0
Συνέντευξη με την Αναρχική Επαναστατική Δράση (DAF) στην εφημερίδα Meydan

μετάφραση: αναρχική συλλογικότητα Οκτάνα

Εδώ και δύο χρόνια, στη Ροτζάβα του ανατολικού Κουρδιστάν, οικοδομούνται τα θεμέλια της κοινωνικής επανάστασης. Έχοντας αυτό κατά νου, είναι δύσκολο να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η βάση της επίθεσης εναντίον του Κομπάνι είναι οι πολιτικές σκοπιμότητες του Τουρκικού Κράτους και του διεθνούς καπιταλισμού. Οι Abdülmelik Yalcin and Merve Dilber από την Αναρχική Επαναστατική Δράση (Revolutionary Anarchist Action) βρέθηκαν στο Suruc στα σύνορα με το Κομπάνι, από τη πρώτη μέρα της αντίστασης εναντίον των προσπαθειών συσκότισης της επανάστασης του λαού, σε ένδειξη αλληλεγγύης με τους ανθρώπους της περιοχής. Μιλήσαμε μαζί τους για την αντίσταση του Κομπάνι και για την Επανάσταση στη Ροτζάβα.

Από την αρχή της αντίστασης στο Κομπάνι, οργανώσατε πολλές διαδηλώσεις, μοιράσατε κείμενα και αφίσες. Επίσης συμμετείχατε στην «ανθρώπινη αλυσίδα ελέγχου των συνόρων» που οργανώθηκε στα χωριά του Suruc κοντά στα σύνορα με το Κομπάνι. Ποιος ήταν ο σκοπός που πήγατε εκεί; Μπορείτε να μας πείτε τι ζήσατε εκεί;

M.D: Εξαιτίας της Επανάστασης στη Ροτζάβα τα σύνορα μεταξύ των περιοχών του Κουρδιστάν που βρίσκονται σε συριακά και τουρκικά εδάφη άρχισαν να εξαφανίζονται. Το τουρκικό κράτος μάλιστα προσπάθησε να χτίσει ένα τείχος προκειμένου να σταματήσει αυτό το φαινόμενο. Εν μέσω ενός πολέμου προς όφελος του παγκόσμιου καπιταλισμού και των κρατών της περιοχής, οι Κούρδοι της Συρίας κατάφεραν να κάνουν το άλμα προς τη κοινωνική επανάσταση. Εξαιτίας αυτού του άλματος γεννήθηκε ένα αληθινό μέτωπο για την ελευθερία του λαού και στο Κομπάνι ξεκίνησε μια πλήρης επίθεση εναντίον της επανάστασης από το ISIS, ενός βίαιου μηχανισμού δημιούργημα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Σαν αναρχικοί επαναστάτες, όταν αντιληφθήκαμε την κατάσταση στο Κομπάνι και σε όλη τη Ροτζάβα, ήταν αδύνατον να μην εμπλακούμε άμεσα σ’ αυτή. Ενώ τα σύνορα μεταξύ κρατών καταργούνται, είναι ζωτικό να δείξεις αλληλεγγύη στους ανθρώπους που αντιστέκονται στο Κομπάνι. Είμαστε στον 15ο μήνα της Επανάστασης της Ροτζάβα. Σ’ αυτούς τους 15 μήνες, οργανώσαμε πολλές συλλογικές πορείες, μοιράσαμε πολλά κείμενα και κάναμε αφισοκολλήσεις. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου κύματος επιθέσεων εναντίων της επανάστασης στο Κομπάνι, αυτή η προηγούμενη δράση μας συνεχίστηκε σταθερά. Παρόλα αυτά έπρεπε να πάμε στα σύνορα με το Κομπάνι για να χαιρετήσουμε την μάχη του κουρδικού λαού για λευτεριά εναντίον των επιθέσεων της συμμορίας του ISIS. Τη νύχτα της 24ης Σεπτεμβρίου ξεκινήσαμε απ’ τη Κωνσταντινούπολη για τα σύνορα με το Κομπάνι. Έπειτα συναντήσαμε τους συντρόφους που έφτασαν λίγο αργότερα και μαζί ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε την ανθρώπινη αλυσίδα – φύλακα των συνόρων στο χωριό Boydê στα ανατολικά του Κομπάνι. Υπήρχαν εκατοντάδες εθελοντές σαν εμάς που ήρθαν από διαφορετικές περιοχές της Ανατολίας και της Μεσοποταμίας στα σύνορα με σκοπό να σχηματιστεί μια ανθρώπινη αλυσίδα μήκους 25Κm κατά μήκους της συνοριογραμμής, σε διαφορετικά χωριά όπως Boydê, Bethê, Etmankê and Dewşan. Ένας από τους στόχους της ανθρώπινης αλυσίδας ήταν να σταματήσει άντρες, όπλα και εφοδιασμό που προορίζονταν για το ISIS από το τουρκικό Κράτος, το οποίο υποστηρίζει το ISIS όπως είναι σε όλους γνωστό. Στα χωριά των συνόρων η ζωή έχει μετατραπεί σε μια κοινοτική ζωή, παρά τις συνθήκες πολέμου. Άλλος ένας στόχος της ανθρώπινης αλυσίδας ήταν να δράσουμε αλληλέγγυα προς τους ανθρώπους του Κομπάνι, οι οποίοι ήταν εγκλωβισμένοι στα σύνορα για βδομάδες και οι οποίοι δέχονταν επιθέσεις και από τις τουρκικές δυνάμεις της στρατιωτικής αστυνομίας (jandarma). Στις πρώτες μέρες που ήμασταν εκεί καταφέραμε να κόψουμε τα σύρματα και να περάσουμε στο Κομπάνι μαζί με ανθρώπους που ήρθαν απ’ τη Κωσταντινούπολη.

Μπορείτε να μας πείτε τι έγινε αφού περάσατε τα σύνορα για το Κομπάνι;

Α.Υ: Από τη στιγμή που περάσαμε τα σύνορα, μας υποδέχτηκαν με τεράστιο ενθουσιασμό. Στα χωριά του Κομπάνι που βρίσκονται στα σύνορα, όλοι, νέοι και γέροι, ήταν στους δρόμους. Οι αντάρτες των YPG και YPJ χαιρέτησαν τη παραβίαση των συνόρων πυροβολώντας στον αέρα. Πορευτήκαμε στους δρόμους του Κομπάνι και αργότερα συνομιλήσαμε με ανθρώπους απ’ τη περιοχή και με αντάρτες των YPG και YPJ που υπερασπίζονται την επανάσταση. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι σύνορα μεταξύ ανθρώπων, τα οποία τα κράτη δημιούργησαν συντρίβονται μ’ αυτό το τρόπο. Αυτή η ενέργεια η οποία συνέβη σε συνθήκες πολέμου, δείχνει για άλλη μια φορά ότι τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις δεν μπορούν να τις σταματήσουν τα σύνορα των κρατών.

Υπήρξαν αρκετές ειδήσεις για ανθρώπους που συμμετείχαν στην «ανθρώπινη αλυσίδα ελέγχου των συνόρων» και για τον τοπικό πληθυσμό κοντά στα σύνορα που δέχτηκαν επιθέσεις από τη στρατιωτική αστυνομία και από απλούς μπάτσους. Τι προσπαθεί το Τουρκικό Κράτος να πετύχει με την επιβολή αυτού του κλίματος εκφοβισμού στα σύνορα; Τι πιστεύετε γι’ αυτό;

Α.Υ: Ναι, είναι αλήθεια ότι η πολιτική του Τούρκικου Κράτους είναι να επιτεθεί στον καθένα που συμμετέχει στην αλυσίδα των συνόρων και στους ανθρώπους που ζουν στα χωριά των συνόρων, καθώς και στον καθένα απ’ το Κομπάνι που προσπαθεί να περάσει τα σύνορα. Κάποιες φορές αυτές οι επιθέσεις συμβαίνουν αραιά και κάποιες φορές κρατάν για μέρες. Είναι φανερό ότι κάθε επίθεση έχει τη δική της αιτία καθώς και το δικό της σκοπό. Παρατηρήσαμε ότι κατά τη διάρκεια κάθε στρατιωτικής επίθεσης, φορτηγά μετέφεραν υλικό στη άλλη πλευρά των συνόρων. Δεν είμαστε σίγουροι για το ακριβές περιεχόμενο αυτών των αποστολών προς το ΙSIS. Παρόλα αυτά μπορούσαμε να καταλάβουμε από την ισχύ των επιθέσεων ότι κάποιες φορές γινόταν προκειμένου να μπορέσει κόσμος να περάσει τα σύνορα και να προσχωρήσει στο ISIS, κάποιες για να σταλούν πολεμοφόδια και κάποιες για παροχή ειδών πρώτης ανάγκης προς το ISIS. Αυτές οι αποστολές μερικές φορές γινόταν με οχήματα με επίσημους αριθμούς κυκλοφορίας και κάποιες φορές από συμμορίες που έκαναν λαθρεμπόριο με κρατική αρωγή. Αυτές οι κρατικά χρηματοδοτούμενες συμμορίες, έκλεβαν την ιδιοκτησία των ανθρώπων απ’ το Κομπάνι, που περίμεναν στα σύνορα. Η στρατιωτική αστυνομία, απ’ την άλλη, προκειμένου να επιτρέψει τους ανθρώπους να περάσουν τα σύνορα τους ζητούσε τεράστια προμήθεια. Βέβαια οι πολιτικές του κράτους εναντίον του τοπικού πληθυσμού είναι οι ίδιες για χρόνια. Εξαιτίας όμως των πολεμικών συνθηκών, αυτές οι πολιτικές έγιναν πολύ περισσότερο φανερές τώρα. Οι επιθέσεις στα σύνορα διεξάγονται με σκοπό να τρομοκρατήσουν τους ανθρώπους της αλυσίδας ελέγχου των συνόρων και των ανθρώπων των χωριών των συνόρων.

Παρόλο που το τουρκικό κράτος το αρνείται, ήταν περισσότερο ή λιγότερο γνωστό ότι υποστηρίζει το ISIS. Παρόλα αυτά, μας λέτε ότι τώρα ότι υπάρχουν άτομα που περνούν τα σύνορα για να εισχωρήσουν στο ISIS. Έτσι είναι φανερό σ’αυτή τη περιοχή ότι το τουρκικό κράτος υποστηρίζει τον ISIS. Πως λειτουργεί αυτή η στήριξη στα σύνορα;

M.D: Το τουρκικό κράτος αρνούταν πεισματικά ότι στηρίζει το ISIS. Παρόλα αυτά, σε κάθε άρνησή του, μια νέα αποστολή οργανωνόταν στα σύνορα. Πολλές απ’αυτές τις αποστολές ήταν τόσο μεγάλες που δεν περνούσαν απαρατήρητες. Για παράδειγμα, διάφορα οχήματα έφεραν ‘’πακέτα βοήθειας’’ στα σύνορα. Υπήρξαμε μάρτυρες στην αποστολή δεκάδων ‘’οχημάτων υπηρεσίας’’ με μαύρα παράθυρα που πέρασαν τα σύνορα. Κανείς δεν αναρωτιέται πραγματικά τι υπήρχε μέσα σ’αυτά τα οχήματα. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι ανάγκες του ISIS ικανοποιήθηκαν μέσω αυτού του δρόμου.

Μπορείτε να μας εξηγήσετε την ιστορική αλλά και σε πραγματικό χρόνο σημασία για τους αναρχικούς επαναστάτες να αγκαλιάσουν την αντίσταση στο Κομπάνι και την επανάσταση στη Rojava, ειδικά σ’αυτή τη χρονική περίοδο;

Α.Υ: Η αντίσταση στο Κομπάνι και η επανάσταση στη Rojava δεν πρέπει να αναλύεται ξεχωριστά από την μακρά ιστορία αγώνων των Κούρδων για ελευθερία. Στην περιοχή που ζούμε, ο αγώνας των Κούρδων για ελευθερία ονομαζόταν ‘’Το Κουρδικό ζήτημα’’. Για χρόνια, παρουσιαζόταν λανθασμένα ως ένα πρόβλημα που δημιουργείται από τους ανθρώπους και όχι από το κράτος. Το επαναλαμβάνουμε: αυτός είναι ο αγώνας των Κούρδων για ελευθερία. Το μοναδικό πρόβλημα εδώ είναι το κράτος. Οι Κούρδοι μάχονται για την ανάγκη της ύπαρξης τους ενάντια στις καταστροφικής και αντιδραστικής πολιτικής που ασκεί διαχρονικά η δημοκρατία της Τουρκίας και ενάντια σε άλλες πολιτικές δυνάμεις της περιοχής, για εκατοντάδες χρόνια. Αυτός ο αγώνας δίνεται ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό με την οργανωμένη δύναμη του λαού. Το σλόγκαν ”Το PKK είναι οι άνθρωποι, οι άνθρωποι είναι εδώ” κάνει ξεκάθαρο, σε κάθε άτομο, ποιος είναι ο πολιτικός φορέας και ποιος είναι η οργανωμένη δύναμη. Από τότε που παγιώσαμε την αντίληψή μας στον αγώνα, σε διάφορα επίπεδα, η σχέση μας με τους Κούρδους και τη κουρδική κοινωνία αλλά και την οργάνωση των Κούρδων διατρέχεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Βασίζουμε αυτή τη σχέση πάνω στην οπτική που έχουν οι Κούρδοι για τον αγώνα. Στον αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία, τα αναρχικά κινήματα πάντα λειτουργούσαν καταλυτικά. Σε μια εποχή που ο σοσιαλισμός δεν υπήρχε στην Ευρώπη, όταν δεν υπήρχαν θεωρίες που ονομάζονταν ‘’Το δικαίωμα των εθνών να επιλέγουν το πεπρωμένο τους’’ το αναρχικό κίνημα έπαιρνε διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου στον αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία. Για να το κατανοήσουμε αυτό αρκεί να δούμε την επιρροή του αναρχισμού στους λαικούς αγώνες σ’ένα μεγάλο γεωγραφικό εύρος απ’την Ινδονησία μέχρι το Μεξικό. Επίσης, ούτε η επανάσταση στη Rojava ούτε η επανάσταση των Ζαπατίστας στη Τσιάπας ταιριάζει με τον κλασσικό ορισμό του αγώνα των εθνών για ελευθερία. Το έθνος ως πολιτικός όρος εμπεριέχει εν γένει την έννοια του κράτους. Ως εκ τούτου, όταν αναλογιζόμαστε τον αγώνα του λαού για αυτοοργάνωση εκτός κράτους, πρέπει να κρατήσουμε απόσταση απ΄τη λογική του έθνους. Απ’την άλλη πλευρά, η προσέγγισή μας δεν αποσκοπεί στο να ταυτίσει ή να παρομοιάσει την αντίσταση στο Κομπάνι με άλλα ιστορικά παραδείγματα. Σήμερα, διάφορες ομάδες μνημονεύουν διάφορες ιστορικές περιόδους και παρομοιάζουν την αντίσταση στο Κομπάνι με αυτές. Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνει γνωστό ότι η αντίσταση στο Κομπάνι είναι η αντίσταση στο Κομπάνι, το ίδιο και η επανάσταση στη Rojava. Αν κάποιος θέλει να συσχετίσει την επανάσταση στη Rojava, που έβαλε τις βάσεις για την κοινωνική επανάσταση, μπορεί να διερευνήσει την κοινωνική επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο.

Παρόλο που η αντίσταση στο Κομπάνι λαμβάνει χώρα εκτός των ορίων του τουρκικού κράτους, διαδηλώσεις αλληλεγγύης συμβαίνουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ποια είναι η εκτίμησή σας για την επιρροή της αντίστασης στο Κομπάνι -στην πραγματικότητα της επανάστασης στη Rojava- ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολίας αλλά επίσης και στη Μέση Ανατολή και σε παγκόσμιο επίπεδο; Τι αποτελέσματα πιστεύετε ότι θα έχει η επιρροή αυτή;

Μ.D: Τα καλέσματα για serhildan (κούρδικη λέξη για την εξέγερση) εισακούστηκαν στην Ανατολία, ειδικά στις πόλεις που ανήκουν στο Κουρδιστάν. Ξεκινώντας απ΄την πρώτη νύχτα των διαδηλώσεων όλοι στους δρόμους χαιρέτιζαν την κουρδική αντίσταση και την εξέγερση στη Rojava ενάντια στις ομάδες του ISIS και τον υποστηρικτή τους, το τουρκικό κράτος. Ειδικότερα στις πόλεις του Κουρδιστάν, το κράτος επιτέθηκε στην εξέγερση με τις δυνάμεις καταστολής και τις παρακρατικές του οργανώσεις. Το κράτος με τις οργανώσεις Hizbulkontra (σύνθετη λέξη για να προσδιορίσει ταυτόχρονα τις λέξεις Hezbollah και Contra-T.N) τρομοκρατούσε το Κουρδιστάν και δολοφόνησε 43 αδέρφια μας. Αυτές οι επιθέσεις καταδεικνύουν πόσο πολύ φοβάται το τουρκικό κράτος την εξέγερση στη Rojava και την πιθανότητα ότι μια τέτοια επανάσταση θα μπορούσε να επεκταθεί και εντός του τουρκικού κράτους. Επιτιθέμενοι με την απελπισία που προκαλεί ο φόβος, το τούρκικο κράτος και ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχουν έναν ακόμα φόβο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Στη Μέση Ανατολή, παρόλα τα σχέδια λεηλασίας και κατασκευασμένης βίας, η κοινωνική επανάσταση κατάφερε να κερδίσει έδαφος. Το γεγονός αυτό κατάφερε να ανατρέψει τα σχέδια του παγκόσμιου καπιταλισμού και των περιφερειακών, της περιοχής, κρατών. Τα παραπάνω προκάλεσαν τέτοια αναστάτωση που παρ’όλη τη διαφθορά, η κοινωνική επανάσταση κατάφερε να εδραιωθεί στη Rojava. Αυτή η επανάσταση έδωσε απάντηση στις αμφιβολίες για το αν η επανάσταση μπορεί να συμβεί σ’αυτή τη περιοχή αλλά και παγκόσμια. Ενίσχυσε την εμπιστοσύνη στην ιδέα της επανάστασης ιδιαίτερα στους ανθρώπους της περιοχής αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα. Ο στόχος όλων των κατά τόπους κοινωνικών επαναστάσεων στην ιστορία είναι να επιτευχθεί μια παγκόσμια κοινωνική επανάσταση. Με βάση τη διεθνιστική αντίληψη καλέσαμε όλες τις αναρχικές ομάδες παγκοσμίως να δράσουν αλληλέγγυα προς την κουρδική αντίσταση στο Κομπάνι και την επανάσταση στη Rojava. Με το κάλεσμα μας για αλληλεγγύη , αναρχικοί από διαφορετικά μέρη του κόσμου από τη Γερμανία ως την Αθήνα, τις Βρυξέλλες, το Άμστερνταμ, το Παρίσι και την Νέα Υόρκη πραγματοποίησαν διαδηλώσεις. Χαιρετίζουμε για ακόμη μια φορά όλες τις αναρχικές οργανώσεις που έλαβαν το κάλεσμα μας, οργάνωσαν διαδηλώσεις αλληλεγγύης καθώς και αυτούς που έμειναν εδώ μαζί μας στην ανθρώπινη αλυσίδα ελέγχου των συνόρων.

