλιά ακροδεξιών με τη Χ.Α να λειτουργεί ως το δεξί τους χέρι και πως ο πολιτικός κόσμος εδώ και πολλά χρόνια αντί να προτείνει κάποια λύση, ή, έστω να λάβει κάποιο δραστικό μέτρο σιωπούσε συνεχώς όταν το πρόβλημα ήταν ήδη στις αρχές του, συγκαλύπτοντάς το και αγνοώντας τις διαστάσεις που θα μπορούσε να πάρει. Κάτι τέτοιο που λίγο πολύ σημαίνει πως είναι πλέον πολύ αργά για να περιμένουμε αποτελέσματα από αιφνίδιες νομοθετικές διατάξεις, τη στιγμή που όχι μόνο τα σώματα ασφαλείας αλλά και κομμάτι της κοινωνίας έχει διαβρωθεί από τις ιδέες της Χ.Α. (κάτι που μερικά χρόνια πριν θα φάνταζε αδιανόητο). Έτσι, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο (ή ακόμη και κάποιο παρόμοιο λιγότερο αυστηρό) βρει σύμφωνη την πλειοψηφία των βουλευτών, κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι ο νόμος θα εφαρμοστεί, ότι οι ρατσιστές θα καθίσουν στο ειδώλιο και θα πληρώσουν το τίμημα των πράξεών τους. Η ατιμωρησία των ναζιστών θα είναι κατά πάσα πιθανότητα εγγυημένη, όταν πλέον έχουν γίνει γνωστές σε όλους οι κομματικές προτιμήσεις μεγάλου αριθμού αστυνομικών. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές συνθήκες από μόνες τους εξεγείρουν την ξενοφοβία, δεδομένου ότι η διάλυση του κοινωνικού ιστού σε μια περίοδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής κατάρρευσης, καλλιεργεί τάσεις εσωστρέφειας και απομονωτισμού. Από την άλλη ο διασυρμός και η ταπείνωση μιας ολόκληρης χώρας από τα διεθνή Μ.Μ.Ε., ενθαρρύνουν όλο και περισσότερο τις πιο ακραίες εθνικιστικές φωνές. Όλα αυτά δεν μπορούν να διορθωθούν ούτε με νόμους ούτε με κοινοβουλευτικές ρυθμίσεις. Η λουμπενοποίηση της ‘δημόσιας σφαίρας’ και η έντονη στροφή προς την επιθετική ξενοφοβία είναι αδύνατο να κρυφτούν κάτω από το χαλί της πολιτικής ορθότητας, καθώς όπως έχει δείξει η εν γένει πραγματικότητα, οι αντιρατσιστικοί κώδικες στην αστική και ποινική νομοθεσία πολλών φιλελεύθερων Δυτικών κρατών που χρίζουν ιδιαίτερα καλής φήμης για τον σεβασμό τους στα δικαιώματα των μεταναστών, έχει επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα.

Στην «ανεκτική» Ολλανδία, στην πολυπολιτισμική Βρετανία όπου ο ρατσισμός (στα χαρτιά τουλάχιστον) είναι ανεπιθύμητος, στην προοδευτική Σουηδία, σε όλες αυτές οι χώρες που στην νομοθεσία τους έχουν εισάγει αυστηρούς νόμους για την πάταξη κάθε ρατσιστικής συμπεριφοράς, υπερσυντηρητικά κόμματα με ακραίες αντιμεταναστευτικές πολιτικές πλατφόρμες, όπως το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς, το Κόμμα της Ανεξαρτησίας (UKIP) του Φαράτζ, και οι Αντίστοιχοι Σουηδοί Δημοκράτες βρίσκονται πλέον επίσημα στο κοινοβούλιο. Αυτό επί της ουσίας μας δείχνει ότι ο ρατσισμός, το φαντασιακό της φυλετικής ανωτερότητας και κάθε είδους μισανθρωπική ιδέα δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με την καταστολή, αλλά μόνο με την εντόπιση της ρίζας που τις γεννά, που δεν είναι άλλο παρά το ίδιο το σύστημα του ανταγωνισμού (όπου η ανισότητα εκφράζεται και ως φυλετική, ή με βάση την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και το φύλο), η απομόνωση, οι ελλείψεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και πολλοί άλλοι παράγοντες που δεν μπορούν να εξαλειφθούν μέσα από κυβερνητικές υπογραφές και νόμους. Πού είναι, λοιπόν, τώρα ο αντιρατσιστικός νόμος στην Βρετανία να σταματήσει την συντηρητικοποίηση και την ραγδαία άνοδο του κόμματος του Φαράτζ; Αυτή την στιγμή το UKIP που επιθυμεί περιορισμό των μεταναστών (ακόμη και για αυτούς που είναι πολίτες της Ε.Ε.), ζητά επαναφορά της θανατικής ποινής, της στρατιωτικής θητείας και της βέργας στα σχολεία, στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές άγγιξε το 23%, ενώ στη Γαλλία το ακροδεξιό κόμμα της Λεπέν βρίσκεται πλέον την δεύτερη θέση στις σφυγμομετρήσεις.

Το δίδαγμα είναι σκληρό: η κοινωνία αν θέλει να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, όποιο μέτρο και αν παρθεί, τον δρόμο που διάλεξε να βαδίσει θα τον διαβεί. Και αν κάτι τέτοιο δεν γίνει εφικτό με τις γνωστές αστικού τύπου γραφειοκρατικές διαδικασίες, τότε ίσως μιλήσουν τα όπλα και οι βόμβες. Συνεπώς ήρθε η στιγμή να τελειώνουμε με τις αυταπάτες. Ας αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνία μπορεί να εσωτερικεύσει ρατσιστικές αντιλήψεις με το χρόνο και δεν είναι μόνο η Daily Mail, η Bild, το Channel 4, το Πρώτο Θέμα, τα φασιστολόγια και η δημοσιογραφική ελίτ που μας χειραγωγούν, όπως λένε οι διάφορες λαϊκιστικές φωνές εξ αριστερών, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας προκειμένου να πετύχουμε κάτι ουσιαστικό (κοινώς, ριζωμένες ετερόνομες αντιλήψεις πρέπει να μετασχηματιστούν). Ας αποδεχτούμε, επίσης, ότι το δόγμα της πολυπολιτισμικότητας έχει και αυτό τις ενδογενείς του αδυναμίες, μια εκ των οποίων είναι η έλλειψη επαναστατικών στοιχείων εντός του, κάτι που, άλλωστε, είναι λογικό μιας και αποτελεί φιλελεύθερο πρόταγμα και όχι κληρονομιά των Μαρξιστών/αναρχικών. Άλλωστε, ο λόγος που οι τελευταίοι υπερασπίστηκαν (κι εξακολουθούν να υποστηρίζουν) τους μετανάστες οφείλεται στο ότι αναζητούσαν εργατική ενότητα προκειμένου να εναντιωθούν στον διαχωρισμό των φτωχών στρωμάτων σε γηγενείς και αλλοδαπούς. Αυτό προϋπέθετε την ανάδειξη πάνω απ’ όλα μιας άλλης ταυτότητας έναντι της εθνικής, αυτής του οικουμενικού εργάτη που υποφέρει από τους καπιταλιστές ανεξαρτήτως χρώματος και φυλής. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι αριστεροί, όμως, έχοντας παρεκκλίνει από αυτές τις θέσεις, αγνοούν το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετανάστες δεν έρχονται στην Ευρώπη με σκοπό να ανατρέψουν το σύστημα, αλλά απεναντίας για να εργαστούν μέσα σε αυτό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ή, και σε πολλές περιπτώσεις, επιβίωσης. Κάτω από το διευρυμένο κλίμα εσωστρέφειας που καλλιέργησε η κρίση, είναι λογικό πως το πολυπολιτισμικό μοντέλο δεν θα μπορέσει να επιβιώσει καθώς η τάση κάθε εθνικής ομάδας να κλείνεται στον εαυτό της λόγω της σκλήρυνσης των ανταγωνιστικών σχέσεων και της γενικευμένης ανασφάλειας που αυτός δημιουργεί, επιφέρει συγκρούσεις, ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν βασικές γέφυρες επικοινωνίας (και είναι λογικό να απουσιάζουν εφόσον η πολυπολιτισμικότητα δεν χτίστηκε πάνω σε επαναστατικές βάσεις – δεν πατά, δηλαδή, πάνω στην δημόσια σφαίρα, στην ανθρώπινη επαφή – αλλά σε καπιταλιστικές/οικονομικές). Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ένα μοντέλο δεν καθίσταται βιώσιμο τότε κάποιο άλλο θα πρέπει να βρεθεί. Διαφορετικά, την έλλειψη αντι-προταγμάτων θα εκμεταλλευτούν άμεσα οι συντηρητικές δυνάμεις, οι οποίες με άμεση ευκολία θα επενδύσουν στον απομονωτισμό και την ξενοφοβία, προκειμένου να αναρριχηθούν στην εξουσία μια χούφτα δημαγωγοί. Ένα νέο μοντέλο θα μπορούσε να είναι η κοινωνία των διαπολιτισμικών σχέσεων: η φιλία μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής εθνικότητας και πολιτισμικού υπόβαθρου χτίζεται μονάχα μέσω της φυσικής επαφής των ανθρώπων (που, φυσικά, προαπαιτεί την επαναδραστηριοποίηση της δημόσιας σφαίρας), κάτι που στις σύγχρονες ανταγωνιστικές κοινωνίες-φυλακές έχει αντικατασταθεί από την ιδιώτευση, την κουλτούρα των TV και PC politics και την αποθέωση του ατομικιστικού φαντασιακού.

