ΕΠΑΜ (ή αλλιώς λίγο απ’όλα με greek tzatziki παραπάνω)

Posted: by παντιγέρα in
1
Εφημερίδα τοίχου που κολλήθηκε την περασμένη εβδομάδα στην κέρκυρα σχετικά με το ΕΠΑΜ από την Πρωτοβουλία για το Ξεσκέπασμα του Συγκαλυμμένου Εθνικισμού


… και ο θεός (ο ελληνικός) έπλασε το επαμ

Τι εστί άραγε ενιαίο παλλαϊκό μέτωπο; Ποιο είναι το ΕΠΑΜ που τόσο υποτιμήσαμε και που μας εκπλήσσει τόσο αρνητικά τελευταία; Αν βάλεις λίγο από αγάπη για την πατρίδα, λίγο από συναγερμό μπροστά στην καταστροφή, λίγο από λαϊκή επανάσταση, λίγο από «εμπεριστατωμένη» οικονομική ανάλυση……… βουαλά…….έχεις το ΕΠΑΜ.

Το ΕΠΑΜ δημιουργήθηκε τον Ιούλιο του 2011 για να σώσει την πατρίδα από τους ξένους λύκους και τους δοσίλογους εντολοδόχους τους, όπως συχνά λένε οι υποστηρικτές του. Να τα πάρουμε όμως από την αρχή. Μετά από τους μεγάλους λαϊκούς αγώνες κατά του μεσοπροθέσμου την άνοιξη του 2011 και τον ξεσηκωμό όλων των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων της χώρας, συμπεριλαμβανομένου και του νεοεμφανιζόμενου κινήματος των αγανακτισμένων, μια νέα δύναμη εμφανίζεται δειλά δειλά σε όλη τη χώρα, οι θαυμαστές του Δημήτρη Καζάκη, ενός γνωστού στα μίντια οικονομολόγου. Εκείνη την εποχή εμφανίζονται διάφοροι επιστήμονες, καλλιτέχνες και «παλαιοί επαναστάτες» που από το γνήσιο, υποτίθεται, ενδιαφέρον τους για τα βάσανα του ελληνικού λαού πηγαίνουν στις πλατείες για να καταθέσουν την «έμπειρη, αμερόληπτη, εμπεριστατωμένη άποψη» τους για την ελληνική κρίση, τα λάθη που έχουν γίνει από τους έλληνες πολιτικούς και για το τι θα μπορούσε να αλλάξει από εδώ και πέρα. Μέσα σ’αυτούς τους επίτιμους καλεσμένους των πλατειών που ήταν πάντα ολίγον θολό το ποιος τους καλούσε, ήταν και ο Καζάκης, του ΕΠΑΜ. Ο Καζάκης αναγνωρισμένος οικονομολόγος με πτυχία και εμπειρία, με επιστημονικό προφίλ, αλλά και λαϊκότητα (ή καλύτερα λαϊκισμό), από την αρχή έπιανε τον παλμό των νεοελλήνων και σουλάτσαρε θεαματικά από πλατείες σε αίθουσες και από αίθουσες σε τηλεοπτικά πάνελ.



ρητορική … πιάτσας & αμφιθεάτρου
Η ρητορική του ήταν ιδιαιτέρως ελκυστική και πονηρά υφασμένη, αφού από τη μία είχε μια οικονομοτεχνική ανάλυση της σύγχρονης (και όχι μόνο) ιστορίας της Ελλάδας, με επιχειρήματα και πληθώρα στοιχείων που θα έπειθαν και τον πιο δύσπιστο μη γνώστη εξειδικευμένων οικονομικών και από την άλλη είχε έναν λόγο εσκεμμένα και κατ’επίφαση λαϊκό που μιλούσε για την ανάγκη να παραγκωνιστούν οι όποιες πολιτικές-ιδεολογικές διαφορές των ελλήνων με σκοπό την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ. Ο Καζάκης αξίωνε οι ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας (όπως και κάθε κοινωνίας) να τσουβαλιαστούν κάτω από μια επίπλαστη εθνική ενότητα. Ο «καλός» αυτός κύριος είχε πάντα να επιδείξει μία πληθώρα στοιχείων που αποδείκνυαν, υποτίθεται, τη διαχρονική και συστηματική επίθεση των ξένων δυνάμεων, των μεγάλων ξένων συμφερόντων και των διεθνών οργανισμών ενάντια στην ελλάδα. Στο ίδιο συνομωσιολογικό ύφος καταδίκαζε την ξεπουλημένη πολιτική των τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων, όπως κάνει κάθε φιλόδοξος κομματάρχης που σέβεται τον εαυτό του. Το πακέτο λύσεων που πρότεινε ήταν η επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή, η ενδυνάμωση της εθνικής οικονομίας, η εθνική κυριαρχία και άλλα διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά. Όσο για τον Καπιταλισμό, ως σύστημα αδηφάγο και υπερεθνικό, ούτε αναφορά. Για την ταξική διαστρωμάτωση των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικής προέλευσης, επίσης ούτε αναφορά. Για τον συγκαλυμμένα εθνικιστικό λόγο του δόκτωρα Καζάκη, αυτά είναι αναλύσεις ξεπερασμένες μιας και τώρα, η όποια στοιχειωδώς πολιτική θέση, χαρακτηρίζεται ως κομματική αγκύλωση. Ο κύριος Καζάκης μετά από κάθε «παράσταση», όμορφα και ηρωικά, εξαφανιζόταν για να πάει στην επόμενη πλατεία, στην επόμενη πόλη, στο επόμενο κανάλι, αφήνοντας το ενθουσιασμένο κοινό να μιλάει για τον πολύ ενημερωμένο επιστήμονα, αλλά και τον προσιτό άνθρωπο, τον έναν από εμάς, που ξέρει όμως πιο πολλά από εμάς.



φίλοι & εχθροί του επαμ (έθνος VS τάξη γράψατε 1-0)


Και έτσι σιγά σιγά με παρουσία σε όλη την Ελλάδα, με γεμάτες πλατείες και αμφιθέατρα, με όλο και περισσότερο κόσμο να πίνει νερό στο όνομα του Καζάκη, στήνεται ένα κανονικό fan club και ιδρύεται στα μέσα Ιουλίου το Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο. Το ΕΠΑΜ, διατείνεται ότι δεν είναι κόμμα και μάλιστα ότι δεν επιθυμεί τον εγκλωβισμό των Ελλήνων στις κομματικές και όποιες άλλες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Το ΕΠΑΜ διατείνεται ότι είναι μέτωπο και ο ρόλος του είναι προσωρινός και στοχεύει μόνο στην ανασυγκρότηση της χώρας, όπως το ΠΑΣΟΚ στοχεύει στο σοσιαλισμό, το ΚΚΕ στον κομμουνισμό κ.ο.κ. Στο ΕΠΑΜ χωράνε οι πάντες, αριστεροί και δεξιοί, ακροαριστεροί και ακροδεξιοί. Πατριώτες να είναι και να θέλουν να σωθεί το έθνος και όλα τα άλλα λύνονται. Και οι εχθροί, τότε, ποιοι είναι για το ΕΠΑΜ; Οι ξένοι, φυσικά, που μας πολεμούν από τα γενοφάσκια μας, οι γερμανοί κατακτητές, η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, οι τούρκοι που καιροφυλακτούν στα σύνορά μας, οι ξένοι πολυεθνικοί όμιλοι και όλοι οι έλληνες πολιτικοί που ξεπουλάνε την εθνική μας κυριαρχία. Τόσο απλά είναι τα πράγματα για το ΕΠΑΜ. Και στον αγώνα που έχει εξαπολύσει απέναντι σε όλα αυτά τα δεινά ευπρόσδεκτοι είναι όλοι, και πάνω απ’όλα όλοι οι ένστολοι, στρατιωτικοί και αστυνομικοί, η εκκλησία που πρέπει να οργανώσει λαϊκοκληρικές συνελεύσεις και όλη η ελληνική ομογένεια. Δηλαδή με άλλα λόγια, ευπρόσδεκτοι είναι ακόμα και αυτοί που πατάγανε με τα άρβυλα τους τα δημοκρατικά δικαιώματα των επαναστατημένων ανθρώπων κατά τη διάρκεια της δικατατορίας του Παπαδόπουλου, ακόμα και αυτοί που σπάνε τα κεφάλια των διαδηλωτών με τα γκλομπ τους στις αντιμνημονιακές πορείες, ακόμα και οι πλούσιοι παπάδες που απολαμβάνουν την αμύθητη εκκλησιαστική περιουσία και διαπλέκονται σε τεράστια οικονομικά σκάνδαλα, ακόμα και οι businessmen της διασποράς που επεκτείνουν τις μεγαλοεταιρείες τους στο εξωτερικό. Είναι ευπρόσδεκτοι όλοι οι απανταχού έλληνες μόνο και μόνο επειδή είναι έλληνες. Και οι μετανάστες που ζουν εδώ; Για αυτούς γιατί δε μιλάει το ΕΠΑΜ; Αυτοί δεν είναι οι πρώτοι που πλήττονται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ.; Με αυτούς δε βράζουμε στο ίδιο καζάνι; Όχι, εμείς ταιριάζουμε πιο πολύ με τους έλληνες μεγαλοεπιχειρηματίες και τραπεζίτες που είναι μέσα στις ζεστές τους βίλλες! Άλλωστε για το ΕΠΑΜ, σύμφωνα με άρθρο στο site του, η σημαία και το εθνικό νόμισμα είναι τα σύμβολα αυθυπαρξίας μίας χώρας. Το κόμμα του κυρίου Καζάκη, και σε άλλα άρθρα στο site του, δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει την εθνική μας καταγωγή και τους εθνικούς μας εχθρούς, όπως στο άρθρο για την επέτειο των Ιμίων, που μόνο ακροδεξιές οργανώσεις θα έβρισκαν επίκαιρο.



μεταξύ μας μεταξάς


Αν το Ε.ΠΑ.Μ., σας θυμίζει και λίγο από Ε.Α.Μ. (εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο) και αν η «ευπρόσδεκτη» ΕΛ.ΑΣ (ελληνική αστυνομία) σας θυμίζει και λίγο από Ε.Λ.Α.Σ. (ελληνικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός), αυτή ακριβώς είναι η επιτυχία της σούπας του Καζάκη που μυρίζει τόσο πατριωτισμό και λαϊκισμό όσο και η σούπα κάποιων άλλων (εθνικο)σοσιαλιστών του παρελθόντος που μιλούσανε πάντα με το έθνος πρώτη λέξη και μετά σφαγιάζανε εκατομμύρια ανθρώπων που δε γουστάρανε. Και γι’αυτούς που δε φοβούνται τα ζόμπι του μεταξά και του χίτλερ, να μην αυταπατώνται: ο απολυταρχισμός μεταλλάσεται με τον καιρό, βγάζει τη σβάστικα και το χακί, φοράει γραβάτα και σακάκι, και μας λέει «ωραία, δημοκρατικά, επιστημονικά λόγια» που μας μιλάνε στο μυαλό και στην καρδιά…

Συνέχεια...

Υποκρισία ρε μαλάκα!

Posted: by παντιγέρα in
0
Βλέπεις τον μετανάστη να κοιμάται στο πεζοδρόμιο και απλά θέλεις να τον μαζέψουν. Κι ας τον κάνουν ό,τι θέλουν μετά. Ας τον μαντρώσουν κάπου να μην τον έχεις μες στα πόδια σου. Ας τον απελάσουν. Ας τον πετάξουν σε χαντάκι. Στ’ αρχίδια σου. Εσύ μόνο να μην είσαι μπροστά να βλέπεις όταν θα τον σακατεύουν στο ξύλο, γιατί σου γυρίζει το στομάχι με κάτι τέτοια.

Στ’ αρχίδια σου αν ο τύπος δεν έχει χαρτιά επειδή σκόπιμα δεν του τα δίνει ο κρατικός μηχανισμός, που έχει υπογράψει συμβάσεις να μην προωθεί μετανάστες σε Ευρωπαϊκές χώρες – με αντάλλαγμα τρεις μίζες, μία φρεγάτα και πέντε δάνεια. Δεν παίζει ρόλο το ότι πρόκειται για τον ίδιο κρατικό μηχανισμό που βρίζεις πρωί-μεσημέρι-βράδυ επειδή είναι διεφθαρμένος, τεμπέλης και υπέρβαρος. Ούτε το ότι τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις τις έχουν εγκρίνει οι ίδιοι άνθρωποι που κατηγορείς για εθνική προδοσία. Και τους οποίους κανένας μετανάστης δεν ψήφισε.

Στ’ αρχίδια σου αν πρόκειται για πρόσφυγα, γιατί στην πατρίδα του σφάζονται, βομβαρδίζονται, βασανίζονται ή απελευθερώνονται από δυνάμεις στις οποίες ενίοτε συμμετέχουν και Έλληνες. Θαρραλέοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί που υπερασπίζονται με περηφάνεια τα συμφέροντα ξένων πετρελαϊκών τραστ. Με δικά μας έξοδα.

