0
Με αφορμή τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου των Γ. Κολέμπα και Γ. Μπίλλα (εκδόσεις των Συναδέλφων) δημοσιεύουμε τον πρόλογο του Νίκου Ν. Μάλλιαρη

Οι τυπικές χώρες με θερμά κλίματα βρίσκονται ενώπιον του ακόλουθου διλήμματος: οικονομικό λίμνασμα και διάσωση του ιθαγενούς πληθυσμού ή προσωρινή οικονομική ανάπτυξη αλλά οπισθοδρόμηση των ιθαγενών.
M. Gourou


Το γεγονός πως μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου και του Γιάννη μας δίνει το δικαίωμα να διατηρούμε μια χαραμάδα αισιοδοξίας μέσα στον γενικότερο πολιτικό ζόφο που χαρακτηρίζει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τον σύγχρονο κόσμο γενικότερα. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από συζητήσεις που έχουν γίνει με αφορμή την ανάγνωση ή την παρουσίαση του βιβλίου, ένα ζήτημα επανέρχεται τακτικά: το ζήτημα της ανθρωπολογικής ανάλυσης, η οποία συνοδεύει τη γενικότερη πολιτική και κοινωνική ανάλυση των δύο συγγραφέων και η οποία δηλώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου.

Είναι ίσως το πιο καινοτόμο στοιχείο της προσέγγισής τους, το οποίο γίνεται και πιο δύσκολα κατανοητό στο αναγνωστικό κοινό. Θα παρουσιάσουμε, κατά συνέπεια, με συντομία ορισμένα ζητήματα που άπτονται της ιδέας της αποανάπτυξης και της τοπικοποίησης, ώστε να δείξουμε στην πράξη και με συγκεκριμένα παραδείγματα τη σημασία του «ανθρωπολογικού» παράγοντα, σε μια προσπάθεια πρώτης εξοικείωσης του αναγνώστη και της αναγνώστριας με την προσέγγιση των συγγραφέων.

Ανάπτυξη με ποιο κόστος;

Το χωρίο που τοποθετήσαμε στην προμετωπίδα του κειμένου (που αναφέρεται στις αφρικανικές και «τροπικές χώρες» και προέρχεται από το άρθρο ενός φιλοαποικιοκράτη σχολιαστή της δεκαετίας του ’40*) περιγράφει με ωραίο και περιεκτικό τρόπο την ελληνική κατάσταση: Αν θέλετε ανάπτυξη κάποια στιγμή στο απώτερο μέλλον, πρέπει η κοινωνία να γονατίσει. Δεν πρόκειται εδώ για υπερβολή, ούτε για ένα απλό σχήμα λόγου που θα περιέγραφε απλώς τις καταστροφικές συνέπειες της εφαρμογής πολιτικών τύπου ΔΝΤ ή «Τρόικας». Πρόκειται για μια διατύπωση που πρέπει να εννοήσουμε αυστηρά κυριολεκτικά: Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η «ανάπτυξη» απαιτεί μια ολόκληρη μεταβολή του τύπου ανθρώπου των «ιθαγενών», προκειμένου να τους κάνει συμβατούς με το είδος της οικονομίας που επιφέρει αυτή την «ανάπτυξη». Και δεν μιλάμε εδώ μόνο για τα πλείστα όσα έχουν συχνά υποστεί οι κάτοικοι «υποανάπτυκτων» περιοχών του πλανήτη, τις οποίες προσπάθησαν οι δεσπότες τους να εκβιομηχανίσουν και να «εκσυγχρονίσουν». Μιλάμε και για καταστάσεις πιο κοντινές σ’ εμάς, που γεννιούνται από την πλήρη κατίσχυση του μοντέλου της κοινωνίας της κατανάλωσης, ακόμα και εκτός της κυρίως Δύσης**.

Στην περίπτωση της Ελλάδας (όπως και των υπόλοιπων μη δυτικών ή ημιδυτικών χωρών), αλληλοδιαπλέκονται δύο ζητήματα: το πρόβλημα της σχέσης μας με τη Δύση κι αυτό του επιθυμητού οικονομικού μοντέλου (η περίφημη ρητορική της «ανάπτυξης»). Ζητήματα αλληλοδιαπλεκόμενα, καθώς είναι ακριβώς η Δύση αυτή που δημιουργεί την «ανάπτυξη», τόσο ως ιδεολογία και φαντασιακό όσο κι ως απτή, υλική πραγματικότητα, μέσω της ιστορικά πρωτόγνωρης ανόδου του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού που επιτυγχάνει (ενάντια στις δυσοίωνες προφητείες του Μαρξ) ο καπιταλισμός.

Ποια «Δύση» και ποια «παράδοση»;

Θα πρέπει να είναι σαφές πως κάθε φορά που μιλάμε περί «Δύσης» αλλά και -πολύ συχνά- την επικαλούμαστε ως μοντέλο προς μίμηση, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις τεράστιες αλλαγές που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες σε αυτό το κομμάτι του κόσμου. Η Δύση δεν είναι πλέον αυτό που ήταν μέχρι πριν από 30 ή 50 χρόνια. Δηλαδή, μια κοινωνία που γεννούσε ακόμη δημοκρατικά κινήματα και προτάγματα χειραφέτησης και αμφισβήτησης, τόσο στο πολιτικό όσο και στο πολιτιστικό επίπεδο. Δυόμισι αιώνες βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης έχουν καταφέρει να διαβρώσουν τους κοινωνικούς δεσμούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα μπορούσαμε χωρίς φόβο υπερβολής να πούμε πως μέσα στις πιο αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη (τα μεγάλα δυτικά αστικά κέντρα, π.χ.) η κοινωνία ως κοινωνία δεν υπάρχει πια: Το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων έχει αντικατασταθεί από γραφειοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι, με τη βοήθεια της οικονομίας και της τεχνολογίας, οργανώνουν πλέον κάθε πτυχή της ζωής των ατόμων για χάρη τους αλλά και στη θέση τους. Κάθε ίχνος πρωταρχικής κοινωνικότητας και κοινωνικού αυθορμητισμού δείχνουν να χάνονται, κάθε ψήγμα αυτενέργειας από την πλευρά των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων εξαντλείται. Δεν μιλάμε πλέον στον διπλανό μας και περιμένουμε τη λύση σε κάθε μας πρόβλημα από τις διάφορες υπηρεσίες του κράτους, από τις «υπηρεσίες» της κοινωνίας της κατανάλωσης και από τα διάφορα βλακώδη gadgets που αυτή μάς προσφέρει αφειδώς.

Αντίθετα, μέσα σε λιγότερο «αναπτυγμένες» και «εξορθολογισμένες» κοινωνίες, όπως π.χ. η Ελλάδα, επιβιώνει ακόμη σημαντικό ποσοστό αυτής της πρωταρχικής κοινωνικότητας, πράγμα που κάνει τη ζωή περισσότερο υποφερτή, ακόμα και υπό συνθήκες «κρίσης». Το μεγάλο στοίχημα είναι να υπερβούμε τις πατριαρχικές και αντιδραστικές κατευθύνσεις εντός των οποίων εγγράφεται συχνότερα αυτή η κοινωνικότητα (πελατειακές σχέσεις, πίεση του περίγυρου στην προσωπική ζωή των ατόμων κ.λπ.) προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουμε ως έρεισμα ενός προτάγματος οικολογικής αλλαγής.

Η ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση των «αναπτυγμένων» κοινωνιών

Ταυτόχρονα -κι αυτό είναι κάτι που πάντοτε θα πρέπει να θυμίζουμε στους διάφορους φιλελεύθερους «εκσυγχρονιστές»-, ακόμα και από τη σκοπιά μιας πιο συντηρητικής προσέγγισης να δούμε το πράγμα, πάλι οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Με άλλα λόγια, δύσκολα μπορεί πλέον η Δύση να χρησιμεύσει ως πρότυπο «αστικής ολοκλήρωσης» και «εκσυγχρονισμού» των περιφερειακών χωρών, εφόσον η κοινωνική αποσύνθεση που τη χαρακτηρίζει έχει φέρει στο προσκήνιο τα ήθη της κοινωνίας της κατανάλωσης, που διαφέρουν παρασάγγας από την κλασική αστική και καπιταλιστική λογική. Σήμερα, αυτό που κυριαρχεί είναι η λογική του εύκολου χρήματος, το μαφιόζικο πρότυπο διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων και η γενίκευση της διαφθοράς. Όπως φαίνεται, ο καπιταλισμός τρώει τις ίδιες του τις σάρκες: Πάσχει από μια ανυπέρβλητη ανθρωπολογική αντίφαση, η οποία τον αναγκάζει να υποσκάπτει τα θεμέλια του ίδιου του του οικοδομήματος. Η λύσσα για κέρδος και ανάπτυξη οδηγεί στην καταστροφή κάθε άλλης αξίας, θεσμού και κοινωνικής πρακτικής που περιόριζε, αρχικά, αυτές τις κτητικές ορμές, με αποτέλεσμα σήμερα η λογική του εύκολου χρήματος και της πλουτοθηρίας να διαπερνούν ακόμα και τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.

Είναι προφανές, όμως, πως μια τέτοια κοινωνία δεν γίνεται πλέον να θεωρείται ανεξέταστα πρότυπο για εμάς, ακόμα κι αν βλέπουμε τα πράγματα βάσει του σχήματος «εξορθολογισμένη» Δύση – υποανάπτυκτη περιφέρεια. Και είναι εξίσου σαφές ότι δεν γίνεται να υπάρξει καμία αλλαγή προς την κατεύθυνση μιας οικολογικής και τοπικοποιημένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας δηλαδή «μικρής κλίμακας», όπου θα παίζει βασικό ρόλο η καθημερινή συνεργασία των ατόμων στη διευθέτηση των καθημερινών ζητημάτων, χωρίς όλον αυτό τον ανθρωπολογικό πλούτο που έχει χαθεί -ίσως κι ανεπιστρεπτί- μέσα στη Δύση. Χωρίς μια τέτοια στοιχειώδη κοινωνικότητα αλλά και ικανότητα συλλογικής αυτενέργειας δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για δημοκρατία.

Το πολιτικό και το πολιτιστικό

Με αυτή την τάση συνδέεται ακόμα ένα ουσιώδες και βασικό ζήτημα: Η σύζευξη του πολιτικού-πολιτιστικού, δηλαδή η προσπάθεια να επεκτείνουμε την πολιτική μας κριτική σε σφαίρες της καθημερινής ζωής ή της κουλτούρας, δίχως, παρ’ όλα αυτά, να πάμε στο άλλο άκρο και να εκπέσουμε σε μια πολιτική-του- τρόπου-ζωής, σύμφωνα με την οποία θα αρκούσε μια απλή αλλαγή των καθημερινών μας συνηθειών για να λυθούν τα προβλήματα του μάταιου τούτου κόσμου.

Διότι, φυσικά, όσο κι αν δεν το αντιλαμβάνονται οι διάφοροι «καθωσπρέπει» οικολόγοι, αυτός ο πολιτιστικός «ρεφορμισμός» βρίσκεται πίσω και από τα πιο αντιδημοκρατικά οικολογικά ρεύματα. Κοινή συνισταμένη κάθε αντιδραστικής απόχρωσης οικολογίας είναι η εξής ιδέα: Το πρόβλημα είναι τόσο βαθύ, που δεν αρκεί μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή· αυτό που χρειάζεται είναι μια βαθιά αλλαγή «παραδείγματος», μια βαθιά αλλαγή του ίδιου του ανθρώπινου όντος, η οποία μπορεί να είναι καρπός μόνο μιας νέας «πνευματικής» ή θρησκευτικής αφύπνισης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η περίφημη Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology) ή διάφορες απόπειρες σύστασης μιας χριστιανικής οικολογίας (τόσο Καθολικής όσο και Ορθόδοξης), για να μη μιλήσουμε καν για καθαρά οικοφασιστικού τύπου νεομυστικιστικές λατρείες της «Φύσης».

Είναι όμως προφανές ότι, αν και τα αντιδραστικά αυτά ρεύματα είναι ευαίσθητα στο ανθρωπολογικό πρόβλημα (όπως συνέβαινε, άλλωστε, πάντοτε με τον συντηρητισμό, σε αντίθεση με τον «αφελή» και «αισιόδοξο» φιλελευθερισμό), αδυνατούν να καταλάβουν ότι το ανθρωπολογικό δεν είναι ανεξάρτητο από το πολιτικό, το κοινωνικό ή το οικονομικό. Ανάμεσα στην «αντικειμενική πραγματικότητα», από τη μια μεριά (κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θεσμοί κ.λπ.), και το «πνεύμα» ή την «κουλτούρα», από την άλλη, υπάρχει σχέση αμοιβαίας εξάρτησης κι επιρροής: Οι πρώτες συνιστούν ενσάρκωση μιας κουλτούρας ή ενός φαντασιακού (ή και περισσότερων, φυσικά) και με τη σειρά τους αναπαράγουν αλλά και διαμορφώνουν την εν λόγω κουλτούρα και το φαντασιακό. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει αλλαγή του τόπου ανθρώπου που παράγει μια κοινωνία δίχως αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών εντός των οποίων διαμορφώνεται και αναπαράγεται αυτός ο ανθρωπολογικός τόπος. Αλλά και αντιστρόφως (πράγμα που πρέπει να υπενθυμίζουμε στους μαρξιστές): Δεν υπάρχει αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών δίχως αλλαγή της κουλτούρας αλλά και του τύπου ανθρώπου μιας κοινωνίας.

Αποανάπτυξη, τοπικοποίηση και άμεση δημοκρατία

Πρέπει, λοιπόν, να τονίζουμε πάντοτε ότι, για εμάς, ο αγώνας στο πολιτικό κομμάτι αλλά και στη σφαίρα της κουλτούρας (φαντασιακό και αξίες της κοινωνίας, ήθη, τύποι ανθρώπου) συνιστά μία και ενιαία προσέγγιση. Αυτό για το οποίο εμείς μαχόμαστε είναι μια δημοκρατική αποανάπτυξη: Αν η αποανάπτυξη συνιστά κομμάτι θεμελιακό και κύριο της πολιτικής μας στράτευσης, αυτό δεν γίνεται πάνω στη βάση επιχειρημάτων υπεράσπισης κάποιου ειδυλλιακού χαμένου παρελθόντος· γίνεται, αντίθετα, πάνω στη βάση της αναγνώρισης της ισότητας ως κεντρικής και βασικής μας αξίας. Ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και «ισότητας» ανάμεσα στον άνθρωπο και το φυσικό του περιβάλλον, ανάμεσα, δηλαδή, στην κοινωνία και τη φύση. Για εμάς, η αποανάπτυξη και το πρόταγμα μιας οικολογικής και τοπικοποιημένης κοινωνίας εγγράφονται σε ένα ευρύτερο πρόταγμα κατάργησης της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή είναι η βαθύτερη αλήθεια της δημοκρατίας και της ανθρώπινης χειραφέτησης: η κατάργηση των κοινωνικών σχέσεων κυριαρχίας και επιβολής και η αντικατάστασή τους από μια αντίληψη της συλλογικής ζωής που θέλει τις κοινωνικές σχέσεις οργανωμένες πάνω στη βάση της ισότητας, δίχως ιεραρχία και εκμετάλλευση. Διότι το φαντασιακό της κυριαρχίας, υπό την ειδικότερη μορφή που πήρε μέσα στη νεωτερική Δύση, είναι ενιαίο, είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για τη φύση: Εκφράζει την ίδια ορμή κυριάρχησης και εκμετάλλευσης, είτε πρόκειται για τον πλανήτη και τους φυσικούς του πόρους είτε για την εκάστοτε «κατώτερη» κοινωνική ομάδα, τάξη ή έθνος.

Αν, όμως, αυτές οι αλλαγές απαιτούν όχι μόνο θεμελιακές μετατροπές στο επίπεδο των θεσμών κάθε είδους αλλά κι έναν βαθύ μετασχηματισμό του υπάρχοντος τύπου ανθρώπου, είναι στο πλαίσιο της προσπάθειας διαμόρφωσης ενός τέτοιου δημοκρατικού ανθρωπολογικού τύπου που μπαίνει το ζήτημα της αποανάπτυξης και της τοπικοποίησης. Οι αρχές της αποανά- πτυξης-τοπικοποίησης, η βαθύτερη φιλοσοφία τους, είναι βαθιά δημοκρατικές: Μας μαθαίνουν τον αυτοπεριορισμό, την ικανότητα να ερχόμαστε σε συζήτηση με τις βαθύτερες ορμές μας και να επιβάλλουμε σε αυτές όρια όπου κρίνουμε πως χρειάζεται (κι όχι όπου υποτίθεται πως μας το προστάζει ο Θεός, κάποια μυθοποιημένη «Φύση» και άλλες τέτοιες ετερόνομες φαντασιώσεις) ή την υπευθυνότητα και την υπέρβαση του παιδικού ναρκισσισμού, τη συνεργασία με τους γύρω μας και το ξεπέρασμα της ιδιώτευσης και του βλακώδους κλεισίματος στον στενό «προσωπικό» κύκλο, που τόσο πολύ εκτρέφουν οι σημερινές καταναλωτικές και εξόχως ολιγαρχικές κοινωνίες.



* M. Gourou, Les pays tropicaux. Principes d’une géographie humaine et économique [Οι τροπικές χώρες. Βασικές αρχές μιας ανθρώπινης και οικονομικής γεωγραφίας], Παρίσι 1947.

** Όπως, για παράδειγμα, γράφει ο Δήμαρχος των Οινουσσών, σε μια προκήρυξη προς τους δημότες του: «Οι εντυπώσεις που θα αφήσει στους επισκέπτες ο καθένας από τους κατοίκους μας θα καθορίσουν και αυτές την ανάπτυξη και το μέλλον των σημερινών νέων και των μελλοντικών γενεών της Εγνούσσας. Πρέπει να κάνουμε το νησί μας ελκυστικό και ως άνθρωποι. Δηλαδή, να μην επαφιέμεθα μόνο στα φυσικά κάλλη του» («Κρουαζιερόπλοιο Europa 2 – Κρουαζιέρα στην Εγνούσσα», όπως το αναδημοσιεύει ο μπλόγκερ Πιτσιρίκος, στη σελίδα http://pitsirikos.net/wp- content/uploads/2013/10/oinousses1.jpg). Δηλαδή: Αν θέλετε ανάπτυξη, αλλάξτε τις καθημερινές σας συνήθειες, προκειμένου να αρέσετε στους τουρίστες, ώστε, εν συνεχεία, αυτοί να ζητήσουν από την εταιρεία κρουαζιέρων να μονιμοποιήσει τις Οινούσσες ως στάση στις διαδρομές των πλοίων της.


Ο Νίκος Ν. Μάλλιαρης είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού ΠΡΟΤΑΓΜΑ

Συνέχεια...

ΚΡΑΤΟΣ, ΕΞΟΥΣΙΑ, ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ: Ένα σύντομο σχόλιο

Posted: by παντιγέρα in
1
Προσφάτως, ο Θεοφάνης Τάσης σε άρθρο του στην ‘Εφημερίδα των Συντακτών’ στο πλαίσιο αφιερώματος στον Καστοριάδη γράφει : ‘Όμως ο Καστοριάδης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναρχικός για έναν επιπλέον λόγο: Στην περιγραφή της αυτόνομης κοινωνίας όπως αυτή αναπτύσσεται στο ‘Πάνω στο περιεχόμενο του Σοσιαλισμού’ συναντούμε την ύπαρξη Κράτους και κεντρικής κυβέρνησης’ 1 .Δεν διαφωνούμε πως ο Καστοριάδης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναρχικός και έχει εκφράσει και ο ίδιος ρητά τις διαφοροποιήσεις του στην συνέντευξη που παραχώρησε στην συντακτική ομάδα της Αναρχικής εφημερίδας της Θεσσαλονίκης ‘Εκτός Νόμου’ το 1991. Ωστόσο το να λέμε ότι ο Καστοριάδης υποστήριζε την ύπαρξη κράτους προκαλεί μία σοβαρή έκπληξη. Χωρίς να αναρωτηθούμε αν υπάρχει έλλειψη γνώσης ή σκοπιμότητα πίσω από αυτή την απόφανση πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού είναι συλλογή κειμένων του Καστοριάδη από το 1952 έως το 1978, δηλαδή κειμένων προ και μετά της ρήξη με τον μαρξισμό. Γνωρίζουμε ότι ο μαρξισμός παραδέχεται του Κράτος και το προϋποθέτει, ωστόσο η ρήξη του Καστοριάδη με την μαρξική φιλοσοφία είναι και ρήξη με την έννοια του Κράτους και μάλιστα ριζική. Η άποψη λοιπόν που ζητά να επανοικειοποιηθεί ολόκληρο τον Καστοριάδη προς χάριν της κρατιστικής σκέψης είναι μία πρόκληση και πρόσκληση για σκέψη.