Για να επανέλθω στο βασικό ζήτημα: η ξενοφοβία είναι μια ανοιχτή πληγή η οποία δεν θεραπεύεται κάτω από το χαλί της καλογυαλισμένης κοινοβουλευτικής υποκρισίας. Γιατρεύεται μόνο όταν χορηγείται το κατάλληλο αντίδοτο, και αυτό δεν είναι άλλο παρά η άρνηση του συμβιβασμού με την Χομπσιανή πραγματικότητα, η σταδιακή αποδόμηση των ανταγωνιστικών αξιών, η περαιτέρω εξάπλωση της πραγματικής πολιτικής δράσης μέσα από οριζόντιες κοινωνικές αντιδομές και η εγκαθίδρυση διαπολιτισμικών σχέσεων. Με λίγα λόγια, ο θάνατος του ρατσισμού ή θα αποτελέσει κοινωνικό δημιούργημα ή δεν θα υπάρξει ποτέ, κάτι που μπορεί και να σηματοδοτεί το ξεκίνημα ενός τρομακτικότατου εφιάλτη. Οι εικόνες της TV, οι βαρύγδουπες δηλώσεις και οι εντυπωσιασμοί της πολιτικής ελίτ δεν θα πρέπει να καθησυχάζουν κανέναν, ακόμη και αν στην τελική αυτός είναι ο στόχος τους.

πηγή: eagainst.com


Συνέχεια...

Προελαύνει ο σύγχρονος σκοταδισμός

Posted: by παντιγέρα in
0
Η πολυεπίπεδη και παρατεταμένη κρίση κλονίζει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στις απελευθερωτικές δυνατότητες της επιστήμης και μαζικά πλέον οι εργαζόμενοι και ειδικότερα τα χαμηλά μορφωτικά στρώματα στρέφονται στη θρησκεία και τις εύκολες απαντήσεις που προσφέρει ο ανορθολογισμός. Η παγκοσμιοποίηση ενισχύει το θρησκευτικό φαινόμενο παράγοντας νέες υβριδιακές μορφές πίστης.


Θρησκευτικός ιδεαλισμός

Η θρησκεία είναι μορφή πνευματικής οικειοποίησης της φύσης και της κοινωνίας, ιδεαλιστικού χαρακτήρα. Ο ιδεαλισμός, σε αντιδιαστολή με τον υλισμό, στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, θεωρεί ότι η συνείδηση καθορίζει το είναι και όχι το αντίστροφο. Η θρησκεία είναι μια ιδιόμορφη έκφραση του ανορθόλογου υποκειμενικού ιδεαλισμού. Ακόμη κι όταν αναγνωρίζει την ανεξάρτητη από το πνεύμα ύπαρξη της πραγματικότητας αυτή η παραδοχή ισχύει ως προς τον άνθρωπο. Αντίθετα, ως προς το θεό θεωρεί ότι η πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά αποτελεί δημιούργημα του θείου πνεύματος στο οποίο μάλιστα παρεμβαίνει και στο διηνεκές κατά το δοκούν. Αλλά και του ανθρώπου η σχέση με το είναι (φύση – ιστορία) καθορίζεται θεία χάριτι με την παρέμβασή του στη φύση και την ιστορία, όχι με βάση τους νόμους τους, αλλά κατά το δικούν και τη βούληση του θείου. Αλλά και στη γνωστική διαδικασία η θρησκεία χαρακτηρίζεται από τον ανορθολογισμό. Δεν θεωρεί ότι η γνώση είναι προϊόν της εμπειρίας, της επιστήμης, της αποδεικτικής λογικής (τυπικής και διαλεκτικής) αλλά ανορθολογικής κατά κανόνα διαδικασίας που βασίζεται στη διαίσθηση το βίωμα, την αποκάλυψη, το όραμα, το θαύμα. Ο θεός, αφού έχει δημιουργήσει τον κόσμο και τον δημιουργεί, τον γνωρίζει και τον αποκαλύπτει στους εκλεκτούς του (το παρόν αλλά και το μέλλον) με εντολή να μεταφέροουν την θεία αποκάλυψη και εντολή του στους ανθρώπους και να τους πείσουν να ενεργήσουν σύμφωνα με τη θεία βούληση. Άρα, η θρησκεία έχει ανορθολογικό χαρακτήρα ουσιαστικά και είναι ασύμβατη με την επιστήμη.

Χαρακτηριστική έκφραση του γνωστικού ανορθολογισμού αποτελούν οι φράσεις «πίστευε και μη ερεύνα», «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» και που αναγορεύουν τον ορθολογισμό σε ελάττωμα, αν όχι σε αμάρτημα.

Ο θρησκευτικός ιδεαλισμός έχει πνευματικές και κοινωνικές ρίζες. Στο ανθρώπινο πνεύμα ενυπάρχουν ψυχολογικά χαρακτηριστικά, όπως η πίστη, η βούληση, το συναίσθημα αλλά και διανοητικά στοιχεία, όπως οι αντιλήψεις, οι έννοιες κ.ά. Με γνώμονα τον ψυχονοητικό οπλισμό του ανθρώπου ο Φόυερμπαχ όρισε ότι ο άνθρωπος δημιουργεί το θεό, προβάλλοντας τις πνευματικές του ιδιότητες σ’ ένα πλασματικό ον, και όχι ο θεός τον άνθρωπο. Οι κοινωνικές ρίζες του θρησκευτικού ιδεαλισμοόυ ανάγονται κυρίως στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Οι κυρίαρχες τάξεις έχουν την τάση και το συμφέρον να αποκρύπτουν τις αντιθέσεις, να τις νάγουν στη θεία θέληση, στη δημιουργία της κοινωνίας με τις αντιθέσεις της, σύμφωνα με τη θέληση του θείου στην οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι άνθρωποι και να μη διανοούνται καν ότι μπορούν να παραβιάσουν την κοινωνική τάξη, που έχει ορίσει ο θεός. Σύμφωνα με τις ταξικές αυτές αντιλήψεις η θέση και η πορεία του ανθρώπου στην επίγεια ζωή καθορίζονται από τη θεία μοίρα ενώ η τύχη, στη μετά θάνατον ζωή καθορίζεται από τη συμπεριφορά του απέναντι στους ηθικούς νόμους που έχει ορίσει το υπέρτατο πνεύμα και που αφορούν βέβαια και την κοινωνική και πολιτική τάξη. Η ιστορική αδυναμία του ανθρώπου που να ερμηνεύσει επαρκώς τη φύση και την κοινωνία και να ρυθμίσει με συνειδητό και επωφελή τρόπο τη σχέση του με αυτές τον ωθεί στην επινόηση της θρησκείας και του υποκειμένου της, του θεού, στον οποίο προβάλλει και αναθέτει αυτό το έργο, τη γνώση δηλαδή της φύσης και της κοινωνίας και τη ρύθμιση της σχέσης του με τη φύση και την κοινωνία.


Σταθεροποιητικός παράγοντας του συστήματος

Το θρησκευτικό φαινόμενο στις πολυποίκιλες μορφές του, έχει παγιωθεί στις ταξικές κοινωνίες, αποτελεί κυρίαρχη μορφή της κρατούσας ιδεολογίας. Το θρησκευτικό φαινόμενο λόγω του κοινωνικόυ χαρακτήρα του γνωρίζει έξαρση σε περιόδους κρίσης και όξυνσης των αντιθέσεων. Απεναντίας, σε περιόδους σχετικά ομαλής ανάπτυξης, προοδευτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων, πολιτιστικής ανόδου, παρουσιάζεται πτώση του φανατισμού και του θρησκευτικού ζήλου. Στα χρόνια του Μεσαίωνα κυριαρχεί άγριος σκοταδισμός, θρησκοληψία, φανατισμός, δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Η Ιερή Εξέταση τρομοκρατεί τους κριτικά σκεπτόμενους. Η μισαλλοδοξία βασιλεύει. Στο όνομα της χριστιανικής πίστης άγριοι πόλεμοι ξεσπάνε (Νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου – Σταυροφορίες). Στην Αναγέννηση απεναντίας, η ανάδυση της προοδευτικής τότε αστικής τάξης, οδηγεί σε μια εκκοσμίκευση, σε μια στροφή στα εγκόσμια, στην ανοχή και προστασία της αντίθετης γνώμης και στάσης, σε εξανθρωπισμό του δικαίου (Βολταίρος – Μπεκαρία), σε άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών με εστίαση στο νατουραλισμό και τη χαρά της ζωής, και αποστασιοποίηση, σχετική από τη μεταφυσική.

Τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια αντιστροφή παρατηρείται στον καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες σε αντίθετη κατεύθυνση. Στην περίφημη τριακονταετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε επέλθει κατίσχυση του ορθολογικού επί του ανορθολογικού, που εδραζόταν σε τρεις καίριους πυλώνες: Στην εκρηκτική ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής που αντικειμενικά περιόριζε τον ζωτικό χώρο της μεταφυσικής και του υπερβατισμού. Στην ακμή του αριστερού οράματος, που παρά τις εκφυλιστικές ασθένειες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την ενσωματωτική πορεία της δυτικής Αριστεράς, απέπνεε για τις μάζες το άρωμα μιας εναλλακτικής επίγειας κοινωνίας. Ακόμη, στον μετανεωτερικό, υπαρξιακό, πολιτικό και πολιτιστικό ριζοσπαστισμό της νεολαίας, που αμφισβητούσε τη συμβατικότητα του κατεστημένου και αναζήτησε με εξεγέρσεις έναν αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής. Από τη δεκαετία όμως του ’80 και εφεξής εκδηλώνεται μια κατά κύματα καπιταλιστική κρίση σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, εργασιακό, περιβαλλοντικό, πολιτικό, εθνικό, ιδεολογικό, ηθικό.

Η πολυεπίπεδη και παρατεταμένη κρίση κλονίζει την εμπιστοσύνη στις αναπτυξιακές δυνατότητες της επιστήμης, στη δύναμη των ρυθμιστικών κοινωνικών κανόνων, στην οικονομία της αγοράς και τις καταναλωτικές δυνατότητες. Η Αριστερά σε μια καθοδική πορεία, χάνει την αίγλη και την ελπίδα της εναλλακτικής δυνατότητας. Η νεολαία παθητικοποιείται, βυθίζεται στην ανεργία, ένα τμήμα της με ανώτερες ικανότητες έλκεται από το οικονομικό και κοινωνικό status των γιάπηδων. Το έδαφος κλονίζεται, καταρρέει. Οι βεβαιότητες κλονίζονται. Ο εργαζόμενος καταφεύγει στη σταθερότητα, όπως βαυκαλίζεται, της θρησκείας. Τη στροφή προς τη θρησκεία ενθαρρύνει και η αλλαγή πολιτικής της θρησκευτικής ηγεσίας, όπως και η παγκοσμιοποίηση και μετανάστευση. Η εκκλησιαστική ηγεσία υιοθετεί μια πολιτική στροφή προς τον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η παραδοσιακή άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής και όχι με τα εγκόσμια, εγκαταλείπεται. Επικρατεί πλέον η άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να παρεμβαίνει στα προβλήματα της φτώχειας και της περιθωριοποίησης. Η εγκατάλειψη του κράτους πρόνοιας από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό επιφορτίζει την Εκκλησία με ένα ευρύ φάσμα καθηκόντων, που ανυψώνει το κύρος και την επιρροή της στις μάζες των εξαθλιωμένων. Η θρησκευτικότητα στην Ευρώπη ενισχύεται εμμέσως και από τη μετανάστευση, τεράστιων μαζών από την Ασία και την Αφρική, με ισχυρή θρησκευτική συνείδηση λόγω παράδοσης και αντίξοης διαβίωσης.

Τη θρησκευτικότητα ενισχύει και η παγκοσμιοποίηση, δημιουργώντας υβρίδια. Αναπτύσσεται μια τάση συγκρητισμού της χριστιανικής πίστης με ιδέες και πρακτικές δάνειες από το βουδισμό, τον ταοϊσμό, τον ινδοϊσμό. Αυτά τα υβρίδια απλουστεύουν τη θρησκευτική διαδικασία, ενισχύουν τον προσωπικό χαρακτήρα της, προσδίδουν σε αυτήν νέο ενδιαφέρον.

Στην εποχή της συσσώρευσης προβλημάτων και ερωτημάτων, αβεβαιότητας και φόβου, δεν αναγεννάται απλώς η θρησκευτικότητα, το κοινό δεν αναζητά απλώς θρησκευτικές απαντήσεις στα προβλήματά του, δεν προτιμά απλώς, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, την πίστη από τη γνώση. Αναπτύσσεται και ένας ισχυρός ανορθολογισμός που απορρίπτει τις λογικές ερμηνείες, οδηγηεί σ’ ένα στρουθοκαμηλισμό μη αποδοχής της αλήθειας, δημιουργώντες αυταπάττες και αβάσιμες ελπίδες. Ακραία έκφραση ανορθολογισμού και θεσμικής εχθρότητας προς την επιστήμη και την αλήθεια η άρνηση αρκετών πολιτειών των ΗΠΑ, να συμπεριλάβουν στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα την επιστημονική ερμηνεία της εξέλιξης των ειδών από τον Δαρβίνο. Απόφαση, που δεν εκφράζει την αυθαιρεσία των αρχών, αλλά τη βούληση της πλειοψηφίας των πολιτών που ακόμη και με δημοψηφίσματα επιβεβαίωσαν την προτίμησή τους στη βιβλική περιγραφή της κοσμογένεσης και όχι στην επιστημονική ερμηνεία της. Όταν η επιστήμη και η εφαρμογή της εξοβελίζουν την υπερβατικότητα από το χώρο της πραγματικότητας, οι πιο αδύναμοι ή πιο ευαίσθητοι δεν στρέφονται απλώς στη θαλπωρή της θρησκείας και του μετά θάνατον παραδείσου. Αναζητούν έναν θρησκευτικό Μεσσία, πέφτοντας θύματα της ικανότητάς του να εξαπατά ή έναν πολιτικό Μεσσία, που τους υποβάλλει εξωπραγματικές ή και επικίνδυνες ουτοπίες. Τέτοια φαινόμενα ενδημούν στις ΗΠΑ με αιρέσεις, προφήτες, μεσσίες (στη θρησκευτική μορφή) ρατσιστές, εγκληματικές οργανώσεις, τρομοκράτες (στην πολιτική μορφή). Μάλιστα, αυτές οι συλλογικότητες, ακόμη και οι πολιτικές, δημιουργούν μια τελετουργική διαδικασία, για να υποβάλουν, να υπνωτίσουν τη σκέψη και τη βούληση των μελών τους. Και σήμερα, εξάλλου, θρησκευτικού τύπου τελετουργία υιοθετούν κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, για να εντυπωσιάζουν και να παγιδεύουν τα μέλη τους (μασόνοι, ακροδεξιές οργανώσεις κ.ά.).

Τον ανορθολογισμό ευνοεί το ότι η επανεμφάνιση της θρησκευτικότητας γίνεται, σε μεγάλο βαθμό με τη φονταμενταλιστική ανανέωση της θρησκείας ή πτέρυγάς της. Δηλαδή με την τυφλή και φανατική πίστη και προσήλωση σε μια θρησκεία ή ιδεολογία, την άρνηση οποιασδήποτε κριτικής και αυτοκριτικής, τη συναισθηματική και βιωματική σχέση με αυτήν, το μίσος για τους ετερόδοξους (μισαλλοδοξία).