Στ’ αρχίδια σου αν κάνει κουμάντο στη χώρα του τύπου κάποιος μη εκλεγμένος μπάσταρδος και δεν έχει ο λαός τη ρώμη και την αποφασιστικότητα να επαναστατήσει και να τιμωρήσει όλο το σάπιο καθεστώς όπως του αξίζει. Σαν εμάς καλή ώρα, που έχουμε στήσει κρεμάλες στις πλατείες και περιμένουμε υπομονετικά πότε θα μας ανακοινώσουν εκλογές για να τις μαζέψουμε. Ώστε να πάμε να τους εμπιστευτούμε για μία τελευταία φορά, με απαράβατο όρο ότι έτσι και τα σκατώσουν ακόμα περισσότερο θα σηκωθούμε να φύγουμε. Μετανάστες.

Στ’ αρχίδια σου αν ο Χ φουκαράς έφυγε από το κωλομπαγκλαντές του επειδή εκεί τα μεροκάματα είναι πιο της πείνας κι από τα δικά μας (κι άμα σηκώσεις κεφάλι σε δέρνουν, ενώ στην Ελλάδα όχι). Κι είναι εντελώς τυχαίο το ότι ο Μπαγκλαντεσιανός μπορεί να κατασκεύαζε πλαστικά καπάκια για τα smartphones που πλήρωσες μια περιουσία για να αγοράσεις. Τον έπιασαν κορόιδο οι εργοδότες του κι οι πολιτικοί του γιατί ήταν βλάκας και καλά να πάθει. Ας έκανε καλύτερες διαπραγματεύσεις, όπως εμείς που έχουμε πάρει τα παπάρια μας και τώρα ρίχνουμε την ευθύνη στην απληστία του συνδικαλισμού – που ζήταγε οχτάωρα, υπερωρίες, δώρα Πάσχα, σύνταξη, κοινωνικές παροχές και λοιπές κομμουνιστικές παθογένειες.

Στ’ αρχίδια σου αν ο βρωμομετανάστης κατουράει σε εισόδους πολυκατοικιών γιατί δεν υπάρχουν καθαρές και ασφαλείς δημόσιες τουαλέτες που ήδη έχεις πληρώσει με τους φόρους και τις εισφορές σου. Στ’ αρχίδια σου αν πουλάει πρέζα στο απέναντι σοκάκι από το Έβερεστ και οι δελτάδες τον βλέπουν και πίνουν φραπέ. Στ’ αρχίδια σου αν κουβαλάει καλάσνικοφ κι όλα τα κονδύλια που αφορούν στη δημόσια τάξη πάνε σε δακρυγόνα και ασπίδες που χρησιμοποιούνται εναντίον σου και όχι εναντίον του.

Στ’ αρχίδια σου αν έχουν παρατήσει έναν άνθρωπο στο γκέτο σαν σκουπίδι επειδή δεν μπορούν και δεν θέλουν να στήσουν στοιχειώδεις υποδομές αληθινής ανάπτυξης – δίνοντας έτσι δουλειά και στέγη σε μετανάστες αλλά και σ’ ένα σωρό Έλληνες. Οι οποίοι έχουν ρημαχτεί στο μεταξύ από την ανεργία, αλλά σε ελάχιστο ποσοστό επειδή τους πήραν τη δουλειά οι ξένοι. Που ως γνωστόν έχουν φάει όλα τα καλά πόστα σε ειδικότητες μάνατζμεντ, μάρκετινγκ, HR και ΙΤ, ενώ στο όντιτινγκ παίρνουν πια μόνο Νιγηριανούς. Τι; Φραουλοχώραφα και μηχανότρατες; Ξεσκάτωμα γέρων; Θα αστειεύεσαι βέβαια…

Στ’ αρχίδια σου αν ο παππούς σου δούλευε κι αυτός σε φραουλοχώραφο ή μηχανότρατα, αν στα νιάτα του είχε την ίδια σκαμμένη φάτσα και την ίδια καμπουριασμένη πλάτη με τον μετανάστη που μόλις βούτηξαν κάτι μαυροντυμένοι και οι περαστικοί χειροκροτάνε και τραβάνε βίντεο με τα κινητά τους (για να ποστάρουν μετά οι φίλοι τους στο Φου-Μπου σχόλια του τύπου “και σ’ όποιον δεν αρέσει, να τον βάλει στο σπίτι του” κι από κάτω να έχει δέκα like). Κι αν πρόκειται για καμιά χαροκαμένη με μαντήλα στο κεφάλι, είναι καθαρή σύμπτωση το ότι η γιαγιά σου κυκλοφορεί ακόμα έτσι (και τώρα που της έκοψαν τη σύνταξη κι εσύ δεν μπορείς να τσοντάρεις, παίζει να βγει η γριούλα στο δρόμο να ζητιανέψει).

Γιατί στην τελική, στ’ αρχίδια σου αν αυτός που θα πιάσουν και θα στιβάξουν σαν το ζώο σε μια αποθήκη δεν είναι μετανάστης και είναι Έλληνας. Στ’ αρχίδια σου αν είναι ο γείτονας σου, ο συμμαθητής σου από το δημοτικό, ο εγγονός του συγχωριανού σου, ο άσχετος που κάποτε μοιραστήκατε το ίδιο λεωφορείο. Δεν τα κατάφερε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο. Συμβαίνει. Κι αν τον πυροβολήσουν τίποτα μπάτσοι κατά λάθος, παράπλευρη απώλεια θα είναι και κρίμα τον άνθρωπο που ήταν και δικός μας αλλά καλύτερα να μην το μάθουμε ποτέ γιατί θα στεναχωρεθούμε.

Κυρίως όμως να μην το πούμε ποτέ στα παιδιά μας. Τσιμουδιά. Δεν θέλουμε να μάθουν ότι κάποτε είχαμε τυφλωθεί τόσο πολύ από την πληγωμένη μας αξιοπρέπεια ώστε να επικροτούμε τη μαζική εξαθλίωση και εξόντωση συνανθρώπων μας. Τους οποίους βλέπουμε σαν ζώα γιατί αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι κάποτε κι εμείς έτσι ήμασταν, και τώρα που αγριεύουν οι εποχές κινδυνεύουμε να ξαναγίνουμε.

Πάτα τώρα κλικ να δεις το κωλοπειραγμένο αμάξι που δεν θα πάρεις ποτέ και το κωλοχαριτωμένο γατάκι που μια μέρα θα αναγκαστείς να μαγειρέψεις και να φας.

Αναδημοσιεύση απο: nefelikas.wordpress.com

Συνέχεια...
1
Από τότε που επέστρεψα από Πορτογαλία και Ιταλία πριν από 2 μήνες, είμαι συνεχώς σε ένα τρένο, αυτοκίνητο, λεωφορείο ή τουλάχιστον σε κάποιον δρόμο που καταλήγει σε μια αίθουσα γεμάτη ανθρώπους που ψάχνουν για κάτι διαφορετικό και δέχομαι τη φιλοξενία ανθρώπων που πλέον θεωρώ οικογένεια.

Από παρουσίαση σε παρουσίαση και σε πρακτικά εργαστήρια, συνεντεύξεις και συναντήσεις, ένα πράγμα που μου δίνει τη δύναμη να συνεχίσω με αυτούς τους ρυθμούς και να αισθάνομαι πως το σπίτι μου είναι παντού είναι μάτια που γεμίζουν ενθουσιασμό και καρδιές που ξεχειλίζουν από ελπίδα καθώς τους παρουσιάζω μέσα από τα δικά μου βιώματα την αεικαλλιέργεια (permaculture)*.

Η αεικαλλιέργεια μας δίνει εφικτές λύσεις που δεν είχαμε καν φανταστεί και μας λύνει τα χέρια, γιατί μας δείχνει πως μπορούμε να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να ζούμε σε αρμονία με τη φύση και να έχουμε όλες μας τις ανάγκες καλυμμένες.

Για μένα το ταξίδι της αεικαλλιέργειας ξεκίνησε από τότε που ήμουν μικρή και δεν είχε κανένα όνομα. Ήταν κάτι μέσα μου που με ωθούσε να συντηρώ το νερό, να σβήνω τα φώτα και να μην με ενδιαφέρει ο καταναλωτισμός, αν και με κατέκριναν οι φασιονίστες για την έλλειψη στοιχείων μόδας στη γκαρνταρόμπα μου. Δεν ήξερα πως να δικαιολογηθώ για την έλλειψη ενδιαφέροντος προς την καταναλωτική ζωή και πολλές φορές η ανικανότητά μου να εξηγήσω ακριβώς γιατί δεν ήθελα να είμαι μέρος αυτού του συστήματος, μου δημιουργούσε συναισθήματα ανεπάρκειας. Τώρα η ικανότητά μου επεκτείνεται όχι μόνο στο να εξηγήσω ακριβώς γιατί είμαι έτσι, αλλά στο να εμπνεύσω τους ανθρώπους να δουν τα πράγματα αλλιώς.

“Σε αυτόν τον κόσμο, τα πράγματα είναι πολύπλοκα και αποφασίζονται από πολλούς παράγοντες. Πρέπει να κοιτάμε τα προβλήματα από διαφορετικές πλευρές, όχι μόνο από μια” – Mao Tse Τung, 1945

Η φιλοσοφία που διέπει την περμακουλτούρα είναι της συνεργασίας και όχι του ανταγωνισμού με τη φύση, της παρατεταμένης και προσεκτικής παρατήρησης και όχι της παρατεταμένης και άλογης δράσης, της προσέγγισης των ζωντανών συστημάτων για όλες τις λειτουργίες τους και όχι μόνο για την απόδοση ενός και μοναδικού προϊόντος από αυτά και της διαχείρισης των οικοσυστημάτων με τρόπο που να τους επιτρέπει να εκδηλώνουν την ιδία τους εξέλιξη.

Ο Bill Mollison (συν-θεμελιωτής της permaculture) λέει πως η διαφορά στην άποψη αυτή είναι σαν να κοιτάς τη διαφορά μεταξύ των ιθαγενών της Αυστραλίας (Aborigines) και των κλασσικών γεωργών: Ο γεωργός θα έκοβε το στήθος της μητέρας του για να πάρει το γάλα, ενώ ο ιθαγενής θα πάρει μόνο αυτό που του δίνει η γη και θα το πάρει με ευλάβεια.

Αισθάνομαι πως έχουμε αποστασιοποιηθεί από τη γη τόσο πολύ, που δεν είμαστε καν συνειδητοί πως είμαστε ένα με αυτήν. Από αυτή γεννηθήκαμε και με αυτή θα συγχωνευθούμε. Όπως η γη αποτελείται από χώμα, νερό, αέρα και φωτιά, έτσι και εμείς. Όταν σκάβουμε τη γη κάνουμε πληγή. Όταν παίρνουμε, χωρίς να επιστρέφουμε τίποτα, δημιουργούμε κενά τα οποία βλάπτουν τη γη και εμάς κατά συνέπεια….μόνο και μόνο γιατί είμαστε αναπόσπαστο κομμάτι της. Και στην τελική, αν δεν υπάρχει υγεία στη γη, έχουμε πεθάνει και εμείς.

“Οι αλλαγές, για να έχουν αξία, πρέπει πρωτίστως να επιδρούν στο βασικό φιλοσοφικό επίπεδο” – Masanobu Fukuoka

Οι αλλαγές που χρειάζονται είναι θέμα φιλοσοφίας, και δεν εστιάζουν μόνο στις απαντήσεις, αλλά στο να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις. Δηλαδή μπορούμε να ρωτήσουμε: ¨Τι μπορώ να απαιτήσω από τη γη;” ή “τι μπορεί να μου δώσει η γη;” και αυτή η ερώτηση θα καθορίσει είτε το βίαιο χειρισμό της γης είτε τη βιώσιμη διαχείρισή της.

Κοιτάζοντας γύρω μας, θα καταλάβουμε πως έχουμε τα πάντα στη διάθεσή μας για να ζήσουμε μια πλήρη και αυτάρκη ζωή: ήλιο, αέρα, ανθρώπους, ζώα, φυτά, γνώσεις, υλικά.

Μόνο αν κρατάμε ανοιχτό το μυαλό, τα μάτια και την ψυχή μας μπορούμε να δούμε πως αυτά είναι τα μόνα που χρειαζόμαστε και ότι τα χρήματα, η κατανάλωση, η ιδιοκτησία και εν τέλη ο αχόρταγος εγωισμός μας είναι αυτά που μας έχουν καταστρέψει.

Μερικοί από εμάς έχουμε το θέμα της “ντροπής” – ντρεπόμαστε να πάρουμε ένα ταπεράκι με φαγητό από το σπίτι στη δουλειά, ντρεπόμαστε να γεμίσουμε το μπουκάλι από τη βρύση ή ντρεπόμαστε να καταδεχθούμε να φορέσουμε ρούχα από άλλον. Αν υπάρχει θέση για ντροπή σε αυτό τον κόσμο, θα έπρεπε ίσως να είναι στο ότι ΔΕΝ κάνουμε αυτά τα πράγματα καθώς και στην άγνοιά μας για τις συνέπειες των πράξεών μας. Πώς έχει καταλήξει η υπερ-κατανάλωση να δείχνει πολιτισμό από τη στιγμή που αυτές οι κινήσεις έχουν γεμίσει τον κόσμο μας με σκουπίδια; Δείχνουμε δηλαδή “πολιτισμό” και “εξέλιξη” καθώς μεταφέρουμε αυτό τον τρόπο ζωής και στα παιδιά μας; Για να ξυπνήσουμε λιγάκι!!

Στην καρδιά της αεικαλλιέργειας υπάρχει η θεμελιώδης επιθυμία να κάνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είναι σωστό και δρώντας με αυτόν τον τρόπο να γινόμαστε μέρος της λύσης αντί μέρος του ίδιου του προβλήματος.