Ξεκινώντας απ’τις πρώτες μέρες της επίθεσης του ISIS, τα τούρκικα ΜΜΕ που συνεργάζονται με το τούρκικο κράτος κατασκεύασαν ένα σωρό από ‘’ειδήσεις’’ που δήλωναν πως το Κομπάνι κινδυνεύει να χάσει. Παρόλα αυτά, αυτό που καταλαβαίνουν τώρα, σχεδόν ένα μήνα μετά, είναι το εξής: Το Κομπάνι δεν θα πέσει! Ναι το Κομπάνι δεν έπεσε ούτε θα πέσει. Εμείς, ως η εφημερίδα Meydan, χαιρετίζουμε την αλληλεγγύη σας στο Κομπάνι. Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να προσθέσετε;

M.D: Εμείς, ως επαναστάτες αναρχικοί, υπήρξαμε μάρτυρες, ζήσαμε και ακόμα βιώνουμε την αήττητη εμπιστοσύνη μας στην επανάσταση, ακόμα και στην περίπτωση πολέμου στην περιοχή μας. Αυτό που συμβαίνει στη Rojava είναι κοινωνική επανάσταση! Αυτή η επανάσταση, όπου τα σύνορα δεν υφίστανται, τα κράτη καθίστανται αδύναμα, τα σχέδια του παγκόσμιου καπιταλισμού διαταράσσονται, θα επεκταθεί στην περιοχή μας. Καλούμε κάθε καταπιεζόμενο να κοιτάξει με τη ματιά του καταπιεζόμενου. Με βάση τα παραπάνω τους καλούμε να υποστηρίξουν τον οργανωμένο αγώνα για κοινωνική επανάσταση. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να γονιμοποιηθούν οι σπόροι που εμφυτεύτηκαν στη Rojava και να ζήσουμε την διευρυμένη κοινωνική επανάσταση.
Ζήτω η αντίσταση στο Κομπάνι! Ζήτω η επανάσταση στη Rojava!

πηγή: http://eagainst.com/articles/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-a%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA/

Συνέχεια...
0
Το 1937, ο πατέρας μου προσφέρθηκε εθελοντικά να πολεμήσει στις Διεθνείς Ταξιαρχίες για την υπεράσπιση της Ισπανικής Δημοκρατίας. Ένα επίδοξο φασιστικό πραξικόπημα είχε διακοπεί προσωρινά από μια εξέγερση εργατών, καθοδηγούμενη από αναρχικούς και σοσιαλιστές, και σε μεγάλο τμήμα της Ισπανίας μια πραγματική κοινωνική επανάσταση ακολούθησε, έχοντας ως αποτέλεσμα ολόκληρες πόλεις να περάσουν κάτω από αμεσοδημοκρατική διαχείριση, βιομηχανίες υπό τον έλεγχο των εργαζομένων, και τη ριζοσπαστική ενδυνάμωση των γυναικών.

Οι Ισπανοί επαναστάτες ήλπιζαν να δημιουργήσουν ένα όραμα για μια ελεύθερη κοινωνία, που όλος ο κόσμος θα μπορούσε να ακολουθήσει. Αντ ‘αυτού, παγκόσμιες δυνάμεις προτίμησαν μια πολιτική «μη παρέμβασης» και διατήρησαν έναν αυστηρό αποκλεισμό στη δημοκρατία, ακόμα αφότου ο Χίτλερ και τον Μουσολίνι (που δήθεν είχαν υπέγραψει συμφωνία) άρχισαν να στέλνουν στρατεύματα με στόχο να ενισχύσουν τη φασιστική πλευρά. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χρόνιος εμφύλιος πόλεμος, που έληξε με την καταστολή της επανάστασης και μερικές από τις πιο αιματηρές σφαγές ενός αιματηρού αιώνα.

Ποτέ στη ζωή μου δεν σκέφτηκα ότι το ίδιο πράγμα θα μπορούσε ξανά να συμβεί. Προφανώς, δεν υπάρχει ιστορικό γεγονός που συμβαίνει ποτέ πραγματικά δύο φορές. Υπάρχουν χιλιάδες διαφορές μεταξύ του τι συνέβη στην Ισπανία το 1936 και του τι συμβαίνει στη Ροζάβα, τις τρεις ευρέως Κουρδικές επαρχίες της βόρειας Συρίας, σήμερα. Αλλά μερικές από τις ομοιότητες είναι τόσο εντυπωσιακές και τόσο θλιβερές, που θεωρώ ότι είναι υποχρέωσή μου – όντας κάποιος που μεγάλωσε σε μια οικογένεια της οποίας οι πολιτικές πεποιθήσεις ποικιλοτρόπως καθορίστηκαν από την ισπανική επανάσταση – να πω ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το ίδιο τέλος και πάλι.

Η αυτόνομη περιοχή της Ροζάβα, όπως υπάρχει σήμερα, είναι ένα από τα λίγα φωτεινά σημεία - εν τούτοις ένα πολύ φωτεινό - που αναδύεται από την τραγωδία της συριακής επανάστασης. Έχοντας εκδιώξει πράκτορες του καθεστώτος Άσαντ το 2011, και παρά την εχθρότητα από σχεδόν όλους τους γείτονές της, η Ροζάβα έχει όχι μόνο διατηρήσει την ανεξαρτησία της, αλλά αποτελεί ένα αξιόλογο δημοκρατικό πείραμα. Λαϊκές συνελεύσεις έχουν δημιουργηθεί, ως το απόλυτο όργανο λήψης αποφάσεων, συμβούλια έχουν επιλεγεί με προσεκτική εθνοτική ισορροπία (σε κάθε δήμο, για παράδειγμα, τα τρία κορυφαία στελέχη πρέπει να περιλαμβάνουν έναν Κούρδο, έναν Άραβα και έναν Ασσύριο ή Αρμένιο Χριστιανό, και τουλάχιστον το ένα από τα τρία άτομα πρέπει να είναι μια γυναίκα), υπάρχουν συμβούλια γυναικών και νεολαίας, και, σε μια αξιοσημείωτη αντήχηση της ένοπλης Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες) της Ισπανίας, ένας φεμινιστικός στρατός, η πολιτοφυλακή του “YJA Star” - “Ένωση των Ελεύθερων Γυναικών“ (το αστέρι εδώ αναφέρεται στην αρχαία θεά της Μεσοποταμίας, την Ιστάρ), έχει αναλάβει ένα μεγάλο ποσοστό πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους.

Πώς μπορεί κάτι τέτοιο να συμβαίνει και να εξακολουθεί να αγνοείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη διεθνή κοινότητα, ακόμη, και σε μεγάλο βαθμό, από τη Διεθνή Αριστερά; Κυρίως, φαίνεται ότι, επειδή το επαναστατικό κόμμα της Ροζάβα, το PYD, εργάζεται συμμαχικά με το Τουρκικό Κόμμα των Κούρδων Εργατών (PKK), ένα μαρξιστικό αντάρτικο κίνημα που έχει από τη δεκαετία του 1970 εμπλακεί σε μακροχρόνιο πόλεμο εναντίον του τουρκικού κράτους. Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ επισήμως το κατέταξαν στις «τρομοκρατικές» οργανώσεις. Εν τω μεταξύ, οι αριστεροί σε μεγάλο βαθμό το διαγράφουν θεωρώντας το σταλινικό.

Αλλά, στην πραγματικότητα, το ίδιο το PKK δεν έχει πλέον καμία σχέση με το παλιό, πάνω-κάτω λενινιστικό κόμμα, που ήταν κάποτε. Η δική του εσωτερική εξέλιξη καθώς και η θεωρητική μεταστροφή του δικού του ιδρυτή, Aμπουλάχ Οτσαλάν, που έλαβε χώρα ενώ ο ίδιος βρίσκεται φυλακισμένος σε ένα τουρκικό νησί από το 1999, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει εντελώς τους στόχους και την τακτική του.

Το PKK έχει δηλώσει ότι δεν επιδιώκει πια να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος. Αντ ‘αυτού, εμπνευσμένο εν μέρει από το όραμα της κοινωνικής οικολογίας του αναρχικού Μάρεϊ Μπούκτσιν, έχει υιοθετήσει το όραμα του «ελευθεριακού κοινοτισμού», καλώντας τους Κούρδους να δημιουργήσουν ελεύθερες αυτοδιοικούμενες κοινότητες με βάση τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, οι οποίες [κοινότητες] θα έρθουν κοντά η μία με την άλλη ξεπερνώντας τα εθνικά σύνορα, για τα οποία υπάρχει η πίστη ότι με την πάροδο του χρόνου θα χάσουν όλο και περισσότερο το νόημά τους. Έτσι λοιπόν, πρότεινε τον κουρδικό αγώνα ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για ένα παγκόσμιο κίνημα προς την πραγματική δημοκρατία, τη συνεργατική οικονομία, και τη σταδιακή διάλυση του γραφειοκρατικού κράτους-έθνους.

Από το 2005 το ΡΚΚ, εμπνευσμένο από τη στρατηγική των ανταρτών Ζαπατίστας στην Τσιάπας, κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός με το τουρκικό κράτος και άρχισε να επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην ανάπτυξη δημοκρατικών δομών στις περιοχές που ήδη ελέγχει. Ορισμένοι αμφισβητούν πόσο σοβαρά όλα αυτά είναι πραγματικά. Σαφώς, αυταρχικά στοιχεία παραμένουν. Αλλά το τι συνέβη στη Ροζάβα, όπου η Συριακή επανάσταση έδωσε στους Κούρδους ριζοσπάστες την ευκαιρία για διεξαγωγή τέτοιων πειραμάτων σε ένα μεγάλο και συναφή έδαφος, αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από προσπάθεια επίδειξης. Συμβούλια, συνελεύσεις και λαϊκές πολιτοφυλακές έχουν σχηματιστεί, το καθεστώς ιδιοκτησίας έχει μετατραπεί σε εργατική διαχείριση συνεταιρισμών - και όλα αυτά παρά τις συνεχείς επιθέσεις των ακροδεξιών δυνάμεων της ISIS. Τα αποτελέσματα ανταποκρίνονται στον ορισμό μιας κοινωνικής επανάστασης. Στη Μέση Ανατολή, τουλάχιστον, αυτές οι προσπάθειες έχουν παρατηρηθεί: ιδιαίτερα αφότου οι δυνάμεις του PKK και της Ροζάβα παρενέβησαν πολεμώντας νικηφόρα στο δρόμο τους μέσω του εδάφους της ISIS στο Ιράκ για να σώσουν χιλιάδες Γεζίντι πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στο όρος Σινχάρ αφότου οι τοπικοί πεσμεργκά εγκατέλειψαν το πεδίο. Αυτές οι ενέργειες ευρέως γιορτάζονταν στην περιοχή, αλλά και αξιοσημείωτα έχουν περάσει σχεδόν απαρατήρητες από τον Ευρωπαϊκό ή το Βορειο-αμερικανικό Τύπο.

Τώρα η ISIS έχει επιστρέψει, με σειρές από Αμερικανικής κατασκευής άρματα μάχης και βαρύ πυροβολικό που λαμβάνει από τις ιρακινές δυνάμεις, για να πάρει εκδίκηση ενάντια σε πολλές από αυτές τις ίδιες επαναστατικές πολιτοφυλακές στο Κομπάνι, δηλώνοντας την πρόθεσή της να σφαγιάσει και να υποδουλώσει - ναι, κυριολεκτικά να υποδουλώσει - το σύνολο του άμαχου πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, ο τουρκικός στρατός βρίσκεται στα σύνορα εμποδίζοντας ενισχύσεις ή πυρομαχικά να φτάσουν στους υπερασπιστές, και τα αεροπλάνα των ΗΠΑ βουίζουν από ψηλά, πραγματοποιώντας περιστασιακά, συμβολικά, πολύ μικρά χτυπήματα - προφανώς, μόνο και μόνο για να είναι σε θέση να πουν ότι σαν μια ομάδα που ισχυρίζεται πως είναι σε πόλεμο με αυτούς που προσπαθούν να συντρίψουν τους υπερασπιστές ενός μεγάλου δημοκρατικού πειράματος στον κόσμου, δεν έμειναν απολύτως απαθείς.

Αν σήμερα υφίσταται κάτι παράλληλο με τους επιφανειακά κατανυκτικούς δολοφονικούς Φαλαγγίτες του Φράνκο, τί άλλο θα μπορούσε να είναι εκτός από την ISIS; Αν υπάρχει ένας παραλληλισμός με την Mujeres Libres της Ισπανίας, ποιός άλλος θα μπορούσε να είναι, πέρα από τις θαρραλέες γυναίκες που υπερασπίζονται τα οδοφράγματα στο Κομπάνι; Πρόκειται ο κόσμος - και αυτή τη φορά πιο σκανδαλωδώς από όλα, η διεθνής αριστερά - πραγματικά να καταστεί συνένοχος αφήνοντας την ιστορία επαναληφθεί;


Μετάφραση Μ.Θεοδοσιάδης
Μέσω Guardian
Πηγή: http://eagainst.com/articles/why-is-the-world-ignoring-the-revolutionary-kurds-in-syria/


Συνέχεια...
0
Για την αναγκαιότητα της μετατόπισης της οπτικής μας

Τι ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία; Ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος «δια αντιπροσώπων»; Η σύγκρουσή δυο εθνικισμών; Η αντιπαράθεση δυο ολοκληρωτισμών (βλ. Νεοναζισμού και των απολιθωμάτων του Σταλινισμού); Η συμπύκνωση της παγκόσμιας αντιπαράθεσης του Νεοφασισμού ενάντιων Αντιφασισμού σε επίπεδο ένοπλης σύγκρουσης; Τι σηματοδοτεί η δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών στην Ν.Α Ουκρανία; Eίναι παραρτήματα του Κρεμλίνου ή μορφές λαϊκής αυτοδιάθεσης; Διαφορετικά ερωτήματα, της ίδιας όμως υφής, θα μπορούσαμε να θέσουμε και για την προσπάθεια δημιουργίας Ισλαμικού Κράτους στην Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράκ) από τους Τζιχαντιστές. Τελικά ποιούς ενισχύουν το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, τους Κούρδους του Ιράκ ή τους Ισλαμιστές που στην προηγούμενη περίοδο είχαν εξοπλίσει για να πολεμήσουν το καθεστώς του Άσαντ; Θα αλλάξει τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων στον λαό του Κουρδιστάν η αμερικάνικη βοήθεια; Αναδύονται μορφές οργάνωσης στο Συριακό Κουρδιστάν οι οποίες μάλιστα έχουν την προοπτική να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος απέναντι τόσο στους Τζιχαντιστές όσο και στον Άσαντ; Ποια η σχέση των Τζιχαντιστών με τα αυταρχικά σουνίτικα και ταυτόχρονα συμμαχικά στις ΗΠΑ καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων και του Κουβέιτ; Γιατί την Αραβική άνοιξη την διαδέχθηκε η προέλαση των Τζιχαντιστών; Είναι άραγε η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους μια μορφή αντεπανάστασης;
Επειδή η ιστορία κινείται μέσω την αντιφάσεών της και τα δίπολα «καλός»-«κακός» υπάρχουν μονάχα στο Χόλιγουντ, οι αντιμαχόμενες πλευρές στα μέτωπα που περιέγραψα είναι πολυσήμαντες, περίπλοκες και αντιφατικές και δεν προσφέρονται για «ταυτίσεις» με βάση το «καθαρό επαναστατικό φαντασιακό μας», ειδικά όταν είμαστε πρόθυμοι να αντικαταστήσουμε την κοινωνικοπολιτική-ταξική ανάλυσή μας με την γεωπολιτικό- στρατιωτική. Για να κατανοήσουμε λοιπόν το ιστορικό γίγνεσθαι σ” αυτές τις περιοχές από την δικιά μας σκοπιά, από την σκοπιά του ανταγωνιστικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής χειραφετητικής προοπτικής -έχοντας παράλληλα και την δυσκολία της ελλιπούς πληροφόρησης και γνώσης για την ταξική σύνθεση και αγώνες, τα κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις στις συγκεκριμένες περιοχές- είναι απαραίτητη μια μετατόπιση της οπτικής μας, τόσο πάνω στα ίδια τα γεγονότα, όσο και στην αξιολόγηση τους, ακριβώς για να ξεφύγουμε από την παγίδα της κυρίαρχης αστικής ανάλυσης που αναγάγει τις συγκεκριμένες συγκρούσεις σε καθαρά γεωπολιτικές εξαφανίζοντας το «Κοινωνικό Ζήτημα». Αυτό το «Κοινωνικό Ζήτημα» πρέπει να ξαναβάλουμε στο κέντρο της οπτικής και της αναζήτησής μας, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το επίπεδο της «ποδοσφαιροποίησης» και του «οπαδισμού» της πολιτικής στα διαδικτυακά καφενεία της εποχής μας και να αναλογιστούμε προς τα πού και πώς πρέπει να κατευθύνουμε την διεθνιστική μας αλληλεγγύη με κριτήριο το δικό μας πολιτικό πρόταγμα και όχι το θυμικό και τις ιδεοληψίες μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, τα ζητήματα που θέτει η γεωπολιτικό-στρατιωτική οπτική και οι σχέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού των κρατών και του κεφαλαίου είναι υπαρκτά, αλλά από την δικιά μας σκοπιά δεν είναι στο επίκεντρο, ακριβώς γιατί δεν ασκούμε «κατά φαντασίαν» εξωτερική πολιτική όπως αυταπατώνται διάφοροι αναλυτές της Αριστεράς που επικεντρώνουν στην γεωπολιτική ανάλυση.