Ο σύγχρονος καπιταλιστικός κόσμος απειλεί με υποβάθμιση εθνικές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές ομάδες. Έτσι, στην απόγνωσή τους, τις ωθεί στην αναζήτηση ή δημιουργία θρησκευτικού ή πολιτικού ερείσματος ριζοσπαστικού και δυναμικού. Αφοσιώνονται απόλυτα σε αυτό και είναι πρόθυμοι να καταφύγουν και σε ακραίες δράσεις κατά της απειλής υποβάθμισής τους. Ο φονταμενταλισμός, θρησκευτικός και πολιτικός, έχει αντιδραστικό χαρακτήρα: Δεν αναζητά λύσεις, απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις, επιδιώκει την παραδειγματική καταστροφή, χαρακτηρίζεται από αδιαλλαξία, μισαλλοδοξία, ωμότητα. Μορφή πολιτικού και θρησκευτικού φονταμενταλισμου αποτελούν στις ΗΠΑ οι συντηρητικοί Ευαγγελιστές. Υποστηρίζουν τη βία, χωρίς να την ασκούν οι ίδιοι. Υποστήριζαν την εισβολή στο Ιράκ και τους πολύνεκρους βομβαρδισμούς. Από την ανάλυση της κατάστασης αρκέστηκαν στις διαβεβαιώσεις του Μπους ότι το Ιράκ έχει μεγάλο αριθμό όπλων μαζικής καταστροφής. Διαθέτουν ισχυρό λόμπι στο Κογκρέσο και στο Προεδρικό επιτελείο, ελέγχουν ένα σημαντικό μέρος των ΜΜΕ. Οι συντηρητικοί Ευαγγελιστές (και άλλες παρόμοιες θρησκευτικές οργανώσεις στις ΗΠΑ) έχουν διαμορφώσει μια θρησκευτικο-πολιτική κουλτούρα, που εκφράζεται και επικεντρώνεται σ’ ένα πατριωτικό αμερικάνικο μεσσιανισμό. Οι ΗΠΑ οφείλουν και δικαιούνται να επεμβαίνουν σε αντιδραστικά καθεστώτα και να εγκαθιστούν μιαν αμερικανικού τύπου δημοκρατία. Σύμφωνα με τις αναλύσεις τους είναι αδιανόητο αυτοί οι λαοί να προβάλλουν αντιστάσεις στους Αμερικάνους εισβολείς. Πρέπει να δέχονται με ευγνωμοσύνη την επέμβαση των ΗΠΑ, που έχει ως αποστολή τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας τους. Το λόμπι των Ευαγγελιστών έχει υποστηρίξει και παροτρύνει την εισβολή στη Χιλή, τη Βενεζουέλα, το Ιράκ, κ.ά. Παράλληλα, η αμερικάνικη κρατική πολιτική, υποστηρίζει προτεσταντικά λόμπι για τη διείσδυσή τους στην Ανατολική κυρίως Ευρώπη, όπου υπάρχει ισχυρό ιδεολογικό και θρησκευτικό κενό. Τον τόνο του θρησκευτικού και πολιτικού ανορθολογισμού και μεσσιανισμού τον δίνει η ίδια η ηγεσία των ΗΠΑ. Ο Ρήγκαν χαρακτήριζε τη Σοβιετική Ένωση «αυτοκρατορία του κακού», ενώ ο Τζ. Μπους μιλούσε για το «θεόσταλτο» καθήκον της Αμερικής και χαρακτήριζε τους εχθρούς των ΗΠΑ «άξονα του κακού». Από την άλλη μεριά, στον μουσουλμανικό κόσμο παρατηρείται άνοδος του φονταμενταλισμού. Ο ισλαμικός αντιιμπεριαλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκρότηση πατριωτικής ισλαμικής ταυτότητας, σαφώς βρίσκεται σε υποχώρηση, ενώ σταδιακά κυριαρχεί ο ακραίος φονταμενταλισμός στη ρητορική και την πολιτική τους. Οι ΗΠΑ χαρακτηρίζονται ως ο «Μεγάλος Σατανάς», ενώ το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα διεγείρεται με την αναφορά στις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα και την ανάγκη εκδίκησης. Παράλληλα, αυξάνονται οι επιθέσεις στους οπαδούς άλλων δογμάτων (επιθέσεις ενάντια στους κόπτες Χριστιανούς στην Αίγυπτο).

Οι ισλαμιστές φονταμενταλιστές, όπου έχουν δύναμη, επιβάλλουν το ισλαμικό δίκαιο (σαρία). το κοσμικό δίκαιο εκτοπίζεται, η θέση των γυναικών με την επιβολή της σαρία επιδεινώνεται στο έπακρο. Η τρομοκρατία με τον θρησκευτικό μανδύα του πολέμου κατά των απίστων (Τζιχάντ) διογκώνεται με τυφλές επιθέσεις ακόμη και κατά αμάχων. Η ανοχή σε άλλα θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η παιδεία και ο πολιτισμός υποτάσσονται όλο και πιο ασφυκτικά στον θρησκευτικό φανατισμό. Τα παιδιά σε ορισμένες περιπτώσεις φοιτούν σε ιεροδιδασκαλεία, έχουν ως μοναδικό βιβλίο το Κοράνι, ενώ η φοίτηση των κοριτσιών σε μικτά σχολεία (ακόμη και δημοτικά) απαγορεύεται. Ακόμη και οι αντιθέσεις δεν προσδιορίζονται με τον πολιτικό, αλλά με τον θρησκευτικό χαρακτήρα τους (για παράδειγμα Σουνίτες, Σιίτες). Η θρησκεία δεν είναι απλώς στοιχείο προσδιοριστικό της εθνικής συνείδησης, αλλά αρχή και βάση της οργάνωσης της κοινωνίας στο σύνολό της.



Θρησκεία και πολιτική

Oι φονταμενταλιστές κάθε δόγματος ενισχύονται και επιδιώκουν τη θρησκευτικοποίηση της κοινωνίας, την επιβολή, δηλαδή, της θρησκείας ως καθοριστικού παράγοντα της κοινωνικής ζωής. Αυτή η τάση παρατηρείται στο λόμπι των ευαγγελιστών στις ΗΠΑ, που είναι πανίσχυρο και σαφώς επηρεάζει τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, ακόμη και στα πιο σημαντικά ζητήματα. Στο Ισραήλ καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν τα κόμματα του ορθόδοξου Ιουδαισμού, τα οποία θρησκειοποιούν την κοινωνία και τις κυβερνήσεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο θρησκευτικός φανατισμός και η εμπάθεια να κυριαρχεί στην πολιτική και κοινωνική ζωή και, να οδηγεί στην παραβίαση, με ευρεία λαϊκή συναίνεση, των στοιχειωδών εθνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Το Ιρανικό καθεστώς έχει εγκαθιδρύσει δύο παράλληλες εξουσίες, την κρατική-πολιτική και την ισλαμική-θρησκευτική, με σαφή υπεροχή της δεύτερης έναντι της πρώτης όπως ρητά δηλώνεται στον τίτλο του κράτους «Ισλαμική Δημικρατία του Ιράν». Άγριος σκοταδισμός κυριαρχεί στα αυστηρά Ισλαμικά καθεστώτα, με προεξέχουσα τη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη, τα Εμιράτα κ.α. Ακραία θρησκευτικοποίηση παρατηρείται και σε καθεστώτα με εθνικοαπελευθερωτικές παραδόσεις ή και «σοσιαλιστική» ρητορική, όπως οι «Αδελφοί μουσουλμάνοι» της Αιγύπτου, το Ισλαμικό κόμμα στην Τυνησία, που υλοποίησαν τις μαγαλειώδεις λαϊκές εξεργέσεις, για να επιβάλουν την ισλαμική ιδεολογία τους στην κοινωνία πραγματοποιώντας πολιτικά κομπρεμί με τα δικτατορικά καθεστώτα Μουμπάρακ και Μπεν Αλί, καταστέλλοντας με άγρια βία τις νέες εξεργέσεις, υποκινώντας επιθέσεις στους Χριστιανούς κόπτες, ενισχύοντας τη σαρία και την μπούρκα. Άγριος σκοταδισμός επικρατεί στο Αφγανιστάν, όπου η πολεμική αντιπαράθεση, έχει και σαφές θρησκευτικό χρώμα, ενώ τα μόνα σχολεία είναι τα ιεροδιδασκαλεία στα οποία μόνο το Κοράνι διδάσκονται, ενώ δεν επιτρέπεται η φοίτηση κοριτσιών. Η μπούρκα είναι αυστηρά υποχρεωτική. Στο κοσμικό καθεστώς της Κεμαλικής Τουρκίας, ισχυρή είναι πλέον η παρουσία του Ισλαμισμού στο κομματικό σύστημα, ενώ εντείνονται οι περιορισμοί στην εμφάνιση και δημόσια παρουσία και δράση των γυναικών. Σε δολοφονικές και τρομοκρατικές ενέργειες σε αυξανόμενο βαθμό προβαίνουν και οι σιχ της Ινδίας.

Ένα πολιτικό και ηθικό αντιμοντερνισμό (όπως η απαγόρευση χρήσης προφυλακτικών, αν και στην Αφρική το AIDS έχει προσλάβει μορφή επιδημίας) προβάλλει η Καθολική Εκκλησία ενώ στην ανατολική Ευρώπη προωθεί τον καθολικισμό ως κοσμοθεωρία και τρόπο αντιμετώπισης των αντιξοοτήτων, με όχημα την ψευδο-ορθόδοξη Ουνία. Στην Ελλάδα και στις σλαβικές χώρες η ορθοδοξία συναιρώντας την ηττημένη σοσιαλιστική ιδεολογία αλλά και τον παραδοσιακό εθνικισμό και την εχθρότητα προς τη Δύση αναπτύσει τον αντδυτικισμό όπου γνωρίζει έξαρση στα πλάισια του γερμανικού επεκτατισμού.



Αντιδραστικός εθνικο-θρησκευτισμός

Στην Ελλάδα την παραδοσιακή μορφή φανατισμού εκπροσωπούν οι παραθρησκευτικές οργανώσεις (με ισχυρότερη τη Ζωή). Παρά την οργανωτική τους ισχύ, τον πουριτανισμό τους, τις διασυνδέσεις με τα κρατικοπολιτικά κέντρα (ισχυρός ήταν ο ομφάλιος λώρος με το καθεστώς της 21 Απριλίου) δεν απέκτησαν ισχυρή λαϊκή επιρροή και βρίσκονται σε σαφή κατιούσα πορεία.