Με άλλα λόγια, σε όλο αυτό υπάρχει μια αίσθηση ηθικής, που μπορεί να συνοψιστεί στα παρακάτω:

Φροντίδα για τη γη: Η επιβίωσή μας εξαρτάται από τη Γη, η οποία είναι ένας ζωντανός, ενιαίος οργανισμός και είμαστε μέρος της, όπως τα ζώα. Όλα τα ζωντανά και μη ζωντανά έχουν εγγενή αξία, όλα είναι σημαντικά. Υιοθετώντας την περμακουλτούρα, μπορούμε να αυξήσουμε την παραγωγικότητα της γης σε τέτοιο βαθμό που να χρειαζόμαστε πολύ λιγότερη καλλιεργήσιμη έκταση, αφήνοντας έτσι περισσότερο χώρο στην άγρια φύση.

Φροντίδα για τον άνθρωπο: Η φροντίδα για τον άνθρωπο είναι εξίσου σημαντική με την φροντίδα για τη γη. Αν δεν προσέξουμε τους εαυτούς μας, πώς θα είμαστε σε θέση να προσέξουμε τη γη; Αυτό μπορεί να σημαίνει τα πάντα – από το να διδάξουμε στον εαυτό μας την τέχνη του να επικοινωνεί και να ακούει, μέχρι το να σχεδιάσουμε εκ νέου πόλεις που να επιτρέπουν την κάλυψη των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών. Ας ξεκινήσουμε με κάτι εύκολο: Ένα χαμόγελο στον συνάνθρωπό μας!

Δίκαιος μερισμός: Ο δίκαιος μερισμός είναι να αποδεχτούμε ότι η Γη έχει όρια. Δεν έχει άπειρο μέγεθος, συνεπώς και η όρεξή μας δεν μπορεί να είναι άπειρη. Το να ανακυκλώνουμε ή να αγοράζουμε “περιβαλλοντικά φιλικά” προϊόντα, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη δραστική μείωση της κατανάλωσης, οπότε βάζουμε όρια στη κατανάλωση και μοιραζόμαστε δίκαια το πλεόνασμα με τους ανθρώπους και τη γη.

Από εμάς εξαρτάται! Εμείς πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για όσα γίνονται στη ζωή μας, γιατί ο εξωτερικός μας κόσμος είναι μια προβολή της εσωτερικής μας κατάστασης και όσο το συντομότερο καταλάβουμε πως όλα ξεκινάνε από εμάς τους ίδιους, τόσο πιο γρήγορα θα πάρουν τα πράγματα τη σωστή ροή για εμάς, την κοινωνία μας και το πανέμορφο περιβάλλον μας.

*Σημείωση: H λέξη permaculture προέρχεται από τη “permanent agriculture (μόνιμη γεωργία)” και τη “permanent culture (μόνιμη καλλιέργεια)”. Εγώ έχω επικεντρωθεί στον ορισμό αεικαλλιέργεια ο οποίος προέρχεται από τις λέξεις αειφόρος + καλλιέργεια και πιστεύω πως είναι η πιο πιστή ελληνική απόδοση της λέξης permaculture. Θα μου ξεφεύγει όμως μερικές φορές ο όρος περμακουλτούρα που είναι η ελληνικοποίηση της αγγλικής λέξης permaculture και η αγαπημένη ορολογία μερικών συνεργατών μου! Ωστόσο, χρησιμοποιούνται επίσης οι ορολογίες: Συνεχής Καλλιέργεια, Μόνιμη Καλλιέργεια, Διαρκής Καλλιέργεια και Αειφόρος Καλλιέργεια.

Βιβλιογραφία: Permaculture (Συνεχής Καλλιέργεια) με λίγα λόγια, του Patrick Whitefield, εκδόσεις Λευκό Κυπαρίσσι

Πηγή: kangouro.gr

Συνέχεια...

1821... μύθοι

Posted: by παντιγέρα in
0

Η μπροσούρα εκδόθηκε από στέκια, καταλήψεις, χώρους και ομάδες στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά. Διανέμεται σε 6.000 αντίτυπα, χέρι με χέρι, σε γειτονιές, σε δρόμους, σε πλατείες, σε σχολεία περιοχών της δυτικής Αθήνας και του Πειραιά.
Συνέχεια...

Ψηλά τις μαυροκόκκινες!

Posted: by παντιγέρα in
0
Θάνος Ανεστόπουλος-Η Γαλέρα (il galeone) (Σκλάβοι στα όπλα) Mουσικό πριόνι Νίκος Γιούσεφ.



Από πηγές στα ιταλικά και στα αγγλικά το τραγούδι αυτό μάλλον γράφτηκε στη φυλακή Fossombrone το 1967 από τον Belgrado Pedrini, αναρχικό και αντιφασίστα, φίλο του Μαλατέστα σε νεαρή ηλικία. Ο αρχικός τίτλος του ποιήματος ήταν Schiavi (σκλάβοι) και όταν αργότερα μελοποιήθηκε άλλαξε τίτλο σε Il Galeone (Η γαλέρα).
Ο Belgrado Pedrini αρχικά φυλακίστηκε το 1937-1938 για διάδοση αντιφασιστικής προπαγάνδας. Το 1942 με άλλους 2 συντρόφους του αφόπλισαν και έδειραν σε ένα μπαρ 5 φασίστες και διωκόμενοι από το καθεστώς κατέφυγαν στο Μιλάνο. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους καθώς κολλούσαν αφίσες που καλούσαν το λαό να ξεσηκωθεί ενάντια στους φασίστες βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αστυνομία και κατάφεραν να διαφύγουν έπειτα από ανταλλαγή πυροβολισμών.

Ένα χρόνο αργότερα και όντας στην λίστα των καταζητούμενων της μυστικής αστυνομίας του Μουσολίνι τους περικύκλωσαν σε ένα ξενοδοχείο στη La Spezia και έπειτα από νέα ανταλλαγή πυροβολισμών που διήρκεσε αρκετές ώρες και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο ενός μπάτσου συνελήφθησαν σοβαρά τραυματισμένοι.

Μεταφέρθηκαν στη φυλακή Massa με σκοπό να δικαστούν συνοπτικά και να εκτελεστούν, όμως τον Ιούνιο του '44 απελευθερώθηκαν έπειτα από επίθεση στη φυλακή από την ιταλική Αντίσταση στην οποία ο Pedrini προσχώρησε ξανά και πήρε μέρος σε μάχες και σαμποτάζ εναντίον των φασιστών.

Λίγο πριν την απελευθέρωση συνελήφθη ξανά τον Μάη του '45 και το '49 καταδικάστηκε σε ισόβια καθώς οι δικαστές αγνόησαν επιδεικτικά τον πολιτικό χαρακτήρα της αντίστασης στους φασίστες κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Στη φυλακή κατηγορήθηκε αρκετές φορές για υποκίνηση εξεγέρσεων και προσπάθειες απόδρασης με αποτέλεσμα τη συχνή μετακίνηση του από φυλακή σε φυλακή.

Αποφυλακίστηκε το 1975 και μέχρι το θάνατο του το 1979 ασχολήθηκε με τη συγγραφή προκηρύξεων και αφισών και την προετοιμασία έκδοσης της εφημερίδας L’Amico del Popolo της οποίας το πρώτο φύλλο τυπώθηκε λίγους μήνες πριν πεθάνει.

Μια πολύ σπάνια εκτέλεση ενός αναρχικού ύμνου στα ελληνικά. Από live συναυλία στη Ζάκυνθο. Ακυκλοφόρητο κομμάτι, αποκλειστικά από τους RossoNero με την συγκατάθεση του ίδιου του καλλιτέχνη. μουσικό πριόνι Νίκος Γιούσεφ.

Πηγή: zbaro.blogspot.com , anarkismo.net

Συνέχεια...

Εκτος απ' τον καπιταλισμό, είμαστε κι εμείς, ηλίθιε

Posted: by παντιγέρα in
0
Ζούμε ένα παρατεταμένο εφιάλτη, από τον οποίο δεν ξεφεύγουμε ξυπνώντας.
Έχουμε αρχίσει να βαδίζουμε στην έρημο και ξέρουμε πως έχουμε μπροστά μας ολόκληρη τη Σαχάρα.

Μετά την υπερψήφιση της νέας ταφόπλακας από τα 199 ανδρείκελα, αυτά που βιώνουμε τα δύο τελευταία χρόνια, περικοπές, εργασιακές ανατροπές, απολύσεις, εφεδρείες, ανεργία, πείνα, νεόφτωχοι, νεοάστεγοι κλπ κλπ θα λογίζονται ωq μερικές σκηνές από το έργο. Η ταινία αρχίζει μόλις τώρα.

Κι όμως! Ακόμη και αυτή τη στιγμή κάποιοι πείθονται πως υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ. Και μάλιστα το βλέπουν, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως είναι το τρένο που έρχεται κατά πάνω μας.


Ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος το είπε γλαφυρά. Θα έχουμε, μέσα σε δυο χρόνια , μείωση του προσδόκιμου ζωής κατά μια τουλάχιστον δεκαετία.
Πρόκειται για μια μεθοδευμένη γενοκτονία. Την είδαμε να συμβαίνει κι αλλού. Όπου πάτησε το πόδι του το ΔΝΤ, άφησε πίσω του καμένη γη, εκατομμύρια εξαθλιωμένους, χιλιάδες αυτοκτονημένους.


Όπου συγκροτήθηκε λυκοσυμμαχία, σαν την Ε.Ε, έβαλαν τους λύκους να φυλάνε τα πρόβατα και δε βρέθηκε ούτε η προβιά τους.


Και ενώ μας τυλίγει η φρίκη, άλλοι μιλούν για αεροπορικούς μαζικούς ψεκασμούς με κατασταλτικά (πώς γίνεται όμως κάποιοι να κρατούν ομπρέλα;), άλλοι προσποιούνται πως αν δεν μιλούν για όλ’ αυτά, μπορούν κιόλας να τα ξορκίζουν, πως συνεχίζει να υπάρχει μια «κανονικότητα», πως όσο η Τρέμη και ο Καψής βγαίνουν στα τηλεπαράθυρα, όλα ‘βαίνουν καλώς’, πως αν πάρουμε το μπακαλοδέφτερο και λογαριάσουμε πώς θα μοιράσουμε τις πενταροδεκάρες, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, ή τέλος πάντων να κοιμόμαστε, έστω και ανήσυχοι.


Και μέσα σ΄αυτή την έρημο που δεν έχει ούτε αντικατοπτρισμούς ούτε οφθαλμαπάτες. τα αμετανόητα πασόκια συνεχίζουν να οργανώνουν και να μιλάνε ανοιχτά, με κυνισμό, για το πολιτικό τους αύριο, η γαλάζια γενιά να προθερμαίνεται για την εξουσία και οι κατάμαυροι νεοφασίστες να έχουν δημόσιο βήμα και να εξαπολύουν φληναφήματα.


Εκεί που θα ‘πρεπε να πάψουν να υπάρχουν, πολιτικά και βιολογικά, να έχουν φύγει νύχτα από το ρημαγμένο τόπο και, όσοι έχουν μείνει να νοιώθουν ντροπιασμένοι και να δείχνουν αμήχανοι, υπάρχουν και συνεχίζουν να είναι το ίδιο κυνικοί και ξεδιάντροποι.

Και οι άλλοι; Πού είναι οι άλλοι;



Μάλιστα! Όλο αυτό είναι ο καπιταλισμός, που άφησε να μεσολαβήσει μια ανάσα πλαστικής ευημερίας, δανεικού καταναλωτισμού και χρεωμένης αυταπάτης και μας έπιασε στον ύπνο.
Και τι θα πούμε λοιπόν; Πως, μπλα-μπλα-μπλα μας παγίδεψαν; Πως μπλα-μπλα-μπλα τους πιστέψαμε;


Και τι σημαίνει αυτό; Αν τα παιδιά μας αποφάσιζαν να δικάσουν κι εμάς ως συνένοχους, μαζί με τους πρωταίτιους, για την ερήμωση της ζωής τους, θα μας έδιναν το ακαταλόγιστο;
Στην καλύτερη δηλαδή περίπτωση, θα μας αθώωναν ως ηλίθιους;


Στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, στις 12 του μαυροφλέβαρου, είχε πολύ κόσμο. Οι δεκάδες χιλιάδες όμως πάνω από τους πολλούς στην Αθήνα και στην επαρχία - αχ στην επαρχία - πού ήταν; Πού ήταν το ένα εκατομμύριο άνεργοι; Πού κλείστηκαν όλοι αυτοί που τελούν 'υπό εφεδρεία'; Σε ποιο καναπέ βούλιαξαν όλοι αυτοί που βλέπουν τους δικούς τους να παίρνουν τη μεταναστευτική βίζα; Σε ποια άπρακτη απόγνωση χώθηκαν όλοι αυτοί που έχουν άρρωστο το δικό τους άνθρωπο και δε βρίσκουν ούτε σύριγγα στα νοσοκομεία; Με πόσους τόνους ηλιθιότητας ψεκάστηκαν όσοι προχτές ήταν και πάλι απεργοσπάστες;

O τίτλος του κειμένου και οι σκέψεις που ακολουθούν, σε καμιά περίπτωση, ας μη θεωρηθούν ως συμπλήρωμα ή αντιπερισπασμός στο σπουδαίο βιβλίο του Μπογιόπουλου. Θα ήταν πολύ αλαζονική και υπερφίαλη κάθε απόπειρα συμπλήρωσής του. Στο κάτω-κάτω ας την επιλέξει ο ίδιος ο συγγραφέας.