Ουκρανία

Ας εξετάσουμε καταρχάς το θέμα της Ουκρανίας. Προφανώς τόσο οι ΗΠΑ, ΕΕ από την μία και η Ρωσία από την άλλη προσπαθούν μέσα από αυτή την σύγκρουση να προωθήσουν τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Θα ήταν όμως τραγικό λάθος να θεωρήσουμε ότι οι κοινωνίες και οι λαοί είναι απλά μαριονέτες στους σχεδιασμούς κάποιων «κέντρων» που κινούν απλά τα πούλια στην γεωπολιτική τους σκακιέρα. Μια τέτοια συνομωσιολογική αντίληψη θα αδικούσε όλη την επαναστατική κριτική θεωρία που αποτελεί την γενεαλογία του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Ούτε η εξέγερση του Μειντάν ήταν μια «κατασκευή των Δυτικών» ούτε οι κινήσεις αυτονόμησης απέναντι στην εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου ήταν μια παραγγελία του Πούτιν. Προφανώς και οι δύο (ή τρεις πλευρές μιας και δεν νομίζουμε ότι υπάρχει πλήρης ταύτιση ΗΠΑ-ΕΕ, πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει ταύτιση εντός της ΕΕ) προσπαθούν να χειριστούν και να εντάξουν τα γεγονότα στις στρατηγικές τους, αλλά δεν τα κατασκευάζουν. Και οι δυο αυτές αντίρροπες κινήσεις εκφράζουν αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που διαπερνούσαν την Ουκρανική κοινωνία και τα μέρη που την αποτελούν εδώ και πολύ καιρό. Πρόκειται για ζητήματα για τα οποία στην πραγματικότητα ελάχιστη γνώση και πληροφορίες έχουμε και, εάν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε αυτή την σύγκρουση πέρα από τα δίπολα Δύση-Ρωσία, Σβάστικες-Σφυροδρέπανα, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα διερευνήσουμε σε όσο μεγαλύτερο βάθος μπορούμε. Αυτή η διερεύνηση είναι αναγκαία διότι εάν μείνουμε απλά στο συνδυασμό αυτών των δύο διπόλων, θα οδηγηθούμε στο εξής σχήμα: Οι αυτονομιστές έχουν σφυροδρέπανα (και Αλφάδια) άρα ταυτιζόμαστε με αυτούς. Επιπλέον, και εφόσον ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, ο Πούτιν είναι καλύτερος από την Δύση, άρα είμαστε με τον Πούτιν. Αντιστοίχως: Ο Πούτιν εκφράζει έναν πιο μαφιόζικο (λούμπεν για να δανειστούμε την ορολογία της Ε.Ο. 17Ν, χωρίς όμως να την ενστερνιζόμαστε) κεφάλαιο, γι’ αυτό επιλέγουμε να ταυτιστούμε με το κεφάλαιο της Δύσης και αποσιωπούμε την αναβίωσή των φασιστικών ιδεολογιών αλλά και πρακτικών στην Ουκρανία και την στήριξη που παρέχουν στην κυβέρνηση του Κιέβου.
Οι παραπάνω επισημάνσεις μπορεί να μας απομακρύνουν από την λογική των ταυτίσεων, χωρίς να μας ρίχνουν στην παγίδα των «ίσων αποστάσεων», για δύο πολύ βασικούς λόγους. Πρώτον, μπορεί να έχουμε πολύ λίγη γνώση για την γενεαλογία της αντιπαράθεσης, τουλάχιστον από την κοινωνικοταξική σκοπιά που μας ενδιαφέρει, αλλά μπορούμε να πάρουμε υπόψιν μας τα αποτελέσματα που παράγονται από αυτή την σύγκρουσή για να καθορίσουμε την στάση μας. Επίσης μας επιτρέπουν να πάρουμε υπόψιν μας τις εσωτερικές αντιφάσεις και αντιθέσεις της κάθε μεριάς και να τις αξιολογήσουμε σε σχέση με την δικιά μας οπτική και αντικαπιταλιστική στρατηγική. Για τον προσανατολισμό της δικιάς μας στάσης αλλά και πρακτικής σε σχέση με το Ουκρανικό ζήτημα, το θέμα δεν περιορίζεται μονάχα στην αντιπαράθεση Κιέβου-Αυτονομιστών αλλά και στους εσωτερικούς συσχετισμούς των δυο μετώπων.
Ας κρατήσουμε όμως ένα στοιχείο που μπορεί να έχει μεγάλη σημασία και για τα τεκταινόμενα στον Ελληνικό Κοινωνικό Σχηματισμό: καμία επιφύλαξη στην ενίσχυση της κυβέρνησης του Κιέβου από την ΕΕ δεν προκάλεσε ο κομβικός ρόλος του νεοναζιστικού «Δεξιού Τομέα», στο βαθμό που αυτός εξυπηρετεί τα συμφέροντα της απέναντι στην Ρωσία. Αυτό ας το έχουν υπόψιν τους όσοι θεωρούν ότι για την Ευρώπη του κεφαλαίου και των διάφορων αποχρώσεων νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων θα ήταν ταμπού η συμμετοχή (ή έστω η στήριξη) της Χρυσής Αυγής σ” ένα κυβερνητικό σχήμα.
Αλλά ας πάμε στην Ουκρανική περίπτωση καθ” αυτή. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με υποχείρια και εντεταλμένους ξένων συμφερόντων, παρόλο που οι κυβερνήσεις της Δύσης θα ήθελαν πολύ στην θέση του «Δεξιού Τομέα» να υπήρχε ένα πιο «πολιτισμένο ακροδεξιό κόμμα» που να συμμορφώνεται στα πρότυπα της τηλεοπτικής δημοκρατίας και να μην κατεβαίνει στις μάχες με το σύμβολο του αγκυλωτού σταυρού. Αντίστοιχα, η Ρωσία θα προτιμούσε οι αυτονομιστές να συνδέουν πιο πολύ την δράση τους με την εθνοτική τους ταυτότητα ως Ρώσοι, παρά με τον αντιφασιστικό και αυτοδιαχειριστικό προσανατολισμό. Αυτός σηματοδοτείται, όχι μόνο με την επιλογή του ονόματος Λαϊκές Δημοκρατίες, αλλά και με το πρόγραμμα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό φαίνεται να αποτελεί σημαντικό επίδικο στο εσωτερικό τους. Ο αντιφασιστικός και αυτοδιαχειριστικός τους προσανατολισμός σηματοδοτείται επίσης από τον ρόλο που διαδραματίζουν οργανωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης σ” αυτές τις περιοχές, όπως οι ανθρακωρύχοι του Ντόνετσκ. Οι τελευταίοι είχαν κατέβει σε απεργίες από τα τέλη του Μάη καταγγέλλοντας την πολιτική της νέας κυβέρνησης του Κιέβου. Η κυβέρνηση της Ρωσίας ξέρει ότι εάν τελικά οι πολιτοφυλακές είναι αυτές που θα εξασφαλίσουν την αυτονομία των Λαϊκών Δημοκρατιών θα θέλουν να έχουν λόγο και στην πολιτική που οι τελευταίες θα ακολουθήσουν, και όχι απλά να προσδεθούν στο Ρώσικο άρμα. Ένας τρίτος παράγοντας που έχει ενδιαφέρον και πρέπει να εξετάσουμε είναι η διεθνοποίηση του πολέμου μέσω της συμμετοχής- και από τις δυο πλευρές- εθελοντών. Αν από την πλευρά της κυβέρνησης της Ουκρανίας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, αφού οι εθελοντές/ μισθοφόροι(;) που έρχονται να ενισχύσουν, βασικά τον «Δεξιό Τομέα», προέρχονται από τα απανταχού νεοναζιστικά μορφώματα, από την πλευρά των αυτονομιστών έχουμε μια πολύ περίπλοκη κατάσταση. Παράλληλα με τους αντιφασίστες εθελοντές που καταφτάνουν να ενισχύσουν τις πολιτοφυλακές, έχουμε και την δράση Ρώσων «εθελοντών» απόστρατων ή και εν ενεργεία μελών του Ρώσικου Στρατού καθώς και Σέρβων και Ελλήνων που φυσικά δεν εκκινούνται από αντιφασιστικά ή σοσιαλιστικά κίνητρα, αλλά από εθνοτικά και θρησκευτικά. Κρατάμε μεγάλη επιφύλαξη για τις πηγές σε σχέση με το ζήτημα των εθελοντών, στο βαθμό μάλιστα που αναπαράγονται στο διαδίκτυο χωρίς καμία διασταύρωση. Έχουμε την εντύπωση ότι από όλες τις πλευρές πάνω σ” αυτό το θέμα κτίζεται ένας μεθοδευμένος επικοινωνιακός πόλεμος. Πέρα όμως από ενδεχόμενες υπερβολές, ανακρίβειες και σκοπιμότητες των πηγών, το σίγουρο είναι η συμμετοχή –αμφότερα- εθελοντών στην σύγκρουση.
Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια επανάληψη της Ισπανικής Επανάστασης και όσοι πέφτουν σ” αυτή την παγίδα ξεχνάνε ότι όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται αυτό γίνεται ως φάρσα. Οι Λαϊκές Δημοκρατίες δεν είναι στα πρόθυρα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, πόσο δε μάλλον στην προοπτική μιας αυτοδιαχειριζόμενης αταξικής κοινωνίας. Όμως, στο εσωτερικό τους υπάρχουν δυνάμεις που στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με διαφορετικές ίσως αφετηρίες και εστιάσεις από εμάς, ξαναθέτουν το κοινωνικό και ταξικό ζήτημα και σε αυτές πρέπει να δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας και με αυτές να ανοίξουμε έναν πολιτικό διάλογο, να τις βγάλουμε από την αφάνεια των επίσημων ΜΜΕ και να τους δώσουμε βήμα στην διεθνή συζήτηση για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.
Μια νίκη του Κιέβου επί των Αυτονομιστών θα είχε πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα. Ο ρόλος του «Δεξιού Τομέα» θα αναβαθμιζόταν σημαντικά και, στο όνομα της αποτελεσματικότητάς του, η Δύση θα του πρόσφερε και επίσημα «συγχωροχάρτι» για την νεοναζιστική του φυσιογνωμία. Σε ένα κατά πρώτον συμβολικό και κατά δεύτερον εξαιρετικά πρακτικό επίπεδο θα είναι η πρώτη φορά μετά τον β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που σε ευρωπαϊκό έδαφος οι νεοναζί θα διεκδικήσουν το μερίδιό τους στην πολιτική διακυβέρνηση μιας χώρας και μάλιστα με το στρατιωτικό τους σκέλος να έχει σφυρηλατηθεί μέσα σε πραγματικά πεδία μαχών και αληθινά πυρά και μάλιστα με τον αέρα του νικητή αυτή τη φορά. Τα νεοναζιστικά μορφώματα της Ευρώπης –που μέχρι ώρας έχουν στο ιστορικό τους την εμπειρία τους από τη δρομίσια παραστρατιωτική και παρακρατική τους δράση ως εγκληματικές συμμορίες που «επιχειρούν» στους δρόμους των μητροπόλεων και με τις πλάτες των αστυνομικών αρχών- θα γινόντουσαν πιο επιθετικά βλέποντας την επιτυχία τους στην Ουκρανία και θα διεκδικούσαν να παίξουν πιο κεντρικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, ακριβώς βάζοντας μπροστά το παράδειγμα της Ουκρανίας. Στο εσωτερικό των κατοίκων και των πολιτικών δυνάμεων, στις περιοχές των Αυτονομιστών, θα κέρδιζαν έδαφος αυτοί που θα θέλανε να προσδεθούν στο άρμα της «μαμάς Ρωσίας» και θα θυσίαζαν τα βήματα της Κοινωνικής μεταρρύθμισης ακριβώς στην ελπίδα ενίσχυσης από τον Πούτιν. Το εθνοτικό και θρησκευτικό στοιχείο θα κυριαρχούσε πάνω στην κοινωνική και αντιφασιστική ατζέντα. Η ομοσπονδοποίηση με την Ρωσία θα φαινόταν ως η μοναδική λύση και οι αυτοδιαχειριστικές λογικές και πρακτικές θα εγκαταλείπονταν. Η συγκρότηση ενός ταχτικού στρατού, υπό την κηδεμονία Ρώσων συμβούλων, θα ερχόταν να αντικαταστήσει τις πολιτοφυλακές. Το παιχνίδι θα ήταν αποκλειστικά στα χέρια του Πούτιν και του παζαριού των δικών του συμφερόντων. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε μια ενδεχόμενη επέμβαση του ΝΑΤΟ αν οι δυνάμεις του Κιέβου τα βρούνε σκούρα. Για μια ακόμα φορά θα σταλεί το μήνυμα του διεθνούς κεφαλαίου για την καταστολή των εξεγέρσεων και την ύπαρξη του ΝΑΤΟ σε ρόλο παγκόσμιας αστυνομίας.
Αντίθετα μια νίκη των Λαϊκών Δημοκρατιών και των ένοπλων πολιτοφυλακών τους, θα υποβάθμιζε το ρόλο της Ρωσίας, θα ενίσχυε τις τάσεις μιας εναλλακτικής αυτοδιαχειριστικής προοπτικής, θα έδινε το παράδειγμα ότι οι λαοί δεν υπόκεινται απλά στις κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων, αλλά μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους. Θα αυξανόταν στην υπόλοιπη Ουκρανία η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση του Κιέβου και ίσως πυροδοτείτο μια αντίρροπη λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στον πόλεμο και τον φασισμό.