Χρησιμοποιούμε την λέξη ‘κράτος’ με την ευρεία της έννοια, όμως η έννοια αυτή δεν είναι πραγματικά τόσο ευρεία για να ενσωματώσει κάθε μορφή εξουσίας και κάθε μορφή πολιτικής θέσμισης που εμφανίστηκε στην Ιστορία. Για να αποφύγουμε το λάθος της ταύτισης του Κράτους με την Εξουσία, λάθος που είναι εντυπωμένο βαθιά στην νεώτερη πολιτική θεωρία και είναι δύσκολο να εντοπιστεί, όπως θα δούμε στα παρακάτω κεφάλαια, πρέπει καταρχάς να θέσουμε έναν γενικό ορισμό της έννοιας αυτής. Γενικό και όχι συγκεκριμένο γιατί κράτος υπάρχει από την εποχή της θεσμισμένης ιεραρχίας, από την εποχή των ιερατείων των Χαλδαίων (είναι ερώτημα κατά πόσο οι λίγο παλαιότεροι Σουμέριοι είχαν τέτοιο παντοδύναμο ιερατείο) σε πολυποίκιλλες μορφές και κάθε κράτος είναι συγκεκριμένο κοινωνικοϊστορικά. Παράλληλα όμως, υπήρξαν πολύ παλαιότερες αλλά και σύγχρονες των κρατών κοινωνίες δίχως κράτος. Κάποια γενικά χαρακτηριστικά μπορούν να βοηθήσουν στην διάκριση του κράτους και την εξουσίας.

Αναφέρει ο Καστοριάδης: ‘Κράτος υπάρχει εκεί που υπάρχει κρατικός μηχανισμός χωριστός από την κοινωνία και στην πράξη ανεξέλεγκτος, όπως τον βλέπουμε σήμερα ακόμα και στις λεγόμενες δημοκρατικές χώρες, δηλαδή τις χώρες όπου ισχύει ένα καθεστώς φιλελευθερης ολιγαρχίας.’2

Ο κρατικός μηχανισμός αναπτύσσεται ως μονοπωλιακός μηχανισμός αναπαραγωγής, διατήρησης, διανομής, της εξουσιαστικής κοινωνικής ομάδας και ενσωματώνει τις πολιτικές λειτουργίες της νομοθέτησης, της απόφασης, της εκτέλεσης και της δικαιοσύνης, διαχωρίζοντάς τες από το κοινωνικό σώμα και διατηρώντας το μονοπώλιο τόσο του νόμιμου λόγου όσο και της νόμιμης βίας. Ως τέτοιος ενσωματώνει τον κοινωνικό χρόνο και τον διαμορφώνει άνωθεν ως επίσημη κοινωνική χρονικότητα. Στην πραγματικότητα ενσωματώνει και μεγάλες περιοχές της οικονομικής σφαίρας, ακόμη και στις πλέον νεοφιλελευθερες πολιτικές, στο βαθμό που αποτελεί την θεσμική τους επικύρωση και στο βαθμό που αναπτύσσεται και ως οικονομική δραστηριότητα, τόσο εσωτερικής διαπλοκής όσο και εξωτερικής επιχειρηματικότητας.

Η νεωτερική πολιτική φιλοσοφία, επιχειρώντας την λεγόμενη ‘διάκριση των εξουσιών’ και την θέση συνταγματικών περιορισμών στον ‘ανεξέλεγκτο’ αυτό μηχανισμό, απλώς έθεσε σχηματικές διακρίσεις δικαιοδοσίας πίσω από τις οποίες η σύγκλιση και η διαπλοκή των κέντρων εξουσίας συνεχίζεται αδιάκοπα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματικό διαχωρισμό της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας (πόσω μάλλον της λεγόμενης 4ης, δημοσιογραφικής εξουσίας, η οποία ως τόσο ήδη θρυμματίζεται) καθώς οι κυβερνήσεις και οι κεφαλαιούχοι χρηματοδότες τους επικαλύπτουν τις επιμέρους εξουσίες, τόσο ως κράτος, όσο και ως εταίροι του κράτους, αλλά και ως παρακράτος. Η μονοπώληση της εξουσίας από το κράτος είναι ο πραγματικά προβληματικός διαχωρισμός που έχει επιβληθεί και στην βάση αυτού του διαχωρισμού της εξουσίας από την κοινωνία έχει στηθεί η ίδια η υπόσταση του κράτους. Δεν είναι όμως η μόνη ιστορική εναλλακτική. Για να μην ταξιδέψουμε σε άγνωστους πολιτισμούς, αλλά στον πλέον γνωστό μας άγνωστο, θα παραθέσουμε το παράδειγμα που ο Καστοριάδης αναφέρει, μιας αντίθετης αντίληψης.

‘Η ιδέα του «Κράτους» ως ενός θεσμού διακριτού και διαχωρισμένου από το σώμα των πολιτών δεν θα ήταν κατανοητή από έναν (αρχαίο) Έλληνα. Βεβαίως, η πολιτική κοινότητα υπάρχει σε ένα επίπεδο το οποίο δεν ταυτίζεται με τη συμπαγή, ‘εμπειρική’, πραγματικότητα των τόσο πολλών χιλιάδων ανθρώπων που συνέρχονται σε δεδομένο τόπο και δεδομένο χρόνο. [...] Ωστόσο η διάκριση δεν γίνεται μεταξύ «Κράτους» και «πληθυσμού» αλλά μεταξύ του διαρκούς, συσσωματωμένου σώματος των αειθαλών και απρόσωπων Αθηναίων και απυτών που ζουν και αναπνέουν [στην πόλη].’3

Εδώ η διάσταση μεταξύ της φαντασιακής πολιτικής κοινότητας και της υπαρκτής δεν είναι μία διάκριση που επισυμβαίνει στο θεσμικό-κοινωνικό επίπεδο ως διάκριση δικαιοδοσίας και στεγανοποίηση της εξουσίας, αλλά στο επίπεδο του κοινωνικού φαντασιακού ως διάσταση μεταξύ του θεσμού και της πραγματικότητας. Αντιθέτως, η ύπαρξη των κρατικών θεσμών στηρίζεται σε μία ιεροποίηση της διάκρισης και μία ταυτόσημη σμίκρυνση των ορίων φαντασιακής πολιτικής κοινότητας στα όρια μίας ολιγαρχικής ελίτ ή ακόμη και μίας δυναστικής οικογένειας που ορίζει το θεσμικό επίπεδο. Ακόμη και στην αρχαία Αθήνα η φαντασιακή πολιτική κοινότητα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και περιελάμβανε μονάχα τους γηγενείς άνδρες, πράγμα για μας απαράδεκτο φυσικά, ωστόσο έστω και έτσι παραμένει πολύ πιο διευρυμένη από οποιαδήποτε κρατική θέσμιση, αφού καθένας μετείχε στην εξουσία. Στο σύγχρονο πρόταγμα της ελευθερίας τα όρια της φαντασιακής πολιτικής κοινότητας, δεν μπορούν παρά να περιλαμβάνουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Το νεωτερικό εθνοκράτος, θεμελιωμένο όχι στην Θεία αυθεντία, αλλά στην αυθεντία μίας υποτιθέμενης γενικής βούλησης, και συγκροτημένο με όρους εθνικής ομοιογένειας και καθετοποιημένης γραφειοκρατικής εξουσίας, υποτίθεται, σύμφωνα με τον κυρίαρχο ιδρυτικό μύθο, ότι αντιπροσωπεύει το έθνος, την κοινωνία νοούμενη ως ‘έθνος’, ενάντια στα ιδιωτικά και ξένα συμφέροντα που το επιβουλεύονται. Έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε δύο ιδιαίτερους εθνοκρατικούς θεσμούς που αποτελούν ενσωματώσεις κοινωνικών λειτουργιών στις τεχνικές της εξουσίας και είναι η κρατική υποχρεωτική παιδεία και η στρατιωτική θητεία, παρότι και τα δύο παραχωρούνται ξανά στο ιδιωτικό κεφάλαιο σήμερα. Όμως κατά τη διάρκεια της συγκρότησης των εθνοκρατών τον 19ο αιώνα, αυτοί οι δύο θεσμοί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εθνική και γλωσσική ομογενοποίηση των πληθυσμών, καθώς έστησαν έναν μηχανισμό εκπαίδευσης και επιβολής καθολικό και υποχρεωτικό από τη νεαρή ηλικία, αναλαμβάνοντας σε μεγάλο βαθμό πλευρές του εκκοινωνισμού που τυπικά ανήκαν στην οικογένεια. Το εθνοκράτος, ως ‘εκπρόσωπος’ της ‘ενιαίας’ βούλησης του λαού μπορεί να υποκαταστήσει την οικογένεια, ως διευρυμένο γένος καθώς στηρίζεται σε μία πιο εκλεπτυσμένη θεωρία πολιτικού πατερναλισμού.

Η κλασική φιλελεύθερη πολιτική θεωρία του Διαφωτισμού, όπως είδαμε, επικαλείται ένα υποθετικό ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τον περιορισμό της αυθαιρεσίας των κυβερνώντων και φυσικά τους δεσμεύει να λειτουργούν προς όφελος της γενικής κοινωνικής ευημερίας. Φυσικά, σαν ιδρυτικός μύθος, ο μύθος είναι εντελώς επίπλαστος. Παραπάνω προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουμε την φιλοσοφική και ηθική έκπτωση του νεωτερικού εθνοκράτους παρουσιάσαμε πιο λεπτομερώς αυτή την μεταφυσική μυθολογία. Ωστόσο, το ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ αποτελεί μία ισχυρότατη σημασία δικαίωσης της σημερινής κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας και ενσαρκώνεται θεσμικά στην μορφή του Συντάγματος4, ως του θεμελιώδους νόμου που εξασφαλίζει τους όρους και τα όρια της κρατικής κυβερνητικής εξουσίας, παρότι όλοι ξέρουμε ότι στην κοινωνική πραγματικότητα αυτά αποτελούν κενό γράμμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η υπαρκτή εξουσία ξεπερνά αναιδώς και αφειδώς τα συνταγματικά της όρια όταν αυτό καταστεί αναγκαίο για την διατήρησή της χωρίς μεγάλο κόστος. Υπάρχει ένα λογικό και νοηματικό κενό πίσω από την ίδια την ιδέα μιας εθελούσιας παραχώρησης της κοινωνικής εξουσίας στο κράτος, μίας παραχώρησης που συνέβη άπαξ (δηλαδή δεν συνέβη ποτέ) αλλά νομιμοποιεί πλήρως τους κεντρικούς θεσμούς της κρατικής πλέον εξουσίας και ιδίως την ταύτιση της έννοιας της εξουσίας με το κράτος.

Το νεωτερικό εθνοκράτος, ωστόσο, αποτελεί μία κοινωνικοϊστορική μορφή όπου συνδυάζεται το ιστορικό ρεύμα του πολιτικού φιλελευθερισμού με το όμορο ιστορικό ρεύμα του οικονομικού καπιταλισμού. Σαν δίδυμα ρεύματα που ανήκουν στο ίδιο ευρύτερο ευρωδυτικό κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο, ο πολιτικός φιλελευθερισμός και ο οικονομικός καπιταλισμός έχουν βαθιές ρίζες στον ύστερο Μεσαίωνα αλλά ξεσπούν και επιβάλλονται με τις επαναστάσεις του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, την Βιομηχανική, την Αμερικάνικη, τη Γαλλική, ως κυρίαρχες θεσμίσεις. Γκρεμίζουν τις παλιές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες της φεουδαρχικής θεολογίας (στην περιφέρεια αυτής της δημιουργίας, στα Βαλκάνια π.χ., τέτοιες σημασίες επιβιώνουν ακόμη στο κοινωνικό φαντασιακό και στην πραγματική, αν όχι θεσμική, λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων) και επιβάλλουν τον εμπορικό εξισωτισμό, την απεριόριστη ανάπτυξη, την ορθολογική κυριαρχία και την αυτονόμηση της οικονομίας και της τεχνικής ως κυρίαρχα φαντασιακά πρότυπα. Η παλαιά ταύτιση Κράτους- Εξουσίας αποκτά νέα φυσιοκρατικά και επιστημονικοφανή εργαλεία δικαίωσης με την μεταφυσική του Έθνους που επιβάλλεται ακόμη και σε πολυεθνικές κοινωνίες (π.χ. το Αμερικάνικο Έθνος, αυτή η πολύχρωμη και πολύβοη κατασκευή). Το νεωτερικό εθνοκράτος, είτε στην ‘δυτική’ είτε στην ‘σοσιαλιστική’ του εκδοχή, δεν μπορεί λοιπόν να διαχωριστεί από τους οικονομικούς μηχανισμούς του διεθνούς καπιταλισμού, παρότι θεωρητικά υποτίθεται ότι είναι απόλυτα διακριτό από την ‘αγορά’.

Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη σημερινή εποχή ο κλονισμός των θεμελίων εγκυρότητας του Κράτους υπήρξε συνέπεια της πιστωτικής κρίσης του χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Η διαπιστωμένη αυτονόμηση της οικονομικής σφαίρας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, η οποία συνδυάζεται με την απόλυτη επιβολή των κυρίαρχων καπιταλιστικών φαντασιακών σημασιών της απεριόριστης ανάπτυξης και της διαρκούς συσσώρευσης κέρδους στην σφαίρα του πολιτικού και την βαθιά τους διείσδυση στο μάγμα του κοινωνικού φαντασιακού τόσο στο βάθος της συλλογικής ιδιοεικόνας της κοινωνίας όσο και στην επιφάνεια του πολιτικού και θεωρητικού λόγου, συνεπάγεται μία μεταφορά της εξουσιαστικής αυθεντίας στις οικονομικές δομές και την συνεπακόλουθη πρόσδεση των κρατικών θεσμών στο άρμα των κεφαλαιοκρατικών μηχανισμών. Η ‘ορθολογικότητα’ του καπιταλιστικού συστήματος ουσιαστικά είναι μία κακότεχνη εργαλειακή ορθολογικότητα οιωνεί αυτονομήσιμων δικτύων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και ένας διαπιστωμένος παραλογισμός5, ωστόσο επικυριαρχεί και ισχυροποιεί την εξίσου παράλογη ‘ορθολογικότητα’ του Κράτους.

Η εμφάνιση της δημοκρατίας, ως άμεσης δημοκρατίας, αποτελεί την εμφάνιση της πολιτικής, ως πραγματικής πολιτικής, πολιτικής με στόχο την ελευθερία. Η πολιτική, για τον Καστοριάδη, αποτελεί την ρητή αμφισβήτηση της κοινωνικής θέσμισης και την συνειδητή αυτοκριτική δραστηριότητα του συνόλου της κοινωνίας πάνω στο ζήτημα των νόμων και των θεσμών. Η πολιτική, με άλλα λόγια, δεν αποτελεί απλώς τη σφαίρα της ρητής εξουσίας, όπως το κρατικό, αλλά την έμπρακτη αμφισβήτηση των σημασιών στο επίπεδο της κοινωνίας.

Στο κοινωνικό επίπεδο αυτή η αμφισβήτηση πραγματώνεται με την δημιουργία ενός πραγματικά δημόσιου χώρου, χώρου λήψεως των πολιτικών αποφάσεων και τη γεφύρωση της αντίθεσης δημοσίου – ιδιωτικού με την έμπρακτη συμμετοχή των πολιτών στην λήψη των αποφάσεων και στην υλοποίησή τους. Η κοινωνική πραγματικότητα διαρθρώνεται έτσι σε έναν πόλο πλήρως ιδιωτικό, τον οίκο, σε έναν πόλο ιδιωτικό- δημόσιο, την αγορά και σε έναν χώρο πλήρως δημόσιο, την Εκκλησία του δήμου ή την συνέλευση. Ο δημόσιος χρόνος επίσης αποδίδεται, τουλάχιστον όσο αφορά το πολιτικό σώμα όμως το πολιτικό σώμα στο δικό μας πρόταγμα αγκαλιάζει εν δυνάμει όλη την ανθρωπότητα, αποδίδεται λοιπόν ο δημόσιος χρόνος στην πολιτική απόφαση και στην ατομική δημιουργία εντός του δημόσιου χώρου (η τραγωδία) όπως και στις συλλογικές διαδικασίες νομοθεσίας και απόδοσης δικαιοσύνης. Υπό αυτή την έννοια ο ιδιωτικός χρόνος είναι ο χρόνος της εργασίας, αντιστρόφως προς αυτό που συμβαίνει σήμερα ότι ο ιδιωτικός χρόνος έχει ταυτιστεί απόλυτα με τον ελεύθερο χρόνο. Ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος της ελευθερίας, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει και μία διακριτή ιδιωτική διάσταση, όμως δεν μπορεί και να περιοριστεί στην ιδιωτική σφαίρα δίχως να πάψει να είναι ελεύθερος, καθώς η ελευθερία θεσμίζεται κοινωνικά και σαν νόημα δημόσιο τόσο ως χώρος όσο και ως χρόνος, όπως φανερώνουν οι πολύωρες, αλλά δημιουργικές και σοβαρότατες συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας.

Παρόλο που η ριζική υποεξουσία, η εξουσία της γλώσσας και της παιδείας δεν μπορεί να καταργηθεί, ούτε φυσικά οι θεσμοί, ωστόσο η εν δυνάμει πλήρης και άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη και κυρίως, στην εκτέλεση των πολιτικών αποφάσεων, καταργεί το κράτος ως διαχωρισμένη εξουσία και την αυθεντία, ως ιερή εξουσία. Καταργεί επίσης κάθε έννοια αντιπροσώπευσης αναγνωρίζοντας κάθε άτομο ως αυτόνομο και την αυτονομία αυτή ως προϋπόθεση αλλά και βλέψη της αυτονομίας όλων, πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί ούτε να μιλήσει, ούτε να αποφασίσει εκ μέρους του. Ξανά, πρέπει να υπογράμμίσουμε ότι αυτή η αυτονομία που πραγματώνεται από το άτομο κοινωνικά, ορίζει και έναν διαφορετικό κοινωνικό ιδιόχρονο, έναν συλλογικό χρόνο ο οποίος δεν μπορεί να διατεθεί ή να εκπροσωπηθεί δίχως να πληγεί η ελευθερία του ατόμου. Ο νόμος ισχύει για όλους όμως το περιεχόμενό του είναι προς συζήτηση και έτσι ο ίδιος ο νόμος, ως ουσία της θεσμίζουσας δραστηριότητας της πόλεως, τίθεται ρητά και συνειδητά υπό την επίδραση του Χρόνου. Η κοινωνία ανοίγοντας το ερώτημα του Νόμου ουσιαστικά αναγνωρίζει τη θνητότητα των θεσμών της. Αναγνωρίζει πως ο νόμος μπορεί να αλλοιωθεί, είτε συνειδητά είτε από το πέρασμα του Χρόνου και επιλέγουν οι ελεύθεροι πολίτες μια ενεργητική στάση απέναντι σε αυτή την αναπόδραστη αλλοίωση.

Μία πραγματικά πολιτική στάση οφείλει να αρνηθεί και να αναιρέσει την ταύτιση εξουσίας και κράτους, ώστε να καταστεί δυνατή η άρνηση του κρατικού και ιεραρχικού φαντασιακού και ταυτόχρονα η δημιουργία νέων ελευθεριακών μορφών απόδοσης και άσκησης της εξουσίας, δηλαδή αντιιεραρχικών και αμεσοδημοκρατικών θεσμών, όπου ο φορέας εξουσίας να είναι το αυτόνομο άτομο και όπου η πολιτική ελευθερία μπορεί να νοηθεί ταυτόχρονα ως πράξη και υπευθυνότητα. Το πολιτικό πράττειν απόκτά ουσία όταν πέρα από μορφές αντίστασης δημιουργεί θεσμούς ελευθερίας. Αιχμές αυτού του πράττειν μπορεί να είναι η άρση της αντίθεσης αρχής δημόσιου – ιδιωτικού, με την θεώρηση του δημόσιου ως κοινωνικού, με την άρση της ταύτισης κρατικού- δημόσιου και κράτους – εξουσίας, με την διαμόρφωση μίας πραγματικά κοινωνικής εξουσίας και την κατάργηση του κράτους. Η απόδοση του πραγματικού δημόσιου χώρου και χρόνου και των εξουσιών που αυτός συνολίζει, πίσω στην κοινωνία και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά, καταργεί και την περίφημη επίπλαστη αντίφαση πολιτικού – κοινωνικού.