Ο τυπολατρικός ευσεβισμός των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων αν και εξακολουθεί να επηρεάζει την ιεραρχία της Εκκλησίας, σαφώς υποχωρεί, ενώ ενισχύεται η νεοορθοδοξία ως «θεολογία του προσώπου» με μια μυστικιστική αντίληψη προσωπικής επικοινωνίας και σχέσης με το θείο. Ενισχύεται ως εθνικοθρησκευτική αντίληψη, γιατί ώς συγκροτημένη κίνηση έχει αποδυναμωθεί, και κυρίως πλέον ως αντιδυτικισμός, στον οποίο αντιπαραθέτει την εξιδανικευμένη «καθ’ ημάς Ανατολή». Η ορθοδοξία αποτελεί απ’ την εποχή του ελληνικού διαφωτισμού βασικό συστατικό της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Αυτή η σύνθεση δημιουργεί τον συντηρητικό, αμυντικό, εσωστρεφή χαρακτήρα της εθνικοθρησκευτικής ιδεολογίας του ελληνικού κράτους και της ιδεολογίας. Η οποιαδήποτε απόπειρα εκσυγχρονισμού και εμπλουτισμού αυτής της εθνικοθρησκευτικής συνείδησης με νεωτερικές προοδευτικές αντιλήψεις, με κριτήριο τον πολιτισμό έναντι της καταγωγής (Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας – Ισοκράτης) αντιμετωπίζεται ως διασάλευση και υπονόμευση της εθνικής συνείδησης, ως προδοσία που οδήγησε χιλιάδες αγωνιστές στα στρατοδικεία…

Αυτός ο αντιδραστικός εθνικο-θρησκευτισμός διαπερνά το κράτος και το συνδέει με την εκκλησία. Άλλο ζήτημα: Η σύμπλεξη θρησκευτικής-ανορθολογικής διδασκαλίας με την ορθολογική-επιστημονική παιδεία δημιουργούν άλυτα οξύμωρα που υπονομεύουν την πνευματική συγκρότηση του νέου. Απ’ τη μία, ο νέος γίνεται δέκτης επιστημονικών γνώσεων σ’ όλα τα πεδία του επιστητού. Απ’ την άλλη, γίνεται δέκτης μεταφυσικών και ανορθολογικών αντιλήψεων για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου απ’ τον θεό. Αυτές οι αντιλήψεις είναι διαμετρικά αντίθετες και ασύμβατες, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες σύγκλισης πίστης και επιστήμης.

Γενικότερα το πρόβλημα σύμπλεξης κράτους-εκκλησίας αποστερεί απ’ το άτομο το δικαίωμα της ελευθερίας συνείδησης. Ο αμυντικός και ανορθολογικός χαρακτήρας της εθνικοθρησκευτικής συνείδησης «άστραψε και βρόντηξε» υπό τη σκέπη του λάβαρου της Επανάστασης, όταν ο εκσυγχρονιστής Σημίτης (για τους δικούς του λόγους) επιχείρησε να διαγράψει το θρήσκευμα απ’ την αστυνομική ταυτότητα και επίσης λόγω της άμβλυνσης όντως των εθνικών, κοινωνικών, πολιτικών αντιθέσεων στο βιβλίο της Ρεπούση. Ο εθνικοθρησκευτικός συντηρητισμός δίνει λαβή στην Χρυσή Αυγή να εμφανίζεται ως υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, των ιερών και οσίων του έθνους. Γι’ αυτό, πρωταγωνίστησε στα επεισόδια στο θέατρο που παιζόταν το θεατρικό έργο Corpus Christi, επιχειρώντας να ματαιώσει τις παραστάσεις. Αρχικά, κέρδισε την επιδοκιμασία ορισμένων, ακροδεξιών κυρίως, ιεραρχών. Ο απροκάλυπτος όμως παγανισμός της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής και ο κτηνιώδης ρατσισμός της, που είναι διαμετρικά αντίθετος με το ανθρωπιστικό κήρυγμα του Χριστού, μετέστρεψαν το κλίμα και ώθησαν τους περισσότερους ιεράρχες στην αποδοκιμασία των απόψεων της Χ. Αυγής. (Καταδίκασε τις απόψεις τους ακόμη και ο υπερσυντηρητικός Σεραφείμ Πειραιώς, που φωτογραφιζόταν μαζί τους).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο φάσμα μιας επαναθρησκειοποίησης, μιας «επαναμάγευσης» του κόσμου, που είχε σε μεγάλο βαθμό «απομαγευθεί» απ’ την εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνικής, απ’ το αριστερό όραμα μιας δίκαιης, ορθολογικής κοινωνίας των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών. Το ζήτημα δεν είναι απλώς η επάνοδος του θεού στην κορυφή της ιδεολογικής πυραμίδας του καπιταλισμού. Είναι η επέλαση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που κουβαλάει στα κιτάπια του τα ιδεολογικά όπλα της απάτης και αυταπάτης, της υποβολής και της μαγείας, του φόβου και της απειλής, του μυστικισμού, του ανορθολογισμού, του σκοταδισμού…


του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

πηγή: ΠΡΙΝ

Συνέχεια...

Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα

Posted: by παντιγέρα in
0
Η πολιτική απάθεια είναι ένα φαινόμενο που απασχόλησε και απασχολεί πολλούς διανοούμενους και κοινωνικούς επιστήμονες. Αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που χάνει την δημιουργικότητα της και σκάβει βαθειά τα θεμέλια του μαρασμού της. Αν προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό της πολιτική απάθειας, θα λέγαμε ότι είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία οι άνθρωποι ως σύνολο παύουν να λειτουργούν ως ενεργά πολιτικά υποκείμενα, παύουν να θεωρούν εαυτούς ικανούς να αναλάβουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων που καθορίζουν την ζωή τους, τέλος, παύουν να γίνονται δημιουργοί νέων αξιών, εκφραστές μιας διαφορετικής κοινωνικής θέσμισης ή οραματιστές μιας ουτοπίας του «μη-είναι-ακόμη», αγνοώντας κάθε έννοια αυτονομίας. Αντίθετα ακολουθούν μια στάση η οποία είναι παθητική, εσωστρεφής, ατομικιστική ή όπως λέει και ο Κ. Καστοριάδης προτιμούν την «ησυχία από την ελευθερία».

Το φαινόμενο της πολιτικής απάθειας δεν εξηγείται μόνο με οικονομικούς και πολιτικούς όρους, αλλά έχει κυρίως ψυχολογική βάση . Όπως φαίνεται και από την ίδια την ρίζα της λέξης, η «απάθεια» προέρχεται από το στερητικό α και το ουσιαστικό Πάθος. Η λέξη Πάθος, από το ρήμα πάσχω, στη φιλοσοφία έχει νόημα αρνητικό, δηλώνει την συναισθηματική προσκόλληση σε ένα αντικείμενο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να χάνεται η κυριαρχία την λογικής σκέψης, κάτι που φυσικά οδηγεί στην ψυχική αδυναμία και στην εξάρτηση. Ειδικά οι θετικιστικές φιλοσοφίες και η θρησκευτική μεταφυσική θεωρούν τα πάθη ως ελαττώματα που πρέπει εξαλειφθούν προκειμένου να κυριαρχήσουμε στον εαυτό μας. Αντίθετα στην ποίηση, στην λογοτεχνία, στην τέχνη, το πάθος έχει συνδεθεί με τον άκρατο ενθουσιασμό, την επιμονή στην επίτευξη ενός υψηλού στόχου, την ψυχική εκείνη διάθεση που οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού. Το πάσχειν έχει τραγική υπόσταση και προκαλεί στο κοινό δέος και σεβασμό για τον ήρωα που θυσιάζει και θυσιάζεται προκειμένου να πετύχει το στόχο του, ο οποίος δεν είναι στόχος εγωιστικός αλλά έχει μια κοινωνική και κοσμική διάσταση. Επομένως, η διαλεκτική του πάθους αναδύει νέες μορφές• ενώ καταστρέφει το παλιό, δημιουργεί καινούργιες αξίες και νοηματοδοτεί εξ’ αρχής τον κόσμο. Το πεδίο όμως όπου το πάθος αναδεικνύει θετικά την δημιουργικότητα του είναι η Πολιτική. Η πολιτική ως η δημιουργία νέων θεσμών και όχι ως μικροκομματικό συμφέρον. Το πάθος στην πολιτική λοιπόν όταν εκφράζει καταστροφικότητα συνδέεται με την ανατροπή μιας κατεστημένης συνθήκης. Ακυρώνει την υπάρχουσα δομή μιας κοινωνίας και αμφισβητεί την κυρίαρχη εξουσία, συνάδει με το πρόταγμα της ελευθερίας και θέτει τα θεμέλια της επαναστατικής συνείδησης. Όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι ανέφεραν το «Αστυνόμους Οργάς» (το αστυνόμους εδώ δεν έχει καμία σχέση με τα γουρούνια, αλλά με τους νόμους του Άστεως και το Οργάς σημαίνει το πάθος, την έντονη θέληση για κάτι) εννοούσαν ακριβώς αυτό: την ενθουσιώδη ορμή για την θέσμιση των νόμων της πόλεως, ή πιο απλά την παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Δυστυχώς το συλλογικό «πολιτικό πάθος» δεν εκφράστηκε παρά σε ελάχιστες στιγμές της ιστορίας. Το βλέπουμε να κυριαρχεί στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνος, στις απαρχές της Γαλλικής επανάστασης, στις εργατικές εξεγέρσεις του 1848, στην Παρισινή κομμούνα του 1871, στη μεγάλη απεργία του 1905 στην Πετρούπολη της Ρωσίας, στα σοβιέτ του 1917 της επίσης αντιτσαρικής Ρωσίας, στην Ισπανικό εμφύλιο του 1936, το Μάη του 1968 και φυσικά σπέρματα του υπάρχουν σε πολλά αυτόνομα και αντι-εξουσιαστικά κινήματα της σημερινής εποχής.