Οι Τζιχαντιστές και το Ισλαμικό κράτος


Η επέλαση των Τζιχαντιστών στις περιοχές της Συρίας και του Ιράκ με σκοπό την δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους φαίνεται να ξάφνιασε πολλούς και να αύξησε τα ισλαμοφοβικά αντανακλαστικά της Δύσης. Όμως αυτοί που σίγουρα δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστούν ήταν οι ίδιες οι δυτικές κυβερνήσεις και τα μέλη του ΝΑΤΟ. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ότι δεν ήξεραν την υποστήριξη που προσφέρουν τα αυταρχικά θεοκρατικά καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, των Αραβικών Εμιράτων κ.λ.π. -σύμμαχοι κατά τα άλλα της Δύσης- στις ομάδες των φανατικών ισλαμιστών ή το ότι η Τουρκία άφησε ανεμπόδιστα τους μαχητές της ISIS να περάσουν μέσα από το έδαφός της στην Συρία για να μπορέσουν να ανατρέψουν το καθεστώς του Άσαντ. Ακόμα, δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η άρση του εμπάργκο στο Συριακό πετρέλαιο από την ΕΕ έγινε χωρίς να λάβει υπόψιν της τους οικονομικούς πόρους που θα έφταναν στα χέρια των Τζιχαντιστών μέσω των κοιτασμάτων των περιοχών που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Είναι άραγε τόσο παρανοϊκή η στρατηγική του ΝΑΤΟ ώστε να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το λάθος του Φρανκενστάιν, βοηθώντας να δημιουργηθεί ένα «τέρας» που στο τέλος δεν ελέγχει; Μπορεί και ναι, ίσως γιατί οι θεωρίες του καπιταλισμού καζίνου, όπου το μεγαλύτερο κέρδος συνυπάρχει με το μεγαλύτερο ρίσκο, έχουν διαπεράσει ακόμα και τους γεωπολιτικούς – στρατιωτικούς σχεδιασμούς.
Θα προσπαθήσουμε και αυτή την φορά να αποφύγουμε να αυτοπαγιδευτούμε σε σενάρια συνομωσίας. Η άνοδος του εξτρεμιστικού ισλαμισμού δεν συντελέστηκε σ” ένα «εργαστήριο» κάποιων μυστικών υπηρεσιών. Η ανάπτυξή τους οφείλεται στις ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών, τόσο στις Αραβικές χώρες όσο και στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που ζουν στις χώρες της Δύσης. Η ήττα της Αραβικής αριστεράς, το ξεθώριασμα του Αραβικού Εθνικισμού και η αδυναμία του να αντιταχθεί στον Δυτικό Ιμπεριαλισμό με όρους εθνικής αστικής ανεξαρτησίας, οι επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν που συνοδεύτηκαν από απάνθρωπες πρακτικές ταπείνωσης, εξευτελισμού και κατάργησης κάθε καθεστώτος δικαίου (ποιός μπορεί να ξεχάσει τις εικόνες από το Αμπού Γκράιμπ ή την no mans land του Γκουαντάναμο και των άλλων ειδικών φυλακών εκτός οποιουδήποτε νομικού καθεστώτος;), η αδιαφορία των δυτικών απέναντι στο όλο και πιο έντονο καθεστώς απαρτχάιντ του Ισραήλ απέναντι στον Παλαιστινιακό λαό, οι συνεχόμενες διακρίσεις, ο υποβιβασμός σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας και το καθεστώς εξαίρεσης για τους μουσουλμάνους της Δύσης διαμόρφωσαν τους όρους για την ανάδυση και την ενδυνάμωση αυτού του ρεύματος. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της Δύσης δεν βλέπουν στους Τζιχαντιστές μόνο έναν κίνδυνο, αλλά βλέπουν πάντα και μια ευκαιρία, και δεν σταματάνε να παίζουν μαζί τους το παιχνίδι με το καρότο και το μαστίγιο. Από την μια τους ενισχύουν ή κλείνουν τα μάτια σ” αυτούς που τους ενισχύουν, από την άλλη τους δαιμονοποιούν και δια- χειρίζονται τον τρόμο που αυτοί σκορπούν.
Οι Αραβικοί Λαοί απέχουν πολύ από την εικόνα που κατασκευάζει γι” αυτούς η Δύση. Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης, όπως και η εξέγερση στην Ιστάνμπουλ και την υπόλοιπη Τουρκία μας έφεραν σε επαφή με μια σειρά από ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες, ριζοσπαστικές πρακτικές, αντικαπιταλιστικές οργανώσεις και έναν πλούτο κινηματικών εμπειριών που θα θεωρούσε κανείς αδιανόητο ότι μπορεί να υπάρχει σ” αυτές της χώρες, αν ενστερνιζόταν την εικόνα που κατασκεύαζαν τα διεθνή ΜΜΕ. Είδαμε μια σφριγηλή νεολαία να διεκδικεί το μέλλον της, είδαμε ένα εργατικό κίνημα να αναβιώνει πρακτικές άγριων απεργιών που η εργατική τάξη στην Δύση φαίνεται να έχει λησμονήσει, είδαμε γυναίκες να ανατρέπουν τόσο τον κοινωνικό τους ρόλο όσο και την κατασκευασμένη -ειδικά μέσα από το πρίσμα του δυτικοχριστιανικού φονταμενταλισμού- εικόνα που είχαμε για αυτές, είδαμε τις διαφορετικές θρησκείες να αποτελούν πεδίο συνάντησης μέσα στο κίνημα και όχι διαχωρισμού (είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές κατά την εξέγερση στην Αίγυπτο χριστιανών να περιφρουρούν μουσουλμάνους την ώρα της προσευχής και το αντίστροφο), είδαμε ισλαμιστές να συνυφαίνουν την θρησκεία με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, όπως τμήματα τη νεολαίας των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο ή οι Μουσουλμάνοι Αντικαπιταλιστές στην Ιστάνμπουλ. Εν ολίγοις, είδαμε να δημιουργούνται ρωγμές τόσο στην εξουσία των παραδοσιακών ελίτ των αραβικών καθεστώτων όσο και στην θεοκρατική αντιδραστική προοπτική εκτροπής τους. Οι ρωγμές όμως δεν μπόρεσαν να μετασχηματιστούν σε εναλλακτική προοπτική, οι εξεγέρσεις ηττήθηκαν και τα κινήματα υποχώρησαν. Τα παλιά καθεστώτα ανασυγκροτήθηκαν έστω και μεταμφιεσμένα, όπως στην Αίγυπτο, ή βρίσκονται σε διαδικασία αποδιάρθρωσης με την μετατροπή των κοινωνικών εξεγέρσεων σε στρατιωτικές συγκρούσεις των καθεστώτων με τους Ισλαμιστές, όπως στην Συρία. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις ενάντια στην φτώχεια, στην τεράστια ανεργία και την υπερεκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων, καθώς και οι διεκδικήσεις για πολιτικές ελευθερίες, που είχαν φέρει στο προσκήνιο οι εξεγερμένοι, κρύφτηκαν και πάλι πίσω από τις φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές συγκρούσεις. Ο αέρας ελευθερίας και χειραφέτησης που φύσηξε για λίγο πάνω από τον Αραβικό κόσμο χάθηκε ξανά μέσα στα σύννεφα του πολέμου και της καταστολής. Ο ρόλος των Τζιχαντιστών δεν είναι αντιθετικός αλλά συμπληρωματικός στην παλινόρθωση των ανελεύθερων καθεστώτων στον Αραβικό κόσμο, ακόμα και εάν αυτό γίνεται με συγκρουσιακό τρόπο και μέσω της ανάδυσης μιας νέας στρατιωτικό-θρησκευτικής ελίτ. Αυτή όπως είναι φυσικό θα προσπαθήσει να κατοχυρώσει την παρουσία και να διαπραγματευτεί την θέση της μέσω της στρατιωτικής ισχύος, αλλά κυρίως του τρόμου, απέναντι όχι μόνο στα παλιά καθεστώτα αλλά και στην Δύση.
Οι πολεμικές συγκρούσεις, η μαζική φυγή στην προσφυγιά, οι σφαγές των αμάχων, οι βιασμοί και οι αγοραπωλησίες των γυναικών που ανήκουν στο στρατόπεδο των ηττημένων, οι παραδειγματικές δολοφονίες μελών θρησκευτικών και πολιτικών αντιπάλων από τους Τζιχαντιστές, είναι φυσικό ότι δρουν ανασταλτικά για οποιαδήποτε κοινωνική κινητοποίηση και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Στην πραγματικότητα, οι παραδοσιακές ελίτ του Αραβικού κόσμου κινδυνεύουν πολύ λιγότερο από τον ακραίο φανατικό Ισλαμισμό από ό,τι κινδυνεύουν τα λαϊκά στρώματα, πόσο δε μάλλον αυτά που ανήκουν σε θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι, οι Γιεζίντι, οι Σιίτες κλπ.
Στην πραγματικότητα, και παρά τις υστερίες των Δυτικών ΜΜΕ, η στάση των κυβερνήσεων της Δύσης και του ΝΑΤΟ είναι αντιφατική σε σχέση με τους Τζιχαντιστές γιατί και τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα είναι αντιφατικά. Το παιχνίδι είναι οριακό και επικίνδυνο μεν, προσοδοφόρο και χρήσιμο δε. Η Δύση τόσο ανοικτά όσο και συγκεκαλυμμένα, ενίσχυσε στην αρχή τους Τζιχαντιστές με στόχο να ανατρέψει το καθεστώς του Άσαντ. Η επέκταση της δράσης τους και η επικράτηση των Τζιχαντιστών σ” ένα μεγάλο μέρος του Ιράκ προφανώς και είναι σημαντικό πρόβλημα, και ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ. Ο ρόλος του «εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας» στην ευρύτερη περιοχή αποδεικνύεται μια σισύφεια προσπάθεια για τον στρατό των ΗΠΑ που συνεχώς υπονομεύεται από αστάθμητους παράγοντες. Από την άλλη, τα εγκλήματα που διαπράττουν οι Τζιχαντιστές και η πρόθεσή τους να δημιουργήσουν ένα καθαρά Ισλαμικό κράτος σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής λειτουργούν σαν άλλοθι στις εγκληματικές πολιτικές της «τελικής λύσης» που προσπαθεί να εφαρμόσει το- επίσης μιλιταριστικό και θεοκρατικό- κράτος του Ισραήλ. Όσο θα επεκτείνεται η ισχύς των Τζιχαντιστών τόσο θα αυξάνουν οι φωνές για την αναγκαιότητα ύπαρξης της στρατιωτικής ισχύος του Ισραήλ και αποδοχής των μεθόδων του. Ισραήλ και Τζιχαντιστές ανατροφοδοτούν ο ένας την ισχύ του άλλου ακριβώς μέσω της τρομοκρατικής βιοπολιτικής που ασκούν.
Σ” αυτό το σημείο πρέπει να εστιάσουμε λίγο περισσότερο, καθώς νομίζουμε πως είναι κομβικό. Δεν έχουμε να κάνουμε μονάχα με την θηριωδία του πολέμου. Δεν μιλάμε για “παράπλευρες απώλειες” ή για εγκλήματα πολέμου που έγιναν ως παρεκτροπές. Δεν υπάρχει καμία προσπάθεια από την μεριά των Τζιχαντιστών να κρύψουν, να δικαιολογήσουν ή να διαψεύσουν τις πρακτικές τρόμου που χρησιμοποιούν. Αντίθετα, τις εισάγουν ως μέρος της στρατηγικής τους σ” αυτό τον πόλεμο. Έξω όμως από αυτό το παιχνίδι της βιοπολιτικής του τρόμου δεν μένει ούτε η Δύση, αφού μέσω των ΜΜΕ δια- χειρίζεται την εικόνα του τρόμου που παράγουν οι Τζιχαντιστές για να πειθαρχήσει αλλά και διαχωρίσει τους κατοίκους των δυτικών κρατών και να ενισχύσει τον πατερναλιστικό ρόλο του κράτους ως «εγγυητή της ασφάλειας» από έναν «ακατανόητο και παράφρονα» εχθρό.
Στην δεδομένη στιγμή η μόνη δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει τους Τζιχαντιστές και να συσπειρώσει όλα τα ριζοσπαστικά πολιτικά και κοινωνικά τμήματα της ευρύτερης περιοχής φαίνεται να είναι οι Κούρδοι. Ο Κουρδικός λαός ζει σε τέσσερα κράτη της περιοχής: την Τουρκία, την Συρία, το Ιράκ και το Ιράν. Για δεκαετίες τώρα αντιμετωπίζει την κρατική και θρησκευτική καταπίεση των κρατών κάτω από την κυριαρχία των οποίων ζει. Έχει έντονα κοσμικά χαρακτηριστικά, μεγάλη εμπειρία στον ένοπλο αντάρτικο αγώνα και ο ρόλος των γυναικών στο εσωτερικό του είναι αναβαθμισμένος σε σχέση με πολλές από τις θρησκευτικές και εθνοτικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή. Χαρακτηρίζεται από έντονη θρησκευτική ανεκτικότητα, ενώ η Αριστερά έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στο εσωτερικό του. Λόγω της εθνοτικής και θρησκευτικής καταπίεσης η εργατική τάξη κατέχει σημαντικό ρόλο στην ταξική σύνθεση του κουρδικού λαού. Η επικράτηση της Αριστεράς στους Κούρδους της Τουρκίας και της Συρίας δεν έχει να κάνει μόνο με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του πρώην μαοϊκού PKK στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, αλλά και με την συμμετοχή των Κούρδων των μεγάλων αστικών κέντρων (πχ. Ίστανμπουλ) στους εργατικούς αγώνες και σε άλλες οργανώσεις της Επαναστατικής Αριστεράς. Ακόμα και στο Ιράκ -όπου οι δυτικόφιλοι ηγέτες των Κούρδων παίζουν σημαντικό ρόλο- στην εξέγερση των Κούρδων ενάντια στον Σαντάμ το 1991 τα εργατικά συμβούλια και οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς είχαν καθοριστική συμβολή στον ταξικό προσανατολισμό της εξέγερσης (για την άγνωστη σχετικά αυτή πτυχή του Κουρδικού κινήματος βλ. «Ιρακινές Αντιστάσεις», εκδ. Στάσεις Εκπίπτοντες, 2008).
Οι Κούρδοι της Συρίας απέναντι στην απειλή των Τζιχαντιστών δημιούργησαν τις ένοπλες «Μονάδες Άμυνας του Λαού» στις οποίες συμμετέχουν και γυναίκες ως μαχήτριες. Άρχισαν ακόμα να συγκροτούν ένα μοντέλο δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των περιοχών που ελέγχουν μέσα από το «Κίνημα της Δημοκρατικής Κοινωνίας του Δυτικού Κουρδιστάν(TEV-DEM)». Σε αυτό καλούν Άραβες, Αρμένιους και Ασσυροχαλδαίους να συμμετάσχουν ισότιμα χωρίς διάκριση, εξασφαλίζοντας την υποστήριξη τους για μια χώρα ενωμένη και δημοκρατική, όπου οι λαοί ζουν μαζί. Αν οι Κούρδοι ξεπεράσουν το στενό εθνικό προσδιορισμό, μπορούν να δημιουργήσουν έναν πόλο συσπείρωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που να επαναφέρει την δυναμική μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής προοπτικής στην περιοχή της Μ. Ανατολής; Προφανώς αυτό το ενδεχόμενο είναι ανοικτό και θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι οι εσωτερικοί συσχετισμοί ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του Κουρδικού λαού. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία πως η βοήθεια σε στρατιωτικό εξοπλισμό που τρέχουν να προσφέρουν τώρα διάφορα κράτη της Δύσης, έχει να κάνει ακριβώς μ” αυτούς τους συσχετισμούς. Με άλλα λόγια επιλέγουν να ενισχύσουν ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις που εκτός από μια δυτικόφιλη στάση θα τονίζουν την εθνική προοπτική και όχι την προοπτική μιας πολυσυλλεκτικής κοινωνικής δημοκρατίας. Η ενίσχυση εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ανάμεσα στους Κούρδους που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενδυνάμωση αυτής της εναλλακτικής προοπτικής είναι η στάση που θα έπρεπε να κρατήσει το αντικαπιταλιστικό κίνημα διεθνώς, αν θα ήθελε να ξεφύγει από τον ρόλο του απλού παρατηρητή και να ανασυγκροτήσει την διεθνιστική παράδοσή του.

Κώστας Σβόλης

πηγή: http://dokimh.espivblogs.net/?p=480

Συνέχεια...
0
Με αφορμή τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου των Γ. Κολέμπα και Γ. Μπίλλα (εκδόσεις των Συναδέλφων) δημοσιεύουμε τον πρόλογο του Νίκου Ν. Μάλλιαρη

Οι τυπικές χώρες με θερμά κλίματα βρίσκονται ενώπιον του ακόλουθου διλήμματος: οικονομικό λίμνασμα και διάσωση του ιθαγενούς πληθυσμού ή προσωρινή οικονομική ανάπτυξη αλλά οπισθοδρόμηση των ιθαγενών.
M. Gourou


Το γεγονός πως μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου και του Γιάννη μας δίνει το δικαίωμα να διατηρούμε μια χαραμάδα αισιοδοξίας μέσα στον γενικότερο πολιτικό ζόφο που χαρακτηρίζει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τον σύγχρονο κόσμο γενικότερα. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από συζητήσεις που έχουν γίνει με αφορμή την ανάγνωση ή την παρουσίαση του βιβλίου, ένα ζήτημα επανέρχεται τακτικά: το ζήτημα της ανθρωπολογικής ανάλυσης, η οποία συνοδεύει τη γενικότερη πολιτική και κοινωνική ανάλυση των δύο συγγραφέων και η οποία δηλώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου.

Είναι ίσως το πιο καινοτόμο στοιχείο της προσέγγισής τους, το οποίο γίνεται και πιο δύσκολα κατανοητό στο αναγνωστικό κοινό. Θα παρουσιάσουμε, κατά συνέπεια, με συντομία ορισμένα ζητήματα που άπτονται της ιδέας της αποανάπτυξης και της τοπικοποίησης, ώστε να δείξουμε στην πράξη και με συγκεκριμένα παραδείγματα τη σημασία του «ανθρωπολογικού» παράγοντα, σε μια προσπάθεια πρώτης εξοικείωσης του αναγνώστη και της αναγνώστριας με την προσέγγιση των συγγραφέων.

Ανάπτυξη με ποιο κόστος;

Το χωρίο που τοποθετήσαμε στην προμετωπίδα του κειμένου (που αναφέρεται στις αφρικανικές και «τροπικές χώρες» και προέρχεται από το άρθρο ενός φιλοαποικιοκράτη σχολιαστή της δεκαετίας του ’40*) περιγράφει με ωραίο και περιεκτικό τρόπο την ελληνική κατάσταση: Αν θέλετε ανάπτυξη κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον, πρέπει η κοινωνία να γονατίσει. Δεν πρόκειται εδώ για υπερβολή, ούτε για ένα απλό σχήμα λόγου που θα περιέγραφε απλώς τις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής πολιτικών τύπου ΔΝΤ ή «Τρόικας». Πρόκειται για μια διατύπωση που πρέπει να εννοήσουμε αυστηρά κυριολεκτικά: Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η «ανάπτυξη» απαιτεί μια ολόκληρη μεταβολή του τύπου ανθρώπου των «ιθαγενών», προκειμένου να τους κάνει συμβατούς με το είδος της οικονομίας που επιφέρει αυτή την «ανάπτυξη». Και δεν μιλάμε εδώ μόνο για τα πλείστα όσα έχουν συχνά υποστεί οι κάτοικοι «υποανάπτυκτων» περιοχών του πλανήτη, τις οποίες προσπάθησαν οι δεσπότες τους να εκβιομηχανίσουν και να «εκσυγχρονίσουν». Μιλάμε και για καταστάσεις πιο κοντινές σ’ εμάς, που γεννιούνται από την πλήρη κατίσχυση του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης, ακόμα και εκτός της κυρίως Δύσης**.

Στην περίπτωση της Ελλάδας (όπως και των υπόλοιπων μη δυτικών ή ημιδυτικών χωρών), αλληλοδιαπλέκονται δύο ζητήματα: το πρόβλημα της σχέσης μας με τη Δύση κι αυτό του επιθυμητού οικονομικού μοντέλου (η περίφημη ρητορική της «ανάπτυξης»). Ζητήματα αλληλοδιαπλεκόμενα, καθώς είναι ακριβώς η Δύση αυτή που δημιουργεί την «ανάπτυξη», τόσο ως ιδεολογία και φαντασιακό όσο κι ως απτή, υλική πραγματικότητα, μέσω της ιστορικά πρωτόγνωρης ανόδου του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού που επιτυγχάνει (ενάντια στις δυσοίωνες προφητείες του Μαρξ) ο καπιταλισμός.

Ποια «Δύση» και ποια «παράδοση»;

Θα πρέπει να είναι σαφές πως κάθε φορά που μιλάμε περί «Δύσης» αλλά και -πολύ συχνά- την επικαλούμαστε ως μοντέλο προς μίμηση, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις τεράστιες αλλαγές που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες σε αυτό το κομμάτι του κόσμου. Η Δύση δεν είναι πλέον αυτό που ήταν μέχρι πριν από 30 ή 50 χρόνια. Δηλαδή, μια κοινωνία που γεννούσε ακόμη δημοκρατικά κινήματα και προτάγματα χειραφέτησης και αμφισβήτησης, τόσο στο πολιτικό όσο και στο πολιτιστικό επίπεδο. Δυόμισι αιώνες βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης έχουν καταφέρει να διαβρώσουν τους κοινωνικούς δεσμούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα μπορούσαμε χωρίς φόβο υπερβολής να πούμε πως μέσα στις πιο αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη (τα μεγάλα δυτικά αστικά κέντρα, π.χ.) η κοινωνία ως κοινωνία δεν υπάρχει πια: Το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων έχει αντικατασταθεί από γραφειοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι, με τη βοήθεια της οικονομίας και της τεχνολογίας, οργανώνουν πλέον κάθε πτυχή της ζωής των ατόμων για χάρη τους αλλά και στη θέση τους. Κάθε ίχνος πρωταρχικής κοινωνικότητας και κοινωνικού αυθορμητισμού δείχνουν να χάνονται, κάθε ψήγμα αυτενέργειας από την πλευρά των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων εξαντλείται. Δεν μιλάμε πλέον στον διπλανό μας και περιμένουμε τη λύση σε κάθε μας πρόβλημα από τις διάφορες υπηρεσίες του κράτους, από τις «υπηρεσίες» της κοινωνίας της κατανάλωσης και από τα διάφορα βλακώδη gadgets που αυτή μάς προσφέρει αφειδώς.

Αντίθετα, μέσα σε λιγότερο «αναπτυγμένες» και «εξορθολογισμένες» κοινωνίες, όπως π.χ. η Ελλάδα, επιβιώνει ακόμη σημαντικό ποσοστό αυτής της πρωταρχικής κοινωνικότητας, πράγμα που κάνει τη ζωή περισσότερο υποφερτή, ακόμα και υπό συνθήκες «κρίσης». Το μεγάλο στοίχημα είναι να υπερβούμε τις πατριαρχικές και αντιδραστικές κατευθύνσεις εντός των οποίων εγγράφεται συχνότερα αυτή η κοινωνικότητα (πελατειακές σχέσεις, πίεση του περίγυρου στην προσωπική ζωή των ατόμων κ.λπ.) προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουμε ως έρεισμα ενός προτάγματος οικολογικής αλλαγής.

Η ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση των «αναπτυγμένων» κοινωνιών

Ταυτόχρονα -κι αυτό είναι κάτι που πάντοτε θα πρέπει να θυμίζουμε στους διάφορους φιλελεύθερους «εκσυγχρονιστές»-, ακόμα και από τη σκοπιά μιας πιο συντηρητικής προσέγγισης να δούμε το πράγμα, πάλι οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Με άλλα λόγια, δύσκολα μπορεί πλέον η Δύση να χρησιμεύσει ως πρότυπο «αστικής ολοκλήρωσης» και «εκσυγχρονισμού» των περιφερειακών χωρών, εφόσον η κοινωνική αποσύνθεση που τη χαρακτηρίζει έχει φέρει στο προσκήνιο τα ήθη της κοινωνίας της κατανάλωσης, που διαφέρουν παρασάγγας από την κλασική αστική και καπιταλιστική λογική. Σήμερα, αυτό που κυριαρχεί είναι η λογική του εύκολου χρήματος, το μαφιόζικο πρότυπο διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων και η γενίκευση της διαφθοράς. Όπως φαίνεται, ο καπιταλισμός τρώει τις ίδιες του τις σάρκες: Πάσχει από μια ανυπέρβλητη ανθρωπολογική αντίφαση, η οποία τον αναγκάζει να υποσκάπτει τα θεμέλια του ίδιου του του οικοδομήματος. Η λύσσα για κέρδος και ανάπτυξη οδηγεί στην καταστροφή κάθε άλλης αξίας, θεσμού και κοινωνικής πρακτικής που περιόριζε, αρχικά, αυτές τις κτητικές ορμές, με αποτέλεσμα σήμερα η λογική του εύκολου χρήματος και της πλουτοθηρίας να διαπερνούν ακόμα και τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.

Είναι προφανές, όμως, πως μια τέτοια κοινωνία δεν γίνεται πλέον να θεωρείται ανεξέταστα πρότυπο για εμάς, ακόμα κι αν βλέπουμε τα πράγματα βάσει του σχήματος «εξορθολογισμένη» Δύση – υποανάπτυκτη περιφέρεια. Και είναι εξίσου σαφές ότι δεν γίνεται να υπάρξει καμία αλλαγή προς την κατεύθυνση μιας οικολογικής και τοπικοποιημένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας δηλαδή «μικρής κλίμακας», όπου θα παίζει βασικό ρόλο η καθημερινή συνεργασία των ατόμων στη διευθέτηση των καθημερινών ζητημάτων, χωρίς όλον αυτό τον ανθρωπολογικό πλούτο που έχει χαθεί -ίσως κι ανεπιστρεπτί- μέσα στη Δύση. Χωρίς μια τέτοια στοιχειώδη κοινωνικότητα αλλά και ικανότητα συλλογικής αυτενέργειας δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για δημοκρατία.