Συνεπώς, δεν είναι μόνο το πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας στην σκέψη του ύστερου Καστοριάδη (μετά το 65) αντίθετο προς την έννοια του κράτους ή μίας κεντρικής κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η δημοκρατία, η άμεση δημοκρατία, τόσο ως νόημα όσο και ως εμπειρία. Τα υπόλοιπα είναι ακροβασίες.



1Βλ. Το άρθρο όπως αναδημοσιεύεται στην συλλογή ‘5 οικουμενικοί έλληνες στοχαστές’ σελ.72, εκδ. Των Συναδέλφων, Αθήνα 2014

2Κ.Καστοριάδης, Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εκδ. Ύψιλον, σελ. 65

3Κ.Καστοριάδης, Philosophy, Politics, Autonomy, σελ. 110

4Οφείλουμε να αναφέρουμε την εξαίρεση της Αγγλίας, που είναι και η μήτρα των σημασιών του εθνικού κράτους και του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπως βεβαίως και του οργανωμένου εργατικού κινήματος και του βιομηχανικού καπιταλισμού, πάντοτε ένα ιστορικό βήμα πιο πέρα από την ηπειρωτική Ευρώπη, όπου έγινε η πρώτη νεωτερική καρατόμηση βασιλιά ήδη από τον 17ο αιώνα, αλλά δεν υπάρχει Σύνταγμα.

5Βλ. σχετικά Κ.Καστοριάδης, Η ‘ορθολογικότητα’ του καπιταλισμού, εκδ. Ύψιλον, 1998

Αλέξανδρος Σχισμένος
πηγή: http://www.kaboomzine.com/el/20140718376/i-theoria-pairnei-thesi/state-power-autonomy.html

Συνέχεια...

Ποιάς ΑΕΚ το γήπεδο;

Posted: by παντιγέρα in
0
Το αν πρέπει, και κυρίως το πώς, να απαντηθεί το χθεσινοβραδινό, και όλα όσα σήμανε, βρίσκει πάντα απάντηση στο υποκείμενο. Στο κάθε ένα άτομο που παίρνει τις όποιες ευθύνες πάνω του, που τις φέρει για όσο αντέχει, μπορεί και θέλει. Και δεν υπάρχει ευθύνη που δεν σου αναλογεί. Είναι λιγότερός σου -βασική συνειδητοποίηση αυτό για τον άνθρωπο- όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, ομοίως κι ο εαυτός σου, όσο "ισχυρός" κι αν φαίνεται αρχικά ή στιγμιαία, ο ισχυρισμός του.

Το χθεσινοβραδινό είναι μια γεύση από ζούγκλα στα πιο "ανθρωπινά" της, ο άνθρωπος που επιστρέφει, ενίοτε με δόλο, που φέρνει τον εαυτό του σε καταστάσεις όπου αφήνεται και επιστρατεύει τα πλέον βασικά "εργαλεία" επιβίωσης που διαθέτει. Πες τα ένστικτα, πες τα συνήθειες που δεν κόβονται, πες τα αρχέγονες ιδέες, καύλες, γούστα, βίτσια, καφρίλα και "αντε γαμηθείτε", και λίγα θα λες. "Αυτά ξέρει, αυτά κάνει", "τόσο του κόβει" που έλεγαν οι βλάκες και οι ανόητοι της ζωής του. Και αν πρέπει να ντρέπεται γι' αυτό, σου λέω κι εγώ, μαζί στην ντροπή του πρέπει να ακολουθούν όσοι θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη που κάποιοι δεν ανέλαβαν, την ευθύνη να του δείξουν περισσότερα - και καιρός είναι μεταξύ αυτών να είναι και κάποιοι από τους "φταίχτες", θύματα με τη σειρά τους παλαιότερων "αμαρτωλών". Κάποιοι που δεν του έμαθαν πρωτίστως, πως πάντα -μα πάντα- γίνεται κι αλλιώς, υπάρχει -και μπορεί να υπάρξει- περισσότερο εκεί έξω - πολύ περισσότερο από όσο μπορεί να φανταστεί σε μια ζωή οποιοσδήποτε, ιδίως σε μια τέτοια ζωή πουτάνα και μπάχαλο. Τόσο πουτάνα και τόσο μπάχαλο που συνήθισαμε πια κάποιοι, πως "συνηθίζονται αυτά". Και πάνε και πιο βαθιά νύχτες σαν την χθεσινοβραδινή.

Αυτός ο κάποιος που περιγράφω, ο αιώνιος κανένας, ο ένας από μας και ποτέ εμείς, δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να αξιώσω ούτε καν πως η περιγραφή είναι ελλιπής χωρίς αμετροέπεια. Παραμένει και το γεγονός πως την "φάση" δεν την είδα. Αναζητώ εκείνον και την ιστορία του για να καταλάβω την περιγραφή άλλων. Ίσως να είναι και έτσι, ίσως να είναι ισχνή μειονότητα ανάμεσά τους, ίσως να ήταν αυτός που έπρεπε να πιεί και να "πιεί" για να πάει. Αυτός ξέρει, όποιος κι αν είναι, εγώ ιχνηλατώ.

Ίσως να είναι και εκείνος που του έδωσαν κάποιοι, κάποτε μια ομάδα, σαν ιδιαίτερη πατρίδα, ας την πούμε, να θυμάται και να εξοργίζεται, να εξοργίζεται για να θυμάται. Και με τον καιρό, αυτό το αιώνιο παιδί προσφύγων, πάντα γηγενών, δεν θυμόταν, κι εξοργιζόταν που δεν θυμόταν. Κι ύστερα κουραζόταν από το βάρος του να προσπαθεί να θυμάται, κι εξοργιζόταν περισσότερο που "έπρεπε" να θυμάται, με "πρέπει" που έβρισκε μεγαλύτερο αντίκρυσμα και αξία σε άλλους. Κι όταν καταλάβαινε λίγο το παιχνίδι, σε τυχαίες φάσεις ίσως που μυρίστηκε το γκολ, έβλεπε στο τέρμα το ανεκπλήρωτο. Για κάποιους, που κουβαλά ακόμα μέσα του, η ανεκπλήρωτη "επιστροφή". Σε εισαγωγικά γιατί την ιδιαίτερη λέξη τους δεν την ξέρω, και τα μέρη από τα οποία προσεγγίζονται οι έννοιες και οι λέξεις σαν τις πατρίδες είναι, ιδιαίτερα χώματα, και όχι λιγότερο ματωμένα.

Γι' αυτόν, αυτόν που μας διαφεύγει, όμως, το ανεκπλήρωτο είναι η ζωή του η ίδια, τώρα και εδώ. Ό,τι και αν σημαίνει για εκείνον, κάθε στιγμή, αυτό.

Και στο τώρα και το εδώ, μπορεί να είναι για εκείνον διόλου λίγο το γαμημένο το γήπεδο που κι αυτό αναβάλλεται με φτηνά τεχνάσματα από φτηνούς ανθρώπους - και απομακρύνεται πέραν του ελέγχου του, και διογκώνεται εκεί μαζί με όλα τα άλλα της ζωής του που παίρνουν εδώ και χρόνια αναβολή για άλλο χρόνο και κατάσταση. Γιατί η μπάλα για εκείνον δεν είναι "σαν τη ζωή", αυτό είναι πλεονασμός. Η μπάλα είναι ζωή, και για εκείνον φαίνεται να είναι το κέντρο της ύπαρξής του - πείτε ό,τι θέλετε. Ένας τρόπος ζωής που μπορεί να τον κάνει, εκείνος, τον πιο σημαντικό, αν έτσι το θελήσει, γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σ' αυτόν, και μέσα από αυτόν, και τον ξέρει καλά - είναι δικός του. Και βαθιά ξέρει, ξέρει ότι δεν μπορεί να τον κάνει ποτέ τον μόνο του δρόμο. Αλλά ως μοναδική διέξοδός του, που δεν μπορεί να την αφήσει και να παραμείνει εκείνος, ο ίδιος που δεν θέλει στην τελική να αλλάξει, τον ωθεί περισσότερο προς την υπερβολή καθώς όλα, γι' αυτόν που έτσι υπάρχει, καταρρέουν πάνω της. Κι έρχονται τα βίτσια και τα γούστα μαζί της, με τα σπασμένα, αναπόφευκτα, και τα δεκανίκια κάθε είδους και καιρού.

Του έμαθαν να πηγαίνει να "ξεσπά" -όπως σπεύδουν να πουν οι βλάκες πρώτοι, κι οι ανόητοι της ζωής του- "για την ανικανότητά του" που τρέχουν να αποκληρώσουν με το που την ξεστομίζουν, αφού πρώτα τον παρέδωσαν αυτοί, οι πρώτοι ανίκανοι, στον κάθε βλάκα και ανόητο εκεί έξω που έβαλε κατά καιρούς χέρι στο όποιο "ιερό" του, στο αντικείμενο που έδωσε από το χρόνο και το είναι του, χειραγωγώντας εν τέλει και αυτόν, τον όποιο ιδιαίτερο εαυτό αξίωσε με τα χρόνια για την ομάδα, για την ιδέα, για τον σύνδεσμο, για τους δικούς του και τη ζωή του - ό,τι και αν αυτά για εκείνον σημαίνουν και κουβαλούν.

Και κουκουλώνουν, οι ανόητοι κι οι βλάκες της μαντρωμένης του ζωής, με ξεφτισμένο μουσαμά την αδικία που κουβαλά, και δεν έρχεται μόνο από το παρελθόν τους, αλλά και από το δικό του παρελθόν, και γίνεται πιο βαριά από το μέλλον του που είναι, και θα έπρεπε να είναι, μεγαλύτερο από το δικό τους, μεγαλύτερο με το δικό τους. Η σπουδαιότερη πατρίδα, και αν δεν το ξέρει, ας το μάθει, κι οι βλάκες κι οι ανόητοι μαζί, είναι πάντα το εδώ του και το τώρα του, εδώ που φτάνει το παρελθόν, τώρα που ξεκινά το μέλλον. Εδώ που καταρρέουν αυτά που θυμάται, κι αυτά που ονειρεύεται, αυτά που γουστάρει και αυτά που φοβάται, αυτά που συνάντησε και αυτά που θα βρει, ή θα τον βρουν. Αυτά που θα αξιώσει και θα σταθεί άξιος απέναντί τους, ή όχι. Αυτά των οποίων την ευθύνη θα αναλάβει για να υπάρξουν.

Ας ξεχωρίσει τη θέση του ο φίλαθλος, οι οπαδός και ακόμα και ο πιο μεγάλος κανίβαλος της ΑΕΚ, από ακόμα έναν ιδιοκτήτη και μια πολιτεία που ακόμα μια φορά θα την λερώσουν με τα βρώμικα χέρια τους. Ας σταθούν μαζί με εκείνους που τους την παρέδωσαν όπως τους την παρέδωσαν, απέναντι σε εκείνους που θα επιστρατεύσει κάποια άλλη νύχτα και πάλι η ντόπια Φτήνια που μετράει ακόμα κέρματα.

Ας αντιληφθούν το βάρος που μπορεί να αποκτήσει η ιστορικότητά τους, ακόμα και εκείνοι που χάνουν τους εαυτούς τους μέσα στη νύχτα, και ας διεκδικήσουν με αυτό το έδαφος που θέλουν, που μπορούν να πουν στα ίσα ότι δικαιούνται. Κι εγώ μαζί τους, δεν γαμιέται. Κι ας μην είμαι "ΑΕΚτζής", κι ας μην υπήρξα τέτοιος πρόσφυγας και πρόσφυγα γιος ή εγγονός. Κι ας σκέφτομαι πόσος κόσμος θα ζούσε περισσότερο σαν άνθρωπος, με περισσότερη αξιοπρέπεια, αυτές τις μέρες, με αυτά τα λεφτά - τα όσα λεφτά. Αλλά όχι έτσι, όχι όπως

Αλλά δεν θα έπρεπε - όσοι εκτός από ΑΕΚ θέλουν να είναι και κάτι παραπάνω στη ζωή τους, έστω και για χάρη της ίδιας της ΑΕΚ- το έδαφος που διεκδικουν να μετριέται μόνο σε στρέμματα, κέρματα και πολιτικές χάρες ή χρωστούμενα. Γιατί ό,τι χτίσουν πάνω του θα είναι σαθρότερο, φτηνότερο και πιο λίγο, απ' ότι θα γινόταν αν έπαιρναν την ευθύνη της πάνω τους μαζί, και όχι απέναντι, με τους υπόλοιπους της κοινωνίας τους που έμαθαν, αργά, αυτά τα τελευταία χρόνια, να διεκδικούν χώρο και χρόνο για ό,τι δίνει νόημα στη δική τους ζωή, να αντλούν ισχύ από την όποια ευθύνη φέρουν και όποια δράση αναλαμβάνουν απέναντι στην Φτήνια και τους φορείς της που τους υπόσχονται μακρινά μεγαλεία τόσα χρόνια και τους ξεφορτώνονταν ανά τετραετία. Αλλά και μ' αυτούς που κατέλαβαν χρόνια πριν τον χώρο για τον χρόνο τους, και την όποια αξιοπρέπεια και ακεραιότητα τους επιστρέφει η ατέρμονη και αδιαπραγμάτευτη διεκδίκηση της ευθύνης, της αυτονομίας και της ελευθερίας τους, μη αποδεχόμενοι πια τίποτα από αυτήν τη "γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της" και τους φτηνιάρηδες που με "άθλιες πιάτσες τα κέφια μας ρουφούν".

Και για όσους η ΑΕΚ είναι η ζωή τους, όποια κι αν είναι αυτή, είναι η ώρα να διαχωρίσουν εαυτό από εκείνους που την πούλησαν, μαζί με την ακεραιότητά τους, για τα τριάντα αργύρια - που ποτέ δεν είναι ίδια - και οι περισσότεροι ξέρετε ποιοί είναι αυτοί και τι βάρος έχουν τα αργύρια για τον καθένα τους. Τώρα ή "κάποτε", αποφασίστε. Και εσείς, και οι υπόλοιποι του βασιλείου της διαίρεσης.

Αν είναι να χτιστεί το γήπεδο, ας γίνει άλλη μια ταφόπλακα της παλιάς, ετοιμόρροπης παράγκας τους, όχι ένα ακόμα παράπηγμά της σε γη που ανήκει πρώτα στους κατοίκους της.

Reactor από athens.indymedia.org

Συνέχεια...

Με αφορμή το ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε…

Posted: by παντιγέρα in
0
Μόλις πριν από λίγες μέρες, οι δημιουργοί των Debtocracy και Catastroika κυκλοφόρησαν την τρίτη τους κατά σειρά δουλειά, το ντοκιμαντέρ με τίτλο ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε., με στόχο (όπως άλλωστε είναι προφανές) να προβληθούν στο ευρύ κοινό τα οικονομικά αίτια που συνέβαλαν στην άνοδο των φασιστικών καθεστώτων κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σε γενικές γραμμές, το μήνυμα της ταινίας συνοψίζεται ως εξής: ο φασισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αντίδραση του κεφαλαίου (όπως είχε πει και ο Τρότσκι 1996, σ.9), δηλαδή μια συντονισμένη επίθεση της αστικής τάξης στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Αναμφισβήτητα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι Ιταλοί φασίστες, οι Γερμανοί ναζί και οι Έλληνες ομόλογοί τους υπήρξαν μπροστάρηδες στα κέρδη κάποιων μεγαλοβιομηχάνων ή ότι οι φιλελεύθεροι ηγέτες κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου έκλειναν το μάτι στα φασιστικά καθεστώτα. Ωστόσο, ο πυρήνας αυτής της σκέψης που, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταλήγει στο εξής αξίωμα: ο φασισμός και ο καπιταλισμός πάνε πάντα χέρι χέρι, είναι μάλλον ανεπαρκής. Και αυτό διότι οποιαδήποτε αναγωγή στον οικονομισμό, επισκιάζει τις βαθύτερες πτυχές των εν γένει υπαρκτών καταστάσεων όπως αυτές διαμορφώνονται από το σύνολο των εκάστοτε ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων, οδηγώντας μας συχνά σε υπεραπλουστεύσεις και ντετερμινιστικά ή συνωμοσιολογικά σενάρια: αναμφίβολα, τα φασιστικά καθεστώτα σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή στήριξαν τα οικονομικά συμφέροντα των μεγαλοβιομηχάνων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο φασισμός υπήρξε κατ’ ανάγκη γέννημα θρέμμα μιας συνωμοσίας ισχυρών και τίποτε άλλο. Συνεπώς, θα ήταν ωφέλιμο να προβάλουμε μια νέα προσέγγιση στο φαινόμενο αυτό, εξετάζοντας παράλληλα τρία πολύ σημαντικά ερωτήματα:

  1. ποιός είναι ο ρόλος του θεσμού του Κράτους μέσα σε μια κοινωνία (όχι μόνο ως φορέας κατασταλτικής εξουσίας αλλά και ως διαμορφωτής μιας Α τάξης πραγμάτων) και πώς αυτό (το Κράτος) συμβάλλει στη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών που ευνοούν την άνοδο του φασισμού;
  2. Τί συμβαίνει με το μεταναστευτικό ζήτημα πάνω στο οποίο όλα τα σημερινά ακροδεξιά κόμματα χτίζουν την ιδεολογική τους ατζέντα; Τέλος,
  3. αν υποθέσουμε ότι ένα φασιστικό καθεστώς πάντα είναι προϊόν συνωμοσιών και μακιαβελικών κινήσεων, γιατί οι ίδιες οι μάζες τον αποδέχονται; Γιατί έλκονται από αυτόν; (βλ. επίσης: ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΜΟΣ Α.Ε. του Άκη Γαβριηλίδη) Γιατί, με άλλα λόγια, το καθεστώς του Χίτλερ χρειάστηκε μια εκλογική πλειοψηφία για να εδραιωθεί στην εξουσία; Γιατί ο Μουσολίνι και ο Φράνκο είχαν με το μέρος τους εκατομμύρια οπαδούς;
Καπιταλισμός, δαρβινισμός και Κράτος: η προσωποποίηση της βαρβαρότητας
 