Ας πούμε λοιπόν ότι το βιβλίο του Μπογιόπουλου δίνει το ερέθισμα για μερικές σκέψεις. Μιας και δεν είναι αυτή η πρώτη απεύθυνση στον κοινωνιολογικά και ιστορικά «ηλίθιο», ας συμπεριλάβουμε ως ερέθισμα και το βιβλίο του Μάικλ Μουρ, «Ηλίθιε Λευκέ», μια επίσης σπουδαία ανάλυση της σύγχρονης αμερικάνικης κοινωνίας.


Και ο Μπογιόπουλος και ο Μουρ, χρησιμοποιώντας αυτή την κλητική προσφώνηση, μάλλον συνοψίζουν αρκετά γλαφυρά την αγανάχτησή τους, για την κοινωνιολογική τύφλα που έχει πάρει διαστάσεις ηλιθιότητας. Επειδή όμως αυτή η ερμηνεία της προσφώνησης μπορεί να θεωρηθεί αυθαίρετη και άσχετη με την κρίση και τα συναισθήματα των δύο συγγραφέων, ας την περιορίσουμε στο πώς την προσλαμβάνει προσωπικά η γράφουσα, για να γλιτώσουμε πιθανές παρεξηγήσεις.


Και επιπλέον για την αποφυγή παρεξηγήσεων, αυτές οι σκέψεις ας μη θεωρηθούν ως κριτικό σημείωμα, αλλά και ως αυτοκριτική απολογία. Κι ας κάτσει ο καθένας από μας να επιμερίσει για τον εαυτό του, την πράξη ή την απραξία του, την ηθελημένη αφέλειά του και τη συνειδητή του αναισθησία, την κουτοπόνηρη περιχαράκωσή του και τη μίζερη ηττοπάθεια, με λίγα λόγια το μερίδιο ηλιθιότητας που μας αναλογεί.


Γιατί είναι σίγουρο πως, για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε, ο καθένας από μας δεν έκανε αυτό που όφειλε να κάνει, σύμφωνα με τον κοινωνικό του προσδιορισμό.
Το καθήκον τους απέναντι στην τάξη τους το έκαναν υποδειγματικά, μόνο αυτοί που ερημώνουν σήμερα τις ζωές μας. Μπορούμε να τους κατηγορήσουμε για πολλά, όχι όμως για ταξική ασυνέπεια. Υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται τα συμφέροντα της τάξης τους με 'συγκινητική' επιμονή.
Εμείς βρεθήκαμε ασυνεπείς και ηθελημένα εξαπατημένοι ή εξαγορασμένοι.
Άλλοτε παραδομένοι σε μια ξεφτιλισμένη δημοκρατία όλο επιφάσεις και τρικλοποδιές, άλλοτε πλαδαρά χουχουλιασμένοι επί του καναπέως και άλλοτε εξαντλημένοι σε θεωρητικές αναλύσεις και περιγραφές αλλά στην πράξη ολίγιστοι, εκθρέψαμε μόνοι μας τον Γκοτζίλα και τον αφήσαμε να μας τρομοκρατεί.



Βέβαια – κι αυτό ας μην αποτελέσει άλλοθι αλλά ερμηνεία – οι φυσικοί λένε πως όσο περισσότερα και απανωτά χτυπήματα καταφέρνεις σ’ ένα αντικείμενο, τόσο του παρατείνεις την αδράνεια.
Σ’ ένα αντικείμενο…
Μιας και αυτή, η εξερεύνηση της ηλιθιότητάς μας, παραπέμπει και στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, ας κρατήσουμε απ’ το βιβλίο του μεγάλου μυθιστοριογράφου, μια αποστροφή από τις εξομολογήσεις του Μίσκιν: «…πάντα, όποτε η αρρώστια μου τύχαινε να επιδεινώνεται και με έπιαναν απανωτές κρίσεις, βυθιζόμουν σε πλήρη αποβλάκωση, έχανα εντελώς το μνημονικό μου και παρ’ ότι δούλευε το μυαλό μου, ανατρεπόταν θαρρείς, η λογική ροή των σκέψεών. Κατά συνέπεια μου ήταν αδύνατο να βάλω σε τάξη παραπάνω από δυο τρεις ιδέες.»
Ο Μίσκιν βέβαια περιέγραψε έτσι τα συμπτώματα της επιληψίας από την οποία έπασχε. Μια παθολογική κατάσταση για την οποία δεν έχει καμιά ευθύνη αυτός που υποφέρει και δεν έχει καμιά σχέση με την ηλιθιότητα. Η αποστροφή του Μίσκιν καταγράφεται, όχι γιατί εμείς πάσχουμε από επιληψία, αλλά γιατί τα συμπτώματα της κοινωνικής ηλιθιότητας είναι σχεδόν τα ίδια. Το δικό μας «βύθισμα στην αποβλάκωση» έχει επίσης πάρει παθολογικές διαστάσεις, όμως δεν επιδέχεται φαρμακευτική αγωγή. Η δική μας ηλιθιότητα είναι, στο μεγαλύτερο μέρος της, αποτέλεσμα μιας αριστοτεχνικής και αδιάκοπης χειραγώγησης και λιγότερο, αλλά καθόλου ευκαταφρόνητα, συνέπεια προσωπικού εφησυχασμού και ηθελημένης άγνοιας.


Ο «ηλίθιος» του Μουρ ή του Μπογιόπουλου είναι αυτός που αγνοεί την κοινωνική του θέση και τον ιστορικό του προορισμό. Είναι αυτός που συνειδητά ή ασυνείδητα αυταπατάται. Αυτός που θεωρεί τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις ως τυχαία και αναπόφευκτα, ασύνδετα συμβάντα, λίγο-πολύ ως φυσικά φαινόμενα και πιστεύει ότι αδυνατεί να τα καθορίσει ή, ακόμη χειρότερα, αδιαφορεί γι αυτά.
Ο κοινωνιολογικά και ιστορικά «ηλίθιος» δεν έχει μειωμένη εγκεφαλική ουσία. Μπορεί μάλιστα να είναι ιδιοφυής σ’ ένα συγκεκριμένο τομέα. Ιδιαίτερα σήμερα, που η αυστηρή όλο και πιο στενή εξειδίκευση σαρώνει, ιδιοφυείς άνθρωποι σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο, πολιτογραφούνται σωρηδόν στην αυτοκρατορία των ηλίθιων.
Ή όπως το λέει πολύ χαρακτηριστικά ο Χαριτόπουλος στο Εγχειρίδιο Βλακείας,
«…το χαρτί δεν είναι πιστοποιητικό ευφυΐας. Αν το μυαλό κάποιου φτάνει για να πάρει δίπλωμα οδήγησης, κατά πάσα πιθανότητα φτάνει και για να πάρει ένα δίπλωμα σπουδών. Τα νοητικά απαιτούμενα είναι περίπου ισοδύναμα…
Δεν είναι σπάνιο το ενσταντανέ του Μπούλη να ποζάρει με την τήβεννο του Χάρβαρντ και το πτυχίο ρολό στα χέρια του να μην ξέρει που να το βάλει».


Το βιβλίο Μογιόπουλου μπορεί λοιπόν να δίνει το ερέθισμα, ο λόγος όμως είναι η σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο κυνισμός της δουλικής πολιτικής, η εξουθενωτική πλύση εγκεφάλου, ο προσανατολισμός της δημόσιας εκπαίδευσης στην ακριβοπληρωμένη παραγωγή «χρήσιμων ηλίθιων» και, πάνω απ’ όλα, η εξαθλίωση των πολλών ανθρώπων, δημιουργούν σε όλο και περισσότερο κόσμο την απορία, πώς είναι δυνατό όλα να γίνονται τόσο ξεφωνημένα και απροκάλυπτα και τα θύματα αυτής της φρίκης να μην αντιδρούμε.
Η ανοχή της κοινωνικής πλειοψηφίας μοιάζει να παίρνει διαστάσεις γενικευμένης ύπνωσης, καθολικής αποβλάκωσης.


Βέβαια οι ιστορικοί χρόνοι δεν είναι ημερολογιακοί και ίσως έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι είναι ανιστόρητη και μικροαστική η βιασύνη στην απαίτηση κοινωνικής αντίδρασης. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη διασταλτικότητα του ιστορικού χρόνου και την αποτελεσματικότητα της χειραγώγησης, η απορία για την κοινωνική αδράνεια συνεχίζει να είναι ένα μεγάλο ζητούμενο.
Παρακάτω ακολουθούν ορισμένες κατηγορίες κοινωνικής ηλιθιότητας, με διαφορετική ίσως προέλευση, αλλά κοινή κατάληξη. Σε κάποια από αυτές μπορεί ο καθένας να βρει το προσωπικό του στίγμα. Και για να μη βιαστεί κανείς να προσβληθεί, ας πούμε ξανά ότι, η γράφουσα, έχω κατά καιρούς φιλοξενηθεί σε πάνω από μία κατηγορίες .


ΔΙΑΡΚΗΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΗΛΙΘΙΩΝ

Πάρτε το πιο όμορφο τριαντάφυλλο.
Αν το βάλετε σε διάλυμα χλωρίνης, σε λιγότερο από μια ώρα
ο μίσχος του θα γείρει και τα πέταλα θα μαυρίσουν.
Μόνο τα αγκάθια του θα μείνουν όρθια.


Το διακύβευμα για τον καπιταλισμό είναι μεγάλο. Τα αμύθητα κέρδη και η δύναμη της εξουσίας. Δυο αδιαπραγμάτευτα προνόμια που, όχι μόνο δεν είναι διαθέσιμος να ρισκάρει, αλλά οπλίζεται προκαταβολικά για να τα υπερασπιστεί, με νύχια και με δόντια. Και επειδή ξέρει καλά ότι η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία, έχει οργανώσει ένα πολυδαίδαλο μηχανισμό, επιστημονικής αρτιότητας και μηχανικής τελειότητας που φροντίζει για τη μαζική αποβλάκωση από τα πολύ τρυφερά παιδικά χρόνια ως την ενήλικη πιστοποίηση. Για τα μελαγχολικά γηρατειά, ενώ ξέρει ότι μπορεί να επαφίεται στη βιολογική αδυναμία, και πάλι δεν εφησυχάζει. Κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι ‘η εξέγερση της τρίτης ηλικίας’ είναι μόνο σενάριο επιστημονικής φαντασίας.


Σχολείο, θρησκεία, στρατός, βιοπορισμός, ΜΜΕ και μια ψεύτικη δημοκρατία όλο ανέκδοτα και παραισθήσεις, συγκροτούν το μηχανισμό μεθοδευμένης εξηλιθίωσης.
Το παιδί μαθαίνει, από πολύ μικρό, πώς να υποτάσσεται, να αγελοποιείται, να μαθαίνει πώς να μη μαθαίνει, να αυτοενοχοποιείται, να υπακούει, να καταναλώνει, να αρκείται, να ‘ενημερώνεται για το πρέπον’ και οπωσδήποτε να νοιώθει συμμέτοχος και πρωταγωνιστής σε μια ‘δημοκρατία’ των εν λευκώ αναθέσεων, που του κλείνει το μάτι κάθε τέσσερα χρόνια και όλο το υπόλοιπο διάστημα τον φτύνει στα μούτρα. Από το φοβισμένο δούλο στον πολίτη Γκα-γκα και από το μαστίγιο στον Πρετεντέρη, ο διασταλτικός ιστορικός χρόνος συμπύκνωσε νέες μεθόδους για να διαφυλάξει τα καλά και συμφέροντα.


Λοιπόν, μπορεί να πει κάποιος, να που πρόκειται για έναν αναπόδραστο μηχανισμό.
Δεν είναι όμως έτσι. Τουλάχιστον πάλι η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει ότι δεν είναι έτσι. Ότι, αν μέσα στο πιο οχυρωμένο κλουβί το λιοντάρι ψάχνει τρόπο διαφυγής, ο άνθρωπος μπορεί να το τινάξει ολόκληρο. Η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού δε βρίσκεται στην αδυναμία διάλυσής του, αλλά στη «θαλπωρή» που προσφέρει. Η αποδοχή αυτής της θαλπωρής συνιστά την ηλιθιότητα.
Ο ηλίθιος - της καλύτερης εκδοχής - αγανακτεί καφενειακά με την αθλιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ενίοτε επιτίθεται στο δάσκαλο, μαθαίνει εύκολα να πληρώνει γι αυτό που δικαιούται, προτιμά να καταφεύγει στο μεταθανάτιο παράδεισο, αφήνεται να κολακευτεί από τον πολιτικάντη, ανοίγει τ΄αυτιά του μόνο στο δελτίο των 8 και το βρίσκει πιο χρήσιμο να σωπαίνει όταν εντέλλεται. Ο ηλίθιος συρρικνώνεται και φροντίζει να συρρικνώσει και τα παιδιά του, ώστε να περάσουν όλοι μαζί λάθρα βιώσαντες’ αυτή μάταιη ζωή. Εξάλλου του λέει και ο παπάς πως αυτό είναι ψυχοσωτήριο.
Η μηχανή δεν είναι ανίκητη. Ίσως είναι απλά φιλόξενη.


ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ΑΦΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΚΟΥΤΟΠΟΝΗΡΙΑ

Ο φτωχός ονομαζόταν κάποτε προλετάριος στη Δύση και κολασμένος της γης στον τρίτο κόσμο.
Σήμερα έχουν κατά πολύ εκλείψει αυτές οι ορολογίες. Θεωρούνται παλιομοδίτικες και ξύλινες.
Ο φτωχός, στο διάστημα της πλαστικής ευημερίας, διέγραψε ο ίδιος τον εαυτό του από την κοινωνική του τάξη.
Με τηλεόραση πλάσμα στο δυάρι, μπιντέ στην τουαλέτα κι ένα Φίατ με δόσεις, θεώρησε την ταξική πάλη υπόθεση παρωχημένων εποχών.
Τον είπαν μικροαστό κι αισθάνθηκε το μπόι του να ψηλώνει.
Τον είπαν « κοινωνικό εταίρο» στις διαπραγματεύσεις για το πώς θα τον σφάξουν κι αισθάνθηκε ισότιμος με το βιομήχανο «συνομιλητή».
Άφησε να πάνε οι λαθρομετανάστες στη θέση των προλετάριων και ο ίδιος απαρνήθηκε την προέλευσή του. Οι δάσκαλοι ξέχασαν πως ήταν παιδιά αγροτών, οι αγρότες επιδοτήθηκαν για να γίνουν επιχειρηματίες εναλλακτικού τουρισμού και κολακεύτηκαν απ’ αυτό.
Και επειδή η αποποίηση της κληρονομιάς απαιτεί ειδική πράξη, για να νοιώθει όλο και λιγότερο φτωχός, αποφάσισε να ξεμπερδεύει τους λογαριασμούς του με τους άλλους φτωχούς.
Δεν συνδιαλεγόταν πια μαζί τους, αγωνιούσε μόνο να μεταπηδήσει σε άλλη κατηγορία, Έτσι σιγά-σιγά είδε τους ανθρώπους της τάξης του σαν κοινωνικά απόβλητα. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να μεταχειρίζονται τους όμοιους του σαν οικιακά λύματα, φτάνει να μην ήταν ο ίδιος μέσα.
Δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν έστελναν τους φτωχούς σε τροχιά γύρω από τη γη, γιατί όλοι τον διαβεβαίωναν ότι θα τον εξαιρούσαν, λόγω καλής συμπεριφοράς. Κι όσες αποδείξεις καλής συμπεριφοράς χρειαζόταν, τις έδινε και με το παραπάνω. Θεωρητικοποίησε την απεργοσπασία σε ιερό δικαίωμα στη δουλειά, τις επικύψεις στο αφεντικό σε συνεργατική διάθεση, το γλείψιμο του κάθε πολιτικάντη σε κοινωνική δράση.


Η άλλη περίπτωση μικροαστού που δεν προχώρησε στις παραπάνω προωθημένες δράσεις, επέλεξε ταπεινά το cocooning. Την αμερικάνικη μόδα που σάρωσε στις δεκαετίες του ‘70, ’80: «κλείσου και προφυλάξου στο κουκούλι σου».


Αναλφάβητος ιστορικά και κοινωνιολογικά αφού πέρασε από την προηγούμενη κατηγορία της τυποποίησης και απέκτησε το iso του ηλίθιου, κολακεύτηκε με τα ψίχουλα και τις χάντρες που του έδωσε το αφεντικό, σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε σήμερα νοιώθει ότι μπορεί και να μην τα δικαιούται. Ότι, αν βγάλει το μεγάλο σκασμό, μπορεί και να γλιτώσει τις χάντρες. Ότι, αν συνεχίσει να απαρνιέται την τάξη του, μπορεί και να τη σκαπουλάρει.
Σήμερα, τώρα που μιλάμε, βλέπει να έρχεται το τσουνάμι και να παρασύρει ζωές – τα ίδια τα παιδιά του – και ανεβαίνει στην ταράτσα να μαζέψει τη μπουγάδα για να μη βραχεί.
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.


ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΤΥΦΛΑ


Με βαθύ σεβασμό στους αγωνιστές της Αριστεράς, που δραπέτευσαν από το μηχανισμό της χειραγώγησης και με βαρύ κόστος υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη, δεν μπορεί να μείνουν στο απυρόβλητο αυτοί που "δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτα. αλλά ήθελαν να προσποιούνται ότι ήθελαν". Αυτοί που εξαγόρασαν τους αγώνες άλλων, που χουχούλιασαν στη ζεστασιά της συστημικής αντιπολίτευσης, και που σήμερα, την ώρα που εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν, αυτοί θεωρούν ότι επιτελούν το χρέος τους απέναντι στην ιστορία με διαπιστώσεις από άμβωνος, αναθέματα και φοβικές περιχαρακώσεις.


Η κατηγορία αυτή απέκτησε το iso του ηλίθιου πιο βασανιστικά από τις προηγούμενες.
Δεν επαναπαύτηκε στη φιλόξενη μηχανή της χειραγώγησης. Άνοιξε ρωγμές και δραπέτευσε σε κάποιο στάδιο πριν την εξαγωγή του τελικού προϊόντος.
Του τελικού προϊόντος. Γιατί κατά τα άλλα η ως ένα σημείο επεξεργασία, την έκανε ευεπίφορη στη χειραγώγηση. Δε μαζοποιήθηκε στον κανόνα αλλά στην εξαίρεση.
Αν το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η κοινωνία, του ηλίθιου είναι η συσπείρωσή του σε μια ομάδα με άλλους ηλίθιους.


Όταν η αναγκαία για την κοινωνική δράση συλλογικότητα, παίρνει τα χαρακτηριστικά της αγέλης και το κοινωνικά αναγκαίο υποκαθίσταται από το κομματικά χρήσιμο, ο ηλίθιος επίσης μεταλλάσσεται από απλό βλάκα, σε πονηρό βλάκα. Ένα ανθρωπάκι υστερικά οχυρωμένο στην κομματική γραμμή και την μονοτονία των τσιτάτων, καχύποπτο έως επιθετικό σε όλους όσους τολμούν να αμφισβητούν το άνωθεν παπικό αλάθητο, περιχαρακωμένο σ’ ένα κοινωνικό αυτισμό που δε βλέπει πέρα απ’ τη μύτη του.


Η «διαλεκτική» του σκέψη αρνείται επίμονα να δει σήμερα την αναγκαιότητα ενός πλατιού μετώπου για την απαλλαγή από τα νεκρόφιλα αρπακτικά, την ίδια στιγμή που οικειοποιείται την ιστορία των απελευθερωτικών μετώπων, πλαστογραφεί την υπογραφή τους και μονοπωλεί διαστρέφοντας τους στοχασμούς μεγάλων επαναστατών.
Αυτός ο τύπος του ηλίθιου είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, όχι μόνο γιατί δεν είναι πρόθυμος για κανενός είδους αυτοκριτική, όχι μόνο γιατί μεταστρέφει το κοπαδικό σε ιδεολογικό αλλά γιατί, κυρίως, αποθαρρύνει και αναστέλλει την κοινή δράση, και τη συρρικνώνει σε μικροκομματική κλίμακα.



Έχει δίκιο ο Μπογιόπουλος στη διαπίστωση του επιλόγου του πως οι κοινωνικές διεργασίες, πόσο μάλλον οι κοινωνικές εξεγέρσεις, έχουν μια ατέλεια: δεν μπορούν να παρασκευαστούν με όρους τηλεμαγειρικής, ούτε να προβλεφτούν με την ακρίβεια των αστρολογικών προβλέψεων. Η απάντηση στο ερώτημα ‘ρήξη και ανατροπή ή ενσωμάτωση και αναπαραγωγή του συστήματος πρέπει να λάβει υπόψη της τη φενακισμένη συνείδηση, την ανεστραμμένη εικόνα του κόσμου, σε όλα τα επίπεδα.
Ή θα δούμε και θα μιλήσουμε έντιμα για όλων των ειδών τις ηλιθιότητες, μαζί και αυτήν που μας αφορά, ή θα πάμε στην κατηγορία του γελοίου, του ηλίθιου που δεν αποδέχεται την ηλιθιότητά του και προσπαθεί να εντυπωσιάσει με εξυπνακισμούς.


Ο βαρύς χειμώνας που αφήσαμε να σαρώσει τα καλοκαίρια, η έρημος που μας την έδειχναν και αλληθωρίσαμε βλέποντας το δάχτυλο, επελαύνουν με αμείλικτη ορμή.
Δεν έχουμε πια κανένα άλλοθι.


Νίνα Γεωργιάδου

Πηγή: ΑΝΤΙΤΕΤΡΑΔΙΑ της Εκπαίδευσης

Συνέχεια...

Προσαρμογή στην εξαθλίωση;

Posted: by παντιγέρα in
0
Όσο περνούν οι μήνες, τόσο η κρίση μεταλλάσσεται στο συλλογικό μας φαντασιακό. Αρχικά, ήταν μια έκπληξη για την νανουρισμένη με καταναλωτικούς μύθους, ελληνική κοινωνία. Έπειτα, αποτέλεσε ανησυχία, καθώς άρχισε να πλήττει όλο και μεγαλύτερο τμήμα των πολιτών, που αντιλήφθηκε μια καλπάζουσα μείωση του βιοτικού του επιπέδου. Στη συνέχεια, η κρίση έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο, που είναι αυτό της εξαθλίωσης και του θρυμματισμού της κοινωνικής συνοχής. Με τον ψυχολογικό καταναγκασμό να προωθείται συνεχώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που πιστά στο Νεοφιλελεύθερο δόγμα ρίχνουν τις ευθύνες σε έναν ολόκληρο «τεμπέλη λαό που είχε καλομάθει να ζει με δανεικά και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει» (επιχειρήματα που χρησιμοποιούν διάφοροι διάσημοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί) ολόκληρη η χώρα μοιάζει μ’ ένα εργαστήρι κοινωνικών πειραμάτων. Και, όσο περνάει ο καιρός, η πλειοψηφία των συνανθρώπων μας, αντί να αφυπνίζεται, αντί ν’ αμφισβητεί τις καπιταλιστικές αξίες που μετέτρεψαν ολόκληρο τον πλανήτη σε οικονομικό καζίνο, αναζητώντας νέους δρόμους, αρχίζει να προσαρμόζεται, αρχίζει να το συνηθίζει, ενδοβάλλοντας το αίσθημα της αποτυχίας και αποδεχόμενη την κατάσταση ως αναπόφευκτη ή μη αναστρέψιμη (και ανατρέψιμη).

Το παλιό ρητό «όλα μια συνήθεια είναι», τείνει να γίνει μια καθολική παραδοχή σε μια κοινωνία που όταν κοιμάται ονειρεύεται πως αντιδρά και όταν είναι σε «εγρήγορση» είναι παραδομένη άνευ όρων στην μοιρολατρία. Ίσως μια εξήγηση της νοσηρής αυτής εικόνας να είναι ότι τα από πολύ καιρό εν υπνώσει κοινωνικά αντανακλαστικά των περισσότερων δεν κατάφεραν να επανενεργοποιηθούν ταυτόχρονα. Η φτώχεια, ο ολοκληρωτισμός, η στέρηση κάθε ελπίδας, επιβάλλονται σιγά – σιγά, σταδιακά, στα κοινωνικά στρώματα και στις κοινωνικές ομάδες. Ο καθένας ατομικά, όντας μαθημένος εντελώς διαφορετικά, τρέφει μια κρυφή, ανομολόγητη, σχεδόν μεταφυσική ελπίδα πως προσωπικά «τελικά θα την γλιτώσει», πως θα ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Άλλοι πάλι, ψάχνοντας για απαντήσεις στα τεράστια αυτά προβλήματα, υιοθετούν εύπεπτα σενάρια που μοιάζουν με ταινία επιστημονικής φαντασίας, πως πίσω απ’ όλα κρύβεται μια κλίκα ανθρώπων, μια υπερεθνική ελίτ που στόχο έχει να διαλύσει τους λαούς και την εθνική τους ταυτότητα ώστε να μπορεί να τους ελέγξει. Έτσι, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, το δράμα των ανέκαθεν εξαθλιωμένων, μεταμορφώνεται σε συλλογικό, καταλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρη την αδικαιολόγητα απροετοίμαστη κοινωνία μας που αποδείχτηκε ανίκανη να δημιουργήσει νέες δομές/αντιδομές και να εξελιχθεί διαφορετικά, ερχόμενη σε ρήξη με τις ήδη δοτές νόρμες. Μια κοινωνία που δείχνει να πιστεύει πως η ενασχόληση με τα κοινά θα ήταν χαμένος χρόνος, πως θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτά που το σύστημα μας προτείνει ή να κρεμάσουμε μια χούφτα ανθρώπους στις πλατείες προκειμένου να λυθούν όλα μας τα προβλήματά μας. Ή που ελπίζει (αν δεν εύχεται) ότι ο καπιταλισμός θα ξαναβρεί το «ανθρώπινο» πρόσωπό του, είτε (στη χειρότερη των περιπτώσεων) ότι η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια χώρα όπως το Ιράν (το πρότυπο των ακροδεξιών), η Βόρεια Κορέα ή η ΕΣΣΔ του Στάλιν (το πρότυπο των αριστερών). Πάνω απ’ όλα, αντικρίζουμε μια δυστοπική κοινωνία που είχε πιστέψει μέχρι τα μύχια της ύπαρξής της ότι το να επιδιώκει τη γνώση, την πολιτικοποίηση, την συνειδητοποίηση είναι μια ουτοπία (ατομική, επαγγελματική, κοινωνική).