Το πολιτικό και το πολιτιστικό

Με αυτή την τάση συνδέεται ακόμα ένα ουσιώδες και βασικό ζήτημα: Η σύζευξη του πολιτικού-πολιτιστικού, δηλαδή η προσπάθεια να επεκτείνουμε την πολιτική μας κριτική σε σφαίρες της καθημερινής ζωής ή της κουλτούρας, δίχως, παρ’ όλα αυτά, να πάμε στο άλλο άκρο και να εκπέσουμε σε μια πολιτική-του- τρόπου-ζωής, σύμφωνα με την οποία θα αρκούσε μια απλή αλλαγή των καθημερινών μας συνηθειών για να λυθούν τα προβλήματα του μάταιου τούτου κόσμου.

Διότι, φυσικά, όσο κι αν δεν το αντιλαμβάνονται οι διάφοροι «καθωσπρέπει» οικολόγοι, αυτός ο πολιτιστικός «ρεφορμισμός» βρίσκεται πίσω και από τα πιο αντιδημοκρατικά οικολογικά ρεύματα. Κοινή συνισταμένη κάθε αντιδραστικής απόχρωσης οικολογίας είναι η εξής ιδέα: Το πρόβλημα είναι τόσο βαθύ, που δεν αρκεί μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή· αυτό που χρειάζεται είναι μια βαθιά αλλαγή «παραδείγματος», μια βαθιά αλλαγή του ίδιου του ανθρώπινου όντος, η οποία μπορεί να είναι καρπός μόνο μιας νέας «πνευματικής» ή θρησκευτικής αφύπνισης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η περίφημη Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology) ή διάφορες απόπειρες σύστασης μιας χριστιανικής οικολογίας (τόσο Καθολικής όσο και Ορθόδοξης), για να μη μιλήσουμε καν για καθαρά οικοφασιστικού τύπου νεομυστικιστικές λατρείες της «Φύσης».

Είναι όμως προφανές ότι, αν και τα αντιδραστικά αυτά ρεύματα είναι ευαίσθητα στο ανθρωπολογικό πρόβλημα (όπως συνέβαινε, άλλωστε, πάντοτε με τον συντηρητισμό, σε αντίθεση με τον «αφελή» και «αισιόδοξο» φιλελευθερισμό), αδυνατούν να καταλάβουν ότι το ανθρωπολογικό δεν είναι ανεξάρτητο από το πολιτικό, το κοινωνικό ή το οικονομικό. Ανάμεσα στην «αντικειμενική πραγματικότητα», από τη μια μεριά (κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θεσμοί κ.λπ.), και το «πνεύμα» ή την «κουλτούρα», από την άλλη, υπάρχει σχέση αμοιβαίας εξάρτησης κι επιρροής: Οι πρώτες συνιστούν ενσάρκωση μιας κουλτούρας ή ενός φαντασιακού (ή και περισσότερων, φυσικά) και με τη σειρά τους αναπαράγουν αλλά και διαμορφώνουν την εν λόγω κουλτούρα και το φαντασιακό. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει αλλαγή του τόπου ανθρώπου που παράγει μια κοινωνία δίχως αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών εντός των οποίων διαμορφώνεται και αναπαράγεται αυτός ο ανθρωπολογικός τόπος. Αλλά και αντιστρόφως (πράγμα που πρέπει να υπενθυμίζουμε στους μαρξιστές): Δεν υπάρχει αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών δίχως αλλαγή της κουλτούρας αλλά και του τύπου ανθρώπου μιας κοινωνίας.

Αποανάπτυξη, τοπικοποίηση και άμεση δημοκρατία

Πρέπει, λοιπόν, να τονίζουμε πάντοτε ότι, για εμάς, ο αγώνας στο πολιτικό κομμάτι αλλά και στη σφαίρα της κουλτούρας (φαντασιακό και αξίες της κοινωνίας, ήθη, τύποι ανθρώπου) συνιστά μία και ενιαία προσέγγιση. Αυτό για το οποίο εμείς μαχόμαστε είναι μια δημοκρατική αποανάπτυξη: Αν η αποανάπτυξη συνιστά κομμάτι θεμελιακό και κύριο της πολιτικής μας στράτευσης, αυτό δεν γίνεται πάνω στη βάση επιχειρημάτων υπεράσπισης κάποιου ειδυλλιακού χαμένου παρελθόντος· γίνεται, αντίθετα, πάνω στη βάση της αναγνώρισης της ισότητας ως κεντρικής και βασικής μας αξίας. Ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και «ισότητας» ανάμεσα στον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον, ανάμεσα, δηλαδή, στην κοινωνία και τη φύση. Για εμάς, η αποανάπτυξη και το πρόταγμα μιας οικολογικής και τοπικοποιημένης κοινωνίας εγγράφονται σε ένα ευρύτερο πρόταγμα κατάργησης της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή είναι η βαθύτερη αλήθεια της δημοκρατίας και της ανθρώπινης χειραφέτησης: η κατάργηση των κοινωνικών σχέσεων κυριαρχίας και επιβολής και η αντικατάστασή τους από μια αντίληψη της συλλογικής ζωής που θέλει τις κοινωνικές σχέσεις οργανωμένες πάνω στη βάση της ισότητας, δίχως ιεραρχία και εκμετάλλευση. Διότι το φαντασιακό της κυριαρχίας, υπό την ειδικότερη μορφή που πήρε μέσα στη νεωτερική Δύση, είναι ενιαίο, είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για τη φύση: Εκφράζει την ίδια ορμή κυριάρχησης και εκμετάλλευσης, είτε πρόκειται για τον πλανήτη και τους φυσικούς του πόρους είτε για την εκάστοτε «κατώτερη» κοινωνική ομάδα, τάξη ή έθνος.

Αν, όμως, αυτές οι αλλαγές απαιτούν όχι μόνο θεμελιακές μετατροπές στο επίπεδο των θεσμών κάθε είδους αλλά κι έναν βαθύ μετασχηματισμό του υπάρχοντος τύπου ανθρώπου, είναι στο πλαίσιο της προσπάθειας διαμόρφωσης ενός τέτοιου δημοκρατικού ανθρωπολογικού τύπου που μπαίνει το ζήτημα της αποανάπτυξης και της τοπικοποίησης. Οι αρχές της αποανά- πτυξης-τοπικοποίησης, η βαθύτερη φιλοσοφία τους, είναι βαθιά δημοκρατικές: Μας μαθαίνουν τον αυτοπεριορισμό, την ικανότητα να ερχόμαστε σε συζήτηση με τις βαθύτερες ορμές μας και να επιβάλλουμε σε αυτές όρια όπου κρίνουμε πως χρειάζεται (κι όχι όπου υποτίθεται πως μας το προστάζει ο Θεός, κάποια μυθοποιημένη «Φύση» και άλλες τέτοιες ετερόνομες φαντασιώσεις) ή την υπευθυνότητα και την υπέρβαση του παιδικού ναρκισσισμού, τη συνεργασία με τους γύρω μας και το ξεπέρασμα της ιδιώτευσης και του βλακώδους κλεισίματος στον στενό «προσωπικό» κύκλο, που τόσο πολύ εκτρέφουν οι σημερινές καταναλωτικές και εξόχως ολιγαρχικές κοινωνίες.



* M. Gourou, Les pays tropicaux. Principes d’une géographie humaine et économique [Οι τροπικές χώρες. Βασικές αρχές μιας ανθρώπινης και οικονομικής γεωγραφίας], Παρίσι 1947.

** Όπως, για παράδειγμα, γράφει ο Δήμαρχος των Οινουσσών, σε μια προκήρυξη προς τους δημότες του: «Οι εντυπώσεις που θα αφήσει στους επισκέπτες ο καθένας από τους κατοίκους μας θα καθορίσουν και αυτές την ανάπτυξη και το μέλλον των σημερινών νέων και των μελλοντικών γενεών της Εγνούσσας. Πρέπει να κάνουμε το νησί μας ελκυστικό και ως άνθρωποι. Δηλαδή, να μην επαφιέμεθα μόνο στα φυσικά κάλλη του» («Κρουαζιερόπλοιο Europa 2 – Κρουαζιέρα στην Εγνούσσα», όπως το αναδημοσιεύει ο μπλόγκερ Πιτσιρίκος, στη σελίδα http://pitsirikos.net/wp- content/uploads/2013/10/oinousses1.jpg). Δηλαδή: Αν θέλετε ανάπτυξη, αλλάξτε τις καθημερινές σας συνήθειες, προκειμένου να αρέσετε στους τουρίστες, ώστε, εν συνεχεία, αυτοί να ζητήσουν από την εταιρεία κρουαζιέρων να μονιμοποιήσει τις Οινούσσες ως στάση στις διαδρομές των πλοίων της.


Ο Νίκος Ν. Μάλλιαρης είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΠΡΟΤΑΓΜΑ

Συνέχεια...

ΚΡΑΤΟΣ, ΕΞΟΥΣΙΑ, ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ: Ένα σύντομο σχόλιο

Posted: by παντιγέρα in
1
Προσφάτως, ο Θεοφάνης Τάσης σε άρθρο του στην ‘Εφημερίδα των Συντακτών’ στο πλαίσιο αφιερώματος στον Καστοριάδη γράφει : ‘Όμως ο Καστοριάδης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναρχικός για έναν επιπλέον λόγο: Στην περιγραφή της αυτόνομης κοινωνίας όπως αυτή αναπτύσσεται στο ‘Πάνω στο περιεχόμενο του Σοσιαλισμού’ συναντούμε την ύπαρξη Κράτους και κεντρικής κυβέρνησης’ 1 .Δεν διαφωνούμε πως ο Καστοριάδης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναρχικός και έχει εκφράσει και ο ίδιος ρητά τις διαφοροποιήσεις του στην συνέντευξη που παραχώρησε στην συντακτική ομάδα της Αναρχικής εφημερίδας της Θεσσαλονίκης ‘Εκτός Νόμου’ το 1991. Ωστόσο το να λέμε ότι ο Καστοριάδης υποστήριζε την ύπαρξη κράτους προκαλεί μία σοβαρή έκπληξη. Χωρίς να αναρωτηθούμε αν υπάρχει έλλειψη γνώσης ή σκοπιμότητα πίσω από αυτή την απόφανση πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού είναι συλλογή κειμένων του Καστοριάδη από το 1952 έως το 1978, δηλαδή κειμένων προ και μετά της ρήξη με τον μαρξισμό. Γνωρίζουμε ότι ο μαρξισμός παραδέχεται του Κράτος και το προϋποθέτει, ωστόσο η ρήξη του Καστοριάδη με την μαρξική φιλοσοφία είναι και ρήξη με την έννοια του Κράτους και μάλιστα ριζική. Η άποψη λοιπόν που ζητά να επανοικειοποιηθεί ολόκληρο τον Καστοριάδη προς χάριν της κρατιστικής σκέψης είναι μία πρόκληση και πρόσκληση για σκέψη.

Χρησιμοποιούμε την λέξη ‘κράτος’ με την ευρεία της έννοια, όμως η έννοια αυτή δεν είναι πραγματικά τόσο ευρεία για να ενσωματώσει κάθε μορφή εξουσίας και κάθε μορφή πολιτικής θέσμισης που εμφανίστηκε στην Ιστορία. Για να αποφύγουμε το λάθος της ταύτισης του Κράτους με την Εξουσία, λάθος που είναι εντυπωμένο βαθιά στην νεώτερη πολιτική θεωρία και είναι δύσκολο να εντοπιστεί, όπως θα δούμε στα παρακάτω κεφάλαια, πρέπει καταρχάς να θέσουμε έναν γενικό ορισμό της έννοιας αυτής. Γενικό και όχι συγκεκριμένο γιατί κράτος υπάρχει από την εποχή της θεσμισμένης ιεραρχίας, από την εποχή των ιερατείων των Χαλδαίων (είναι ερώτημα κατά πόσο οι λίγο παλαιότεροι Σουμέριοι είχαν τέτοιο παντοδύναμο ιερατείο) σε πολυποίκιλλες μορφές και κάθε κράτος είναι συγκεκριμένο κοινωνικοϊστορικά. Παράλληλα όμως, υπήρξαν πολύ παλαιότερες αλλά και σύγχρονες των κρατών κοινωνίες δίχως κράτος. Κάποια γενικά χαρακτηριστικά μπορούν να βοηθήσουν στην διάκριση του κράτους και την εξουσίας.

Αναφέρει ο Καστοριάδης: ‘Κράτος υπάρχει εκεί που υπάρχει κρατικός μηχανισμός χωριστός από την κοινωνία και στην πράξη ανεξέλεγκτος, όπως τον βλέπουμε σήμερα ακόμα και στις λεγόμενες δημοκρατικές χώρες, δηλαδή τις χώρες όπου ισχύει ένα καθεστώς φιλελευθερης ολιγαρχίας.’2

Ο κρατικός μηχανισμός αναπτύσσεται ως μονοπωλιακός μηχανισμός αναπαραγωγής, διατήρησης, διανομής, της εξουσιαστικής κοινωνικής ομάδας και ενσωματώνει τις πολιτικές λειτουργίες της νομοθέτησης, της απόφασης, της εκτέλεσης και της δικαιοσύνης, διαχωρίζοντάς τες από το κοινωνικό σώμα και διατηρώντας το μονοπώλιο τόσο του νόμιμου λόγου όσο και της νόμιμης βίας. Ως τέτοιος ενσωματώνει τον κοινωνικό χρόνο και τον διαμορφώνει άνωθεν ως επίσημη κοινωνική χρονικότητα. Στην πραγματικότητα ενσωματώνει και μεγάλες περιοχές της οικονομικής σφαίρας, ακόμη και στις πλέον νεοφιλελευθερες πολιτικές, στο βαθμό που αποτελεί την θεσμική τους επικύρωση και στο βαθμό που αναπτύσσεται και ως οικονομική δραστηριότητα, τόσο εσωτερικής διαπλοκής όσο και εξωτερικής επιχειρηματικότητας.

Η νεωτερική πολιτική φιλοσοφία, επιχειρώντας την λεγόμενη ‘διάκριση των εξουσιών’ και την θέση συνταγματικών περιορισμών στον ‘ανεξέλεγκτο’ αυτό μηχανισμό, απλώς έθεσε σχηματικές διακρίσεις δικαιοδοσίας πίσω από τις οποίες η σύγκλιση και η διαπλοκή των κέντρων εξουσίας συνεχίζεται αδιάκοπα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματικό διαχωρισμό της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας (πόσω μάλλον της λεγόμενης 4ης, δημοσιογραφικής εξουσίας, η οποία ως τόσο ήδη θρυμματίζεται) καθώς οι κυβερνήσεις και οι κεφαλαιούχοι χρηματοδότες τους επικαλύπτουν τις επιμέρους εξουσίες, τόσο ως κράτος, όσο και ως εταίροι του κράτους, αλλά και ως παρακράτος. Η μονοπώληση της εξουσίας από το κράτος είναι ο πραγματικά προβληματικός διαχωρισμός που έχει επιβληθεί και στην βάση αυτού του διαχωρισμού της εξουσίας από την κοινωνία έχει στηθεί η ίδια η υπόσταση του κράτους. Δεν είναι όμως η μόνη ιστορική εναλλακτική. Για να μην ταξιδέψουμε σε άγνωστους πολιτισμούς, αλλά στον πλέον γνωστό μας άγνωστο, θα παραθέσουμε το παράδειγμα που ο Καστοριάδης αναφέρει, μιας αντίθετης αντίληψης.

‘Η ιδέα του «Κράτους» ως ενός θεσμού διακριτού και διαχωρισμένου από το σώμα των πολιτών δεν θα ήταν κατανοητή από έναν (αρχαίο) Έλληνα. Βεβαίως, η πολιτική κοινότητα υπάρχει σε ένα επίπεδο το οποίο δεν ταυτίζεται με τη συμπαγή, ‘εμπειρική’, πραγματικότητα των τόσο πολλών χιλιάδων ανθρώπων που συνέρχονται σε δεδομένο τόπο και δεδομένο χρόνο. [...] Ωστόσο η διάκριση δεν γίνεται μεταξύ «Κράτους» και «πληθυσμού» αλλά μεταξύ του διαρκούς, συσσωματωμένου σώματος των αειθαλών και απρόσωπων Αθηναίων και απυτών που ζουν και αναπνέουν [στην πόλη].’3

Εδώ η διάσταση μεταξύ της φαντασιακής πολιτικής κοινότητας και της υπαρκτής δεν είναι μία διάκριση που επισυμβαίνει στο θεσμικό-κοινωνικό επίπεδο ως διάκριση δικαιοδοσίας και στεγανοποίηση της εξουσίας, αλλά στο επίπεδο του κοινωνικού φαντασιακού ως διάσταση μεταξύ του θεσμού και της πραγματικότητας. Αντιθέτως, η ύπαρξη των κρατικών θεσμών στηρίζεται σε μία ιεροποίηση της διάκρισης και μία ταυτόσημη σμίκρυνση των ορίων φαντασιακής πολιτικής κοινότητας στα όρια μίας ολιγαρχικής ελίτ ή ακόμη και μίας δυναστικής οικογένειας που ορίζει το θεσμικό επίπεδο. Ακόμη και στην αρχαία Αθήνα η φαντασιακή πολιτική κοινότητα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και περιελάμβανε μονάχα τους γηγενείς άνδρες, πράγμα για μας απαράδεκτο φυσικά, ωστόσο έστω και έτσι παραμένει πολύ πιο διευρυμένη από οποιαδήποτε κρατική θέσμιση, αφού καθένας μετείχε στην εξουσία. Στο σύγχρονο πρόταγμα της ελευθερίας τα όρια της φαντασιακής πολιτικής κοινότητας, δεν μπορούν παρά να περιλαμβάνουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Το νεωτερικό εθνοκράτος, θεμελιωμένο όχι στην Θεία αυθεντία, αλλά στην αυθεντία μίας υποτιθέμενης γενικής βούλησης, και συγκροτημένο με όρους εθνικής ομοιογένειας και καθετοποιημένης γραφειοκρατικής εξουσίας, υποτίθεται, σύμφωνα με τον κυρίαρχο ιδρυτικό μύθο, ότι αντιπροσωπεύει το έθνος, την κοινωνία νοούμενη ως ‘έθνος’, ενάντια στα ιδιωτικά και ξένα συμφέροντα που το επιβουλεύονται. Έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε δύο ιδιαίτερους εθνοκρατικούς θεσμούς που αποτελούν ενσωματώσεις κοινωνικών λειτουργιών στις τεχνικές της εξουσίας και είναι η κρατική υποχρεωτική παιδεία και η στρατιωτική θητεία, παρότι και τα δύο παραχωρούνται ξανά στο ιδιωτικό κεφάλαιο σήμερα. Όμως κατά τη διάρκεια της συγκρότησης των εθνοκρατών τον 19ο αιώνα, αυτοί οι δύο θεσμοί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εθνική και γλωσσική ομογενοποίηση των πληθυσμών, καθώς έστησαν έναν μηχανισμό εκπαίδευσης και επιβολής καθολικό και υποχρεωτικό από τη νεαρή ηλικία, αναλαμβάνοντας σε μεγάλο βαθμό πλευρές του εκκοινωνισμού που τυπικά ανήκαν στην οικογένεια. Το εθνοκράτος, ως ‘εκπρόσωπος’ της ‘ενιαίας’ βούλησης του λαού μπορεί να υποκαταστήσει την οικογένεια, ως διευρυμένο γένος καθώς στηρίζεται σε μία πιο εκλεπτυσμένη θεωρία πολιτικού πατερναλισμού.