Απέναντι στην τυπική παλαιοαριστερή προσέγγιση που θέλει τον φασισμό να αποτελεί το «μακρύ χέρι» του κεφαλαίου, οι φιλελεύθεροι μας λένε ότι τα φασιστικά καθεστώτα δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά υβρίδια ιδεολογιών της προ-Γαλλικής Επανάστασης και προ-Διαφωτισμού εποχής. Για τους ίδιους, τα φασιστικά κινήματα απορρέουν από τις τάσεις του όχλου να παρεκτρέπεται από την καθοδήγηση του κοινού νου, επενδύοντας στην κουλτούρα της ανομίας και της διάχυτης δημαγωγίας, παρασυρόμενος ταυτόχρονα από τις παρορμήσεις και τους συναισθηματισμούς ενάντια στον Ορθό Λόγο. Σε αντίθεση με όλες αυτές τις επιδερμικές αναλύσεις, ο Zygmunt Bauman – βλ. The Ambivalence of Modernity και Modernity and The Holocaust – θα μας δώσει να καταλάβουμε ότι ο φασισμός είναι στην ουσία αποτέλεσμα των ήδη υπαρκτών κοινωνικών τάσεων της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του ανταγωνιστικού παραδείγματος που πρεσβεύει η νεωτερικότητα (δηλαδή η πεμπτουσία του καπιταλιστικού φαντασιακού). Με βάση, λοιπόν, το παράδειγμα αυτό οι πληθυσμοί θα πρέπει να διαιρεθούν σε αυτούς που είναι άξιοι, δηλαδή σε αυτούς που πετυχαίνουν, προοδεύουν, σκαρφαλώνουν ψηλά στην καπιταλιστική πυραμίδα, και στους αποτυχημένους οι οποίοι στάθηκαν ανίκανοι να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις του ανταγωνισμού (είτε γιατί δεν εργάστηκαν σκληρά ή, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, δεν είχαν τις έμφυτες προαπαιτούμενες δυνατότητες ώστε να αντεπεξέλθουν, κι επομένως θα πρέπει να μάθουν να ζουν με τα λίγα και δίχως να διαμαρτύρονται). Πρόκειται ίσως για την πιο ακραία εκδοχή του κοινωνικού Δαρβινισμού – δηλαδή της θεωρίας που μας λέει ότι ο ισχυρότερος και ο καταλληλότερος θα επιβιώσει νομοτελειακά, μια λογική που ενσωματώνεται πλήρως στο φαντασιακό του βιομηχανικού καπιταλισμού του 17ου αιώνα (με κύριους εκφραστές τον φιλόσοφο Herbert Spencer).
Το σύγχρονο Βεμπεριανό (γραφειοκρατικό, ιεραρχικό και καπιταλιστικό) Κράτος αποτελεί βασικό όργανο για την επιβολή και διαιώνιση αυτής της τάξης πραγμάτων (άλλωστε υπήρξε και δημιούργημα της ίδιας της αστικής τάξης). Ταυτόχρονα, όμως, εκτός από το να προστατεύει και να ενισχύει το ρασιοναλιστικό κοινωνικό παράδειγμα, λειτουργεί και ως «παιδαγωγός». Παρέχει τα πάντα: εκπαίδευση και κουλτούρα, αυτό καλλιεργεί εθνική συνείδηση και κατασκευάζει εθνικές ταυτότητες – όπως λέει και ο Hobbsbawm (1990, σ.91) παίρνοντας ως παράδειγμα την Γαλλία – προσδίδοντας συγκεκριμένα εθνικά χαρακτηριστικά (που συχνά θεωρούνται απόλυτα εξιδανικευμένα) σε όσους υπάγονται σε αυτό, διαχωρίζοντάς τους ταυτόχρονα από τους ξένους, τους «άλλους» που «διαφέρουν». Και τέλος, όπως ακριβώς ο κηπουρός (πρόκειται για μια αλληγορία που χρησιμοποιεί ο Bauman) καλείται να ξεχωρίσει τα αγριόχορτα από τα χρήσιμα φυτά, ξεριζώνοντας τα πρώτα με στόχο να προστατέψει τα δεύτερα, έτσι και το Κράτος με στόχο να προστατέψει την «κοινωνική ειρήνη» και την τάξη από τα «μιάσματα» από τη μια θα τιμωρήσει τους ποινικούς παραβάτες (οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται ως το λογικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που νοσεί σε όλα τα επίπεδα, αλλά ως άνθρωποι κατώτερης φύσης που δεν επιθυμούν – είτε δεν έχουν τη δυνατότητα – να συμμορφωθούν με την έννομη τάξη) άλλοτε φυλακίζοντάς τους και άλλοτε εξολοθρεύοντάς τους. Από την άλλη, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο θα γκετοποιήσει τους («άχρηστους») ανέργους οι οποίοι (πάντα με βάση το ανταγωνιστικό παράδειγμα) έχουν υποπέσει σε μείζον σφάλμα, την τεμπελιά επειδή επιθυμούν να ζουν ως τζαμπατζήδες εις βάρος του σκληρά εργαζόμενου φορολογούμενου (άποψη ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Βρετανία σήμερα) ή απλά είναι ανίκανοι (βιολογικά και πνευματικά) να προσφέρουν στην αγορά εργασίας και κατ’ επέκταση στην ίδια την κοινωνία. Επιπλέον, οι μετανάστες και οι μειονοτικοί πληθυσμοί (οι «άλλοι») που δεν καταφέρνουν να ακολουθήσουν αυτήν τη γραμμή που οι φορείς εξουσίας επιβάλλουν, αντιμετωπίζονται ως ανίκανοι ζήσουν μέσα σ’ ένα σύστημα κοινωνικής ομαλότητας, που αρνούνται να ενσωματωθούν στο ορθολογικό και εξελιγμένο Δυτικό σύστημα [1]. Με λίγα λόγια, καί στις τρεις περιπτώσεις η ευθύνη επιρρίπτεται στο θύμα αναντίρρητα, κάτι που σιγά σιγά και υπόρρητα καλλιεργεί μίσος και περιφρόνηση για τον αδύναμο και τον «διαφορετικό», ενώ από την άλλη ανατιμά και ειδωλοποιεί τον ισχυρό, αυτόν που πάτησε επί πτωμάτων. Ταυτόχρονα, η ρασιοναλιστική κοινωνική θέσμιση διέπεται αυστηρά από σχέσεις εξουσίας που αναπαράγουν τη νόρμα διαταγή-υπακοή, ενώ την ίδια στιγμή η ομοιομορφία και η υποταγή στο κυρίαρχο ρεύμα επιδοκιμάζονται ως ύψιστες κοινωνικές αρετές. Ο φασισμός πατά ακριβώς πάνω σε αυτήν την δαρβινιστική πραγματικότητα, μεταφράζοντας το ίδιο ανταγωνιστικό παράδειγμα με αυστηρά εθνικούς και πιο συχνά (όπως στην περίπτωση του εθνικοσοσιαλισμού) φυλετικούς όρους.
Μπορεί ο Goebbels σε δημόσιες εμφανίσεις του να αφόριζε τους φιλελεύθερους ως εχθρούς της Αρίας Φυλής, ωστόσο το αστικό Κράτος και η δυνατότητά του να αναστέλλει (δήθεν προσωρινά) πολιτικά δικαιώματα επικαλούμενο το κοινό συμφέρον και την έννομη τάξη (κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ή βλ. επίσης: Mark Neocleous,Security, Liberty and the Myth of Balance: Towards a Critique of Security Politics) χρησιμοποιήθηκε από τη ναζιστική ηγεσία στο ακέραιο, με στόχο την «πάταξη του εβραιοκίνητου μπολσεβικισμού», τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνη και της ευημερίας των Γερμανών πολιτών. Για τη ναζιστική τάξη (και με βάση πάλι τον παραλληλισμό του Bauman), τα αγριόχορτα και τα μιάσματα δεν ήταν μόνο οι άνεργοι και οι ποινικοί παραβάτες, αλλά κυρίως οι «ξένοι», οι Εβραίοι, οι τσιγγάνοι, κοινώς οι «άλλοι». Αυτές οι κοινωνικές ομάδες, είχαν ωστόσο ήδη στιγματιστεί και κατά την περίοδο της προ-χιτλερικής Γερμανίας, ως τα παράσιτα που δεν κατάφεραν να ενσωματωθούν στην εξορθολογισμένη Γερμανική κοινωνία. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον ενδημικό αντισημιτισμό των Ευρωπαίων (που αναζωπυρώθηκε από την εποχή του Affaire Dreyfus και τις μηχανορραφίες της μυστικής Ρωσικής Τσαρικής αστυνομίας αναφορικά με τη διάδοση του αντισημιτικού πλαστογραφήματος των Πρωτοκόλλων της Σιών) οδήγησε στην Τελική Λύση, σε μια από τις πιο χυδαίες μορφές ύβρεως που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία ωστόσο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από τους φορείς επιβολής και κυριαρχίας που επισήμως αποτελούν γέννημα θρέμμα της νεωτεριστικής περιόδου [2]. Με λίγα λόγια, η καπιταλιστική ρασιοναλιστική τάξη πραγμάτων (δίχως την οποία το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως και το αντίθετο) προετοίμασε το έδαφος επιβάλλοντας διαιρέσεις σε πληθυσμούς, μια συνθήκη που απλά οι αντιδραστικές και φυλετικές θεωρίες εκμεταλλεύτηκαν, ανοίγοντας το δρόμο για την άνοδο του φασισμού, του οποίου ανώτατο στάδιο είναι οι γενοκτονίες και οι μαζικές εξοντώσεις πληθυσμών.
 
Ο μαζάνθρωπος και η ιδεολογία

Είδαμε λοιπόν πώς η νεωτερικότητα, και αντίστοιχα οι θεσμοί που φροντίζουν για την διαιώνιση της κοινωνικής δόμησης που η ίδια εξιδανικεύει, χτίζουν σιγά σιγά τα θεμέλια για το Κράτος εξαίρεσης. Ωστόσο όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο φασισμός/ναζισμός είναι κατά κύριο λόγο μια ιδεολογία, (όπως και κάθε άλλο ολοκληρωτικό κίνημα, βλ. Σταλινισμός), με βάση την Hannah Arendt (1976). Ο ναζισμός έχτισε τη θεωρία της Αρίας Φυλής πάνω στους νομούς της Φύσης – των οποίων η επικράτηση είναι νομοτελειακά βέβαιη (δεδομένου ότι η ίδια η φύση το επιβάλει) ενώ αντίστοιχα ο Σταλινισμός επένδυσε στους αδήριτους νόμους της Ιστορίας, υπάγοντας έτσι την εν γένει πραγματικότητα σε ένα σύνολο απαράβατων αξιωμάτων που διατείνονται ότι ο κομμουνισμός θα ανατείλει ως επίγειος παράδεισος μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου (που στην πραγματικότητα ήταν η δικτατορία του κόμματος). Έτσι, όσοι αντιστέκονται (στην Ιστορία είτε στη Φύση) θα πρέπει να αφανιστούν, όντας παράσιτα που αρνούνται να ακολουθήσουν την τελειότητα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Αυτή η ακραία μορφή εξελικτισμού που στην ουσία διατείνεται υπόρρητα ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό για τα πάντα, δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά γέννημα θρέμμα της νεωτερικότητας και του καπιταλιστικού φαντασιακού, της απόλυτης κυριαρχίας των ανθρώπων στη φύση και στην αέναη εξάπλωση των παραγωγικών δυνατοτήτων. Αυτή την μεταφυσική υπαγωγή στο απροσδιόριστο άπειρο (που την ουσία αποτελεί η εκλαΐκευση των Χριστιανικών νόμων, όπου οι θνητοί Αδάμ και Εύα ανά πάσα στιγμή μπορούν να μοιάσουν τον δημιουργό τους) αναπαράγουν εξίσου και οι δύο ολοκληρωτικές ιδεολογίες, όντας κληροδοτήματα των ίδιων νεωτεριστικών παραδόσεων. Μένει, ωστόσο, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα αναπάντητα: γιατί οι μάζες συναινούν στην ύβρη του φασισμού (και του ολοκληρωτισμού εν τέλει), ή ακόμα περισσότερο, γοητεύονται από αυτόν; Διότι το Κράτος, οι θεσμοί που διαιωνίζουν την ετερόνομη εξουσία και κάθε μορφή κοινωνικής ιεραρχίας (δίχως τα οποία, φυσικά, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένα τόσο μεγάλης κλίμακας έγκλημα όπως το Ολοκαύτωμα) αποτελούν δημιουργήματα των ίδιων των κοινωνιών κάτι που φυσικά σημαίνει ότι πολύ πριν οι θεσμοί αυτοί χρησιμοποιηθούν για να αφανίσουν πληθυσμούς ολόκληρους, οι κοινωνίες αντίστοιχα είχαν ανοίξει το δρόμο για την επώαση του αυγού του φιδιού [3].
Επιπλέον, για την Arendt, η εκκόλαψη του αυγού οφείλεται και σε έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα: στη διάλυση της δημόσιας σφαίρας, στην απάθεια και τον εγκλεισμό του καθενός/καθεμιάς στο ιδιωτικό του/της κλουβί (μερικά από τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το παζλ της αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, και της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης). Έτσι μέσα στη χαβούζα του γενικευμένου κομφορμισμού, του kitsch θεάματος της ευτελούς τηλενοβέλας και σαπουνόπερας, του χυδαίου σεξισμού και της αποκτήνωσης, βλέπουμε την μετάλλαξη του ανθρώπου από σκεπτόμενο (πολιτικό) ον σε μαζάνθρωπο, που απλά νοηματοδοτεί την ύπαρξή του μέσα από τις διάφορες φετιχιστικές εικόνες και διαφημίσεις, την εύκολη και ανέμελη ζωή. Ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου διακρίνεται χαρακτηριστικά από την πλήρη ανικανότητα να έρθει σε επαφή με τον ίδιο του/της τον εαυτό, με την πραγματικότητα που ο ίδιος/α δημιούργησε ή με τη συμμετοχή του στον αμοραλισμό της ιδιώτευσης. Το απότομο τέλος, όμως, των ονειρώξεων και η προσγείωση στη πραγματικότητα με το σκάσιμο της μεγάλης φούσκας/απάτης της κατανάλωσης, συνθλίβει ριζικά τον ψυχισμό του μίζερου μαζάνθρωπου, ο οποίος βλέπει μπροστά του τον κόσμο στον οποίο είχε πιστέψει να θρυμματίζεται. Έτσι, τρομαγμένος, θα κλειστεί ερμητικά στον εαυτό του. Η στιγμή της αυτο-κριτικής του έχει έρθει! Αλλά, αντί να επενδύσει στην επώδυνη αυτή λύση, όντας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, αναζητά μια νέα φούσκα για να κουρνιάσει μέσα της, να πατήσει στη γη που έφυγε από τα πόδια του. Πως θα ξεπεράσει και την καλλιεργούμενή του ροπή προς την ανευθυνότητα, την αδιαφορία, την ιδιοτέλεια, την αδράνεια, τον φετιχισμό, την λυσσαλέα υπερβολή, την ιδιώτευση και την ασημαντότητα; Πώς θ’ απομακρυνθεί και πάλι απ΄ τον δύσβατο δρόμο της κοινωνικής δημιουργίας που απλώνεται ανοιχτός μπροστά του; O εθνικιστικός ναρκισσισμός ή κάποια παρόμοιας φύσης τελολογική ιδεολογία (άλλωστε οι ιδεολογίες πάντοτε απευθύνονται στις μάζες παρά στην ατομική βούληση του κάθε ανθρώπου ως πολιτικού ζώου, νοηματοδοτώντας και φορτίζοντας θετικά ή αρνητικά διάφορα σημαίνοντα) και πάλι σαν κανονικό ναρκωτικό θα του προσφέρει μια χείρα βοηθείας, μια ψυχική υποστήριξη που έχει ανάγκη έτσι ώστε να του/της προσφερθεί και πάλι το βάθρο της (τάχα) φυλετικής ανωτερότητας, να δικαιολογήσει τα λάθη του παρελθόντος ρίχνοντας τις ευθύνες σε Εβραίους, Ιλλουμινάτι, ψεκασμούς αεροπλάνων, αυτο-καλλιεργώντας και πάλι την ψευδαίσθηση του υπερανθρώπου και ανακυκλώνοντας την παθολογική του λατρεία για την κυριαρχία, που όπως έλεγε και ο Wilhelm Reich (1983), κάθε άτομο εσωτερικεύει σε μια κοινωνία όπου η σχέσεις εξουσίας διέπονται αυστηρά από την Χομπσιανή νόρμα: διαταγή-υπακοή.
Αυτή ακριβώς η ανασφάλεια του απελπισμένου μαζανθρώπου, που μέχρι χθες ήξερε να ζει σε καθεστώς πλαστικής ευμάρειας, ενισχύεται ακόμα περισσότερο από της εικόνες εξαθλίωσης που προβάλλονται συνεχώς από τα Μέσα Ενημέρωσης (όπως τα καραβάνια μεταναστών από τις χώρες της Αφρικής) και λειτουργούν σαν σκιάχτρο στην ψυχοσύνθεσή του. Ο ίδιος, που πεισματάρικα αρνείται να πιστέψει ότι οι μέρες της αφθονίας του ήταν μετρημένες, αισθάνεται ότι η ευημερία του απειλείται από τις «ορδές» αυτών των «τριτοκοσμικών», κι έτσι η εικόνα ενός αυστηρά προστατευμένου κόσμου, μιας αδιαπέραστης γυάλινης σφαίρας όπου εντός της ο κάθε άνθρωπος εξασφαλίζει στο ακέραιο το κυνήγι της ευτυχίας μετατρέπεται σε εύθραυστο βάζο. Ως εκ τούτου, όντας γαλουχημένος σε αξίες ξέφρενου κοινωνικού κανιβαλισμού που προωθεί το ανταγωνιστικό παράδειγμα του κοινωνικού δαρβινισμού (όπου όλοι πατάμε επί πτωμάτων για μια «καλύτερη θέση»), σε αξίες ακραίου αμοραλισμού και κρετινισμού, έλκεται από τις χυδαίες φωνές που μιλούν για περιορισμό της μετανάστευσης (ακόμα και με απώλειες, όπως είχε δηλώσει και κάποιος βΟλευτής της ΝΔ πριν από λίγους μήνες), δίχως να αναρωτιέται καν έστω και ελάχιστα αν η στάση του είναι δίκαιη και ηθικά αποδεκτή (φτάνει μόνο το εξορθολογισμένο Κράτος να εφαρμόσει τη συνταγή που «οδηγεί στην επιτυχία»).
 