Η σημερινή εξόφθαλμη πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, σε όλη της την διάσταση ούτε με τα μάτια ορθάνοιχτα. Τουλάχιστον από τους περισσότερους: Καθημερινά, ο πληθυσμός των ανθρώπων που είτε ήδη ζει στους δρόμους, είτε πλησιάζει σε αυτό το σημείο, αυξάνεται. Ο αριθμός των οικογενειών που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα σίτισης, επίσης. Αντί, όμως, σαν κοινωνία, να αναρωτηθούμε για το αυτονόητο, δηλαδή σχετικά με την ίδια τη φύση του κέρδους και της ιδιοκτησίας (και τους θεσμούς που την προστατεύουν ανάγοντάς την στην υπέρτατη αξία), αντί να μας απασχολεί το πώς θα βρεθεί τρόπος να εξασφαλιστούν τα βασικά για όλους και πώς θα εξαλειφθούν οι αιτίες των ανισοτήτων, από την μια αναλωνόμαστε σε μια υποκριτική φιλανθρωπία – που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική κοινωνική αλληλεγγύη – που συνήθως διοργανώνεται από φορείς όπως η «φιλάνθρωπη» Εκκλησία Α.Ε, από διάφορες αγνώστου προέλευσης οργανώσεις που ξεφυτρώνουν κατά δεκάδες (πολλές εκ των οποίων ανήκουν σε πολιτικούς γνωστών κομμάτων), ή από άλλες «ανθρωπιστικές εταιρείες» (τις αγαπημένες μας εταιρείες που λένε και οι διαφημίσεις…), όπως τηλεοπτικοί σταθμοί (που στηρίζουν φανατικά τα μέτρα εξαθλίωσης) ή οι γνωστές αλυσίδες των σούπερμάρκετ (που παρεμπιπτόντως, αν και διατυμπανίζουν πως κρατούν τις τιμές τους στα επίπεδα π.χ. του 2008, αποφεύγουν να εξηγήσουν γιατί οι τιμές τους είναι υψηλότερες στην Ελλάδα απ’ ότι στο εξωτερικό, ακόμα και όταν πρόκειται για ελληνικά προϊόντα).

Από την άλλη, έχοντας χάσει την ψυχραιμία μας και νιώθοντας αδύναμοι να τα βάλουμε με τον γίγαντα του καπιταλισμού (τόσο αξιακά όσο και στο πρακτικό επίπεδο), δημιουργούμε αόρατους εχθρούς, είτε αρκούμαστε στο να ρίξουμε το μπαλάκι των ευθυνών σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, μειονότητες, άνεργους). Τελικά, όπως όλα δείχνουν, δεν έγινε μόνο η εξαθλίωση συνήθειά μας, αλλά και η κάθε μας συνήθεια (διανοητική και πρακτική) κυριαρχείται από μια άνευ προηγουμένου μορφή εξαθλίωσης, που γιγαντώνει ακόμα περισσότερα τα κοινωνικά αδιέξοδα.

Η αλληλεγγύη στους συμπολίτες μας είναι φυσικά αναγκαία. Αλληλεγγύη, όμως, που δεν σημαίνει «ας δώσουμε ένα ξεροκόμματο στον καημένο το φτωχό», αλλά έμπρακτη αλληλεγγύη για κοινή συνδιαμόρφωση μιας κοινωνίας στην οποία δεν υπάρχουν άστεγοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι. Στην απελπισία αυτών των ανθρώπων, στήνεται σιγά σιγά η ηθική νομιμοποίηση της ανέχειας, η θέαση των αστέγων, των ανέργων, των αναξιοπαθούντων ως κάτι φυσιολογικό. Με τη δημιουργία κέντρων αστέγων, με τα συσσίτια της ελεημοσύνης, οι φτωχοί, ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν οι εξεγερμένοι, στη δική μας πραγματικότητα θα είναι οι ελεήμονες. Οι εν δυνάμει αλληλέγγυοι θα μεταμορφώνονται σε δικλείδα ασφαλείας, απορροφώντας κάποιους κραδασμούς που θα διατάρασσαν την σταθερότητα του συστήματος, και, οι τελευταίοι έχοντες, θα ζουν με την ψευδαίσθηση (ή θα παριστάνουν) ότι έκαναν το χρέος τους, ως σύγχρονοι πεφωτισμένοι δουλοκτήτες που «είναι πλήρεις συναισθημάτων για τον δικό τους Μπαρπα-Θωμά»…
Μέσα από το διαστρεβλωτικό πρίσμα των ΜΜΕ, αντικρίζουμε τον κόσμο ως στατικό, την υπάρχουσα κατάσταση ως τη μόνη δυνατή, τον αγώνα μας για επιβίωση υπό αυτές τις συνθήκες ως τη μόνη λύση. Είναι όμως έτσι; Είναι τα μόνα δυνατά προτάγματα τα «αντιμνημονιακά»; Θεωρούμε το συλλογικό μας εαυτό, ανίκανο να εξελίξει τον εαυτό του και ό,τι τον περιβάλλει, αλλά μόνο ικανό να επαναδιεκδικήσει (και αυτό ανεπιτυχώς) όσα «κεκτημένα» είχε κερδίσει στο παρελθόν; Θα γίνει ρόδινος ο κόσμος αν απλά «φύγει η τρόικα»; Ή από την άλλη θα επαναστατήσουμε αν απλά «την πέσουμε στους μπάτσους»;

Αν ισχύει ότι: α) αντιμνημονιακοί είναι και πολλοί εθνικιστές, καιροσκόποι, αποτυχημένοι πλην φιλόδοξοι πολιτικάντηδες κλπ. – που πάντως σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούν τους γενεσιουργούς παράγοντες της σημερινής ζοφερής κατάστασης στον πυρήνα τους (π.χ. αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οικονομιστική αντίληψη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, ετερόνομοι – για να μην πούμε απλώς αποχαυνωτικοί… – θεσμοί όπως, εκκλησία, στρατός, αστυνομία κλπ.) και, ότι β) ως αγωνιστές και αντικομφορμιστές αυτοπροσδιορίζονται αρκετοί άνθρωποι που σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να συνδυάσουν την «επαναστατική πρακτική» με ένα γνήσιο και μαζικά συνδιαμορφωθέν επαναστατικό όραμα, μάλλον ούτε «την Τρόικα θα καταφέρουμε να διώξουμε», ούτε «τους μπάτσους να δείρουμε» (όπως τους αξίζει είναι η αλήθεια)…, ούτε να σπάσουμε το φόβο θέτοντας τις βάσεις για μια αξιοπρεπή και εν δυνάμει, «μαγική ζωή».Θα είμαστε άξιοι της τύχης μας. Θα υποταχτούμε στην ιδέα ότι αν και εξαθλιωμένοι θα επιβιώσουμε – ενώ εξεγειρόμενοι θα τα χάσουμε όλα (όμως, αλήθεια, τι άλλο μας απέμεινε να χάσουμε πια;)

eagainst.com

Συνέχεια...

Ευτυχώς τα παιδιά δεν ξεχνούν

Posted: by παντιγέρα in
0


Οι καλοί σου τρόποι δε σου επέτρεπαν να μιλήσεις με γεμάτο το στόμα. Είχες μπουκώσει από τη μάσα και έμεινες μουγγός όταν σκότωσαν τον Μιχάλη. Κολύμπαγες στα σάλια σου, έγλυφες τα κόκαλα της “αλλαγής” και ρούφαγες τον καταπραϋντικό χυλό της μεταπολίτευσης. Δεν άκουσες ποτέ τον πυροβολισμό. Χόρευες καρβελοτσιφτετέλια στα ορθάδικα της “γαλάζιας γενειάς” και ψάρευες κουμπαριές στη Μύκονο. Δε σε ένοιαξε. Εσύ δεν ήσουν αλήτης, δεν ήσουν περιθωριακός. Εσύ ήσουν νέος σοβαρός κομουνιστής, ήσουν περιφρουρητής του κόμματος, ήσουν πρώτος στα μαθήματα – ήσουνα πρώτος στον “αγώνα”, ήσουνα πλέον νόμιμος “επαναστάτης”. Δεν μύρισες ποτέ το αίμα. Φορούσες τόνους ινδικό πατσουλί και πολυλογάδικη θεωρία και μόστραρες τη φάτσα σου στα in κουλτουροποτεία του Κολωνακίου. Δεν είδες τίποτα. Τα μάτια σου είχαν θολώσει από τις αντανακλάσεις της βιτρίνας με τα κουστούμια και τον ζεστό κοπανιστό αέρα εισαγωγής. Δεν κατάλαβες τίποτα. Διάβαζες αθλητικές φιλάδες και σφαζόσουνα στα μπιλιάρδα για μια στημένη φάση. Ονειρευόσουνα να διοριστείς μπάτσος, δάσκαλος, εφοριακός ή έστω να κάνεις ένα “κόλπο”, μια αρπαχτή, μια κομπίνα με επιδότηση, ή να ανοίξεις ένα ιατρείο στα βόρεια προάστια, να χωθείς, να αναμιχθείς, να “γίνεις”, να “πετύχεις”. Δεν είχες παιδιά και εξ άλλου, αν είχες, θα τα μεγάλωνες αλλιώς εσύ, με αξίες, με ιδανικά, με τρόπους. Δεν έδωσες σημασία, η ζωή σου θα κυλούσε μια χαρά, γιατί να να σκάσεις για ένα 15χρονο ταραξία ; Ας καθότανε στα αυγά του είπες. Όχι πως το σκέφτηκες, αλλά έτσι είπαν όλοι οι άλλοι, έτσι είπες και συ, αυτόματα, όπως έκανες τον σταυρό σου από συνήθεια όταν πέρναγες από εκκλησία.

Πάχυνες και χόντρυνες τόσο, που έκανες κυτταρίτιδα στο μυαλό. Δεν ήθελες να μάθεις τίποτα, ούτε τη νύχτα που εκτέλεσαν τον Αλέξανδρο. Ζάπαρες ασύστολα τα “ελεύθερα” κανάλια της, Hi tech επίπεδης, τηλεόρασης σου, να ακούσεις τους δείκτες του χρηματιστηρίου και να καυλώσεις με το μέγεθος των καταθέσεων σου. Δεν θυμήθηκες. Είχες πλέον βηματοδότη στον εγκέφαλο και ταμειακή μηχανή στη καρδιά σου. Μέτραγες μονάχα αριθμούς, θυμόσουν μονάχα στατιστικές και δημοσκοπήσεις. Δεν αναρωτήθηκες για τίποτα. Από τη θαλπωρή του πανάκριβου τετρακίνητου τζίπ, χάζευες το κακόγουστο ολυμπιακό δέντρο μπροστά στο κοινοβούλιο και ένιωθες ασφαλής και προστατευμένος. Ωραίος, Ευρωπαίος, Ελληναράς κουβαρντάς, νοικοκυραίος και προπάντων περήφανος φιλήσυχος οικογενειάρχης. Δεν ανησύχησες για τίποτα. Η μεζονέτα σου ήταν χτισμένη σε γερά θεμέλια, βαμμένη με μονωτικό ξανθό του μεσημεριανάδικου, με χρυσά κάγκελα, πλαστικό γκαζόν και εντοιχισμένα παιδιά. Δεν συνειδητοποίησες πότε μεγάλωσαν τα παιδιά σου. Ο χρόνος ήταν χρήμα και το χρήμα, θηλασμός, νανούρισμα, παιδεία και ανατροφή. Μια ολάκερη ζωή ήσουν σε λαιμαργία νάρκη : “Ο μπαμπάς και η μαμά είναι κουρασμένοι και θέλουν να κοιμηθούν, σκάστε κωλόπαιδα και παίξτε στον καναπέ με το καινούργιο σας play box 360, ένα σκασμό λεφτά μας κόστισε, τι σκατά σας λείπει επιτέλους και γκρινιάζετε συνέχεια ;” Ποτέ δεν κατάλαβες τίποτα. Ροχάλιζες φαρμακωμένος από τα ψυχοφάρμακα και τα τηλεβαρβιτουρικά και ονειρευόσουνα νούμερα. Ήσουν ευτυχισμένος που, από το τίποτα, έγινες μικρό μηδενικό που ονειρεύονταν μεγάλα νούμερα.