Η κλασική φιλελεύθερη πολιτική θεωρία του Διαφωτισμού, όπως είδαμε, επικαλείται ένα υποθετικό ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τον περιορισμό της αυθαιρεσίας των κυβερνώντων και φυσικά τους δεσμεύει να λειτουργούν προς όφελος της γενικής κοινωνικής ευημερίας. Φυσικά, σαν ιδρυτικός μύθος, ο μύθος είναι εντελώς επίπλαστος. Παραπάνω προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουμε την φιλοσοφική και ηθική έκπτωση του νεωτερικού εθνοκράτους παρουσιάσαμε πιο λεπτομερώς αυτή την μεταφυσική μυθολογία. Ωστόσο, το ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ αποτελεί μία ισχυρότατη σημασία δικαίωσης της σημερινής κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας και ενσαρκώνεται θεσμικά στην μορφή του Συντάγματος4, ως του θεμελιώδους νόμου που εξασφαλίζει τους όρους και τα όρια της κρατικής κυβερνητικής εξουσίας, παρότι όλοι ξέρουμε ότι στην κοινωνική πραγματικότητα αυτά αποτελούν κενό γράμμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η υπαρκτή εξουσία ξεπερνά αναιδώς και αφειδώς τα συνταγματικά της όρια όταν αυτό καταστεί αναγκαίο για την διατήρησή της χωρίς μεγάλο κόστος. Υπάρχει ένα λογικό και νοηματικό κενό πίσω από την ίδια την ιδέα μιας εθελούσιας παραχώρησης της κοινωνικής εξουσίας στο κράτος, μίας παραχώρησης που συνέβη άπαξ (δηλαδή δεν συνέβη ποτέ) αλλά νομιμοποιεί πλήρως τους κεντρικούς θεσμούς της κρατικής πλέον εξουσίας και ιδίως την ταύτιση της έννοιας της εξουσίας με το κράτος.

Το νεωτερικό εθνοκράτος, ωστόσο, αποτελεί μία κοινωνικοϊστορική μορφή όπου συνδυάζεται το ιστορικό ρεύμα του πολιτικού φιλελευθερισμού με το όμορο ιστορικό ρεύμα του οικονομικού καπιταλισμού. Σαν δίδυμα ρεύματα που ανήκουν στο ίδιο ευρύτερο ευρωδυτικό κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο, ο πολιτικός φιλελευθερισμός και ο οικονομικός καπιταλισμός έχουν βαθιές ρίζες στον ύστερο Μεσαίωνα αλλά ξεσπούν και επιβάλλονται με τις επαναστάσεις του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, την Βιομηχανική, την Αμερικάνικη, τη Γαλλική, ως κυρίαρχες θεσμίσεις. Γκρεμίζουν τις παλιές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες της φεουδαρχικής θεολογίας (στην περιφέρεια αυτής της δημιουργίας, στα Βαλκάνια π.χ., τέτοιες σημασίες επιβιώνουν ακόμη στο κοινωνικό φαντασιακό και στην πραγματική, αν όχι θεσμική, λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων) και επιβάλλουν τον εμπορικό εξισωτισμό, την απεριόριστη ανάπτυξη, την ορθολογική κυριαρχία και την αυτονόμηση της οικονομίας και της τεχνικής ως κυρίαρχα φαντασιακά πρότυπα. Η παλαιά ταύτιση Κράτους- Εξουσίας αποκτά νέα φυσιοκρατικά και επιστημονικοφανή εργαλεία δικαίωσης με την μεταφυσική του Έθνους που επιβάλλεται ακόμη και σε πολυεθνικές κοινωνίες (π.χ. το Αμερικάνικο Έθνος, αυτή η πολύχρωμη και πολύβοη κατασκευή). Το νεωτερικό εθνοκράτος, είτε στην ‘δυτική’ είτε στην ‘σοσιαλιστική’ του εκδοχή, δεν μπορεί λοιπόν να διαχωριστεί από τους οικονομικούς μηχανισμούς του διεθνούς καπιταλισμού, παρότι θεωρητικά υποτίθεται ότι είναι απόλυτα διακριτό από την ‘αγορά’.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη σημερινή εποχή ο κλονισμός των θεμελίων εγκυρότητας του Κράτους υπήρξε συνέπεια της πιστωτικής κρίσης του χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Η διαπιστωμένη αυτονόμηση της οικονομικής σφαίρας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, η οποία συνδυάζεται με την απόλυτη επιβολή των κυρίαρχων καπιταλιστικών φαντασιακών σημασιών της απεριόριστης ανάπτυξης και της διαρκούς συσσώρευσης κέρδους στην σφαίρα του πολιτικού και την βαθιά τους διείσδυση στο μάγμα του κοινωνικού φαντασιακού τόσο στο βάθος της συλλογικής ιδιοεικόνας της κοινωνίας όσο και στην επιφάνεια του πολιτικού και θεωρητικού λόγου, συνεπάγεται μία μεταφορά της εξουσιαστικής αυθεντίας στις οικονομικές δομές και την συνεπακόλουθη πρόσδεση των κρατικών θεσμών στο άρμα των κεφαλαιοκρατικών μηχανισμών. Η ‘ορθολογικότητα’ του καπιταλιστικού συστήματος ουσιαστικά είναι μία κακότεχνη εργαλειακή ορθολογικότητα οιωνεί αυτονομήσιμων δικτύων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και ένας διαπιστωμένος παραλογισμός5, ωστόσο επικυριαρχεί και ισχυροποιεί την εξίσου παράλογη ‘ορθολογικότητα’ του Κράτους.

Η εμφάνιση της δημοκρατίας, ως άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί την εμφάνιση της πολιτικής, ως πραγματικής πολιτικής, πολιτικής με στόχο την ελευθερία. Η πολιτική, για τον Καστοριάδη, αποτελεί την ρητή αμφισβήτηση της κοινωνικής θέσμισης και την συνειδητή αυτοκριτική δραστηριότητα του συνόλου της κοινωνίας πάνω στο ζήτημα των νόμων και των θεσμών. Η πολιτική, με άλλα λόγια, δεν αποτελεί απλώς τη σφαίρα της ρητής εξουσίας, όπως το κρατικό, αλλά την έμπρακτη αμφισβήτηση των σημασιών στο επίπεδο της κοινωνίας.

Στο κοινωνικό επίπεδο αυτή η αμφισβήτηση πραγματώνεται με την δημιουργία ενός πραγματικά δημόσιου χώρου, χώρου λήψεως των πολιτικών αποφάσεων και τη γεφύρωση της αντίθεσης δημοσίου – ιδιωτικού με την έμπρακτη συμμετοχή των πολιτών στην λήψη των αποφάσεων και στην υλοποίησή τους. Η κοινωνική πραγματικότητα διαρθρώνεται έτσι σε έναν πόλο πλήρως ιδιωτικό, τον οίκο, σε έναν πόλο ιδιωτικό- δημόσιο, την αγορά και σε έναν χώρο πλήρως δημόσιο, την Εκκλησία του δήμου ή την συνέλευση. Ο δημόσιος χρόνος επίσης αποδίδεται, τουλάχιστον όσο αφορά το πολιτικό σώμα όμως το πολιτικό σώμα στο δικό μας πρόταγμα αγκαλιάζει εν δυνάμει όλη την ανθρωπότητα, αποδίδεται λοιπόν ο δημόσιος χρόνος στην πολιτική απόφαση και στην ατομική δημιουργία εντός του δημόσιου χώρου (η τραγωδία) όπως και στις συλλογικές διαδικασίες νομοθεσίας και απόδοσης δικαιοσύνης. Υπό αυτή την έννοια ο ιδιωτικός χρόνος είναι ο χρόνος της εργασίας, αντιστρόφως προς αυτό που συμβαίνει σήμερα ότι ο ιδιωτικός χρόνος έχει ταυτιστεί απόλυτα με τον ελεύθερο χρόνο. Ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος της ελευθερίας, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει και μία διακριτή ιδιωτική διάσταση, όμως δεν μπορεί και να περιοριστεί στην ιδιωτική σφαίρα δίχως να πάψει να είναι ελεύθερος, καθώς η ελευθερία θεσμίζεται κοινωνικά και σαν νόημα δημόσιο τόσο ως χώρος όσο και ως χρόνος, όπως φανερώνουν οι πολύωρες, αλλά δημιουργικές και σοβαρότατες συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας.

Παρόλο που η ριζική υποεξουσία, η εξουσία της γλώσσας και της παιδείας δεν μπορεί να καταργηθεί, ούτε φυσικά οι θεσμοί, ωστόσο η εν δυνάμει πλήρης και άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη και κυρίως, στην εκτέλεση των πολιτικών αποφάσεων, καταργεί το κράτος ως διαχωρισμένη εξουσία και την αυθεντία, ως ιερή εξουσία. Καταργεί επίσης κάθε έννοια αντιπροσώπευσης αναγνωρίζοντας κάθε άτομο ως αυτόνομο και την αυτονομία αυτή ως προϋπόθεση αλλά και βλέψη της αυτονομίας όλων, πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί ούτε να μιλήσει, ούτε να αποφασίσει εκ μέρους του. Ξανά, πρέπει να υπογράμμίσουμε ότι αυτή η αυτονομία που πραγματώνεται από το άτομο κοινωνικά, ορίζει και έναν διαφορετικό κοινωνικό ιδιόχρονο, έναν συλλογικό χρόνο ο οποίος δεν μπορεί να διατεθεί ή να εκπροσωπηθεί δίχως να πληγεί η ελευθερία του ατόμου. Ο νόμος ισχύει για όλους όμως το περιεχόμενό του είναι προς συζήτηση και έτσι ο ίδιος ο νόμος, ως ουσία της θεσμίζουσας δραστηριότητας της πόλεως, τίθεται ρητά και συνειδητά υπό την επίδραση του Χρόνου. Η κοινωνία ανοίγοντας το ερώτημα του Νόμου ουσιαστικά αναγνωρίζει τη θνητότητα των θεσμών της. Αναγνωρίζει πως ο νόμος μπορεί να αλλοιωθεί, είτε συνειδητά είτε από το πέρασμα του Χρόνου και επιλέγουν οι ελεύθεροι πολίτες μια ενεργητική στάση απέναντι σε αυτή την αναπόδραστη αλλοίωση.

Μία πραγματικά πολιτική στάση οφείλει να αρνηθεί και να αναιρέσει την ταύτιση εξουσίας και κράτους, ώστε να καταστεί δυνατή η άρνηση του κρατικού και ιεραρχικού φαντασιακού και ταυτόχρονα η δημιουργία νέων ελευθεριακών μορφών απόδοσης και άσκησης της εξουσίας, δηλαδή αντιιεραρχικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών, όπου ο φορέας εξουσίας να είναι το αυτόνομο άτομο και όπου η πολιτική ελευθερία μπορεί να νοηθεί ταυτόχρονα ως πράξη και υπευθυνότητα. Το πολιτικό πράττειν απόκτά ουσία όταν πέρα από μορφές αντίστασης δημιουργεί θεσμούς ελευθερίας. Αιχμές αυτού του πράττειν μπορεί να είναι η άρση της αντίθεσης αρχής δημόσιου – ιδιωτικού, με την θεώρηση του δημόσιου ως κοινωνικού, με την άρση της ταύτισης κρατικού- δημόσιου και κράτους – εξουσίας, με την διαμόρφωση μίας πραγματικά κοινωνικής εξουσίας και την κατάργηση του κράτους. Η απόδοση του πραγματικού δημόσιου χώρου και χρόνου και των εξουσιών που αυτός συνολίζει, πίσω στην κοινωνία και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά, καταργεί και την περίφημη επίπλαστη αντίφαση πολιτικού – κοινωνικού.

Συνεπώς, δεν είναι μόνο το πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας στην σκέψη του ύστερου Καστοριάδη (μετά το 65) αντίθετο προς την έννοια του κράτους ή μίας κεντρικής κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η δημοκρατία, η άμεση δημοκρατία, τόσο ως νόημα όσο και ως εμπειρία. Τα υπόλοιπα είναι ακροβασίες.



1Βλ. Το άρθρο όπως αναδημοσιεύεται στην συλλογή ‘5 οικουμενικοί έλληνες στοχαστές’ σελ.72, εκδ. Των Συναδέλφων, Αθήνα 2014

2Κ.Καστοριάδης, Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, σελ. 65

3Κ.Καστοριάδης, Philosophy, Politics, Autonomy, σελ. 110

4Οφείλουμε να αναφέρουμε την εξαίρεση της Αγγλίας, που είναι και η μήτρα των σημασιών του εθνικού κράτους και του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπως βεβαίως και του οργανωμένου εργατικού κινήματος και του βιομηχανικού καπιταλισμού, πάντοτε ένα ιστορικό βήμα πιο πέρα από την ηπειρωτική Ευρώπη, όπου έγινε η πρώτη νεωτερική καρατόμηση βασιλιά ήδη από τον 17ο αιώνα, αλλά δεν υπάρχει Σύνταγμα.

5Βλ. σχετικά Κ.Καστοριάδης, Η ‘ορθολογικότητα’ του καπιταλισμού, εκδ. Ύψιλον, 1998

Αλέξανδρος Σχισμένος
πηγή: http://www.kaboomzine.com/el/20140718376/i-theoria-pairnei-thesi/state-power-autonomy.html

Συνέχεια...

Ποιάς ΑΕΚ το γήπεδο;

Posted: by παντιγέρα in
0
Το αν πρέπει, και κυρίως το πώς, να απαντηθεί το χθεσινοβραδινό, και όλα όσα σήμανε, βρίσκει πάντα απάντηση στο υποκείμενο. Στο κάθε ένα άτομο που παίρνει τις όποιες ευθύνες πάνω του, που τις φέρει για όσο αντέχει, μπορεί και θέλει. Και δεν υπάρχει ευθύνη που δεν σου αναλογεί. Είναι λιγότερός σου -βασική συνειδητοποίηση αυτό για τον άνθρωπο- όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, ομοίως κι ο εαυτός σου, όσο "ισχυρός" κι αν φαίνεται αρχικά ή στιγμιαία, ο ισχυρισμός του.

Το χθεσινοβραδινό είναι μια γεύση από ζούγκλα στα πιο "ανθρωπινά" της, ο άνθρωπος που επιστρέφει, ενίοτε με δόλο, που φέρνει τον εαυτό του σε καταστάσεις όπου αφήνεται και επιστρατεύει τα πλέον βασικά "εργαλεία" επιβίωσης που διαθέτει. Πες τα ένστικτα, πες τα συνήθειες που δεν κόβονται, πες τα αρχέγονες ιδέες, καύλες, γούστα, βίτσια, καφρίλα και "αντε γαμηθείτε", και λίγα θα λες. "Αυτά ξέρει, αυτά κάνει", "τόσο του κόβει" που έλεγαν οι βλάκες και οι ανόητοι της ζωής του. Και αν πρέπει να ντρέπεται γι' αυτό, σου λέω κι εγώ, μαζί στην ντροπή του πρέπει να ακολουθούν όσοι θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη που κάποιοι δεν ανέλαβαν, την ευθύνη να του δείξουν περισσότερα - και καιρός είναι μεταξύ αυτών να είναι και κάποιοι από τους "φταίχτες", θύματα με τη σειρά τους παλαιότερων "αμαρτωλών". Κάποιοι που δεν του έμαθαν πρωτίστως, πως πάντα -μα πάντα- γίνεται κι αλλιώς, υπάρχει -και μπορεί να υπάρξει- περισσότερο εκεί έξω - πολύ περισσότερο από όσο μπορεί να φανταστεί σε μια ζωή οποιοσδήποτε, ιδίως σε μια τέτοια ζωή πουτάνα και μπάχαλο. Τόσο πουτάνα και τόσο μπάχαλο που συνήθισαμε πια κάποιοι, πως "συνηθίζονται αυτά". Και πάνε και πιο βαθιά νύχτες σαν την χθεσινοβραδινή.

Αυτός ο κάποιος που περιγράφω, ο αιώνιος κανένας, ο ένας από μας και ποτέ εμείς, δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να αξιώσω ούτε καν πως η περιγραφή είναι ελλιπής χωρίς αμετροέπεια. Παραμένει και το γεγονός πως την "φάση" δεν την είδα. Αναζητώ εκείνον και την ιστορία του για να καταλάβω την περιγραφή άλλων. Ίσως να είναι και έτσι, ίσως να είναι ισχνή μειονότητα ανάμεσά τους, ίσως να ήταν αυτός που έπρεπε να πιεί και να "πιεί" για να πάει. Αυτός ξέρει, όποιος κι αν είναι, εγώ ιχνηλατώ.

Ίσως να είναι και εκείνος που του έδωσαν κάποιοι, κάποτε μια ομάδα, σαν ιδιαίτερη πατρίδα, ας την πούμε, να θυμάται και να εξοργίζεται, να εξοργίζεται για να θυμάται. Και με τον καιρό, αυτό το αιώνιο παιδί προσφύγων, πάντα γηγενών, δεν θυμόταν, κι εξοργιζόταν που δεν θυμόταν. Κι ύστερα κουραζόταν από το βάρος του να προσπαθεί να θυμάται, κι εξοργιζόταν περισσότερο που "έπρεπε" να θυμάται, με "πρέπει" που έβρισκε μεγαλύτερο αντίκρυσμα και αξία σε άλλους. Κι όταν καταλάβαινε λίγο το παιχνίδι, σε τυχαίες φάσεις ίσως που μυρίστηκε το γκολ, έβλεπε στο τέρμα το ανεκπλήρωτο. Για κάποιους, που κουβαλά ακόμα μέσα του, η ανεκπλήρωτη "επιστροφή". Σε εισαγωγικά γιατί την ιδιαίτερη λέξη τους δεν την ξέρω, και τα μέρη από τα οποία προσεγγίζονται οι έννοιες και οι λέξεις σαν τις πατρίδες είναι, ιδιαίτερα χώματα, και όχι λιγότερο ματωμένα.

Γι' αυτόν, αυτόν που μας διαφεύγει, όμως, το ανεκπλήρωτο είναι η ζωή του η ίδια, τώρα και εδώ. Ό,τι και αν σημαίνει για εκείνον, κάθε στιγμή, αυτό.