Το ερώτημα όμως που αναδύεται είναι, γιατί το πάθος για το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα; Γιατί οι άνθρωποι αποτραβιούνται στην ιδιωτική τους ζωή και αφήνουν το κάθε τυχάρπαστο/ους να κατευθύνει/ουν τη μοίρα του; Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να μην αγωνίζονται για την χειραφέτηση τους, όταν απειλούνται τα πιο απλά, αλλά ζωτικά, συμφέροντα τους και το χειρότερο να επιδοκιμάζουν και να συναινούν στους αυταρχικούς κανόνες που τους επιβάλλονται. Τι οδηγεί τον Βίλχελμ Ράϊχ να γράφει ..«ότι εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί δεν είναι γιατί κλέβει ο πεινασμένος ή γιατί απεργεί το θύμα της εκμετάλλευσης, ο εργάτης, αλλά γιατί δεν κλέβει και δεν απεργεί;» που φυσικά παραπέμπει στο συμπέρασμα: «Το κύριο ζήτημα δεν είναι να αποκτήσει ο πολίτης συνείδηση της κοινωνικής του ευθύνης – αυτό εξυπακούεται. Το ζήτημα είναι τι αναστέλλει, τι αναχαιτίζει τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής του ευθύνης». Και για να μιλήσουμε για το σήμερα, τι είναι αυτό που οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους να θεωρούν παράφρονες και κομπλεξικούς αρχηγίσκους σαν τους μόνους ικανούς για την λύση των προβλημάτων τους και το ξεπέρασμα της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης;

Παραφράζοντας τον Νίτσε που λέει ότι πρέπει να γραφτεί μια ιστορία της «Φυσιολογίας της ηθικής», έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να γράψουμε μια Φυσιολογία της Απάθειας. Ο Γάλλος Εtienne de la Βoetie (1530-1563), από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό στο έργο του «Πραγματεία περί εθελοδουλείας» (εκδ. Πανοπτικόν – 2002), αδυνατεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο. Περιγράφει με γλαφυρό και κοροϊδευτικό τρόπο το πώς οι λαοί επιτρέπουν στον εαυτό τους να κυβερνώνται από ένα βασιλιά, ενώ θα μπορούσαν έτσι απλά, με το να μην θέλουν, να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση, χωρίς καν να χυθεί μια σταγόνα αίματος. Αναφέρει επίσης ότι οι άνθρωποι επιλέγοντας να ζουν σε αυταρχικές δομές δεν είναι ούτε άνθρωποι – καθώς η ελευθερία αποτελεί φυσική κατάσταση του είδους – αλλά ούτε και ζώα, γιατί ακόμα και τα ζώα όταν περιοριστεί η ελευθερία τους ή όταν βρίσκονται σε συνθήκες αιχμαλωσίας αντιστέκονται τόσο έντονα που φτάνουν στο σημείο να αυτοτραυματίζονται.

Επομένως η απουσία πάθους για τη πολιτική ή αλλιώς, η διαστροφή του πάθους, με την αρνητική του σημασία, ως αδυναμία ελέγχου του εαυτού μας αλλά και ως ασυνείδητη επιθυμία που πάση θυσία πρέπει να ικανοποιηθεί, βασιλεύει στις εξουσιαστικές με καπιταλιστικό προσανατολισμό κοινωνίες. Στρέφεται σε υποκατάστατα και τρέφεται από αυτά, η δε δυναμική του είναι τέτοια που εύκολα αποκτά δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ο υπερβολικός καταναλωτισμός, η θρησκεία (ειδικά εδώ διαπιστώνουμε ένα παράλογο πάθος πολύ έντονο και διαδεδομένο που ξεπερνάει κάθε φαντασία), η προσήλωση στα κόμματα, το lifestyle και ο εμπορικός αθλητισμός (ποδόσφαιρο κλπ.). Δεν θα ήταν παράλογο αν λέγαμε ότι ολόκληρη η οικονομία και η θέσμιση της βασίζεται σε αυτού του είδους τα αρνητικά πάθη. Το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας με όλες τις αλλοτριωτικές της συνέπειες αναλίσκεται ακριβώς πάνω στην παράλογη ικανοποίηση των παραπάνω ψευδο-αναγκών. Φαίνεται ότι το πάθος του οικονομισμού σκοτώνει το πάθος για ελευθερία. Δεν είναι δύσκολο επομένως να καταλάβουμε ότι αυτά τα πάθη καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία που αναπόφευκτα δημιουργούν και τις αντίστοιχες δομές, την ιεραρχία, τις σχέσεις ανταγωνισμού και εξουσίας, για χάρη των οποίων οι άνθρωποι αναγκάζονται να θυσιάσουν κάθε έννοια πολιτικής χειραφέτησης και προτάγματος της αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτή τη κατάσταση καλλιεργεί μέσα από την εκπαίδευση, την οικογένεια, τη θρησκεία και τα ΜΜΕ τα ατομικά υπερ-εγώ, τις ασυνείδητες δηλαδή παραστάσεις που έχουν υφή καταναγκασμού και που ταυτίζονται με τα παραπάνω πρότυπα ώστε να τα αναπαράγουν.

Οι Μαρξιστές δεν έδωσαν ποτέ σημασία στη κοινωνιολογία της απάθειας. Δεν αναγνώρισαν ποτέ αυτό το φαινόμενο, αν και υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να διαπιστώσουν ότι η απάθεια ως ένα βαθμό απορρέει από την αλλοτρίωση που γεννούν οι παραγωγικές σχέσεις. Μάλλον οι μαρξιστές ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για την κυριαρχία της πρωτοπορίας του κόμματος παρά για το πώς σκέφτονταν και αισθάνονταν οι μάζες ώστε να οδηγηθούν γρηγορότερα στην επανάσταση. Θεώρησαν την επανάσταση ως μια κοινωνική πρακτική που θα την έφερνε το πλήρωμα του χρόνου με γραμμικό και αιτιοκρατικό τρόπο.

Από την άλλη ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αν και γενικά θεωρεί ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη φύση στο άνθρωπο, με την έννοια της αναλλοίωτης ουσίας, στα ώριμα έργα του πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι κατά βάση οκνηρός, ότι από τη φύση του ρέπει σε συμπεριφορές που τον καθιστούν παθητικό και αδιάφορο. Προφανώς ο μεγάλος διανοητής της αυτονομίας κουράστηκε να αντικρίζει τους ανθρώπους να προτιμούν τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες και τα φανταχτερά αμάξια από τον αγώνα για την ελευθερία, που θα τους εξασφάλιζε όχι καλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αλλά την ίδια τη συμμετοχή τους στην διαμόρφωση των θεσμών, κάτι που αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνεται από μια ομάδα αμόρφωτων, κερδοσκόπων και πολιτικά ανίκανων εξουσιαστών. Κατέληξε δε σε αυτό το συμπέρασμα ύστερα από δεκαετίες αγώνων σε όλα τα επίπεδα.

Το ερώτημα λοιπόν τη πολιτικής απάθειας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να απασχολήσει όλους όσους θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Οφείλουμε να δούμε την κοινωνική επανάσταση όχι σαν μια αναλαμπή της ιστορίας που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά ως διαδικασία θεσμική, ως πραγματικότητα της καθημερινής ζωής που συντελείται με αστείρευτη ενέργεια, δημιουργικότητα, φαντασία και φυσικά πάθος για ζωή και ελευθερία.

πηγή: eagainst.com

Συνέχεια...

ΜΗ ΔΟΥΛΕΥΕΤΕ ΠΟΤΕ «ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ»

Posted: by παντιγέρα in
0
Κείμενο της Συντακτικής Ομάδας του ZERO GEOGRAPHIC για την Πρωτομαγιά.