Εν κατακλείδι,
 
«Ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός … ο φασισμός σε όλους μας, στο μυαλό μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά, ο φασισμός που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία, να επιθυμούμε το ίδιο το πράγμα που μας επιβάλλεται και μας εκμεταλλεύεται» είχε πει πριν μερικά χρόνια ο Michell Foucault (2004, σ.xiv). Ή, όπως πιο σωστά το θέτει ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1999, σ.22-23), «το χάος το έχουμε και μέσα μας με τη μορφή της ύβρεως, δηλαδή της άγνοιας ή της αδυναμίας αναγνωρίσεως των ορίων των πράξεων μας. Διότι αν τα όρια ήταν σαφή και αναγνωρίσιμα εκ των προτέρων, δεν θα υπήρχε ύβρις, θα υπήρχε απλώς παράβαση ή αμάρτημα, έννοιες χωρίς κανένα βάθος». Άλλωστε ο εθνικισμός από μόνος του αποτελεί μια από τις πιο έντονες μορφές ύβρεως καθώς με τον τρόπο που επιβάλλεται στα κοινωνικά. Η φυλετική ή εθνική υπερηφάνεια (που λόγω της έντασής της εκλαμβάνεται ως ανωτερότητα) υιοθετείται ως ύψιστο ιδανικό προσδιορίζοντας κύρος και αναγνωρισιμότητα στο ίδιο το άτομο την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω του καταρρέει και οι παλιές αξίες, που για χρόνια εξαγόραζαν την θνητότητά του προτάσσοντας κατανάλωση και καριερισμό σβήνουν ολοσχερώς, αναπληρώνουν έτσι το κενό. Ως εκ τούτου, ο (μαζ)άνθρωπος μετατρέπεται σε εργαλείο ικανό να σκοτώσει και να σκοτωθεί για ένα καλύτερο χθες, όπως λέει και ο Δεσποινιάδης (2008). Αυτός είναι, λοιπόν, ο φασισμός: η πιο τερατώδης έκφραση της ύβρεως, αυτής της οργιώδους και καλλιεργούμενης τάσης να αυτό-ικανοποιούμε συνέχεια το εγώ μας δίχως κανένα όριο και κανένα μέτρο. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτήν ακριβώς την ύβρη πρέπει να καταγγείλουμε, τόσο στον εαυτό μας όσο και στους γύρω μας, και ταυτόχρονα να υιοθετήσουμε μια νέα ηθική, αυτήν του αυτο-περιορισμού (Castoriadis 2007, σ.150), τότε θα παραμένουμε διαρκώς εγκλωβισμένοι σε παιδιάστικες ψευδο-αναλύσεις επί αναλύσεων πάνω σε τέτοια τερατώδη ζητήματα.
___________________________
[1] Αυτό, με λίγα λόγια, εξηγεί και τα κρούσματα Ισλαμοφοβίας και αντιτσιγγανισμού που συναντά κανείς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δεξιοί λαϊκιστές θεωρούν υπεύθυνες εξ’ ολοκλήρου καί τις δύο αυτές μειονότητες για την μή ενσωμάτωσή τους με την υπόλοιπη κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα, κανείς δεν φαίνεται να θέτει το ερώτημα αν πραγματικά η αφομοίωση – και συνεπώς η πολιτισμική ομοιομορφία – είναι μονόδρομος για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Με παρόμοιο τρόπο μπορεί εξίσου να ερμηνευτεί και ο ευρωπαϊκός ανθελληνισμός: όλες οι φωνές που μιλούν για την «έμφυτη τεμπελιά» των νεοελλήνων και την τάση τους να “κοροϊδεύουν” το Κράτος και «πόσο διεφθαρμένοι είναι» υπάγεται ακριβώς στο γεγονός ότι για τους βορειοευρωπαίους οι νεοέλληνες δεν καταφέρνουν ποτέ να συγκροτήσουν ένα σύγχρονο, εξορθολογισμένο έθνος (με τη βιομηχανία του, την κεντρική-γραφειοκρατική διοίκηση του κράτους, την ομογενοποίηση του πληθυσμού), που θα έχει τα χαρακτηριστικά της Γερμανίας.
[2] «Γνωρίζουμε ότι πολλές σφαγές, πογκρόμ, μαζικές δολοφονίες, μάλιστα περιπτώσεις που δεν διαφέρουν από μια γενοκτονία, έχουν πραγματοποιηθεί δίχως τη σύγχρονη γραφειοκρατία, τις δεξιότητες και τις τεχνολογίες που αυτή καθοδηγεί, καθώς και τις επιστημονικές αρχές της εσωτερικής της διαχείρισης. Το Ολοκαύτωμα, βέβαια, ήταν σαφώς αδιανόητο χωρίς μια τέτοια γραφειοκρατία. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μια παράλογη εκροή καταλοίπων της προ-νεωτερικής βαρβαρότητας που απλά δεν εξαλείφθηκαν. Ήταν ένα παράγωγο του οίκου της νεωτερικότητας» (Bauman 1991, σ.16), ένα φυσικό αποτέλεσμα όχι μόνο του αιώνιου αντισημιτισμού, αλλά και της ρασιοναλιστικής κυριαρχίας του αστικού πολιτισμού, κατεξοχήν φορέας της οποίας είναι το Κράτος, παρά της κυριαρχίας των παρορμήσεων πάνω στον κοινό νου. Εξάλλου (Sabini & Silver 1980, σ.329-30) ο συνήθης αριθμός των νεκρών ακόμα και έπειτα από συνεχόμενα πογκρόμ συνήθως δεν υπερβαίνει τους εκατό. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτούνταν σχεδόν 200 χρόνια καθημερινών διώξεων προκειμένου ο αριθμός των νεκρών να αγγίξει τα οχτώ εκατομμύρια (Εβραίοι, τσιγγάνοι – βλ. Porajmos, ομοφυλόφιλοι) που εξόντωσαν οι ναζί μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια. «Η βία του όχλου στηρίζεται σε μια εσφαλμένη ψυχολογική βάση για βίαιη συγκίνηση. Οι άνθρωποι μπορεί να καταφύγουν στη μανία, αλλά αυτή η μανία ​​δεν μπορεί να διατηρηθεί για 200 χρόνια. Τα συναισθήματα και η βιολογική τους βάση έχουν μια συγκεκριμένη πορεία στο φυσικό χρόνο» Sabini & Silver 1980, σ.329-30). Έτσι, μόνο με τη βοήθεια ενός σύγχρονου εξορθολογισμένου και τεχνολογικά εξοπλισμένου κράτους θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα τόσο ευρείας κλίμακας σχέδιο αφανισμού πληθυσμών. Αυτό πιθανότατα εξηγεί το γεγονός ότι η φασιστική – αλλά πάνω απ’ όλα μη εκβιομηχανισμένη (που δεν είχε, δηλαδή, ενσωματωθεί πλήρως στη ρασιοναλιστική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων – Ιταλία του Μουσολίνι ελάχιστα συνέφερε στο σχέδιο judenrein, έως ότου οι χιτλέρικές δυνάμεις κατέλαβαν εξ’ ολοκλήρου τη χώρα (Arendt 2006, σ.179), πάντα φυσικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια η χώρα ουδέποτε γνώρισε τον τόσο ακραίο αντισημιτισμό της Γερμανίας και της Γαλλίας και, ως εκ τούτου, «υπήρξε μια από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη όπου όλα τα αντί-εβραικά μέτρα δεν ήταν δημοφιλή» (Arendt 2006, σ.178). [3] Το γεγονός και μόνο ότι το Ολοκαύτωμα και τα στρατόπεδα εξόντωσης φάνταζαν αδιανόητα πριν τη δεκαετία του ’40 για τον μέσο Ευρωπαίο – όπως λέει ο Bauman (1989) – φανερώνει ακριβώς αυτήν την ετερονομία των δυτικών κοινωνιών. Οι ίδιες δεν κατάφεραν να γνωρίζουν ότι από μόνες τους οδηγούνται στην ύβρη, ότι σιγά σιγά μέσα από τη δημιουργία των θεσμών που οι ίδιες δεν αναγνώριζαν ως δικούς τους – συχνά χρειάζεται να λεχθεί ότι οι θεσμοί προήλθαν από κάπου αλλού (Καστοριάδης), από τον θεό, από την ιστορία, από τους νόμους της φύσης ή των προγόνων – θεσμοί που εξασφάλισαν την κυριαρχία της ρασιοναλιστικής τάξης πραγμάτων. Αναφορές:
Δεσποινιάδης, Κ., 2008. Πόλεμος και Ασφάλεια, Θεσσαλονίκη: Πανόπτικον.
Καστοριάδης, Κ., 1999Η Αρχαία Ελληνική δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα. Αθήνα: Υψιλον βιβλία.
Arendt, H., 1976. The Origins of Totalitarianism. 6th ed. USA: A Harvest Book.
Arendt, H., 2006 (1963). Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil. London: Penguin Books.
Castoriadis., C., 2007. Figures Of The Thinkable. California: Stanford University Press.
Deleuze, G., Guattari., F., Foucault. M., 2004. Anti-Oedipus. London: Bloomsbury Publishing.
Bauman, Z., 1991. Modernity and Ambivalence. London: Polity Press.
Bauman, Z., 1989. Modernity and The Holocaust. New York: Cornell University Press Ithaca.
Hobbsbawm, E., 1990. Nations and Nationalism since 1780: Programme, Myth, Reality. Cambridge: Cambridge University Press.
Read, A., 2004. The Devil’s Disciples: Hitler’s Inner Circle, 1st American ed. New York, New York: W. W. Norton & Company.
Reich, W., 1983. The Mass Psychology of Fascism. Middlesex: Penguin Books.
Sapini, P., J., & Silver, M., 1980. Survivors, Victims and Perpetrators: Essays in the Nazi Holocaust. Washintgon: Hemisphere Publishing Corporation.
Trotsky, L., 1996 (1944). Fascism: what is and how to fight it. US: Pathfinder.

πηγή


Συνέχεια...