Και στο τώρα και το εδώ, μπορεί να είναι για εκείνον διόλου λίγο το γαμημένο το γήπεδο που κι αυτό αναβάλλεται με φτηνά τεχνάσματα από φτηνούς ανθρώπους - και απομακρύνεται πέραν του ελέγχου του, και διογκώνεται εκεί μαζί με όλα τα άλλα της ζωής του που παίρνουν εδώ και χρόνια αναβολή για άλλο χρόνο και κατάσταση. Γιατί η μπάλα για εκείνον δεν είναι "σαν τη ζωή", αυτό είναι πλεονασμός. Η μπάλα είναι ζωή, και για εκείνον φαίνεται να είναι το κέντρο της ύπαρξής του - πείτε ό,τι θέλετε. Ένας τρόπος ζωής που μπορεί να τον κάνει, εκείνος, τον πιο σημαντικό, αν έτσι το θελήσει, γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σ' αυτόν, και μέσα από αυτόν, και τον ξέρει καλά - είναι δικός του. Και βαθιά ξέρει, ξέρει ότι δεν μπορεί να τον κάνει ποτέ τον μόνο του δρόμο. Αλλά ως μοναδική διέξοδός του, που δεν μπορεί να την αφήσει και να παραμείνει εκείνος, ο ίδιος που δεν θέλει στην τελική να αλλάξει, τον ωθεί περισσότερο προς την υπερβολή καθώς όλα, γι' αυτόν που έτσι υπάρχει, καταρρέουν πάνω της. Κι έρχονται τα βίτσια και τα γούστα μαζί της, με τα σπασμένα, αναπόφευκτα, και τα δεκανίκια κάθε είδους και καιρού.

Του έμαθαν να πηγαίνει να "ξεσπά" -όπως σπεύδουν να πουν οι βλάκες πρώτοι, κι οι ανόητοι της ζωής του- "για την ανικανότητά του" που τρέχουν να αποκληρώσουν με το που την ξεστομίζουν, αφού πρώτα τον παρέδωσαν αυτοί, οι πρώτοι ανίκανοι, στον κάθε βλάκα και ανόητο εκεί έξω που έβαλε κατά καιρούς χέρι στο όποιο "ιερό" του, στο αντικείμενο που έδωσε από το χρόνο και το είναι του, χειραγωγώντας εν τέλει και αυτόν, τον όποιο ιδιαίτερο εαυτό αξίωσε με τα χρόνια για την ομάδα, για την ιδέα, για τον σύνδεσμο, για τους δικούς του και τη ζωή του - ό,τι και αν αυτά για εκείνον σημαίνουν και κουβαλούν.

Και κουκουλώνουν, οι ανόητοι κι οι βλάκες της μαντρωμένης του ζωής, με ξεφτισμένο μουσαμά την αδικία που κουβαλά, και δεν έρχεται μόνο από το παρελθόν τους, αλλά και από το δικό του παρελθόν, και γίνεται πιο βαριά από το μέλλον του που είναι, και θα έπρεπε να είναι, μεγαλύτερο από το δικό τους, μεγαλύτερο με το δικό τους. Η σπουδαιότερη πατρίδα, και αν δεν το ξέρει, ας το μάθει, κι οι βλάκες κι οι ανόητοι μαζί, είναι πάντα το εδώ του και το τώρα του, εδώ που φτάνει το παρελθόν, τώρα που ξεκινά το μέλλον. Εδώ που καταρρέουν αυτά που θυμάται, κι αυτά που ονειρεύεται, αυτά που γουστάρει και αυτά που φοβάται, αυτά που συνάντησε και αυτά που θα βρει, ή θα τον βρουν. Αυτά που θα αξιώσει και θα σταθεί άξιος απέναντί τους, ή όχι. Αυτά των οποίων την ευθύνη θα αναλάβει για να υπάρξουν.

Ας ξεχωρίσει τη θέση του ο φίλαθλος, οι οπαδός και ακόμα και ο πιο μεγάλος κανίβαλος της ΑΕΚ, από ακόμα έναν ιδιοκτήτη και μια πολιτεία που ακόμα μια φορά θα την λερώσουν με τα βρώμικα χέρια τους. Ας σταθούν μαζί με εκείνους που τους την παρέδωσαν όπως τους την παρέδωσαν, απέναντι σε εκείνους που θα επιστρατεύσει κάποια άλλη νύχτα και πάλι η ντόπια Φτήνια που μετράει ακόμα κέρματα.

Ας αντιληφθούν το βάρος που μπορεί να αποκτήσει η ιστορικότητά τους, ακόμα και εκείνοι που χάνουν τους εαυτούς τους μέσα στη νύχτα, και ας διεκδικήσουν με αυτό το έδαφος που θέλουν, που μπορούν να πουν στα ίσα ότι δικαιούνται. Κι εγώ μαζί τους, δεν γαμιέται. Κι ας μην είμαι "ΑΕΚτζής", κι ας μην υπήρξα τέτοιος πρόσφυγας και πρόσφυγα γιος ή εγγονός. Κι ας σκέφτομαι πόσος κόσμος θα ζούσε περισσότερο σαν άνθρωπος, με περισσότερη αξιοπρέπεια, αυτές τις μέρες, με αυτά τα λεφτά - τα όσα λεφτά. Αλλά όχι έτσι, όχι όπως

Αλλά δεν θα έπρεπε - όσοι εκτός από ΑΕΚ θέλουν να είναι και κάτι παραπάνω στη ζωή τους, έστω και για χάρη της ίδιας της ΑΕΚ- το έδαφος που διεκδικουν να μετριέται μόνο σε στρέμματα, κέρματα και πολιτικές χάρες ή χρωστούμενα. Γιατί ό,τι χτίσουν πάνω του θα είναι σαθρότερο, φτηνότερο και πιο λίγο, απ' ότι θα γινόταν αν έπαιρναν την ευθύνη της πάνω τους μαζί, και όχι απέναντι, με τους υπόλοιπους της κοινωνίας τους που έμαθαν, αργά, αυτά τα τελευταία χρόνια, να διεκδικούν χώρο και χρόνο για ό,τι δίνει νόημα στη δική τους ζωή, να αντλούν ισχύ από την όποια ευθύνη φέρουν και όποια δράση αναλαμβάνουν απέναντι στην Φτήνια και τους φορείς της που τους υπόσχονται μακρινά μεγαλεία τόσα χρόνια και τους ξεφορτώνονταν ανά τετραετία. Αλλά και μ' αυτούς που κατέλαβαν χρόνια πριν τον χώρο για τον χρόνο τους, και την όποια αξιοπρέπεια και ακεραιότητα τους επιστρέφει η ατέρμονη και αδιαπραγμάτευτη διεκδίκηση της ευθύνης, της αυτονομίας και της ελευθερίας τους, μη αποδεχόμενοι πια τίποτα από αυτήν τη "γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της" και τους φτηνιάρηδες που με "άθλιες πιάτσες τα κέφια μας ρουφούν".

Και για όσους η ΑΕΚ είναι η ζωή τους, όποια κι αν είναι αυτή, είναι η ώρα να διαχωρίσουν εαυτό από εκείνους που την πούλησαν, μαζί με την ακεραιότητά τους, για τα τριάντα αργύρια - που ποτέ δεν είναι ίδια - και οι περισσότεροι ξέρετε ποιοί είναι αυτοί και τι βάρος έχουν τα αργύρια για τον καθένα τους. Τώρα ή "κάποτε", αποφασίστε. Και εσείς, και οι υπόλοιποι του βασιλείου της διαίρεσης.

Αν είναι να χτιστεί το γήπεδο, ας γίνει άλλη μια ταφόπλακα της παλιάς, ετοιμόρροπης παράγκας τους, όχι ένα ακόμα παράπηγμά της σε γη που ανήκει πρώτα στους κατοίκους της.

Reactor από athens.indymedia.org

Συνέχεια...

Με αφορμή το ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε…

Posted: by παντιγέρα in
0
Μόλις πριν από λίγες μέρες, οι δημιουργοί των Debtocracy και Catastroika κυκλοφόρησαν την τρίτη τους κατά σειρά δουλειά, το ντοκιμαντέρ με τίτλο ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε., με στόχο (όπως άλλωστε είναι προφανές) να προβληθούν στο ευρύ κοινό τα οικονομικά αίτια που συνέβαλαν στην άνοδο των φασιστικών καθεστώτων κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σε γενικές γραμμές, το μήνυμα της ταινίας συνοψίζεται ως εξής: ο φασισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αντίδραση του κεφαλαίου (όπως είχε πει και ο Τρότσκι 1996, σ.9), δηλαδή μια συντονισμένη επίθεση της αστικής τάξης στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Αναμφισβήτητα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι Ιταλοί φασίστες, οι Γερμανοί ναζί και οι Έλληνες ομόλογοί τους υπήρξαν μπροστάρηδες στα κέρδη κάποιων μεγαλοβιομηχάνων ή ότι οι φιλελεύθεροι ηγέτες κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου έκλειναν το μάτι στα φασιστικά καθεστώτα. Ωστόσο, ο πυρήνας αυτής της σκέψης που, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταλήγει στο εξής αξίωμα: ο φασισμός και ο καπιταλισμός πάνε πάντα χέρι χέρι, είναι μάλλον ανεπαρκής. Και αυτό διότι οποιαδήποτε αναγωγή στον οικονομισμό, επισκιάζει τις βαθύτερες πτυχές των εν γένει υπαρκτών καταστάσεων όπως αυτές διαμορφώνονται από το σύνολο των εκάστοτε ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, οδηγώντας μας συχνά σε υπεραπλουστεύσεις και ντετερμινιστικά ή συνωμοσιολογικά σενάρια: αναμφίβολα, τα φασιστικά καθεστώτα σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή στήριξαν τα οικονομικά συμφέροντα των μεγαλοβιομηχάνων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο φασισμός υπήρξε κατ’ ανάγκη γέννημα θρέμμα μιας συνωμοσίας ισχυρών και τίποτε άλλο. Συνεπώς, θα ήταν ωφέλιμο να προβάλουμε μια νέα προσέγγιση στο φαινόμενο αυτό, εξετάζοντας παράλληλα τρία πολύ σημαντικά ερωτήματα:

  1. ποιός είναι ο ρόλος του θεσμού του Κράτους μέσα σε μια κοινωνία (όχι μόνο ως φορέας κατασταλτικής εξουσίας αλλά και ως διαμορφωτής μιας Α τάξης πραγμάτων) και πώς αυτό (το Κράτος) συμβάλλει στη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών που ευνοούν την άνοδο του φασισμού;
  2. Τί συμβαίνει με το μεταναστευτικό ζήτημα πάνω στο οποίο όλα τα σημερινά ακροδεξιά κόμματα χτίζουν την ιδεολογική τους ατζέντα; Τέλος,
  3. αν υποθέσουμε ότι ένα φασιστικό καθεστώς πάντα είναι προϊόν συνωμοσιών και μακιαβελικών κινήσεων, γιατί οι ίδιες οι μάζες τον αποδέχονται; Γιατί έλκονται από αυτόν; (βλ. επίσης: ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΜΟΣ Α.Ε. του Άκη Γαβριηλίδη) Γιατί, με άλλα λόγια, το καθεστώς του Χίτλερ χρειάστηκε μια εκλογική πλειοψηφία για να εδραιωθεί στην εξουσία; Γιατί ο Μουσολίνι και ο Φράνκο είχαν με το μέρος τους εκατομμύρια οπαδούς;
Καπιταλισμός, δαρβινισμός και Κράτος: η προσωποποίηση της βαρβαρότητας
 
Απέναντι στην τυπική παλαιοαριστερή προσέγγιση που θέλει τον φασισμό να αποτελεί το «μακρύ χέρι» του κεφαλαίου, οι φιλελεύθεροι μας λένε ότι τα φασιστικά καθεστώτα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά υβρίδια ιδεολογιών της προ-Γαλλικής Επανάστασης και προ-Διαφωτισμού εποχής. Για τους ίδιους, τα φασιστικά κινήματα απορρέουν από τις τάσεις του όχλου να παρεκτρέπεται από την καθοδήγηση του κοινού νου, επενδύοντας στην κουλτούρα της ανομίας και της διάχυτης δημαγωγίας, παρασυρόμενος ταυτόχρονα από τις παρορμήσεις και τους συναισθηματισμούς ενάντια στον Ορθό Λόγο. Σε αντίθεση με όλες αυτές τις επιδερμικές αναλύσεις, ο Zygmunt Bauman – βλ. The Ambivalence of Modernity και Modernity and The Holocaust – θα μας δώσει να καταλάβουμε ότι ο φασισμός είναι στην ουσία αποτέλεσμα των ήδη υπαρκτών κοινωνικών τάσεων της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του ανταγωνιστικού παραδείγματος που πρεσβεύει η νεωτερικότητα (δηλαδή η πεμπτουσία του καπιταλιστικού φαντασιακού). Με βάση, λοιπόν, το παράδειγμα αυτό οι πληθυσμοί θα πρέπει να διαιρεθούν σε αυτούς που είναι άξιοι, δηλαδή σε αυτούς που πετυχαίνουν, προοδεύουν, σκαρφαλώνουν ψηλά στην καπιταλιστική πυραμίδα, και στους αποτυχημένους οι οποίοι στάθηκαν ανίκανοι να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις του ανταγωνισμού (είτε γιατί δεν εργάστηκαν σκληρά ή, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, δεν είχαν τις έμφυτες προαπαιτούμενες δυνατότητες ώστε να αντεπεξέλθουν, κι επομένως θα πρέπει να μάθουν να ζουν με τα λίγα και δίχως να διαμαρτύρονται). Πρόκειται ίσως για την πιο ακραία εκδοχή του κοινωνικού Δαρβινισμού – δηλαδή της θεωρίας που μας λέει ότι ο ισχυρότερος και ο καταλληλότερος θα επιβιώσει νομοτελειακά, μια λογική που ενσωματώνεται πλήρως στο φαντασιακό του βιομηχανικού καπιταλισμού του 17ου αιώνα (με κύριους εκφραστές τον φιλόσοφο Herbert Spencer).
Το σύγχρονο Βεμπεριανό (γραφειοκρατικό, ιεραρχικό και καπιταλιστικό) Κράτος αποτελεί βασικό όργανο για την επιβολή και διαιώνιση αυτής της τάξης πραγμάτων (άλλωστε υπήρξε και δημιούργημα της ίδιας της αστικής τάξης). Ταυτόχρονα, όμως, εκτός από το να προστατεύει και να ενισχύει το ρασιοναλιστικό κοινωνικό παράδειγμα, λειτουργεί και ως «παιδαγωγός». Παρέχει τα πάντα: εκπαίδευση και κουλτούρα, αυτό καλλιεργεί εθνική συνείδηση και κατασκευάζει εθνικές ταυτότητες – όπως λέει και ο Hobbsbawm (1990, σ.91) παίρνοντας ως παράδειγμα την Γαλλία – προσδίδοντας συγκεκριμένα εθνικά χαρακτηριστικά (που συχνά θεωρούνται απόλυτα εξιδανικευμένα) σε όσους υπάγονται σε αυτό, διαχωρίζοντάς τους ταυτόχρονα από τους ξένους, τους «άλλους» που «διαφέρουν». Και τέλος, όπως ακριβώς ο κηπουρός (πρόκειται για μια αλληγορία που χρησιμοποιεί ο Bauman) καλείται να ξεχωρίσει τα αγριόχορτα από τα χρήσιμα φυτά, ξεριζώνοντας τα πρώτα με στόχο να προστατέψει τα δεύτερα, έτσι και το Κράτος με στόχο να προστατέψει την «κοινωνική ειρήνη» και την τάξη από τα «μιάσματα» από τη μια θα τιμωρήσει τους ποινικούς παραβάτες (οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται ως το λογικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που νοσεί σε όλα τα επίπεδα, αλλά ως άνθρωποι κατώτερης φύσης που δεν επιθυμούν – είτε δεν έχουν τη δυνατότητα – να συμμορφωθούν με την έννομη τάξη) άλλοτε φυλακίζοντάς τους και άλλοτε εξολοθρεύοντάς τους. Από την άλλη, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο θα γκετοποιήσει τους («άχρηστους») ανέργους οι οποίοι (πάντα με βάση το ανταγωνιστικό παράδειγμα) έχουν υποπέσει σε μείζον σφάλμα, την τεμπελιά επειδή επιθυμούν να ζουν ως τζαμπατζήδες εις βάρος του σκληρά εργαζόμενου φορολογούμενου (άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Βρετανία σήμερα) ή απλά είναι ανίκανοι (βιολογικά και πνευματικά) να προσφέρουν στην αγορά εργασίας και κατ’ επέκταση στην ίδια την κοινωνία. Επιπλέον, οι μετανάστες και οι μειονοτικοί πληθυσμοί (οι «άλλοι») που δεν καταφέρνουν να ακολουθήσουν αυτήν τη γραμμή που οι φορείς εξουσίας επιβάλλουν, αντιμετωπίζονται ως ανίκανοι ζήσουν μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής ομαλότητας, που αρνούνται να ενσωματωθούν στο ορθολογικό και εξελιγμένο Δυτικό σύστημα [1]. Με λίγα λόγια, καί στις τρεις περιπτώσεις η ευθύνη επιρρίπτεται στο θύμα αναντίρρητα, κάτι που σιγά σιγά και υπόρρητα καλλιεργεί μίσος και περιφρόνηση για τον αδύναμο και τον «διαφορετικό», ενώ από την άλλη ανατιμά και ειδωλοποιεί τον ισχυρό, αυτόν που πάτησε επί πτωμάτων. Ταυτόχρονα, η ρασιοναλιστική κοινωνική θέσμιση διέπεται αυστηρά από σχέσεις εξουσίας που αναπαράγουν τη νόρμα διαταγή-υπακοή, ενώ την ίδια στιγμή η ομοιομορφία και η υποταγή στο κυρίαρχο ρεύμα επιδοκιμάζονται ως ύψιστες κοινωνικές αρετές. Ο φασισμός πατά ακριβώς πάνω σε αυτήν την δαρβινιστική πραγματικότητα, μεταφράζοντας το ίδιο ανταγωνιστικό παράδειγμα με αυστηρά εθνικούς και πιο συχνά (όπως στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλισμού) φυλετικούς όρους.
Μπορεί ο Goebbels σε δημόσιες εμφανίσεις του να αφόριζε τους φιλελεύθερους ως εχθρούς της Αρίας Φυλής, ωστόσο το αστικό Κράτος και η δυνατότητά του να αναστέλλει (δήθεν προσωρινά) πολιτικά δικαιώματα επικαλούμενο το κοινό συμφέρον και την έννομη τάξη (κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ή βλ. επίσης: Mark Neocleous,Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics) χρησιμοποιήθηκε από τη ναζιστική ηγεσία στο ακέραιο, με στόχο την «πάταξη του εβραιοκίνητου μπολσεβικισμού», τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνη και της ευημερίας των Γερμανών πολιτών. Για τη ναζιστική τάξη (και με βάση πάλι τον παραλληλισμό του Bauman), τα αγριόχορτα και τα μιάσματα δεν ήταν μόνο οι άνεργοι και οι ποινικοί παραβάτες, αλλά κυρίως οι «ξένοι», οι Εβραίοι, οι τσιγγάνοι, κοινώς οι «άλλοι». Αυτές οι κοινωνικές ομάδες, είχαν ωστόσο ήδη στιγματιστεί και κατά την περίοδο της προ-χιτλερικής Γερμανίας, ως τα παράσιτα που δεν κατάφεραν να ενσωματωθούν στην εξορθολογισμένη Γερμανική κοινωνία. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον ενδημικό αντισημιτισμό των Ευρωπαίων (που αναζωπυρώθηκε από την εποχή του Affaire Dreyfus και τις μηχανορραφίες της μυστικής Ρωσικής Τσαρικής αστυνομίας αναφορικά με τη διάδοση του αντισημιτικού πλαστογραφήματος των Πρωτοκόλλων της Σιών) οδήγησε στην Τελική Λύση, σε μια από τις πιο χυδαίες μορφές ύβρεως που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία ωστόσο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από τους φορείς επιβολής και κυριαρχίας που επισήμως αποτελούν γέννημα θρέμμα της νεωτεριστικής περιόδου [2]. Με λίγα λόγια, η καπιταλιστική ρασιοναλιστική τάξη πραγμάτων (δίχως την οποία το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως και το αντίθετο) προετοίμασε το έδαφος επιβάλλοντας διαιρέσεις σε πληθυσμούς, μια συνθήκη που απλά οι αντιδραστικές και φυλετικές θεωρίες εκμεταλλεύτηκαν, ανοίγοντας το δρόμο για την άνοδο του φασισμού, του οποίου ανώτατο στάδιο είναι οι γενοκτονίες και οι μαζικές εξοντώσεις πληθυσμών.
 