Όταν έτσουξε ο καπνός στα μάτια σου, υπέθεσες πως καίγεται κάπου μακριά η χωματερή. Πολύ μακρυά στην υποβαθμισμένη συνοικία, εκεί που καταλήγουν τα πλούσια αποφάγια σου και τα σινιέ αποφόρια σου. Δεν ήξερες καν πως υπάρχουν δακρυγόνα, εξ άλλου είχες ξεχάσει πως έχεις δάκρυα και σε τι ακριβώς χρησιμεύουν. Γιατί να κλάψεις ; Ευημερούσες. Όταν άκουσες τον θόρυβο από τα τζάμια που έσπαζαν, φαντάστικες πως κατεδάφιζαν το γειτονικό χαμόσπιτο, εκεί που μένανε κατά δεκάδες στοιβαγμένοι κάτι μετανάστες, αυτό το άθλιο αυθαίρετο που σου χάλαγε τη θέα. Αυθαίρετο σαν το δικό σου αλλά μίζερο, σου χάλαγε την αισθητική. Ερεθίστηκες στην ιδέα να φτιαχτεί στη θέση του ένα πάρκο, αλλά μετά σκέφτηκες τις ενοχλητικές φωνές των παιδιών που παίζουν στα πάρκα και φαντάστικες πως θα ήταν καλύτερο ένα Mall. Δεν θα άνοιγες ποτέ το παράθυρο σου για να κοιτάξεις έξω, έτσι κι αλλιώς. Ποτέ δε το είχες ανοίξει, είχες αρκετά παράθυρα στο PC σου με θέα στη τσόντα και στο στοίχημα, τι ενδιαφέρον να δεις εκεί έξω ;

Όταν ένιωσες τη ζέστη απ τη φωτιά έτρεξες να περισώσεις τις πιστωτικές σου κάρτες, το κινητό, τα μετρητά και την γραβάτα. Η γραβάτα ήταν το πολυτιμότερο παράσημο σου. Η γραβάτα ήταν η ταυτότητα σου, η γραβάτα … χωρίς αυτήν ήσουν απλά ένα τίποτα, ένα τίποτα χωρίς τα αγαπημένα σου μηδενικά. Αναγκάστηκες να ανοίξεις το παράθυρο, η φωτιά σε ανάγκασε. Τέρμα η ασφάλεια, τέρμα η κλιματιζόμενη, αποστειρωμένη ζωή στο μικρό σπίτι στο λιβάδι. Τέρμα η ησυχία, τέρμα η ευταξία, τέρμα ο ύπνος, τέρμα η αποχαύνωση. Αναγκάστηκες να ανοίξεις το παράθυρο. Αναγκάστηκες να κοιτάξεις έξω. Αναγκάστηκες να αντικρίσεις επιτέλους τα παιδιά σου, γιατί τα είδες να είναι εκεί έξω, να φορούν κουκούλα και να πετούν μολότοφ. Θυμήθηκες πως θυμήθηκες να περισώσεις την γραβάτα, αλλά ξέχασες τα παιδιά σου. Θρήνησες τα ATM των τραπεζών σαν να ήτανε δικές σου, αλλά δε βρήκες λέξη να πεις για τη ζωή ενός παιδιού που θα μπορούσε να είναι το δικό σου. Σιώπησες γιατί ήταν και το δικό σου δάχτυλο μπλεγμένο στη σκανδάλη. Όχι πως είχες ενοχές, τις συνέπειες φοβόσουν. Τι ενοχές να χει το τίποτα που έγινε μηδενικό που ονειρεύεται νούμερα ; Μόνο φόβο μη χάσει την ικανότητα να αθροίζει αριθμούς μπορεί να νιώσει. Να φοβάσαι λοιπόν από δω και πέρα, όχι αόρατους εχθρούς και εισβολείς, όχι προβοκάτορες και ξένες δυνάμεις. Να φοβάσαι τα παιδιά σου, αυτά που δεν σεβάστηκες. Να φοβάσαι, άθλιο νούμερο, πως κάποια μέρα από μηδενικό θα σε κάνουν τίποτα. Να φοβάσαι. Αφού δε σού μεινε άλλο αίσθημα να νιώθεις πάρα μόνο φόβο, γιατί τα υπόλοιπα τα αντάλλαξες σε τιμή θανάτου, να φοβάσαι. Σου αξίζει να φοβάσαι. Μην ελπίζεις πως θα ξεχάσουν. Ευτυχώς τα παιδιά δεν ξεχνούν.

Όσο το δικό σου παρελθόν θα πυροβολεί το μέλλον τους, τόσο για να έχουν μέλλον θα πυρπολούν το παρελθόν σου. Ευτυχώς τα παιδιά δεν ξεχνούν …

Mind the Gap

Συνέχεια...

Εφημερίδα “Άμεση Δημοκρατία”

Posted: by παντιγέρα in
1
Το πρώτο τεύχος της διαδικτυακής εφημερίδας «Άμεση Δημοκρατία» είναι πλέον διαθέσιμο. Πρόκειται για έμπνευση μιας ομάδας πολιτών που δραστηροποιούνται στο ιστολόγιο για την ατομική και συλλογική αυτονομία, eagainst.com. Είναι όμως δημιούργημα διαφόρων ανθρώπων που συνδιαμόρφωσαν το έντυπο.

Η θεματική της σημερινής εφημερίδας είναι κυρίως πολιτική-κοινωνική,με ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό περιεχόμενο στο τέλος της…


Συνέχεια...
0
Η σημερινή αντίσταση, ρωτάς, αν είναι να είσαι ο εαυτός σου; Αυτό είναι το σημαντικότερο. Αλλά κι ο εαυτός προς τα πού; Ε, στις πιο μαύρες ώρες ο άνθρωπος ξεφυτρώνει κάτι κάποια στιγμή, αν νιώθει! Για να έχεις συναισθήματα, όμως, πρέπει να νιώθεις συναισθήματα, να έχεις την απαραίτητη αυτογνωσία. Αλλά η σημερινή ζωή των ανθρώπων όπως είναι οργανωμένη είναι και αποσυναισθηματοποιημένη, ή τα συναισθήματα που νιώθει ο σημερινός άνθρωπος, και ιδίως ο νέος άνθρωπος, είναι κυρίως αρνητικά. Είναι συνεχώς αρνητικά φορτισμένος! Είτε θα δει τον προϊστάμενο, είτε θα δει τον μπάτσο, είτε θα δει οποιονδήποτε μέσα σε κάποιες σχέσεις, οι οποίες είναι αρνητικές.

Ζούμε σ’ ένα σύστημα ανήθικο, παράλογο, αφύσικο και παραπλανητικό. Λέει ο Μπορις Βιαν: «σ’ ένα σύστημα που εκθειάζει τον πόλεμο και απαγορεύει τον έρωτα», που θεωρεί τον έρωτα αμαρτία, σ’ ένα σύστημα που καθαγιάζει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, σ’ ένα σύστημα που δεν σέβεται την προσωπικότητα του ανθρώπου, τον υποτάσσει κάτω από μια εξουσία, σ’ ένα σύστημα που παράγει άχρηστα πράγματα.

Σε ένα σύστημα, που η διαφήμιση, είναι ο τρομακτικότερος οδοστρωτήρας του καταναλωτισμού που ισοπεδώνει την ψυχή του ανθρώπου, το νόημα της ζωής του και μετατρέπει τους πόρους του πλανήτη σε απορρίμματα και που δυστυχώς, κανείς τον δεν καταγγέλλει αυτόν τον καρκίνο που λέγεται διαφήμιση, και που «καβαλάει» σε κάθε δημιούργημα ανθρώπινο, είτε πρόκειται για κάποιο κινηματογραφικό έργο, είτε πρόκειται για κάποια συνέντευξη, διακόπτοντας, για να πλασάρει π.χ. την κυρία που γλύφει το παγωτό! Βλέπεις κάτι και σου βάζουν αυτές τις αηδίες και μετά λες τι να έβλεπα πριν; Έχεις ξεχάσει! Πολτοποιούν το μυαλό του θεατή.

Ο ρατσισμός, δε, εναντίον του θηλυκού γένους μέσα στην ελληνική κοινωνία είναι κυρίαρχο στοιχείο. Γι' αυτούς η γυναίκα είναι μόνο αξία χρήσης κι όχι άνθρωπος.Τι μου λες, εσύ, για Αλβανούς και γι’ άλλους ξένους...

Είναι φριχτά πράγματα αυτά. Δηλαδή, αν κάτσουμε να μιλήσουμε για το πόσες πλευρές του ανθρώπου αγγίζει αυτό το θέμα, θα καταλάβουμε τι έγκλημα συντελείται σήμερα εναντίον της ανθρώπινης ζωής.

Και το πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά; Εκεί είναι τεράστιο πρόβλημα, άλλο πρόβλημα. Τα βάζουν, ενώ απαγορεύεται να δουλεύουν, και τα εκπορνεύουν από μικρά, και κανείς δεν διαμαρτύρεται αν ένα ανήλικο παιδί διαφημίζει γαριδάκια. Τι έγκλημα είναι αυτό; Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα... Είναι, περίπου: ο σώζον εαυτόν σωθήτω. Στο Πήλιο, οι φίλοι μου που έχουν πάει εκεί και ζουν καλλιεργώντας τη γη, βρήκαν ένα σύνθημα που λέει: «Μας σκοτώνουν από δέκα χρονών και μας θάβουν στα ογδόντα». Σκοτώνουμε τα παιδάκια, τα θάβουμε μετά στα ογδόντα και λέμε ότι ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε!

Τους βλέπεις και αραδιάζουν παιδιά σ’ έναν κόσμο ο οποίος είναι εφιάλτης και ταυτόχρονα δεν νοιάζονται για τίποτα. Και αναρωτιέσαι: γιατί το κάνουν αυτό και ταυτόχρονα δεν νοιάζονται για τίποτα; Να διαιωνίσουν μόνο τα γονίδια και το DNA; Και σε όλα αυτά, επίσης, κανείς δεν αντιδρά.

Εγώ, νιώθω πλούσιος επειδή συμμετείχα στα οράματα και στα ιδανικά της εποχής μου, έστω κι αν αυτά εξελίχτηκαν, όπως εξελίχτηκαν. Γιατί δεν είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος ζωντανός και να μην συμμετέχεις στο γίγνεσθαι της εποχής σου! Τότε, δεν είσαι τίποτα, δεν είσαι πολίτης, είσαι υπήκοος, είσαι οπαδός, είσαι ένα «ζώον». Και δυστυχώς, έχουμε γεμίσει από οπαδούς και υπηκόους αντί από πολίτες, διότι η λέξη πολίτης, σημαίνει ότι συμμετέχεις, ότι δρας, ότι σκέφτεσαι, ότι έχεις κριτική σκέψη, ότι έχεις φαντασία, ότι έχεις θέληση…

Όταν μεταλλάσσονται οι άνθρωποι, και παύουν να είναι άνθρωποι, μαθαίνουν να παίρνουν μονάχα και όχι να δίνουν. Και αυτό είναι μια μονοσήμαντη σχέση και αρνητική. Είναι η κυρίαρχη σκέψη του λογοκρατούμενου δυτικού πολιτισμού. Διότι υπάρχει και μια άλλη σκέψη και φιλοσοφία: όταν δίνω κάτι, κερδίζω περισσότερο! Όταν έχω οχτώ και δώσω τα τρία έχω έντεκα, λένε οι σοφοί μας. Ενώ ο λογοκρατούμενος δυτικός πολιτισμός λέει, αντίθετα, ότι όταν έχω οχτώ και δώσω τα τρία, μού μένουν πέντε. Γιατί; Διότι το κεντρικό σημείο της «φιλοσοφίας» τους είναι τα αντικείμενα και όχι τα συναισθήματα.

Αυτό, δηλαδή, που είχε πει ο Επίκουρος πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια: προσέχτε, γιατί οι κτήσεις γίνονται κτήτορες και σας κάνουν δούλους! Ποιος τον άκουσε; Ποιός μπορεί σήμερα να καταλάβει αυτό το… ανώμαλο αριθμητικό σύνολο: 8-3=11;

Κι όμως… Παλιότερα, που έρχονταν οι Αλβανοί και τους αντιμετωπίζαμε σαν εγκληματίες, κλέφτες, φονιάδες, γύριζα από τον Αγ. Στέφανο, ήταν χειμώνας και χιόνιζε στον δρόμο και βλέπω ένα ζευγάρι να περπατάει μέσα στο χιόνι και στο βοριά, η γυναίκα κρατούσε ένα μωρό τυλιγμένο με κουβέρτες στην αγκαλιά της και ο άντρας πήγαινε από δίπλα. Σταμάτησα δίπλα τους και τους ρώτησα που πάτε; Μου λένε -στραβά κουτσά συνεννοηθήκαμε- πάμε στο Κέντρο Υγείας. Τους βάζω, λοιπόν, μέσα στο αυτοκίνητο – αυτοί απόρησαν- και τους πάω στο Κέντρο Υγείας. Κανονίζω, εκεί, να τους δει ο γιατρός... Ε, αυτό το βλέμμα που μου έριξε η γυναίκα, είχε τόση ευγνωμοσύνη, τόσες ευχαριστίες, που εγώ δεν θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Κάθε φορά που κάνω μια τέτοια πράξη, ζω πολύ καλά για αρκετό καιρό. Όταν δίνεις κάτι, πάντα κερδίζεις και κερδίζεις τα πιο πολύτιμα. Κερδίζεις τα καλά συναισθήματα.