Σκέψου αρνητικά και μη γελάς με ηλίθια αστεία

Posted: by παντιγέρα in
0
Σύμφωνα με μια στερεοτυπική απόδοση της ομοιογένειας των λαών, για την οποία λίγοι διαμαρτύρονται πως δεν τους εκφράζει, οι γερμανοί είναι ‘εργατικοί’, οι ιταλοί ‘φωνακλάδες’, οι έλληνες ‘έξω καρδιά’ και ‘γλεντζέδες’ κ.ο.κ. Συνήθως λειτουργούν δυο-τρία τέτοια στερεότυπα για τον πληθυσμό κάθε χώρας, δίνοντας έμφαση στις χώρες “με ιστορία” ή τουλάχιστον τις χώρες που πρωταγωνιστούν στις παγκόσμιες εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο. Κανείς στην Ευρώπη δεν ξέρει να πει τι είναι οι Ταϊλανδοί, οι Λιβανέζοι ή οι Μαυριτανοί, βέβαια, μιας και αυτοί ανήκουν σε ευρύτερες γεωγραφικές και εθνικο-πολιτισμικές κατηγορίες λαών για την Δύση, τόσο μακρινές όσο ήταν την περίοδο της μεγάλης αποικιοκρατίας, για τις οποίες εξάλλου ποτέ δεν αναπτύχθηκε ένα μαζικό δυτικό ενδιαφέρον να προσεγγιστούν. Και τα ίδια αυτά, εξάλλου, τα στερεότυπα που κυκλοφορούν για γερμανούς, έλληνες κτλ αποτελούν κομμάτι μιας εθνικής παράδοσης και μιας αποικιοκρατικής λογικής μιας και για να έχει στερεότυπα ένας λαός, σημαίνει καταρχήν ότι είναι ήδη λαός, δηλαδή εντός του υπάρχει μια τέτοια ομοιογένεια η οποία μπορεί να αποδοθεί μέσω δυο-τριών λέξεων. Αν και ορισμένοι, βέβαια, τα βλέπουν κριτικά αυτά τα στερεότυπα, πολλοί κι απ’ τους ‘λαούς’ που τους αφορούν, τα αποδέχονται, καθώς συνοψίζουν – σαν ένα διασκεδαστικό κατάλοιπο του φυλετισμού του 19ου αιώνα – κάποια από τα κυρίαρχα θετικά ή αρνητικά ενός λαού.
Έτσι, η μέινστριμ άποψη στην γερμανία δεν βλέπει κάτι το αρνητικό γύρω από το στερεότυπο που τους απευθύνεται γύρω από την εργατικότητα, μιας και η τελευταία, συναρθρωμένη σε ένα πλαίσιο εθνικό-κρατικό, αλλά και εγκληματικό, απέδωσε έργα σπουδαία για τον λεγόμενο ανθρώπινο πολιτισμό, από τις αουτομπάν μέχρι το Άουσβιτς. Η εργατικότητα, μαζί της ίσως και η οργανωτικότητα ή η ‘οργάνωση’, χρίστηκε δηλαδή σύμφυτη με την εθνική συνείδηση και αυτά που κρύβει μέσα της σαν έννοια, μια εξύμνηση της εργαλειακής ορθολογικότητας ως στόχου που θα επιτευχθεί με ορισμένη σειρά μέσων, ενσωματώθηκε σε κάθε τι που εν τέλει πήρε την ταμπέλα του ‘γερμανικού’. Οι έλληνες πάλι διαφύλαξαν τα όσα στερεότυπα τους αποδόθηκαν σχετικά με την νότια ευρωπαϊκή τους θέση. Όντας κοντά στη Μεσόγειο τσίμπησαν λίγα από αυτά που απευθύνονταν σε καιρούς αποικιοκρατίας στα κράτη που περιβάλλουν τη Μεσόγειο (Ιταλία, Αίγυπτος κτλ) και έχουν να κάνουν με την τεμπελιά, τους αργούς ρυθμούς, την απόλαυση της καθημερινότητας της ζωής κτλ. Κατά την τελευταία τετραετία περίπου, όπου η ελλάδα προσέφυγε στο ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς οικονομικής της διάσωσης από την χρεωκοπία, με τις αντιδράσεις γύρω απ’ αυτούς τους μηχανισμούς να είναι εθνικά καναλιζαρισμένες, ήταν αναμενόμενο πως τα στερεότυπα αυτά θα ξανανιώσουν και ατάκες του στυλ “η φτώχεια θέλει καλοπέραση” να παρελάσουν μπροστά μας με έναν τόνο εθνικής περηφάνιας, μιας και παρά την μειωτική πια σύνδεση της ελλάδας με την φτώχεια, μετά από πολλά ποοοοοολλά χρόνια, το κρίσιμο ήταν να μην φτωχύνουν οι έλληνες σε επίπεδο ταυτότητας. Να μην χάσουν δηλαδή την ζωντάνια τους, το ‘έξω καρδιά’, το φιλότιμο, το σκέρτσο, το μεσογειακό ταπεραμέντο κι άλλα τέτοια εδώδιμα και αποικιακά. Η διαφύλαξη αυτών των ταυτολογικών και αυτο-επιβεβαιωτικών γνωμικών, που δεν αποτελούν παρά μικρούς-μικρούς κρίκους της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, ήταν εξάλλου κάποια από τα στοιχεία που δεν επρόκειτο ποτέ να αφήσουν τους … γκιαούρηδες του άλλοτε να σκεφτούν να γίνουν κάτι άλλο από το γνωστό ελληναριό του σήμερα.
Το γέλιο, η καλοπέραση και η καλή διάθεση βρίσκονται πάντως στην πρέπουσα θέση στην ελληνική συνείδηση, λειτουργώντας ως ασφαλή καταφύγια αλλά και, διαλεκτικά, εκτονωτικές βαλβίδες ασφαλείας για το αναμενόμενο άλλο μισό του στερεοτυπικού αυτο-χαρακτηρισμού των ελλήνων: την μικροαστική γκρίνια και τσατίλα τους, τις άναρθρες φωνές και τις κατάρες συνήθως κατά των κουτό-φραγκων, ένα συνήθειο που λογοτεχνικά μόνο έχει αποτυπωθεί τουλάχιστον από τα χρόνια του Σουρή και έπειτα (δηλαδή το τέλος του 19ου αιώνα), αλλά και την καταστατική θέση του αισθήματος αδικίας και μελαγχολίας που συνοδεύει τους κατοίκους του νοτιοβαλκανικού αυτού κρατιδίου.
Πάντως, το πρόβλημα τόσο με το γέλιο όσο και την οργή και την μελαγχόλια των ελλήνων είναι ότι με την περιγραφή τους και την απόδοση χαρακτηριστικών σε αυτά, έχουν κατασκευαστεί παράλληλα ως μοναδικά χαρακτηριστικά ενός ‘λαού’ που θέλει να μοιράζεται κάποια χαρακτηριστικά. Αυτή είναι η μαγική λειτουργία της άρρητης-αόρατης θέσμισης, μιας και ποτέ απ’ όσο γνωρίζω δεν βρέθηκε κάποια εθνο-συνέλευση των ελλήνων για να πάρει αποφάσεις πάνω στο τι θα προκαλεί αντικείμενο γέλιου, τι αντικείμενο χλευασμού κτλ. Βέβαια, επειδή τα γούστα μπορεί να ποικίλλουν και οι υποκειμενικότητες τόσο άδειες και χαμένες, η εθνική συνείδηση φροντίζει για την εκπλήρωση των απαραίτητων κενών.
“Δεν γελάμε με τα ξένα αστεία, όπως δεν κλαίμε σε μια ξένη κηδεία, καθ’ ότι χρειάζεται μια λανθάνουσα συνενοχή για να γελάσουμε εις βάρος κάποιου, ενώ το γέλιο κόβεται μαχαίρι όταν μας αφορά, όταν εμείς γινόμαστε το αντικείμενο γέλωτος των άλλων, οι καταγέλαστοι και αποσυνάγωγοι της κοινότητας.” Η γενική ευθυμία ταυτίζεται με μια προεξοφλημένη ομοψυχία, “ωσάν το θυμικό του καθενός να ανακάλυψε ένα βαθύτερο ρεύμα ζωής όπου, αναβαπτιζόμενο, κοινωνεί με ένα συλλογικό αυτεξούσιο”. Τούτο το συλλογικό αυτεξούσιο στην ελλάδα που περιγράφει ο Κωστής Παπαγιώργης κι αυτή η προεξοφλημένη ομοψυχία που περιγράφει η Λίζυ Τσοιριμώκου δεν είναι παρά συναισθηματικές κοινότητες σμιλεμένες με το σπαθί του ελληνικού στρατού και τον σταυρό της χριστιανορθόδοξης εκκλησίας, τους πρωτεργάτες δηλαδή του ελληνικού εθνικού κράτους. Κι αυτό στο γέλιο αντανακλάται πολλαπλά, όπως θα δούμε και στην συνέχεια. Το με τι γελάει μια κοινωνία είναι ενδεικτικό των σκέψεων της και των “αληθειών” που τρέφει μέσα της, αλλά επίσης ενδεικτικό ότι (θέλει να) παρουσιάζεται ως συμπαγής κοινωνία.
Η ελληνική αριστερά δεν είναι πολύ διαφορετική, έως και καθόλου, στο γέλιο της και όλα τα υπόλοιπα σε σχέση με την μεγάλη δεξαμενή από την οποία προέρχεται, την ελληνική κοινωνία. Τελευταία φορά που μπήκα σε επαρχιακό στέκι αριστερών και αντιεξουσιαστών, μια παρέα απ’ αυτούς επιδιδόταν σε αντι-αλβανικά και αντι-τσιγγάνικα ανέκδοτα (μπροστά σε έναν Αλβανό “σύντροφο” τους φυσικά) ενώ υποτιμητικά ανέκδοτα για γυναίκες και gay είναι εδώ και καιρό πρώτα στη λίστα προτίμησης. Αδυνατώντας αυτή η αριστερά να φτιάξει μια δικιά της κουλτούρα, αντίθετη σε αυτήν της πλειοψηφίας, βούτηξε φυσικά με όρεξη σε ό,τι της παραδόθηκε και ό,τι είχε επινοήσει η ίδια πιο πριν. Η ομοψυχία της ελληνικής αριστεράς φαίνεται στο ότι κι αυτή, όπως κι ο υπόλοιπος βούρκος, εμβαπτίζεται τακτικά στην κολυμπήθρα της μελαγχολίας (απλά πέρα από την μικρά ασία, την κύπρο και τις άλλες ‘εθνικές καταστροφές’, εκείνη προσμετρά και τον εμφύλιο) και της σοβαροφάνειας (ε, για ταξικό πόλεμο μιλάμε σύντροφοι!), πασπαλισμένης εν όψει κρίσης με καταστροφολογικά σενάρια, αγχωτικά για τον καλό λαό (προσοχή! Τα παιδιά σας θα γίνουν μετανάστες! Ή, στην καλύτερη, θα κινεζοποιηθούν!). Οτιδήποτε ιστορικά ξέφυγε από κομματικές κεντρικές επιτροπές και γραφειοκρατικά πολιτικά συμβούλια, φαίνεται να ήταν μια ευχάριστη ανάσα ελευθερίας. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ξανά μέσω φωτογραφιών που έφτασαν στο σήμερα το πλακάτ μιας γυναίκας που συμμετείχε σε μια αυτόνομη πορεία γυναικών την δεκαετία του ’80 (ή πορεία αυτόνομων φεμινιστριών) που έγραφε: “για να μην μας κάνουν ψι-ψιτ στους δρόμους, γυναίκες και γάτες κοινούς αγώνες!”. Το γυναικείο κίνημα μας έμαθε ότι αυτή η τυπική αριστερή σοβαροφάνεια είναι αλληλένδετη με την ανδρική συγκρότηση του υποκειμένου και μας έδωσε μια γεύση για το πως θα συνθηματολογούσε ένα κίνημα που δεν θα είχε τέτοια υποκείμενα στο τιμόνι του, μην κολλώντας στο να επιστρατεύσει δηλαδή το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό – ο οποίος κάπου, κάποτε θεωρούταν η πεμπτουσία του χιούμορ – σε κινηματικές χρήσεις. Γι’ αυτό και θα προσυπογράψω το πως άρχιζε το editorial ενός περασμένου τεύχους του περιοδικού “antifa – πόλεμος ενάντια στον φόβο” (τεύχος 40, 27/02/2014):
“Η αίσθηση του αυτοσαρκασμού: ιδού το μέγα έλλειμμα του ελληνικού αντιφασιστικού κινήματος του εικοστού πρώτου αιώνα. Εδώ, αντί για τον σωτήριο αυτοσαρκασμό, βρίσκουμε πόζα αντρική, ύφος ασήκωτο και θανάσιμη σοβαρότητα να στέκουν εμπόδιο στην αποκάλυψη του γελοίου των πραγμάτων και καμιά φορά και της αλήθειας. Πολύ κρίμα. Γιατί ενίοτε η υποτίμηση της αφεντιάς σου (ή ακόμη καλύτερα η ρεαλιστική αποτίμηση της αφεντιάς σου) μπορεί να αποδειχθεί έως και πολιτικά χρήσιμη.”
Για μας τώρα, πάλι το γυναικείο κίνημα είναι αυτό που ανακάλυψε ότι δεν μπορεί να χαλαρώσει μέσα σε μια τέτοια ελληνο-κουλτούρα και αυτό είναι ένα πολύ αρχικό συμπέρασμα που ανακαλύπτουν και οι ανθέλληνες που ακόμα έχουν την αντοχή να μείνουν εντός ελλάδας. Θυμάμαι πόσο στραπατσαρισμένος ένιωθα όταν άκουγα αριστερά ελληνικά αστεία και δεν μπορούσα να γελούσα γιατί αυτή η συνενοχή που περιγράφει ο Παπαγιώργης στα γελαστά ζώα γινόταν πια συνενοχή με την πιο κυριολεκτική σημασία της λέξης σε εγκλήματα ρατστικά και αντισημιτικά ή σε φθόνο για τους gay. Μήπως αυτά τα ηλίθια αστεία, άλλωστε, δεν παίζαν τον δικό τους ρόλο στην αλυσίδα της εξόντωσης ή του κυνηγιού και της επιβεβλημένης σιωπής πάνω σ’ αυτά?
Ήταν την δεκαετία του ’90, όταν γίνονταν 300.000 απελάσεις τον χρόνο κυρίως εις βάρος Αλβανών και δολοφονίες για ένα κλεμμένο καρπούζι που ο Ζουγανέλης και οι ΑΜΑΝ έβγαζαν τα αηδιαστικά τους αντι-αλβανικά σκετσάκια, τα οποία θύμισε η συνέλευση του antifa negative στην τελευταία της εκδήλωση τον Ιούνη του 2013. Η ελληνική κοινωνία γελούσε με την κατωτερότητα του Άλλου, η υποτίμηση της αξίας του οποίου είχε περάσει στη γλώσσα μέσω της αθρόα χρησιμοποιούμενης λέξης “λαθρομετανάστης”, ενώ εκπαιδευόταν απ’ αυτά τα σκετσάκια να αναγνωρίζει τον Αλβανό μετανάστη από τα ρούχα του και την σπαστή προφορά των ελληνικών. Παράλληλα, η Μαλβίνα Κάραλη και ο Πέτρος Κωστόπουλος, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης και ο Θέμος Αναστασιάδης εκπαίδευαν τον όχλο στο αντι-φεμινιστικό χιούμορ μέσα από στήλες περιοδικών λάιφσταιλ, καθημερινών εφημερίδων και εβδομαδιαίων τηλεοπτικών εκπομπών.
Ήταν αργότερα στη δεκαετία του 2000 που η ίδια κοινωνία κόχλαζε την μικροαστική της γκρίνια [και η αριστερά πλάσαρε μέχρι και τα αιτήματα της για απελευθέρωση κρατουμένων (!)] μέσα από την εκπομπή ενός τύπου όπως ο Λαζόπουλος ο οποίος είχε ονομάσει την εκπομπή του Αλ-Τσαντίρι Νιουζ, ήταν ντυμένος σαν τσιγγάνος και μιλούσε τα ελληνικά με … τσιγγάνικο (;) τρόπο, προκαλώντας μαζικό, μη-κονσερβοποιημένο, γέλιο στη χώρα που οι τσιγγάνοι ζουν ίσως στις παγκοσμίως χειρότερες συνθήκες σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Ήταν στην ίδια περίοδο που οι σκιτσογράφοι-γελοιογράφοι της Ελευθεροτυπίας και άλλων (κεντρο)αριστερών εφημερίδων εκπαίδευαν τον λαό σε ακραία αντισημιτικά αστεία, πάνω στο Ολοκαύτωμα και τις μεσαιωνικές αντι-εβραϊκές συκοφαντίες αίματος, στην χώρα που δεν συζήτησε ποτέ δημόσια το ζήτημα των ελλήνων που κάρφωσαν Εβραίους στους ναζί και δεν απέδωσε ποτέ πίσω τις κλεμμένες περιουσίες τους.
kir   index
1   greekcartoon1-thumb
image1     images
Και ήταν πιο πρόσφατα που η ίδια κοινωνία εκπαιδευόταν από τον Τζίμη Πανούση στο πόσο πλάκα έχει ο βιασμός και η κακομεταχείριση γυναικών στη χώρα των σκοτεινών αριθμών της ενδο-οικογενειακής βίας αλλά επίσης και στο βοθρολόγιο του στυλ: “Εβραίοι – γουρούνια – δολοφόνοι” (κι εδώ χωρίς ήχο) ή χασκογελούσε με αστεία με Εβραίους και σαπούνια από την εκπομπή των κουκουέδων της Ελληνοφρένειας [16-01-2009] ή αγανακτούσε όταν οι Αρμένιοι της ελλάδας διαμαρτύρονταν για τα αστεία με την αρμένικη γενοκτονία που έκανε ο Πιτσιρίκος.
clip_image2
Σχεδόν όλα τα παραπάνω παραδείγματα ‘κωμικών’ προέρχονται από την αριστερά. Το γεγονός ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής τηλεόρασης συνέπεσε χρονικά με την εθνική συμφιλίωση της μεταπολίτευσης έδωσε την ώθηση οι αριστεροί να πάρουν ένα μεγάλο κομμάτι από αυτή την πίτα, το οποίο φρόντισαν όμως να αξιοποιήσουν με μοναδικές στιγμές ξεφαντώματος σαν τις παραπάνω, δείχνοντας βέβαια και την αξία και το υπόβαθρο της τότε ελληνικής αριστεράς, δείχνοντας και το τι θα έπρεπε να αναμένει κανείς από την μέλλουσα ελληνική αριστερά. Οι άμυνες σε κάθε διαμαρτυρία για αυτού του είδους τα αστεία, αν μπει στον κόπο να ψάξει καμιά/κανείς, είναι γνωστές και ταυτόσημες από τον ΚΥΡ και τον Δημήτρη Χατζόπουλο μέχρι τον Τσαγκαρουσιάνο και τον Λαζόπουλο: “η σάτιρα δεν έχει όρια”, “μην είστε υπερβολικοί”, “μην τα παίρνετε τις μετρητοίς”, “γελάστε λίγο μην είστε τόσο σοβαροί/ σοβαροφανείς (και φασίστες!)”, καθώς και το πιο γονιδιακό “γεννηθήκαμε στη χώρα του Αριστοφάνη”. Σε κανέναν βέβαια δεν φαίνεται περίεργο ότι το χιούμορ αυτό στο σύνολό του απευθύνεται είτε σε ήδη υποτιμημένες μειονότητες και θέματα κομματιών του πληθυσμού που οι έλληνες τα έχουν ούτως ή άλλως χεσμένα, είτε φυσικά σε ταυτότητες υποκειμένων που δέχονται ούτως ή άλλως εξευτελισμούς για τις ταυτότητες τους αυτές.
Κι από την άλλη, όταν όλοι οι παραπάνω ‘αστείοι’ σερβίρουν ανέκδοτα και αστεία για τους έλληνες αυτά έχουν ένα μέτρο που σχεδόν ποτέ δεν παραβιάζεται, θα αφήνουν συνήθως κάποια σπόντα για τους έλληνες ότι είναι … ραγιάδες ή ότι τρώνε τα παραμύθια των ελλήνων πολιτικών ή κάτι αντίστοιχο μικροαστικο-γκρινιάρικο. Δηλαδή οι σπόντες και τα αστεία θα αφορούν και θα πέφτουν μέσα σε αυτό το τεράστιο περιθώριο νόμιμης και επιτρεπτής αυτοκριτικής του στυλ ‘αγανάκτηση-για-μια-ημέρα’, το οποίο φύσει οδηγεί στο να ξεχνιέται την επόμενη μέρα και συνήθως πολιτικό του υπόβαθρο αποτελεί το ψευτο-φιλελεύθερο (που νομίζει ότι είναι αριστερό) ‘αχ-γιατί-να-μην-είχαμε-κι-εμείς-σοβαρό-κράτος’ ή το ‘ε-ρε-μπανανία-που-γίναμε’, τη σοβαρή βερζιόν του οποίου μπορεί να την απολαύσει καμιά/κανείς βέβαια και στις στήλες της Καθημερινής. Πότε ένας από τους παραπάνω ‘αστείους’ δεν θα αφιερωθεί σε ένα συστηματικό ξεχαρβάλωμα της γελοιότητας της ελληνικής εκκλησίας, ποτέ δεν θα αμφισβητήσει κανείς συστηματικά τα τραγελαφικά περιγραφόμενα όρια της εθνικής ταυτότητας των ελλήνων ή της καταγωγής τους, ποτέ κανείς δεν θα επιχειρήσει να καταστρέψει με το χιούμορ του τις αυταπάτες που συνοδεύουν όλα τα κόμματα και τους αντιπροσώπους της ελληνικής πολιτικής σκηνής κ.ο.κ. Πάντα στο στόχο της σάτιρας αυτής θα μπαίνει ένας … ακραίος τύπος έλληνα, ο ελληναράς!, ή ένας ακραίος τύπος παπά ή πολιτικού “κλέφτη” (sic). Έτσι, σώνεται η πλειοψηφία, η οποία θεωρείται καλή. Έτσι, το χιούμορ τους όχι μόνο δεν είναι επικίνδυνο, αλλά είναι και κομφορμιστικό, παίζει τον ρόλο της βαλβίδας ασφαλείας της οργής του … άτυχου ραγιά του οποίου το κράτος δεν έγινε γερμανία και τώρα αγανακτεί ο δύσμοιρος.
Έτσι, δυσκολεύονται όλοι αυτοί που σερβίρουν τέτοια αστεία να πουν την μόνη αλήθεια: γελάνε με την κατωτερότητα των όποιων Άλλων, γιατί ακριβώς εντάσσουν τον εαυτό τους στην ταυτότητα των πλειοψηφικών, των ανώτερων και, γενικά, αυτών που έχουν δικαίωμα, προνόμιο, πρόσβαση και άνεση να βγάλουν ανέκδοτα για τους Άλλους. Εξάλλου, για ποιον άλλο λόγο να μην έχουμε ακούσει τόσα χρόνια ένα αλβανικό ανέκδοτο για τους έλληνες στο ράδιο ή την τηλεόραση; Για ποιον άλλο λόγο να μην έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε εβραϊκά ανέκδοτα; Όπως θα καταλάβατε ήδη οι περισσότερες/οι, επέλεξα να ασχοληθώ μόνο με ένα μερικό κομμάτι της ελληνικής αστειοσύνης, το δημόσια εκφρασμένο μέσα από τα ΜΜΕ, το οποίο αντανακλά όμως υπέροχα το επίπεδο των αστείων του απλού λαϊκού καθημερινού βόθρου της κοινωνίας των ελλήνων (π.χ. θυμάμαι που βγάζανε ρατσιστικά ανέκδοτα για τους 300 απεργούς πείνας στη νομική πριν κάποια χρόνια). Το να δείχνεις το δημόσια εκφρασμένο έχει το προτέρημα του να αναδεικνύεις τι είναι νόμιμο ηθικά να αρθρωθεί στον δημόσιο λόγο της χώρας και άρα να καταλαβαίνεις την ποιότητα. Παραδέχομαι, όμως, από την άλλη, ότι η αυθεντική ποιότητα μπορεί να ανιχνευτεί μόνο σε μια ελληνοπαρέα σε ένα καφέ, σε ένα ουζερί, στις πιάτσες ταξί, στο στρατό και άλλα τέτοια μέρη που συχνάζουν οι έλληνες, αλλά για λόγους προστασίας δικιάς μου και των αναγνωστριών/ών θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι βγάζουμε δειγματοληπτικά από την κατσαρόλα με τα διάφορα σκατά του όχλου.
Συνοψίζοντας, το μόνο που μπορεί να προσέξει κανείς σε σχέση με το ελληνικό χιούμορ (ελ.χιου.) είναι ότι ΟΛΑ σχεδόν τα αστεία και τα ανέκδοτα έχουν 2 κυρίαρχα συστατικά. Το ένα είναι ότι οι έλληνες γελάνε καλύτερα όταν γελάνε σε βάρος του Άλλου, του Διαφορετικού. Εκεί δεν υπάρχουν όρια… από βιασμούς μέχρι δολοφονία, όλα γίνονται ανέκδοτα για ξεκαρδιστικά, πηγαία και ενστικτώδη γέλια.
Το δεύτερο είναι ότι και στα ανέκδοτα είναι πάντα οι έλληνες που είναι οι έξυπνοι, οι πονηροί, οι μάγκες κτλ. ‘Όλα τα παραπάνω είναι δείγματα του κόμπλεξ κατωτερότητας τους αλλά και της κτηνωδίας τους, μιας και ούτε κι ο διαφωτισμός τους άγγιξε (δεν είχαν χρόνο τότε για τέτοια θέματα, ασχολούνταν με την εξόντωση των τούρκων και των εβραίων).
Αλλά κι όταν τα ανέκδοτα τους δεν φτάνουν ή τους τελειώνουν οι ιδέες, κλέβουν από άλλες χώρες προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες τους. Αυτό δεν είναι βέβαια ιδιαίτερο φαινόμενο των γραικών, το ιδιαίτερο είναι απλά ότι κλέβουν ό,τι το χειρότερο υπάρχει και στις άλλες χώρες.
Τέτοια έχουμε, θα πει κανείς/καμιά, αν μιλάμε για έλληνες και λαό. Ε, τι δεν θα έχει ο λαός το χιούμορ του; Και θα ‘χει δίκιο. Μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται εθνολαϊκά, θα βουτάει και θα τσιμπάει όποιο αστείο της έρθει. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν όσοι μας λένε ‘φασίστες’ επειδή δεν γουστάρουμε τα αστεία τους ή αυτοί που κάθε τρία αστεία πετάνε κι ένα ρατσιστικό, για να ισορροπήσουν, είναι ότι δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Σε περιόδους οξύτερης πολιτικής συνειδητοποίησης, οι εναντιωνόμενοι στο μέινστριμ χιούμορ, υιοθετούσαν το δικό τους. Το γαμημένο χιούμορ ήταν κι αυτό διχασμένο. Ένα αστείο μπορούσε να σε πάει στην Ασφάλεια και να σου κάνει και μετά-θάνατον φάκελο.
«Μεγάλη ενόχληση προκλήθηκε στους κυβερνητικούς κύκλους από την ανακοίνωση του Ριζοσπάστη, η οποία κάπως κατάφερε να περάσει τη λογοκρισία, ότι ο κ. Ρεπούλης είχε συγκροτήσει μπολσεβίκικο κόμμα. Όταν η αστυνομία κατέφθασε για να συλλάβει τον εκδότη της εφημερίδας, εκείνος ψύχραιμος τους υπέδειξε το ημερολόγιο, το οποίο έδειχνε 1η Απριλίου (σ.σ. ‘πρωταπριλιά’)».
prwtaprilia
Μιλάμε για μια εποχή (1919), βέβαια, που μόλις πριν είχε συμβεί η Οκτωβριανή επανάσταση, το ΚΚΕ διέθετε χιούμορ και ο υπουργός εσωτερικών Ρεπούλης όχι, και αγαπημένο έντυπο της ασφάλειας ήταν ο επικίνδυνος Ριζοσπάστης. Σα να λέμε, πολύ παλιά! Επαναστάσεις σήμερα δεν έχουμε για να φοβίζουν το κράτος, ελάχιστοι έχουν χιούμορ που να βγαίνει από πολιτική συνείδηση, η ασφάλεια τριπλο-ελέγχει μόνο τις προκηρύξεις της ΣΠΦ, και η λογοκρισία ισχύει μόνο για τους μετανάστες και όσους δέχονται τα ηλίθια αστεία των ελλήνων.

πηγή


Συνέχεια...
2
Την τελευταία δεκαετία γίναμε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, τα οποία μέσα από την ασημαντότητα τους, ανέβασαν ψηλότερα τον πήχη του υπερφίαλου εθνικοπατριωτικού μεγαλείου. Οι «εθνικές» πρωτιές της Ελλαδίτσας, που ξαφνικά την μεταμόρφωσαν ως «Ελλαδάρα», σε πάσης φύσεως αθλητικούς αγώνες ή μουσικούς διαγωνισμούς, ήταν πλέον η μόνη περίπτωση ανάδειξης του εθνικού μεγαλείου. Ενώ την ίδια στιγμή, η κοινωνία, ηττήθηκε σε πολιτικό, οικονομικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Ειναι βαριά-βαριά η ήττα σου τσολιά

Χρειάστηκε μια Ελλάδα νικητής ως άλλοθι, για να συντηρηθεί ο μύθος και η νοοτροπία του Ελληναρά, αυτού του υπερβατικού όντος με το εθνικό μεγαλείο της χλαμύδας και του φιλότιμου της φουστανέλας. Το να ξαναειπωθεί ότι μια κοινωνία στην εποχή της ασημαντότητας της, επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο, αυτόν την κενότητας, θα ήταν απλά μια ακόμα γραφική κοινοτυπία, την οποία γνωρίζουμε όλοι .

Άλλωστε ο εθνικός μεγαλοϊδεατισμός, κρύβει μέσα του μια ενδελεχή υποκρισία και μια γνωστική ασυμφωνία: Αυτή της δικαιολόγησης του ένδοξου παρελθόντος, με το άδοξο παρόν και το πιο αβέβαιο μέλλον. Όπως σε όλες τις ψυχικές διαταραχές (ατομικές ή ομαδικές), η συγκάλυψη της αναντιστοιχίας λειτουργεί ως εσωτερικός καταπιεστής, ο οποίος εξωτερικεύεται συλλογικά ως εθνικό ασυνείδητο.

Οδηγηθήκαμε λοιπόν σε μια χαρακτηριστική περίπτωση ψυχοκοινωνικής ασυμβατότητας. Από την μία έχουμε την εθνική χλιδή της Ελληνικής νίκης, με υπερήρωες, άτλαντες και τιτάνες. Και από την άλλη να αποκρύπτεται συστηματικά η σκληρή καθημερινότητα της ανεργίας των απολύσεων της ανισότητας, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της κοινωνικής υποχώρησης σε όλους τους τομείς, από δικαιώματα και κεκτημένα. Μόνο που αυτή η άγρια πραγματικότητα δεν ενδιέφερε κανέναν πατριώτη, ειδικά δε όταν δεν έπληττε τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, μιας Ολυμπιάδας, ενός Eurobasket ή μιας Eurovision.

Ο αθλητισμός ανέκαθεν αποτελούσαν το μεγαλύτερο άλλοθι για την ανάδειξη του εθνικού μεγαλείου, ο οποίος συντήρησε φασιστικές δικτατορίες, στρατιωτικές χούντες και «λαϊκές» ή αστικές δημοκρατίες. Όπως και ο πατριωτισμός έτσι και η εθνική έπαρση δεν θα υπήρχαν εάν δεν υπήρχε η φυλή, το έθνος και το κράτος ως ιδεολογικός μηχανισμός. Φυσικά η Ελληνική περίπτωση διακατέχεται και από κάποια στοιχεία μοναδικότητας σε σχέση με την φύση του εθνικοπατριωτικού μεγαλοϊδεατισμού της.

Οι Έλληνες έχουν μόνο ένδοξη προϊστορία, κρυμμένη μυθιστορία, ηρωική ιστορία και ασήμαντο σήμερα. Για τα του παρελθόντος καυχιούνται αποκλειστικά, διαμέσου μιας απροσδιόριστης, φασίζουσας αρχαιολατρίας. Στην συλλογική συνείδηση του Ελληναρά είναι ανεξίτηλα γραμμένη η ρήση που αποτελεί την κορωνίδα της εθνικής αυταρέσκειας και αυτοεπιβεβαίωσης: «Όταν οι Έλληνες έχτιζαν Παρθενώνες, οι άλλοι ήταν ακόμα στα σπήλαια». Φυσικά δεν θέλει να παραδεχτεί ότι τα Ελληνόπουλα αρκετές φορές δεν μπορούν ούτε την βάση να πιάσουν και απορεί γιατί την σημαία σηκώνουν «οι ξένοι», διότι καθ’ αυτούς πως ο παν μην Έλλην βάρβαρος!, Αρίστευσε; Φαίνεται πως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία ή έννοια της ισονομίας είναι αποκλειστικό προνόμιο μόνο των ντόπιων ιθαγενών κατοίκων.

Μόνο έτσι μπορεί ο σημερινός Έλληνας, ο ήρωας του βυζαντίου, της Αλβανίας, της μεταπολίτευσης, αυτός που κράτησε Θερμοπύλες, να ξεπεράσει το γεγονός ότι ξέμεινε πίσω στο παρελθόν. Ο σύγχρονος νεοέλληνας όμως είναι μια μεταμοντέρνα μετάλλαξη δυτικών και ανατολίτικων πολιτισμικών στοιχείων κατά το δοκούν, δεν είναι στην πλειονότητα του παρά ακοινωνικός, απληροφόρητος, ανιστόρητος και ημιμαθής. Γιαυτό και ενώ αναπολεί την αρχαία Ελλάδα, θέλει να γίνει «σαν Αμερικάνος και να του αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος» για να δανειστώ τους στίχους ενός τραγουδιού. Ο σημερινός Τσολιάς μπορεί να περηφανεύεται για το εθνικό του μόριο, κραυγάζοντας μόνο μπροστά στην τηλεόραση, παρακολουθώντας εκστατικά την κίνηση μιας μπάλας ή μιας χορογραφίας. Να κοινωνικοποιείται μόνο μετά την νικηφόρα λήξη ενός παιχνιδιού ή ενός διαγωνισμού, φωνάζοντας ακατάληπτα σεξιστικά ή ρατσιστικά συνθήματα. Και τέλος να αναπτύσσει μια αγελαία εθνική συμπεριφορά νίκης. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Διότι είναι βαριά – βαριά η χούντα του τσολιά.