Ο μαζάνθρωπος και η ιδεολογία

Είδαμε λοιπόν πώς η νεωτερικότητα, και αντίστοιχα οι θεσμοί που φροντίζουν για την διαιώνιση της κοινωνικής δόμησης που η ίδια εξιδανικεύει, χτίζουν σιγά σιγά τα θεμέλια για το Κράτος εξαίρεσης. Ωστόσο όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο φασισμός/ναζισμός είναι κατά κύριο λόγο μια ιδεολογία, (όπως και κάθε άλλο ολοκληρωτικό κίνημα, βλ. Σταλινισμός), με βάση την Hannah Arendt (1976). Ο ναζισμός έχτισε τη θεωρία της Αρίας Φυλής πάνω στους νομούς της Φύσης – των οποίων η επικράτηση είναι νομοτελειακά βέβαιη (δεδομένου ότι η ίδια η φύση το επιβάλει) ενώ αντίστοιχα ο Σταλινισμός επένδυσε στους αδήριτους νόμους της Ιστορίας, υπάγοντας έτσι την εν γένει πραγματικότητα σε ένα σύνολο απαράβατων αξιωμάτων που διατείνονται ότι ο κομμουνισμός θα ανατείλει ως επίγειος παράδεισος μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου (που στην πραγματικότητα ήταν η δικτατορία του κόμματος). Έτσι, όσοι αντιστέκονται (στην Ιστορία είτε στη Φύση) θα πρέπει να αφανιστούν, όντας παράσιτα που αρνούνται να ακολουθήσουν την τελειότητα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Αυτή η ακραία μορφή εξελικτισμού που στην ουσία διατείνεται υπόρρητα ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό για τα πάντα, δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά γέννημα θρέμμα της νεωτερικότητας και του καπιταλιστικού φαντασιακού, της απόλυτης κυριαρχίας των ανθρώπων στη φύση και στην αέναη εξάπλωση των παραγωγικών δυνατοτήτων. Αυτή την μεταφυσική υπαγωγή στο απροσδιόριστο άπειρο (που την ουσία αποτελεί η εκλαΐκευση των Χριστιανικών νόμων, όπου οι θνητοί Αδάμ και Εύα ανά πάσα στιγμή μπορούν να μοιάσουν τον δημιουργό τους) αναπαράγουν εξίσου και οι δύο ολοκληρωτικές ιδεολογίες, όντας κληροδοτήματα των ίδιων νεωτεριστικών παραδόσεων. Μένει, ωστόσο, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα αναπάντητα: γιατί οι μάζες συναινούν στην ύβρη του φασισμού (και του ολοκληρωτισμού εν τέλει), ή ακόμα περισσότερο, γοητεύονται από αυτόν; Διότι το Κράτος, οι θεσμοί που διαιωνίζουν την ετερόνομη εξουσία και κάθε μορφή κοινωνικής ιεραρχίας (δίχως τα οποία, φυσικά, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένα τόσο μεγάλης κλίμακας έγκλημα όπως το Ολοκαύτωμα) αποτελούν δημιουργήματα των ίδιων των κοινωνιών κάτι που φυσικά σημαίνει ότι πολύ πριν οι θεσμοί αυτοί χρησιμοποιηθούν για να αφανίσουν πληθυσμούς ολόκληρους, οι κοινωνίες αντίστοιχα είχαν ανοίξει το δρόμο για την επώαση του αυγού του φιδιού [3].
Επιπλέον, για την Arendt, η εκκόλαψη του αυγού οφείλεται και σε έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα: στη διάλυση της δημόσιας σφαίρας, στην απάθεια και τον εγκλεισμό του καθενός/καθεμιάς στο ιδιωτικό του/της κλουβί (μερικά από τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το παζλ της αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης). Έτσι μέσα στη χαβούζα του γενικευμένου κομφορμισμού, του kitsch θεάματος της ευτελούς τηλενοβέλας και σαπουνόπερας, του χυδαίου σεξισμού και της αποκτήνωσης, βλέπουμε την μετάλλαξη του ανθρώπου από σκεπτόμενο (πολιτικό) ον σε μαζάνθρωπο, που απλά νοηματοδοτεί την ύπαρξή του μέσα από τις διάφορες φετιχιστικές εικόνες και διαφημίσεις, την εύκολη και ανέμελη ζωή. Ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου διακρίνεται χαρακτηριστικά από την πλήρη ανικανότητα να έρθει σε επαφή με τον ίδιο του/της τον εαυτό, με την πραγματικότητα που ο ίδιος/α δημιούργησε ή με τη συμμετοχή του στον αμοραλισμό της ιδιώτευσης. Το απότομο τέλος, όμως, των ονειρώξεων και η προσγείωση στη πραγματικότητα με το σκάσιμο της μεγάλης φούσκας/απάτης της κατανάλωσης, συνθλίβει ριζικά τον ψυχισμό του μίζερου μαζάνθρωπου, ο οποίος βλέπει μπροστά του τον κόσμο στον οποίο είχε πιστέψει να θρυμματίζεται. Έτσι, τρομαγμένος, θα κλειστεί ερμητικά στον εαυτό του. Η στιγμή της αυτο-κριτικής του έχει έρθει! Αλλά, αντί να επενδύσει στην επώδυνη αυτή λύση, όντας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αναζητά μια νέα φούσκα για να κουρνιάσει μέσα της, να πατήσει στη γη που έφυγε από τα πόδια του. Πως θα ξεπεράσει και την καλλιεργούμενή του ροπή προς την ανευθυνότητα, την αδιαφορία, την ιδιοτέλεια, την αδράνεια, τον φετιχισμό, την λυσσαλέα υπερβολή, την ιδιώτευση και την ασημαντότητα; Πώς θ’ απομακρυνθεί και πάλι απ΄ τον δύσβατο δρόμο της κοινωνικής δημιουργίας που απλώνεται ανοιχτός μπροστά του; O εθνικιστικός ναρκισσισμός ή κάποια παρόμοιας φύσης τελολογική ιδεολογία (άλλωστε οι ιδεολογίες πάντοτε απευθύνονται στις μάζες παρά στην ατομική βούληση του κάθε ανθρώπου ως πολιτικού ζώου, νοηματοδοτώντας και φορτίζοντας θετικά ή αρνητικά διάφορα σημαίνοντα) και πάλι σαν κανονικό ναρκωτικό θα του προσφέρει μια χείρα βοηθείας, μια ψυχική υποστήριξη που έχει ανάγκη έτσι ώστε να του/της προσφερθεί και πάλι το βάθρο της (τάχα) φυλετικής ανωτερότητας, να δικαιολογήσει τα λάθη του παρελθόντος ρίχνοντας τις ευθύνες σε Εβραίους, Ιλλουμινάτι, ψεκασμούς αεροπλάνων, αυτο-καλλιεργώντας και πάλι την ψευδαίσθηση του υπερανθρώπου και ανακυκλώνοντας την παθολογική του λατρεία για την κυριαρχία, που όπως έλεγε και ο Wilhelm Reich (1983), κάθε άτομο εσωτερικεύει σε μια κοινωνία όπου η σχέσεις εξουσίας διέπονται αυστηρά από την Χομπσιανή νόρμα: διαταγή-υπακοή.
Αυτή ακριβώς η ανασφάλεια του απελπισμένου μαζανθρώπου, που μέχρι χθες ήξερε να ζει σε καθεστώς πλαστικής ευμάρειας, ενισχύεται ακόμα περισσότερο από της εικόνες εξαθλίωσης που προβάλλονται συνεχώς από τα Μέσα Ενημέρωσης (όπως τα καραβάνια μεταναστών από τις χώρες της Αφρικής) και λειτουργούν σαν σκιάχτρο στην ψυχοσύνθεσή του. Ο ίδιος, που πεισματάρικα αρνείται να πιστέψει ότι οι μέρες της αφθονίας του ήταν μετρημένες, αισθάνεται ότι η ευημερία του απειλείται από τις «ορδές» αυτών των «τριτοκοσμικών», κι έτσι η εικόνα ενός αυστηρά προστατευμένου κόσμου, μιας αδιαπέραστης γυάλινης σφαίρας όπου εντός της ο κάθε άνθρωπος εξασφαλίζει στο ακέραιο το κυνήγι της ευτυχίας μετατρέπεται σε εύθραυστο βάζο. Ως εκ τούτου, όντας γαλουχημένος σε αξίες ξέφρενου κοινωνικού κανιβαλισμού που προωθεί το ανταγωνιστικό παράδειγμα του κοινωνικού δαρβινισμού (όπου όλοι πατάμε επί πτωμάτων για μια «καλύτερη θέση»), σε αξίες ακραίου αμοραλισμού και κρετινισμού, έλκεται από τις χυδαίες φωνές που μιλούν για περιορισμό της μετανάστευσης (ακόμα και με απώλειες, όπως είχε δηλώσει και κάποιος βΟλευτής της ΝΔ πριν από λίγους μήνες), δίχως να αναρωτιέται καν έστω και ελάχιστα αν η στάση του είναι δίκαιη και ηθικά αποδεκτή (φτάνει μόνο το εξορθολογισμένο Κράτος να εφαρμόσει τη συνταγή που «οδηγεί στην επιτυχία»).
 
Εν κατακλείδι,
 
«Ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός … ο φασισμός σε όλους μας, στο μυαλό μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, ο φασισμός που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία, να επιθυμούμε το ίδιο το πράγμα που μας επιβάλλεται και μας εκμεταλλεύεται» είχε πει πριν μερικά χρόνια ο Michell Foucault (2004, σ.xiv). Ή, όπως πιο σωστά το θέτει ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1999, σ.22-23), «το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος». Άλλωστε ο εθνικισμός από μόνος του αποτελεί μια από τις πιο έντονες μορφές ύβρεως καθώς με τον τρόπο που επιβάλλεται στα κοινωνικά. Η φυλετική ή εθνική υπερηφάνεια (που λόγω της έντασής της εκλαμβάνεται ως ανωτερότητα) υιοθετείται ως ύψιστο ιδανικό προσδιορίζοντας κύρος και αναγνωρισιμότητα στο ίδιο το άτομο την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω του καταρρέει και οι παλιές αξίες, που για χρόνια εξαγόραζαν την θνητότητά του προτάσσοντας κατανάλωση και καριερισμό σβήνουν ολοσχερώς, αναπληρώνουν έτσι το κενό. Ως εκ τούτου, ο (μαζ)άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο ικανό να σκοτώσει και να σκοτωθεί για ένα καλύτερο χθες, όπως λέει και ο Δεσποινιάδης (2008). Αυτός είναι, λοιπόν, ο φασισμός: η πιο τερατώδης έκφραση της ύβρεως, αυτής της οργιώδους και καλλιεργούμενης τάσης να αυτό-ικανοποιούμε συνέχεια το εγώ μας δίχως κανένα όριο και κανένα μέτρο. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτήν ακριβώς την ύβρη πρέπει να καταγγείλουμε, τόσο στον εαυτό μας όσο και στους γύρω μας, και ταυτόχρονα να υιοθετήσουμε μια νέα ηθική, αυτήν του αυτο-περιορισμού (Castoriadis 2007, σ.150), τότε θα παραμένουμε διαρκώς εγκλωβισμένοι σε παιδιάστικες ψευδο-αναλύσεις επί αναλύσεων πάνω σε τέτοια τερατώδη ζητήματα.
___________________________
[1] Αυτό, με λίγα λόγια, εξηγεί και τα κρούσματα Ισλαμοφοβίας και αντιτσιγγανισμού που συναντά κανείς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δεξιοί λαϊκιστές θεωρούν υπεύθυνες εξ’ ολοκλήρου καί τις δύο αυτές μειονότητες για την μή ενσωμάτωσή τους με την υπόλοιπη κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα, κανείς δεν φαίνεται να θέτει το ερώτημα αν πραγματικά η αφομοίωση – και συνεπώς η πολιτισμική ομοιομορφία – είναι μονόδρομος για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Με παρόμοιο τρόπο μπορεί εξίσου να ερμηνευτεί και ο ευρωπαϊκός ανθελληνισμός: όλες οι φωνές που μιλούν για την «έμφυτη τεμπελιά» των νεοελλήνων και την τάση τους να “κοροϊδεύουν” το Κράτος και «πόσο διεφθαρμένοι είναι» υπάγεται ακριβώς στο γεγονός ότι για τους βορειοευρωπαίους οι νεοέλληνες δεν καταφέρνουν ποτέ να συγκροτήσουν ένα σύγχρονο, εξορθολογισμένο έθνος (με τη βιομηχανία του, την κεντρική-γραφειοκρατική διοίκηση του κράτους, την ομογενοποίηση του πληθυσμού), που θα έχει τα χαρακτηριστικά της Γερμανίας.
[2] «Γνωρίζουμε ότι πολλές σφαγές, πογκρόμ, μαζικές δολοφονίες, μάλιστα περιπτώσεις που δεν διαφέρουν από μια γενοκτονία, έχουν πραγματοποιηθεί δίχως τη σύγχρονη γραφειοκρατία, τις δεξιότητες και τις τεχνολογίες που αυτή καθοδηγεί, καθώς και τις επιστημονικές αρχές της εσωτερικής της διαχείρισης. Το Ολοκαύτωμα, βέβαια, ήταν σαφώς αδιανόητο χωρίς μια τέτοια γραφειοκρατία. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μια παράλογη εκροή καταλοίπων της προ-νεωτερικής βαρβαρότητας που απλά δεν εξαλείφθηκαν. Ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας» (Bauman 1991, σ.16), ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το Κράτος, παρά της κυριαρχίας των παρορμήσεων πάνω στον κοινό νου. Εξάλλου (Sabini & Silver 1980, σ.329-30) ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια. «Η βία του όχλου στηρίζεται σε μια εσφαλμένη ψυχολογική βάση για βίαιη συγκίνηση. Οι άνθρωποι μπορεί να καταφύγουν στη μανία, αλλά αυτή η μανία ​​δεν μπορεί να διατηρηθεί για 200 χρόνια. Τα συναισθήματα και η βιολογική τους βάση έχουν μια συγκεκριμένη πορεία στο φυσικό χρόνο» Sabini & Silver 1980, σ.329-30). Έτσι, μόνο με τη βοήθεια ενός σύγχρονου εξορθολογισμένου και τεχνολογικά εξοπλισμένου κράτους θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα τόσο ευρείας κλίμακας σχέδιο αφανισμού πληθυσμών. Αυτό πιθανότατα εξηγεί το γεγονός ότι η φασιστική – αλλά πάνω απ’ όλα μη εκβιομηχανισμένη (που δεν είχε, δηλαδή, ενσωματωθεί πλήρως στη ρασιοναλιστική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων – Ιταλία του Μουσολίνι ελάχιστα συνέφερε στο σχέδιο judenrein, έως ότου οι χιτλέρικές δυνάμεις κατέλαβαν εξ’ ολοκλήρου τη χώρα (Arendt 2006, σ.179), πάντα φυσικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια η χώρα ουδέποτε γνώρισε τον τόσο ακραίο αντισημιτισμό της Γερμανίας και της Γαλλίας και, ως εκ τούτου, «υπήρξε μια από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη όπου όλα τα αντί-εβραικά μέτρα δεν ήταν δημοφιλή» (Arendt 2006, σ.178). [3] Το γεγονός και μόνο ότι το Ολοκαύτωμα και τα στρατόπεδα εξόντωσης φάνταζαν αδιανόητα πριν τη δεκαετία του ’40 για τον μέσο Ευρωπαίο – όπως λέει ο Bauman (1989) – φανερώνει ακριβώς αυτήν την ετερονομία των δυτικών κοινωνιών. Οι ίδιες δεν κατάφεραν να γνωρίζουν ότι από μόνες τους οδηγούνται στην ύβρη, ότι σιγά σιγά μέσα από τη δημιουργία των θεσμών που οι ίδιες δεν αναγνώριζαν ως δικούς τους – συχνά χρειάζεται να λεχθεί ότι οι θεσμοί προήλθαν από κάπου αλλού (Καστοριάδης), από τον θεό, από την ιστορία, από τους νόμους της φύσης ή των προγόνων – θεσμοί που εξασφάλισαν την κυριαρχία της ρασιοναλιστικής τάξης πραγμάτων. Αναφορές:
Δεσποινιάδης, Κ., 2008. Πόλεμος και Ασφάλεια, Θεσσαλονίκη: Πανόπτικον.
Καστοριάδης, Κ., 1999Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία.
Arendt, H., 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book.
Arendt, H., 2006 (1963). Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil. London: Penguin Books.
Castoriadis., C., 2007. Figures Of The Thinkable. California: Stanford University Press.
Deleuze, G., Guattari., F., Foucault. M., 2004. Anti-Oedipus. London: Bloomsbury Publishing.
Bauman, Z., 1991. Modernity and Ambivalence. London: Polity Press.
Bauman, Z., 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.
Hobbsbawm, E., 1990. Nations and Nationalism since 1780: Programme, Myth, Reality. Cambridge: Cambridge University Press.
Read, A., 2004. The Devil’s Disciples: Hitler’s Inner Circle, 1st American ed. New York, New York: W. W. Norton & Company.
Reich, W., 1983. The Mass Psychology of Fascism. Middlesex: Penguin Books.
Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation.
Trotsky, L., 1996 (1944). Fascism: what is and how to fight it. US: Pathfinder.

πηγή


Συνέχεια...

back to top