Οι επαναστάτες πάντα ζητούσαν την κατάργηση της εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα και την αντικατάστασή της με τη δημιουργική εργασία και το παιχνίδι σε μια μετάεπαναστατική κοινωνία. Ο Σταύρος Καλλέργης ζητά 2 ώρες εργασία μάξιμουμ και ο Όσκαρ Ουάιλντ την αντικατάσταση των εργατών από μηχανές. Ο Πωλ Λαφάργκ υμνεί το δικαίωμα στην τεμπελιά. Σε μια φυσιολογική κοινωνία χρειάζεται ελάχιστη εργασία για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του ατόμου. Ο καπιταλισμός δημιουργεί την υπεραξία και την εκμετάλλευση του εργάτη. Η εργασία της καπιταλιστικής παραγωγής (π.χ. 8ωρο-12ωρο) φαίνεται ότι δεν είναι παρά η διεστραμμένη τάση του εργοδότη να παραποιήσει την ανθρώπινη φύση προς όφελός του (υπεραξία της εργασίας και καπιταλιστικό κέρδος).

Οι σοσιαλδημοκράτες παίξανε ιστορικά το βρώμικο ρόλο της αποδοχής από την εξουσία της αρρωστημένης αυτής εργατικής εκμετάλλευσης. Τελικά το 8ωρο, που καθιερώθηκε επίσημα, παρουσιάστηκε σαν κάτι φυσιολογικό, οι καπιταλιστές σαν συνάνθρωποί μας και η καταναλωτική κοινωνία σαν η ουτοπία που πήρε τη θέση του κουμμουνισμού. Σαν απάντηση στη σοσιαλδημοκρατική και νεοφιλελεύθερη συμμαχία ο Γκυ Ντεμπόρ δηλώνει τη δεκαετία του ’60 το αυτονόητο «Μη δουλεύετε ποτέ».

Κάθε φορά που ο καπιταλισμός περνάει κρίση, οι καπιταλιστές δείχνουν στους εργάτες πόσο σέβονται την εργατική συνθήκη του 8ώρου. Η αποχαύνωση των μικροαστών εργατών τελείωσε πρόσφατα. Ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός επέστρεψε τον εργάτη από τη θαλπωρή του 8ωρου στην πραγματική του θέση εντός καπιταλισμού: αυτή της Δουλείας.

Έχεις δει εργοδότη καλό; Η μοίρα του εργαζόμενου και του ανέργου σε όλο τον κόσμο είναι κοινή: εκμετάλλευση, εκπόρνευση, ρατσισμός…. Η μόνη λύση είναι το ξεπέρασμα της εργασίας και όχι η επιστροφή στη «χρυσή» εποχή της ΠΑΣΟΚίλας. Η εργασία πρέπει να καταργηθεί. Οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές που ζητάνε την επιστροφή στην προηγούμενη χρυσή εποχή δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά μια τρύπα στο νερό.

Σήμερα 1η Μάη θυμόμαστε τους «ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟ». Είναι τουλάχιστον ιεροσυλία να μη δηλώνεται πουθενά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν αγωνίστηκαν για το 8ωρο αλλά για την κατάργηση της εργασίας και του καπιταλισμού και για το πέρασμα σε μια αντιεξουσιαστική κοινωνία. Το 8ωρο ήταν αυτό που προσέφεραν οι εργοδότες και η εξουσία για να ηρεμήσουν τα εξεγερμένα πλήθη και να προσεταιριστούν τους ρεφορμιστές στην πάλη ενάντια στους εργαζομένους.



ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ



Συντακτική ομάδα ZeroGeographic


Συνέχεια...

Από τη δουλοπρέπεια στην αυτοοργάνωση

Posted: by παντιγέρα in
0
Σύμφωνα με το Άρθρο 22.1. του Συντάγματος «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βεβαίως αυτό αποτελεί σχήμα οξύμωρο σε μία χώρα όπου ένας στους δύο νέους παραμένει άνεργος, τρεις στους δέκα πολίτες βρίσκονται στα όρια της Φτώχειας, ενώ και ο κατώτατος μηνιαίος μισθός πλέον ορίζεται σε λιγότερο από 500 ευρώ. Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να ασκήσουμε έντονη κριτική στο ρόλο του Κράτους και στον τρόπο που ερμηνεύονται ακόμη και τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Εργασίας.

Η ανεργία ως “σημείο ισορροπίας” της Οικονομίας

Η ανεργία φυσικά αποτελεί «βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της καπιταλιστικής οικονομίας» καθώς φέρνει στην επιφάνεια όλα τα κακώς κείμενα και τις αδικίες του συστήματος. Σε περιόδους μάλιστα παρατεταμένης υψηλής ανεργίας γίνεται ευκολότερα αντιληπτό πως ο καταμερισμός του Πλούτου βάσει της εργασίας αποτελεί φενάκη και πως στην πραγματικότητα ο Πλούτος μοιράζεται κυρίως μεταξύ αυτών που κατέχουν τη Γη, τα Τεχνολογικά Μέσα, τα Μέσα Παραγωγής κοκ., δηλαδή σε αυτούς που κατέχουν ήδη το μεγαλύτερο κομμάτι του Δημόσιου Πλούτου.

Με άλλα λόγια η ανεργία σε μία καπιταλιστική οικονομία δεν είναι κάποιο ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο, αλλά μία τελική έκφραση (αποτέλεσμα) των δράσεων του «αόρατου χεριού» που κινεί την οικονομία και όχι ένα πρόβλημα που προσπαθεί αυτό να λύσει. Για την ακρίβεια, το μόνο πρόβλημα που αποζητά λύση σε μία ελεύθερη αγορά είναι με ποιο τρόπο θα αυξηθούν τα κέρδη του καθενός, ενώ η ανεργία αποτελεί όντως πρόβλημα μόνο από τη στιγμή που απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα περισσότερο της άρχουσας και λιγότερο της πλειοψηφικής τάξης.

Η έλλειψη αυτάρκειας ως θεμέλιος λίθος της ανισότητας

Σε μία κοινωνία όπου η αυτάρκεια είναι δεδομένη, η διανομή του Πλούτου θα μπορούσε να γίνει βάσει ενός άλλου ακόμη πιο βασικού ανθρώπινου δικαιώματος, αυτού της Ισότητας των ανθρώπων. Παρόλα αυτά η θέσπιση της Εργασίας ως «αναφαίρετου» δικαιώματος πραγματοποιήθηκε κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις σημερινές και κύρια από αυτές ήταν σαφέστατα η έλλειψη αυτάρκειας, χωρίς να παραγνωρίζεται φυσικά και ο ρόλος της τότε άρχουσας τάξης.

Ως αυτάρκεια θα μπορούσαμε να ορίσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν μπορεί να υπάρχει με αυτά που ήδη έχει. Στον καπιταλισμό η μόνη επιλογή που διαθέτει κάποιος που βρίσκεται αντιμέτωπος με την έλλειψη (μη αυτάρκεια) είναι να ανταλλάξει κάτι αστείρευτο, κάτι που διαθέτει σε μία σχετική αφθονία ή κάτι που είναι χρήσιμο σε κάποιον άλλον.

Η “οικειοθελής εργασία” ως υποχρεωτική στέρηση της Ελευθερίας


Αν τώρα κάποιος δεν είχε την τύχη να είναι ήδη κάτοχος κάποιου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε να του αποφέρει κέρδος, τότε το μόνο που διαθέτει είναι ο χρόνος του και οι τεχνικές, γνωστικές ή άλλες ικανότητές του. Και φυσικά σε αυτή την περίπτωση η λύση στο πρόβλημα της «φτώχειας» του έρχεται λ.χ. από τον ιδιοκτήτη της Γης, ο οποίος του προσφέρει εργασία με κάποιο χρηματικό ή οποιοδήποτε άλλο «κοινά αποδεκτό» οικονομικό αντάλλαγμα.

Η εργασία όμως αποτελεί το μόνο όχημα που μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή Πλούτου, άρα και η ατομική ιδιοκτησία ως κατοχύρωση του Πλούτου σε κάποιον μπορούμε να πούμε πως αποτελεί αντικειμενοποιημένη (ρευστοποιημένη) εργασία, κάτι που σημαίνει πως η Γη και η παραγωγή της είναι λογικότερο και δικαιότερο να ανήκουν σε αυτόν που την καλλιεργεί, παρά σε εκείνον που απλώς την κατέχει, καθώς η ιδιοκτησία – σε αντίθεση με την εργασία – δεν παράγει Πλούτο. Οτιδήποτε πέραν τούτου συνιστά αφόρητη αδικία, την οποία δυστυχώς σήμερα αποδεχόμαστε ως θέσφατο.

Από τη μία λοιπόν η αναγκαστική εργασία, δηλαδή η δουλεία, θεωρείται πως παραβιάζει το δικαίωμα στην Ελευθερία, κι από την άλλη η διανομή του Πλούτου εικάζεται πως γίνεται βάσει αυτής. Κατά συνέπεια, αν κάποιος που δεν κατέχει κάποιο εκμεταλλεύσιμο περιουσιακό στοιχείο επιθυμεί να λάβει μερίδιο του συνολικού Δημόσιου Πλούτου θα πρέπει να εργαστεί. Με αυτόν τον τρόπο θυσιάζεται μέρος της ελευθερίας του καθενός μας στο βωμό της εξάλειψης της φτώχειας μας και φυσικά στο βωμό του κέρδους αυτών που ήδη σφετερίστηκαν τον Δημόσιο Πλούτο πριν από εμάς.