Αλλά η νίκη και η επιστροφή των ηρώων με την πολυπόθητη κούπα ή το πρώτο βραβείο, ήταν ικανή από μόνη της ως θεαματική εκτόνωση να συγκαλύψει την κοινωνική υποταγή μέσω των δανειακών συμβάσεων, τον σεξισμό, τον ρατσισμό και την φυλετική έπαρση που καλλιεργείται όχι υπόγεια πλέον αλλά στο προσκήνιο του εθνικοπατριωτικού lifestyle. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η χρήση του «εθνικού συμβόλου» από καθωσπρέπει Ελληναράδες οπαδούς της εθνικής ή «υπερπατριώτες» φασίστες που επικαλούνται την αναγκαιότητα της φυλετικής καθαρότητας την απέλαση των μεταναστών, τους ξυλοδαρμούς όσων δείχνουν ή είναι διαφορετικοί πολιτικά, σεξουαλικά, για μια απροσδιόριστη υπεράσπιση της εθνικής συνείδησης μέχρι θανάτου.

Εξάλλου ο φασιστικός υπερεθνικισμός δεν είναι άλλο παρά η αδιοχέτευτη λίμπιντο του κάθε πατριώτη. Αυτή η ξέφρενη εθνική βαρβαρότητα που μεταφράζετε σε ηρωισμό. Στην βάση αυτή η βίαιη συμπεριφορά απενοχοποιείται έστω και αν αυτή τραυματίζει θανάσιμα πολλές φορές μετανάστες, νεολαίους και γενικά όσους φαίνονται διαφορετικοί. Ειδικά δε, σε περιπτώσεις όπου αυτή η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε, η βαρβαρότητα βαφτίζεται ως «συναισθηματικό ξέσπασμα» για να εκλογικευτεί στην συνέχεια με έναν πιο εύπεπτο τρόπο. Οι περιπτώσεις αυτές που προσβάλουν την κοινωνία και τον άνθρωπο, συνήθως όχι μόνο αποκρύπτονται αλλά και συγχωρούνται, ειδικά όταν γίνονται κάτω από την ελληνική σημαία ή την επίδραση της νίκης που είναι μόνο Ελληνική. Το ενδεχόμενο ήττας αποτελεί κατάφορα έναν ανθελληνικό δάκτυλο, μια σκοτεινή συνομωσία. Σε αντίθεση φυσικά με την γενική κατακραυγή από τα ΜΜΕ, όταν για συμβολικούς λόγους καίγεται, σκίζεται ή καταστρέφεται η σημαία, ως πράξη ενάντια στον ρατσισμό, την καταστολή ή τον φασισμό. Ο συμβολισμός τότε γίνεται ασυδοσία και προβάλλεται ως δημόσια προσβολή.

Η συστράτευση της αστυνομίας και της χρυσής αυγής στοχεύει στον γενικευμένο έλεγχο που είναι αδιαμφισβήτητα υπαρκτός σε όλη την καθημερινότητα του πολίτη και δεν έχει στόχο την εξάλειψη της «βίας» ή της «παραβατικότητας», αλλά την ισχυροποίηση με όρους εγκλεισμού του πολίτη μέσα σε ένα κοινωνικό ιδρυματισμό ανάλογο ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης (άλλωστε τα μέλη της χρυσής αυγής αυτό δεν νοσταλγούν);Άλλωστε είναι ηλίου φαεινότερων ότι “τα παιδιά των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας” μοιάζουν πολύ με τους καραφλούς υπερπατριώτες της “Χρυσής Αυγής”, στον σωματότυπο, τον τσαμπουκά, το μίσος, τη βία, τον ανδρισμό, τον σεξισμό και τον ρατσισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι τα τάγματα ασφαλείας ανέκαθεν υπήρξαν για να καταργούν και όχι να διαφυλάσσουν την δημοκρατία.

Από τις κάμερες στους δρόμους, στην τράπεζα, το μετρό και το ψιλικατζίδικο της γειτονίας, έως τον «στρατιωτισμό» των αστυνομικών δυνάμεων ως φυσική παρουσία σε κάθε γωνιά ή πλατεία των αστικών κέντρων δεν είναι απλά για να υπενθυμίζουν ότι υπάρχουν, αλλά για να θυμίζουν ότι τα «ΜΑΤ δεν αργούν και δεν ξεχνούν», όπως μου φώναξε ένας άντρας τον αστυνομικών δυνάμεων καθώς περνούσαμε μεταφέροντας μια κυρία σε σοκ από την γενικευμένη θηριωδία που συνέβαινε στις 28 Ιουνίου 2011 προς τον σταθμό Α Βοηθειών της Πλατείας Συντάγματος. Είναι κάτι περισσότερο από δεδομένο ότι η ύπαρξη τους, έχει μια μονοσήμαντη σχέση εκτός του να υπηρετούν την εξουσία, την επιχειρησιακή τους αυτοτέλεια, που σε συνάρτηση με την πολιτική ανοχή σημαίνει ατιμωρησία.

Η καταστολή και η αστυνομική βία δεν είναι γενικευμένη και αντικειμενική όπως προσπαθούν να περάσουν ευρύτερα οι ιδεολογικοί συνεργοί και απολογητές του συστήματος και ούτε πρόκειται για μια βεντέτα μεταξύ αναρχικών – χρυσής αυγής, αλλά Θεσμού (ΜΑΤ) και Κοινωνίας, όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε στις επιχειρήσεις σκούπα στην Πλατεάι Συντάγματος. Οι κατασταλτικές δυνάμεις δείχνουν τον ίδιο ζήλο, και επαγγελματισμό μόνο σε όλους όσους διαμαρτύρονται ενάντια στο καθεστώς: Συμβασιούχοι, δάσκαλοι, άνεργοι, απολυμένοι, φοιτητές, την κοινωνία ολόκληρη στις 15 και 21 Μαίου, 28 και 29 Ιουνίου, 3 Σεπτεμβρίου, 18-19 Οκτωβρίου 2011. Το ίδιο όμως δεν ισχύει προς τα παιδιά τα «δικά τους», που δρουν επικουρικά προς αυτούς: Χαφιέδες, δοσίλογοι, τραμπούκοι, εξαγριωμένοι πολίτες, φανατικοί χριστιανοί και υπερπατριώτες. Η ύπαρξη τους δεν αποτελεί την απόδειξη «δημοκρατικής πολυφωνίας» αλλά νίκη του λαικοχριστιανικού συντηρητισμού και της οπισθοδρόμησης. Όλος αυτός ο νεοχαζός συρφετός των ακροδεξιών, που μπορούν ατιμώρητα να μαχαιρώνουν, δολοφονούν και να λυντσάρουν κατά το δοκούν των αντικοινωνικών τους ιδεών (όπως έγινε πρόσφατα στα τέλη Οκτώβρη με την επίθεση σε μετανάστη που πουλούσε Ελληνικές σημαίες), πρόκειται για μια συμμορία αποτελούμενη από άτομα χαμηλού νοητικού (πολιτικά) και κοινωνικού (συμβιωτικά) επιπέδου, οπισθοδρομικά και ομοφοβικά. Με αφετηρία τον εθνοκεντρισμό, τα άτομα αυτά βιώνουν την μισαλλοδοξία μιας ανύπαρκτης φυλετικής, ή πατριωτικής ανωτερότητας που τους διαχωρίζει από τις πρωταρχικές κοινωνικές και οργανικές αξίες της συνεργασίας, της συμβίωσης και της αλληλεγγύης.

Το ερώτημα πλέον δεν τίθεται για την Ελλάδα αλλά για ποια Ελλάδα;

Κάθε όψη αυτού του εθνικού μεγαλείου φαντάζει αποκρουστική. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη το έθνος, την φυλή ή την πατρίδα. Όλες αυτές, είναι έννοιες ξεπερασμένες και ανθρωποφάγες. Σε οικονομικό επίπεδο έχουν ξεπεραστεί από την κυριαρχία, αλλά σε ιδεολογικό επίπεδο διατηρούνται ως άλλοθι για να θυμίζουν τον πάλαι ποτέ ισχυρό κοινωνικό ιστό του κράτους-έθνους. Η κοινωνία χρειάζεται να επανακαθορίσει τις ανάγκες της με βάση την αλληλεγγύη και την συνεργασία, με στόχο την απελευθέρωση της. Όπως δεν υπάρχουν «φιλήσυχοι» φασίστες, έτσι δεν υπάρχουν αμέτοχοι πολίτες.

Ο εθνοκεντρισμός εκτός από υπερφίαλος ή γραφικός είναι κοινωνικά αποκρουστικός και πολιτικά αποτρόπαιος. Εάν η Ελλάδα θέλουν να είναι αυτή των Ελλήνων αστυνομικών, των «ρουφιάνων, των δολοφόνων και των βασανιστών» για να υπενθυμίσω ένα σύνθημα που φώναζαν σχεδόν όλοι στις 28-29 Ιουνίου 2011, των γερμανοτσολιάδων ή των μεταδιδακτορικών χαφιέδων, αυτό δεν ενδιαφέρει παρά μια μικρή παρελθοντολογική μειονότητα, η οποία αποχαυνωμένη παρακολουθώντας τηλεοπτικές εκπομπές εθνικοπατριωτικού telemarketing, περιμένει να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς για να ξαναζήσει το μεγαλείο της. Μιας ισχνής μειοψηφίας που δεν μπόρεσε να κατανοήσει το σύνθημα των πλατειών «ότι η χούντα δεν τελείωσε το 73» διότι δεν της φαίνεται αυτό λογικό αφού νομιμοποιήθηκαν οι κομουνιστές, γέμισε ο τόπος μετανάστες, έκλεισαν τα μακρονήσια και πλέον δεν σε επανεντάσουν στην κοινωνία με τον θεραπευτικό τρόπο της φάλαγγας, πως δεν έχουμε δημοκρατία; Είναι οι ίδιοι που συγχαίρουν τον Κορκονέα που σκότωσε τον 15 χρόνο αλήτη μόνο και μόνο γιατί κυκλοφορούσε στα Εξάρχεια ή την επίσκεψη «πάτερα» της εκκλησίας στον φυλακισμένο «αγωνιστή» Ντερτιλή και θεωρούν ότι ο Καρατζαφέρης είναι πολύ διαλλακτικός.

Εάν κάποιοι θέλουν η κοινωνία να μεταβληθεί στην Ελλάδα του ελληνορθόδοξου χριστιανισμού, αυτού του ιδιότυπου φονταμενταλισμού, που κάτω από τον μανδύα της αρετής προβάλει τον κοινωνικό αναχρονισμό, τότε να παραμείνουμε «ΑΘΕΟΙ». Όσο ο εθνικισμός θα βαφτίζεται ως υπέρτατη κοινωνική αξία προτρέποντας τον διαχωρισμό των ανθρώπων βάση του γένους, της φυλής ή του έθνους, να συνεχίσουμε να παραμένουμε «ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ». Και φυσικά εφόσον η δημοκρατία μια μικρής αστικής μειοψηφίας που σφετερίζεται την δύναμη των πολλών προς χάρη των συμφερόντων των λίγων, που βαφτίζει τους κοινωνικούς αγώνες τρομοκρατία και τους κοινωνικούς αγωνιστές τρομοκράτες, που στέλνει στην ανεργία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, να παραμείνουμε πολιτικά «ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ». Επιστρέφοντας έτσι τον συμβολισμό και τον ιδεολογικό χειρισμό στην εκφορά του λόγου της κυρίαρχης ρητορικής.

Δεν χρειαζόμαστε χλαμύδα, φουστανέλα, τσαρούχι φούντα ή φέσι για να βρούμε το δικό μας μεγαλείο. Είμαστε εκτός του εθνικού οράματος και της συναίνεσης του, που οδηγεί στην νέα δανειακή σύμβαση ή σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας ή συνεργασίας». Είμαστε επισφαλής εργαζόμενοι, άνεργοι, μετανάστες μα προπαντός είμαστε όλοι αγανακτισμένοι, αντιστεκόμενοι και αλληλέγγυοι. Παραφράζοντας τα δικά τους υπερφίαλα «δυνατά και Ελληνικά» λόγια, μπορεί να μην είναι ακόμα ο «καιρός γαρ εγγύς». Αλλά όταν αυτή η στιγμή έρθει, δεν θα είναι για την επανίδρυση του κράτους-έθνους, ούτε για την επιστροφή στην δραχμή, αλλά για την κοινωνική απελευθέρωση. Αρκεί η ίδια η κοινωνία να το θελήσει. Αλλιώς θα παραμείνει εθνικά υπερφίαλη και κοινωνικά ηττημένη.

Εφόσον θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία – πόσο μάλλον η δημοκρατία – είναι ξεκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει εκ του ασφαλούς, φιλήσυχα και από τον καναπέ. Η Άμεση Δημοκρατία αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξουμε όχι με όρους Αρχαιολατρικούς επιστρέφωντας στο νοσταλγικό παρελθόν, αλλά με όρους κοινωνικούς πέρα από την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογίας και την θρησκεία του κομματικού ιερατείου της. Γι αυτό πριν κατηγορήσετε τα «παιδιά με τα μακριά μαλλιά, και τα μαύρα ρούχα που τους έλεγαν αλήτες», αναρωτηθείτε που ήσασταν εσείς όταν «τα παιδιά αυτά που τα έλεγαν αλήτες» πρότασσαν τα σώματα τους ενάντια στην συστημική – φασιστική βία που είναι το ίδιο και το αυτό. Διότι είναι τουλάχιστον αφελές και υποκριτικό «να καταδικάζετε η βία από όπου και αν προέρχεται» μιας και «φιλήσυχοι φασίστες» δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ. Αντίθετα οι φιλήσυχοι και ευυπόληπτοι πολίτες με την παθητικότητα τους από τον καναπέ, επέτρεψαν να γίνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και να φτάσουμε σήμερα εδώ που φτάσαμε να περιμένουμε ως κοινωνία την επόμενη δόση. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, Αντίθετα αντί να περιφερόμαστε ως έθνος «εξαρτημένων» μνημονιομανών, να επανδιεκδικήσουμε την κοινωνική μας αξιοπρέπεια και ελευθερία. Είναι δεδομενο λοιπόν ότι αντί για κυβέρνηση “εθνικής” σωτηρίας, να ζητήσουμε καθολική πολιτειακή αλλαγή.

Αργύρης Αργυριάδης

Διδάκτωρ Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας

πηγή

Συνέχεια...

Λίγα λόγια ακόμα για το μεταναστευτικό

Posted: by παντιγέρα in
0
Εδώ και πέντε χρόνια σχεδόν, το ζήτημα της μετανάστευσης έχει αρχίσει ν’ αποτελεί μείζον θέμα στις πολιτικές συζητήσεις, συνοδευόμενο από μια έντονη στροφής προς τον κοινωνικό και εθνικό συντηρητισμό, πράγμα που επιβεβαιώνουν όχι μόνο τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής στις τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα, ή η εκτόξευση του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία (που αναδείχθηκε σε τρίτη ισχυρότερη πολιτική δύναμη), αλλά και το ανησυχητικό αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών του 2009. Για πρώτη φορά στα δεδομένα της μεταπολεμικής Ευρώπης περιθωριακά κόμματα όπως το British National Party και το United Kingdom Independence – δύο συντηρητικά Βρετανικά κόμματα, (το πρώτο φλερτάρει ανοιχτά με τον νεοφασισμό, ενώ το δεύτερο αποτελεί κύριο εκφραστή των πιο ακραίων Ευρωσκεπτικιστικών τάσεων των Βρετανών, πάντα υπό το πρίσμα του περιορισμού της μετανάστευσης), αυτά τα δύο κόμματα, όπως και τα αντίστοιχα: Αληθινός Φιλανδός, Κόμμα της Ελευθερίας (Ολλανδία) και το Ουγγρικό Γιόμπικ, τριπλασίασαν τα ποσοστά τους, και, πλέον, αποτελούν μια αρκετά δυναμική πολιτική συνιστώσα. Όλες αυτές οι παρατάξεις, βέβαια, έχτισαν την ατζέντα τους πάνω στην ξενοφοβία και τον επικείμενο φόβο της ανεργίας που συνδέεται στενά με την – ευρείας κλίμακας – αντίληψη ότι η μετανάστευση συμπιέζει τις θέσεις εργασίας, μιας και το ξένο φτηνό εργατικό δυναμικό μπορεί κάλλιστα ν’ αντικαταστήσει τα απαιτητικά ντόπια χέρια, αυξάνοντας, έτσι, τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων. Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν είναι ένας ακόμα αστικός μύθος της αντίδρασης. Απεναντίας, είναι μια πραγματικότητα που εξυπηρετεί στο ακέραιο το φαντασιακό του κέρδους καθώς η εκμετάλλευση των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων με στόχο την ελαχιστοποίηση των δαπανών, συμβάλλει στην άνοδο του οικονομικού συντελεστή των εργοδοτών, μέσα στον στίβο του σκληρού οικονομικού ανταγωνισμού, και των αξιών που διέπουν το καπιταλιστικό σύστημα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν σημαίνει πως τα πράγματα είναι τόσο τραγικά όσο οι συντηρητικές πολιτικές παρατάξεις προσπαθούν να παρουσιάσουν, μεγεθύνοντας ένα υπάρχον πρόβλημα και κατευθύνοντάς το εκεί που οι ίδιοι οι θιασώτες της επιθυμούν, (δεδομένου ότι οι περισσότεροι μετανάστες επιλέγουν θέσεις εργασίας που ένας ντόπιος εργαζόμενος θα απέφευγε).

Αυτό που, ως επί τω πλείστων, βλέπουμε, όχι μόνο από τα κόμματα της δεξιάς (από τα οποία δεν περιμέναμε, φυσικά, και τίποτα καλύτερο), αλλά και από την αριστερά (είτε πρόκειται για τα σταλινογενή γκρουπούσκουλα είτε για τους ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες), από πολλές αναρχικές συλλογικότητες, γενικά, αλλά, και από ένα σημαντικό ποσοστό του λεγόμενου «προοδευτικού» χώρου, είναι η στείρα αναπαραγωγή ιδεολογικοποιημένων στερεότυπων και ιδεοληψιών, σαν φυσικό επακόλουθο του εγκλεισμού της πολιτικής και κοινωνικής διαύγασης της πραγματικότητας σε διάφορες σπεκουλαριστικές λούπες, γεγονός που τρέφει μια βαθιά ετερονομία η οποία επισκιάζει με τα αρνητικά της το κοινωνικό πράττειν. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνει, άλλωστε, και η πολιτική εκμετάλλευση του γνωστού και πολυσυζητημένου περιστατικού της κτηνώδους σεξουαλικής κακοποίησης που δέχθηκε 15χρονη στην Πάρο από μετανάστη. Σχεδόν ολόκληρη η Ελληνική δεξιά (από τους πιο μετριοπαθείς μέχρι και τους πιο ακραίους και φανατισμένους οπαδούς της), προσπάθησε να στηρίξει τις πολιτικές της πεποιθήσεις πάνω σ’ ένα ανθρώπινο δράμα, ενώ η αριστερά και ο αναρχικός χώρος, από τη δική τους πλευρά, αρνήθηκαν να τοποθετηθούν ή περιορίστηκαν σε ανακοινώσεις που έκαναν λόγο για φόβο αντιδικίας και στοχοποίησης μεταναστών από τους γνωστούς ακροδεξιούς χουλιγκάνους που εξαπολύουν πογκρόμ σε καθημερινή, πλέον, βάση. Τούτη η θέση, όμως, παρά την μερική ορθότητά της (η πάλη για μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία, αυτονομίας, συνεργασίας και ανθρώπινης δημιουργίας, δεν χωρά στοχοποιήσεις, βιαιοπραγίες και μίση), αδυνατεί να προσεγγίσει άλλες βαθιές πτυχές του ζητήματος της μετανάστευσης και αποτελεί, αν μη τι άλλο, μια λογική μεν, υπεραπλουστευτική δε, προσέγγιση σ’ ένα πολύπτυχο ζήτημα. Πολλές από τις αναλύσεις διαφόρων αριστερών (καλή ώρα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α) και αναρχικών σχημάτων δεν πηγάζουν καν από κάποια επιθυμία για αντικειμενική έρευνα, ικανή να δώσει απαντήσεις πάνω στο μεταναστευτικό, με γνώμονα τον ιδεατό στόχο: την δημοκρατική κοινωνική μεταστροφή, αλλά, κατά βάση, αποτελεί έκφραση της δικής τους ταυτολογικής κλειστότητας η οποία τυγχάνει απλά να ενσαρκώνει σπέρματα αυτονομίας, καθώς το πρόταγμα αυτό δεν εμφανίστηκε τυχαία και ex nihilo σε κάποια ιστορική περίοδο. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων που έδρασαν στον Δυτικό κόσμο μέσα στους προηγούμενους αιώνες όπως η Γαλλική Επανάσταση, οι εργατικοί αγώνες, οι αγώνες των μειονοτήτων – αγώνες που είχαν ενσαρκώσει μέρος των αξιών της κοινωνικο-πολιτικής ατζέντας της αριστεράς και των αναρχικών. Αυτοί, οι αγώνες λοιπόν, κατάφεραν, ως έναν βαθμό ν΄ ανοίξουν τον δρόμο προς την κοινωνική χειραφέτηση, ενώ, ταυτόχρονα, αποτελούν θεμέλιο λίθο των ελευθεριών που βιώνουν σήμερα οι Δυτικές κοινωνίες. Μπορούμε, όμως, εμείς σήμερα, να διαυγάζουμε το γίγνεσθαι βασισμένοι στις παραδοσιακές «επαναστατικές» ιδεολογίες ή μήπως ήρθε η στιγμή όπου μια πιο λεπτομερής πολυδιάστατη προσέγγιση θα μας επέτρεπε να σχηματίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη γνώμη πάνω σ’ αυτό το τόσο σοβαρό θέμα;

Οι Ευρωπαίοι δεξιοί συνεχώς κάνουν λόγο για επαναπατρισμό, κλείσιμο των συνόρων και περιορισμό της εισροής μεταναστών από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (σε πιο ακραίες περιπτώσεις ακόμη και από χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου των οποίων πολλοί πολίτες, με βάση τους Βρετανούς Συντηρητικούς, ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν προς τις χώρες του Βορρά λόγω της αδυναμίας εύρεσης θέσεων εργασίας και των ανυπέρβλητων δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εθνικές τους οικονομίες). Πιστεύουν πως έτσι θα μειώσουν την εγκληματικότητα και την ανεργία, προβάλλοντας την ιδεολογική τους ατζέντα ως μονόδρομο και αναμασώντας χονδροειδή φοβικά παραληρήματα. Και, φυσικά, βρίσκουν σύμφωνη την κοινή γνώμη, η οποία έχοντας εθιστεί στην κατανάλωση και τα reality, βυθισμένη στον βούρκο της απάθειας και της μαζικής απο-πολιτικοποίησης, γίνεται φορέας της διανοητικής ένδειας που μαστίζει την εποχή μας, αυτήν την εποχή όπου το μόνο νόημα βρίσκεται εντός του δόγματος του μη νοήματος, της οχλοποίησης, της κουλτούρας του δήθεν και μιας εικονικής lifestyle φαντασίωσης. Από την άλλη πλευρά, οι αριστεροί, κρατούν μια πιο ανθρωπιστική στάση, και με γνώμονα τον σεβασμό στις ελεύθερες μετακινήσεις, (μέχρι εδώ καλά) προσπαθούν ν’ αντιπαλέψουν την ρητορική μίσους η οποία μέρα με τη μέρα βρίσκει όλο και πιο πολλούς αποδέκτες. Όπως, όμως, είπα και παραπάνω, οι θέσεις των αριστερών δεν πηγάζουν από καμία προσπάθεια αμερόληπτης διαύγασης του κοινωνικο-πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά, στην ουσία, πρόκειται για μια ατζεντίστικη, εργαλειακής φύσης, ιδεολογική εμμονή που υιοθετείται αβασάνιστα. Για τους περισσότερους αριστερούς και αναρχομαρξιστές, οι μετανάστες αποτελούν το σύγχρονο προλεταριάτο στο οποίο θα πρέπει να υποκλίνονται όλοι οι ταξικοί αντι-καπιταλιστικοί πολιτικοί χώροι. Έτσι, οι μετανάστες αγιοποιούνται, ο ρόλος τους μέσα στην κοινωνία είναι αναντίρρητος και δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, καθώς πρόκειται για το νέο επαναστατικό υποκείμενο που νομοτελειακά θα συγκρουστεί με την καθεστηκυία τάξη και θα οδηγήσει στην ανατροπή του συστήματος εν μέσω μιας νυκτός. Οποιαδήποτε ένσταση ή κριτική πάνω στον τρόπο ζωής ή στα ήθη και έθιμά τους βαφτίζεται αυτόματα ως «φασιστική συμπεριφορά», «τάση που ρέπει προς τον ρατσισμό» (ακόμα και αν πρόκειται για την αποδοκιμασία μιας πράξης σεξιστικής που διαπράττει κάποιο άτομο που αποτελεί μέλος κάποιας φυλετικής ή θρησκευτικής μειονότητας, ακόμα, επίσης, και αν κάποιος αρνηθεί να υποστηρίξει τον εθνικισμό και τον συντηρητισμό κάποιας εθνικής ομάδας και την απέχθειά της για κάποια άλλη). Όμως, ο καιρός που θα πρέπει να ξεπεράσουμε την αριστερή νεκροφιλία και τα διάφορα μανιχαϊστικά δίπολα έχει ήδη φτάσει, καθώς, με βάση όχι μόνο το χάος του ιστορικού υλικού που έχουμε μπροστά μας, αλλά και την πολυπλοκότητα της παγκοσμιοποιημένης, πλέον, καπιταλιστικής πραγματικότητας, κατανοούμε το πόσο σημαντικό είναι να υπάρξουν αναλύσεις κάτω από μια πιο ευρεία κοινωνική, ανθρωπολογική αλλά και πολιτική αντίληψη. Φυσικά, για τις κραυγές μίσους των ακροδεξιών – είτε φορούν κουστούμι και κρύβονται πίσω από τον κοινοβουλευτικό μανδύα της πολιτικής ορθότητας είτε όχι – δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο. Κάθε νοήμων άνθρωπος που είναι σε θέση να διακρίνει πέντε-δέκα πράγματα οφείλει να καταδικάσει τις σχιζοφρενικές και υστερικές τάσεις του ακροδεξιού συρφετού.

Η εποχή που ζητήματα όπως η μετανάστευση, η φυλετική ισότητα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων θα μπορούν να συζητηθούν μακριά από την ηγεμονία οποιασδήποτε μεταφυσικιστικής και ντετερμινιστικής κλειστότητας (νόμοι της ιστορίας, ιστορική συνέχεια, προγονοπληξία) αλλά ούτε και κάτω από την μονοδιάστατη ρηχότητα του οικονομισμού, αυτή η εποχή έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της. Πρώτον: Οι παραδοσιακά Μαρξιστικές έννοιες όπως προλεταριάτο, εργατική τάξη, μπουρζουαζία όχι μόνο έχουν εκπορνευτεί από διάφορους σαλτιμπάγκους ιδεολόγους, τσαρλατάνους, ηγέτες, και «επαγγελματίες επαναστάτες» της πρωτοπορίας και της Avant-garde, με αποτέλεσμα να εκφυλιστούν, αλλά αυτό που βλέπουμε από τη δεκαετία του ‘80 κι έπειτα στις περισσότερες Δυτικές κοινωνίες, αυτό που βιώνουμε είναι η ολοκληρωτική ιδεολογική και πολιτισμική ομογενοποίηση των πάντων, η κατάρρευση των παλαιών αξιών και η αναζήτηση νοήματος μέσω της κατανάλωσης, του lifestyle και της απάθειας, (αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης πολύ πετυχημένα ονόμαζε, με μια λέξη, α σ η μ α ν τ ό τ η τ α ). Δεύτερον: Πολλοί από αυτούς, που αναζητούν μια καλύτερη τύχη στις αναπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης έρχονται από χώρες οι οποίες υπέφεραν από κάποιο Σταλινικό καθεστώς, (όπως, για παράδειγμα, οι Πολωνοί, οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι που ζουν ως εργάτες στην Γερμανία, την Αγγλία και αλλού, ή, για να πάμε ακόμη πιο μακριά, όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν από το κράτος/στρατόπεδο της Βόρειας Κορέας, οι επιζήσαντες του κτηνώδους καθεστώτος του Πολ Ποτ και των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη). Όλοι αυτοί έχουν ήδη γευτεί τα επιτεύγματα του Λενινισμού και, κατά πάσα πιθανότητα, στο άκουσμα και μόνο της λέξης «κομμουνισμός», κυριεύονται από απέχθεια και τρόμο. Τέλος, (και αυτός είναι μάλλον ο σημαντικότερος παράγοντας που θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στο άμεσο μέλλον), μεγάλο ποσοστό μεταναστών μένει παγερά αδιάφορο για την πολιτική. Οι περισσότεροι μετανάστες που εγκαταλείπουν τον τόπο που γεννήθηκαν δεν το κάνουν για να συγκρουστούν με το σύστημα αλλά για να εργαστούν εντός αυτού, για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, αναζητώντας ευκαιρίες μέσα σε μια ήδη καπιταλιστική κοινωνία.

Στο σημείο αυτό, ένας αριστερός, θα έλεγε το εξής: Οι μετανάστες δεν έχουν επίγνωση της θέσης στην οποία βρίσκονται, ότι, δηλαδή, οι κεφαλαιοκράτες βρίσκουν αφορμή τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στον τόπο τους, κι εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό βγάζουν και από τη μύγα ξίγκι. Αν οι ίδιοι δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό ή νιώθουν αδύναμοι να κάνουν κάτι, δεν θα πρέπει εμείς να τους δείξουμε ότι ο δρόμος για τη χειραφέτησή τους περνά μέσα από την σύγκρουση με τα συμφέροντα που τους έχουν μετατρέψει σε σύγχρονους δούλους; Τα ερωτήματα αυτά, παρά του ότι εκφράζουν μια μεγάλη αλήθεια, δεν αντανακλούν την συνολική πραγματικότητα, αλλά μία, μόνο, πλευρά της. Η εκμετάλλευση των μεταναστών δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με το Δυτικό φαντασιακό, με τον ιμπεριαλισμό και τα συμφέροντα που κρύβονται από πίσω. Πολλές φορές, αντικείμενο εκμετάλλευσης μπορεί να πέσει και κάποιος νέος μετανάστης από κάποιον δεύτερης ή τρίτης γενιάς, ή και πρώτης ακόμα, ο οποίος έτυχε να ευνοηθεί από κάποιες συνθήκες και να ελιχθεί σε ανώτερη βαθμίδα της καπιταλιστικής πυραμίδας. Δηλαδή, η αριστερά, ακόμα και με οικονομικούς όρους, δείχνει ανίκανη να κατανοήσει τη φύση της μετανάστευσης και να υιοθετήσει συγκρουσιακές θέσεις που δεν θα ανακυκλώνουν τόσο απλουστευτικές προσεγγίσεις πάνω στην Μαρξιστική θεωρία (πράγμα που έχει γίνει πολύ της μόδας τελευταία) και, επίσης, δεν θα λειτουργεί ως ιδεολογικός φορέας του μεταμοντέρνου κοσμοπολιτισμού. Αν ως μετανάστευση ορίζουμε τις ε λ ε ύ θ ε ρ ε ς μετακινήσεις πληθυσμών σε μία άλλη κοινωνία (και όχι αυτές που επιβάλλονται λόγω συνθηκών εξαθλίωσης και μαζικής φτώχειας), τότε Ναι! Η μετανάστευση είναι δικαίωμα. Σήμερα, όμως, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν γίνονται ούτε για πολιτισμικούς λόγους, ούτε γιατί κάποιοι άνθρωποι αναζητούν περιπέτεια και ταξίδια προκειμένου να διαφοροποιηθούν από την κενότητα της Αβύσσου και του Χάους. Η μετανάστευση, λοιπόν, οφείλεται είτε σε πολέμους που προκαλούν οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες στον «τρίτο κόσμο», είτε στα απολυταρχικά καθεστώτα που επιβάλλονται ερήμην στους πολίτες μιας χώρας, καταπιέζοντας και διώκοντας πολιτικούς αντιπάλους.

Συστηματικά αγνοούμε, επίσης, και το γεγονός ότι η ένωση όλων των μεταναστών με σκοπό την σύγκρουση με την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων πολλές φορές φαντάζει σχεδόν αδύνατη, όχι μόνο γιατί οι ακροδεξιοί και η κυρίαρχη προπαγάνδα επιχειρούν να διχάσουν τα ασθενή οικονομικά στρώματα, αλλά και από τις ενδόμυχες τάσεις πολλών μεταναστών να μην διαφοροποιούνται από την δική τους μικροκοινωνία, αρνούμενοι ν’ απαρνηθούν τις δικές τους προκαταλήψεις, πράγμα που οι παραδοσιακοί «επαναστατικοί» χώροι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δουν. Ο ρατσισμός, λοιπόν, δεν είναι προνόμιο μόνο των γηγενών ενάντια στους αλλοδαπούς, αλλά, όπως έχει παρατηρηθεί, μίσος και μισαλλοδοξία μπορεί να τρέφει και κάποιος μετανάστης για κάποιον άλλον (ένας Άραβας για κάποιον μαύρο Αφρικανό, για παράδειγμα), ενώ η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει ότι φυλετικές συγκρούσεις μεταξύ μεταναστών έχουν λάβει χώρα πολλές φορές (ενδεικτική είναι η περίπτωση της Νέας Υόρκης, όπου Ιταλοί, Ιρλανδοί και Κινέζοι, ουκ ολίγες φορές ήρθαν στα χέρια με σκοπό τον έλεγχο κάποιας περιοχής). Επίσης, δεν αποκλείεται και κάποιος μετανάστης να υποστηρίζει ακραίες σεξιστικές θέσεις, λόγω του ότι έχει μεγαλώσει μέσα σε κάποιο υπερβολικά συντηρητικό θρησκευτικό περιβάλλον, κάτι που δεν είναι σπάνιο. (Βλ, επίσης, Μπούρκα: ένα ζήτημα που φέρνει στο προσκήνιο πολιτισμικές συγκρούσεις;) Έτσι, λοιπόν, εδώ βλέπουμε και μια άλλη αντίφαση που γεννιέται εντός των κινημάτων για την κοινωνική χειραφέτηση. Θα πρέπει να κατακρίνουμε τον σεξισμό όταν προέρχεται από κάποιον μετανάστη ο οποίος ζώντας μέσα στον θρησκευτικό του μικρόκοσμο, θεωρεί πως είναι δίκαιο ν’ ασκείται σωματική τιμωρία σε μια γυναίκα που δεν είναι πιστή σύντροφος; Ή ακόμα και αυτή η θέση θα μπορούσε ν’ αποτελεί πράξη στοχοποίησης και μίσους, και συνεπώς, θα πρέπει να σεβαστούμε την κοσμοαντίληψη του κάθε φονταμενταλιστή, μόνο και μόνο επειδή είναι μέλος κάποιας μειονότητας; Αν ισχύει το δεύτερο, τότε τί μήνυμα στέλνουμε στις γυναίκες που έχοντας πέσει θύματα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης, είναι αναγκασμένες να κουβαλάνε για όλη τους τη ζωή μια τόσο επώδυνη εμπειρία, βυθισμένες στην κατάθλιψη, τον φόβο και τον πανικό; Τί σημασία έχουν, τότε, όλα τα φεμινιστικά κινήματα που έδρασαν κατά καιρούς και κατάφεραν να ενισχύσουν τον ρόλο των γυναικών μέσα στην κοινωνία (βλ. αγώνες των γυναικών για το δικαίωμα στην ψήφο και στην συμμετοχή); Αν, όμως, πούμε ότι διαλέγουμε το πρώτο, διότι έτσι νιώθουμε ότι έχουμε εξασφαλισμένη την φιλελεύθερή μας αυταπάτη, μήπως τότε αναπαράγουμε έναν εργαλειακό δυτικισμό που μας εμποδίζει να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεση αυτών των ανθρώπων, να έρθουμε σ’ επαφή μαζί τους, ν’ αφουγκραστούμε και να κατανοήσει τα δικά τους προβλήματα, από πού αυτά πηγάζουν και πώς θα μπορούσε ν’ αποφευχθεί η – εντός των δικών τους κύκλων – γυναικεία καταπίεση; Ή μήπως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση; Πιστεύω πως όχι. Αυτές οι ευρείας κατανάλωσης ρηχές προσεγγίσεις (και λέω ευρείας κατανάλωσης γιατί, πλέον, έχει καταστεί ως κυρίαρχο δόγμα αυτού του είδους η νοοτροπία του «κρατάμε ίσες αποστάσεις από κάθε άκρο», ή «καταδικάζουμε τη βία απ΄ όπου και αν προέρχεται») δεν οδηγούν πουθενά. Στην πραγματικότητα, φανερώνουν όλη αυτήν την διανοητική ένδεια που έχει κατακλύσει τη ζωή μας, να καταδικάζουμε κάθε τί που θεωρούμε «ακραίο» (και μπορεί, όντως, να είναι κάτι ακραίο ή μή αποδεκτό, έστω), αγνοώντας όλες τις διαβαθμίσεις που υπάρχουν στην άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας, τους σκοπούς, τα μέσα και τα κίνητρα. Μπορούμε να κρατήσουμε ίσες αποστάσεις μεταξύ θρησκευτικού φονταμενταλισμού και σεξισμού (που είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πρώτου); Χωράνε διαπραγματεύσεις σε θέματα που έχουν να κάνουν με βασικά κοινωνικά δικαιώματα; Χωρίς καμία αμφιβολία, η λογική των «ίσων αποστάσεων» βοηθά στο ν’ αποφεύγουμε την πόλωση μεταξύ δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων. Όμως, σε καμία περίπτωση, αυτό δεν μας δίνει απαντήσεις εκτός και αν αρχίσουμε να υιοθετούμε τις Χομπσιανές ετερονομίες, πως χρειάζεται να υπάρχει κάποια υπερβατικότητα ή κάποιου είδους ανώτερη και μή αμφισβητήσιμη εξουσία προκειμένου ν’ αποφεύγουμε τις συγκρούσεις οι οποίες τρέφονται από την έμφυτη τάση του ανθρώπου, την κακία και την απληστία. Μα φυσικά, πάνω σε αυτού του είδους τις αντι-επιστημονικές απόψεις έχει βασιστεί όλο αυτό το δόγμα της μετα-Σοβιετικής εποχής: την λογική των «ίσων αποστάσεων», γιατί «δεν γίνεται αλλιώς»!!!

Αν, πραγματικά, πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, ότι ο άνθρωπος «αυτός είναι και δεν αλλάζει», τότε ας σταματήσουμε να μιλάμε για κοινωνική χειραφέτηση και ας καθίσουμε με τα χέρια σταυρωμένα, να υπομείνουμε την καταστρατήγηση όλων μας των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με αίμα και θυσίες, και όλα αυτά γιατί «δεν γίνεται αλλιώς», δίχως ούτε να μπούμε καν στον κόπο να αυτο-ερωτηθούμε: «εφόσον τώρα μας λένε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερος κόσμος, ότι όλα αυτά είναι γραφικές ουτοπίες, τότε πώς έγινε και οι μειονότητες, οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι κατάφεραν να ενισχύσουν τον ρόλο τους μέσα στην κοινωνία; Πώς τότε άλλαξε ο άνθρωπος και τώρα δεν μπορεί;» Αν, όμως, έννοιες όπως η ελευθερία, η αυτονομία, η δημοκρατία σημαίνουν κάτι για εμάς, και αν μια αυτόνομη κοινωνία δεν μπορεί να είναι άλλη παρά μια κοινωνία ισότητας, δημιουργίας και συμμετοχής, τότε ίσως θα ήταν καλό να βλέπαμε την πολυπολιτισμικότητα κάτω από μια διαφορετική οπτική γωνία, μέσω του προτάγματος των διαπολιτισμικών σχέσεων το οποίο προσφέρει μια νέα κατανόηση του τρόπου αλλά και των σκοπών μιας κοινωνικής αλλαγής.

πηγή

Συνέχεια...

back to top