Ωστόσο, ο Πλούτος σήμερα – χάρη και στην Τεχνολογία – φτάνει και περισσεύει για όλους. Γιατί λοιπόν υπάρχει ακόμη φτώχεια; Πρόκειται μήπως για κάποια στρέβλωση του οικονομικού μοντέλου ή μήπως αυτή είναι η φύση του ίδιου του μοντέλου; Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, ωστόσο ο καπιταλισμός παράγει όλο και περισσότερη φτώχεια μέσω της εκμετάλλευσης του λεγόμενου προλεταριάτου (μεσαία τάξη, μικρομεσαίοι, εργάτες, μισθωτοί κοκ.) που – παρά τη ραγδαία αύξηση των τεχνολογικών Μέσων – καλείται να εργάζεται χωρίς αντίστοιχα να απολαμβάνει το ανάλογο μερίδιο του Πλούτου για την παραγωγή του οποίου είναι ο κύριος συντελεστής και απλώς για να μπορέσει να καλύψει ακόμη και τις πιο βασικές του ανάγκες.

Οι άνθρωποι λοιπόν σήμερα φορούν στολές, κουστούμια και γραβάτες, κρατούν χαρτοφύλακες και laptop, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από δούλοι οι οποίοι εργάζονται για να πληρώσουν τη Γη που καλλιεργούν, το σπίτι που μένουν, το νερό που πίνουν, τα βιβλία που διαβάζουν, τη μουσική που ακούν κοκ.

Ο ορισμός της δουλείας


Αν συνυπολογίσουμε πως υπάρχουν άνθρωποι ή, ακόμη χειρότερα, εταιρίες των οποίων ο πλούτος δε μπορεί να αποκτηθεί όσο και να δουλέψει κάποιος, φτάνουμε εκ νέου στο συμπέρασμα πως η κατανομή του Πλούτου σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς γίνεται κυρίως βάσει του ποιος διαθέτει ήδη το Δημόσιο Πλούτο. Όποιος δε διαθέτει μέρος αυτού είναι ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ να εργαστεί, καθώς η εργασιακή του ικανότητα είναι το μόνο εν δυνάμει περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει και το οποίο «ρευστοποιεί» μέσω της εργασίας. Το γεγονός όμως πως κάποιος είναι υποχρεωμένος να εργαστεί για να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες είναι κάτι που καταλύει εμπράκτως το δικαίωμα της Ελευθερίας και επιβεβαιώνει την αποδοχή της δουλείας ως υποχρεωτική εργασία. Αντιστρόφως, ένας άνεργος που δεν κατέχει άλλο εκμεταλλεύσιμο περιουσιακό στοιχείο είναι καταδικασμένος να επιλέξει μεταξύ δουλείας και φτώχειας, κάτι που παραβιάζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της Ισότητας.

Προτάσεις

Ίσως κάποιος να αναρωτιέται τι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει από το να επιλέξουμε μεταξύ φτώχειας και δουλείας. Η απάντηση είναι πως κατ’ αρχάς οφείλουμε στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας να διαχωρίσουμε τα αγαθά σε δημόσια και μη. Δημόσια αγαθά θα έπρεπε να θεωρούνται αυτά, χωρίς τα οποία δε θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε (Γη, αέρας, νερό, κατοικία, βασική τροφή, βασική ένδυση κοκ.). Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αγαθά, χωρίς τα οποία η ζωή μας θα ήταν φανερά δυσκολότερη (Παιδεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοινωνική μέριμνα, φροντίδα ΑμΕΑ και ηλικιωμένων, ενέργεια, καύσιμα, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κοκ.), ενώ οτιδήποτε εκτός των παραπάνω θα μπορούσε είτε να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο τρόπο (διανομή του Πλούτου βάσει της Ισότητας), είτε να θεωρηθεί ιδιωτικό αγαθό, για την απόκτηση του οποίου κάποιος πρέπει να εργαστεί (δηλ. διανομή μόνο του ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ Πλούτου βάσει της Εργασίας). Μόνο τότε θα μπορούσε κάποιος να ζει πραγματικά ελεύθερος και με μία σχετική οικονομική ευμάρεια. Από το σημείο αυτό κι έπειτα ο καθένας θα μπορούσε να αποφασίσει βάσει των επιπρόσθετων (ιδιωτικών) αναγκών που επιθυμεί να ικανοποιήσει, μέχρι ποιο βαθμό ελευθερίας του είναι διατεθειμένος να θυσιάσει, κάτι που καθιστά την εργασία πραγματικό δικαίωμα και όχι υποχρέωση.

Βεβαίως η παραπάνω υπεραπλουστευμένη πρόταση σημαίνει κατάλυση του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας Γης και λοιπής ακίνητης περιουσίας (άρα και των Μέσων Παραγωγής, των Τεχνολογικών Μέσων κοκ.) και επιτρέπει σε όλους να έχουν ένα σπίτι με ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, αποχέτευση και τηλεπικοινωνίες. Το αν αυτό είναι εφικτό ή όχι, θα αφήσω να το συνομολογήσουν το σύνολο των αστέγων και το σύνολο των κατά πολύ περισσοτέρων ακατοίκητων ή εγκαταλελειμμένων εστιών σε όλο τον κόσμο.

Η παραπάνω πρόταση συνεπάγεται εκτός από κοινωνικοποίηση της Γης, των Μέσων Παραγωγής, των ενεργειακών πόρων και των Τεχνολογικών Μέσων, κοινωνικοποίηση επίσης των Επιστημών και των Τεχνών, καθώς θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως χωρίς αυτές η ζωή του ανθρώπου θα ήταν αφόρητη.

Είναι όμως πιθανόν ο όρος «κοινωνικοποίηση» στα αυτιά κάποιων να ακούγεται ως «κρατικοποίηση», άποψη που μόνο κατά το ήμισυ είναι σωστή. Μία μορφή κοινωνικοποίησης είναι αυτή που εφαρμόστηκε κατά τα κομουνιστικά καθεστώτα, δηλαδή μεταφορά του Πλούτου από τους ιδιώτες στο Κράτος. Η μόνη πραγματική κοινωνικοποίηση όμως είναι αυτή, κατά την οποία ο δημόσιος Πλούτος μεταφέρεται σε όλους και – όπου αυτό είναι δυνατόν – χωρίς ενδιάμεσους κρίκους, γεγονός που καταλύει συν τοις άλλοις το Κράτος και τη Δημοκρατία όπως την ξέρουμε.

Η σημερινή αστική Δημοκρατία που λανθασμένα θεωρείται ως το καλύτερο μοντέλο διακυβέρνησης, στην πραγματικότητα δεν είναι καν Δημοκρατία. Η μόνη Δημοκρατία που υπάρχει είναι η άμεση Δημοκρατία, ενώ η έμμεση, κοινοβουλευτική, αντιπροσωπευτική, βασιλευόμενη, προεδρική ή προεδρευόμενη, αποτελούν Δημοκρατίες μονάχα κατ’ ευφημισμό και δεν είναι τίποτε άλλο από ολιγαρχικά εξουσιαστικά καθεστώτα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της άρχουσας τάξης, όσων δηλαδή κατέχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Δημόσιο Πλούτο.

Επίλογος

Σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο μοντέλο στο οποίο αναφέρομαι παραπάνω έχουν επίσης γραφτεί χιλιάδες σελίδες (δικτατορία του προλεταριάτου, επαναστατική δράση, σοσιαλδημοκρατία, κομουνισμός, κοινοβουλευτική δράση, πολιτική ανυπακοή κοκ.). Ωστόσο, ο μόνος τρόπος που με μία σχετική βεβαιότητα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ένα καθεστώς Ελευθερίας, είναι η Αυτοοργάνωση. Και Αυτοοργάνωση σημαίνει να παίρνεις τις τύχες σου στα χέρια σου, να συναποφασίζεις με ανθρώπους που έχουν κοινά με εσένα συμφέροντα και ιδανικά, να αρνείσαι την υποταγή σε οποιοδήποτε εξουσιαστικό καθεστώς.

Αν τώρα η Αυτοοργάνωση απαιτεί βία ή πασιφισμό, αν απαιτεί χρήση και εκμετάλλευση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου ή παράκαμψή του και ανυπακοή, δεν αποτελεί μέρος του ορισμού της, αλλά διαφορετικούς τρόπους εφαρμογής και λειτουργίας της που κατά περίπτωση μπορούν να κριθούν αναγκαίοι ή περιττοί. Η δική μου απάντηση λοιπόν είναι απλώς «Αυτοοργάνωση για έναν καλύτερο κόσμο».

The Arkan Project

Συνέχεια...

back to top