Πώς να γεμίσεις συναισθήματα τα οποία να γεννήσουν και πράγματα μέσα σου; Περιμένουν οι σύγχρονοι άνθρωποι πότε θα έρθουν οι διακοπές, να πάνε να κάτσουνε είκοσι μέρες να δούνε κανένα ηλιοβασίλεμα! Αλλά, όταν συμβαίνουν όλα αυτά γύρω μας εκείνο το οποίο διαστρέφεται είναι και η αισθητική πλευρά της ζωής μας. Δηλαδή, δεν είναι μονάχα η ποιότητα ζωής, είναι και αυτή η προσέγγιση, η οποία γίνεται κιτς, που βλέπεις στην τηλεόραση, στα σκουπίδια που μας πετάνε στη μάπα…

Γι’ αυτό λέω, κατ΄ αρχήν να σπάσουμε τις μεγάλες πόλεις, να πάμε στα χωριά μας, να πάμε σε μικρές κοινότητες, σε ανθρώπινα μέτρα. Η κοινωνία είμαστε και εμείς. Όταν αλλάζουμε τον εαυτό μας, αλλάζουμε και την κοινωνία. Δεν φεύγουμε απ’ την κοινωνία, συγκροτούμε μια άλλη στην οποία θέλουμε να ζήσουμε. Ανθρώπινη. Όπου θα μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια, όπου οι λέξεις θα χουν νόημα, το καλημέρα θα ‘ναι καλημέρα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις, η τρυφερότητα, η αγάπη, ο έρωτας, η δημιουργία, η ζωή, η ανταλλαγή των απόψεων, των ιδεών, της κριτικής σκέψης κι όλα αυτά τα καταπληκτικά πράγματα θα έχουν νόημα. Ξέρετε με πόσα πράγματα όμορφα μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει έξω από αυτά που μας υποχρεώνει το σύστημα να κάνουμε;

Θυμάμαι μια φορά, μου έχει πει η γυναίκα μου η Ρηνιώ, παλιά στο Σουφλί τον χειμώνα, οι κοπέλες μαζεύονταν σε μια αποθήκη και ξεκούκιζαν το καλαμπόκι και η μία ήτανε αναγνώστρια, είχε ένα βιβλίο και διάβαζε και οι άλλες ακούγανε. Φαντάζεσαι μια τέτοια συντροφιά μια χειμωνιάτικη νύχτα; Να διαβάζει καλή λογοτεχνία; Πόσες συγκινήσεις, πόσα συναισθήματα ενώνει αυτή την παρέα εκείνη τη στιγμή, πόσο την ανεβάζει σε αισθητικό επίπεδο, πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει αυτό το πράγμα;
Λοιπόν, μπορούμε να ξαναζήσουμε τέτοιες ανθρώπινες στιγμές, να ξαναβρεθούμε σαν άνθρωποι. Αυτό είναι το σημαντικό, αυτό πρέπει να αναζητήσουμε, το τι θα φάμε και πως θα επιβιώσουμε είναι άλλο πρόβλημα το οποίο επίσης μπορούμε να λύσουμε πάρα πολύ απλά.

Με την τεχνολογία που έχουμε σήμερα, -αφού την πληρώσαμε που την πληρώσαμε πανάκριβα- μπορούμε να κάνουμε τα πάντα από το χωριό μας. Μέσα από το ίντερνετ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, και συγχρόνως να αξιοποιήσουμε και τη γη μας, γύρω γύρω. Όπου να ‘ναι τέτοια θα κάνουμε, θα φυτεύουμε μαρούλια να τρώμε, θα έχουμε και μια κατσίκα που είναι η αγελάδα του φτωχού, γιατί βγάζει τα πάντα: γάλα, τυρί, βούτυρο, ότι θες…

Δεν αρκεί απλώς, να θέλουμε μια άλλη ζωή, πρέπει να την κατακτήσουμε! Πρέπει να ξαναβρούμε τα συναισθήματά μας τα χαμένα, πρέπει να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Είναι δύσκολα τα πράγματα για τους νέους. Για μας ήταν πιο εύκολα, γιατί στους νέους το σύστημα βομβαρδίζει την ψυχούλα τους. Εμάς μας δέρνανε, μας κλείνανε στις φυλακές, μας εκτελούσανε. Εντάξει. Είμαστε ζωντανοί όμως.

Ο πολιτισμός είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων και η παιδεία τους. Αυτό είναι πολιτισμός.
Δεν είναι τα μάρμαρά μας! Στην Ελλάδα, σήμερα, ποιος παράγει τέχνη και πολιτισμό; Έχουμε βουλιάξει εντελώς. Που είναι οι διανοούμενοι να βγούνε μπροστά; Να δώσουνε διέξοδο, να δώσουνε ελπίδα; Δεν ξέρω.

Κάθε χρόνο βγαίνουν εκατοντάδες χιλιάδες από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα. Είδε κανένας καμία θετική επιρροή στην κοινωνία από την παιδεία αυτών των εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων; Ε, δεν βλέπω μέσα στην κοινωνία κάποιον από αυτούς που να 'χει παιδεία! Άλλοι ‘γιναν υπουργοί, άλλοι ‘γιναν βουλευτές. Η ικανότητα απορρόφησης του συστήματος της αθωότητας και της προσωπικότητας του ανθρώπου στην εποχή μας είναι τρομακτική.
Ό άνθρωπος μεταλλάσσεται συναισθηματικά, ψυχολογικά, βιολογικά, πνευματικά. Πρέπει να το πάρουμε χαμπάρι. Καθημερινά τα πράγματα γίνονται χειρότερα.

Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου, αν θυμάμαι καλά, το οποίο μιλούσε για την θηλυκοποίηση των ανθρώπων μέσω της διατροφής που μας επιβάλλουν. Ξέρεις με τι ταχύτητα περνάνε τα χημικά στη διατροφή μας; Ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς τους συγχρόνους Φρανκενστάϊν που εν ονόματι της επιστήμης βάζουν τα βρωμοχέρια τους στα μυστικά της φύσης και προσπαθούν να την αντιγράψουν, να την μετατρέψουν σε εργαστήριο, να την ελέγξουν, να την υποτάξουν;

Κι από την άλλη μεριά λέει ο Ελύτης, κάπου, ότι με τα εργαλεία ενός υψηλού ανθρωποκεντρικού τεχνοκρατικού πολιτισμού, προσπαθούμε να διορθώσουμε τις βλάβες που επέφερε στον πλανήτη και στην κοινωνία ένας ανθρωποκεντρικός τεχνοκρατικός πολιτισμός. Σε αυτόν τον φαύλο κύκλο βρίσκεται σήμερα ο άνθρωπος! Σαν το χαμστεράκι στο κλουβί που γυρίζει συνεχώς στη ρόδα, χωρίς να το οδηγεί πουθενά!

Κι ο Κέσλερ, ένας άλλος μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, λέει, ό,τι κάθε επινόημα, κάθε εφεύρεση του ανθρώπινου μυαλού το υιοθετεί το σύστημα, το παίρνουν οι πολυεθνικές. Δες σήμερα, (οι γερμανοί το ‘παν πρώτοι, τότε που είχαμε τα κινήματα της γερμανικής νεολαίας) τα πανεπιστήμιά μας είναι campus, είναι στρατόπεδα που παράγουν ηλιθίους υψηλής τεχνολογίας. Δες και όταν ξεχωρίζουν κάποια μυαλά, πώς τα επισημαίνουν αμέσως από το δεύτερο - τρίτο έτος, οι πολυεθνικές εταιρίες, τα καπαρώνουν και τα παίρνουν…

Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!

Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Και φωνάζουμε για τους μετανάστες... Τα λεφτά τους ζητάνε πίσω οι άνθρωποι! Ο δυτικός κόσμος απορρόφησε όλους τους πόρους τους, τους ρήμαξε, τους υποδούλωσε. Κι αντί λοιπόν να πούνε, ρε παιδιά, για καθίστε, να δώσουμε τη δυνατότητα σ’ αυτούς τους λαούς να φτιάξουν την πατρίδα τους έτσι ώστε να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή, συνεπώς θα τους δώσουμε κεφάλαια πίσω, ώστε να συγκροτηθούν τα κράτη τους και να ζήσουν οι άνθρωποι στη χώρα τους κι όχι να φεύγουν απ’ την πατρίδα τους και να ζήσουν στα ξένα… Αλλά που να τη βρεις τη λογική;

Βλέπεις όλοι είναι εναντίον της τρομοκρατίας αλλά κανείς δε λέει ότι είναι εναντίον της βίας! Κανένας.

Είμαι εναντίον της βίας, όπως είμαι και εναντίον της εξουσίας. Όταν λοιπόν κάποιος μιλάει για τρομοκρατία δεν μπορεί να αναφέρεται μόνον σε ένα παιδάκι, σ’ έναν Παλαιστίνιο ή κάποιον απ’ αυτές τις χώρες, το οποίο κάτω από την καταπίεση αιώνων του λαού του, που έστω γιατί πιστεύει ότι θα πάει στον παράδεισο, φορτώνεται με δυναμίτιδα και τινάζει στον αέρα την ίδια τη ζωή του «μετά των αλλοφύλων», που λένε και οι Εβραίοι στα Ευαγγέλια.

Αυτός είναι τρομοκράτης, αλλά ο πιλότος που πάει και βομβαρδίζει χωριά, νοσοκομεία, σχολεία σε μια χώρα και την καταστρέφει, παρασημοφορείται και είναι ήρωας;
Αυτό, πραγματικά, δεν το καταλαβαίνω! Γιατί να ορίζουμε ως τρομοκρατία την εξωθεσμική βία; Ενώ οι ίδιοι, και με το σύστημα και με τους πολέμους… διότι τι τα θέλουν όλα αυτά τα αεροπλανοφόρα, τα αεροπλάνα, τα τανκς; Λοιπόν, αυτοί είναι οι τρομοκράτες!

Πολλοί, ξαφνικά από επαναστάτες γίνανε πολιτικοί και μπήκανε σε παιχνίδια, τέτοια, που ήταν και άγνωστα και ανήθικα, που δεν τα καταλάβαιναν δηλαδή. Και δεν μπορούσα να βλέπω τους συντρόφους μου… Όμως, οι περισσότεροι από όσους τουλάχιστον ξέρω και έχω επαφή, κυρίως τα παιδιά του Ρήγα Φεραίου που ήμασταν φυλακή μαζί, όλοι είναι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Γράφουν, μελετούν, ασχολούνται ακόμα με πράγματα αλλά σε μια άλλη πορεία σκέψης πια…

Γιατί πρέπει να μαθαίνουμε αντί να κοιτάμε, να βλέπουμε, να εμβαθύνουμε σ’ αυτό που βλέπουμε, σ’ αυτό που σκεφτόμαστε. Είναι καλά παιδιά, και όταν συναντιόμαστε, είμαστε πάντα φορτισμένοι από συγκίνηση. Κλαίμε, συχνά, κιόλας. Ναι, κλαίμε.

Εγώ, από την άλλη, όταν συνειδητοποίησα τι συμβαίνει, κι ότι τέλειωσα μ’ αυτή την ιστορία, ήμουν σχεδόν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Δηλαδή, έλεγα, τώρα τι κάνεις; Τότε η Ρηνιώ πήρε το πρώτο μας σκυλί, την Stormy, ένα λυκόσκυλο. Και αυτή με έμαθε να ξανασκέφτομαι και να βλέπω τις ομορφιές του κόσμου, κι ότι η ζωή είναι όμορφη, είναι πάρα πολύ όμορφη, έχει πάρα πολύ όμορφες στιγμές. Μια μέρα είναι γεμάτη αιωνιότητες. Εάν μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε κάθε στιγμή, ποιοι είμαστε και που είμαστε.

Μέσα από την Stormy, λοιπόν, και την παρέα μαζί της αναζήτησα νέα μονοπάτια σκέψης. Ξέφυγα από τον ορθολογισμό του Μαρξισμού -ντε και καλά- και άρχισα να ανιχνεύω τελικά το ποιός είμαι εγώ και ποιά είναι η φύση που με περιβάλλει. Πώς ήρθα εδώ, τί κάνω, από πού ήρθα, πού θα πάω;

Κι έτσι έγραψα το πρώτο μου βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», οπού ξεμπέρδευα πια με όλο αυτό το άγχος και τους κόμπους που κουβαλούσα μέσα μου. Και μετά έγραψα και το δεύτερο το «Χαμογέλα, ρε... τι σου ζητάνε;» οπού ξέμπλεκα πια με την πολιτική: ότι η πολιτική είναι ένα χυδαίο, ανήθικο και βρώμικο παιχνίδι και δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παραμείνει αθώος συμμετέχοντας στην πολιτική. Ξεμπέρδεψα επίσης με την εξουσία, με τη βία και με την οργάνωση. Μετά έγραψα το τρίτο βιβλίο, «Τα κεραμίδια στάζουν», όπου ανιχνεύω τους ανθρώπινους και κάποιους άλλους δρόμους επίσης, και μετά έγραψα «Το κλειδί είναι κάτω απ΄ το γεράνι», που είναι το καταστάλαγμά μου, είναι πρόταση ζωής διαφορετικής. Μετά γράφω τη «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» που καταγγέλλω όλον αυτό το θεσμό των λεγομένων επιστημόνων, οι οποίοι ‘κάναν αυτά τα πράγματα… Ε, και στο μέλλον φιλοδοξώ να γράψω ένα τελευταίο βιβλίο.

Τώρα, ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έχουμε στην Ελλάδα είναι ότι το δημόσιο αποτέλεσε την αποθήκη όλων των ρουσφετιών όλων των πολιτικών. Ρουσφέτι, ρουσφέτι, ρουσφέτι! Άκουγα ότι στη Γερμανία, υπάρχει μονιμότητα αλλά οι δημόσιοι υπάλληλοι, εκεί, απαγορεύεται να απεργήσουν, γιατί ο δημόσιος υπάλληλος είναι κρατικός λειτουργός. Και οι μισθοί τους είναι πολλές φορές χαμηλότεροι από τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα. Γιατί; Γιατί ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα, κάθε μέρα πρέπει να αποδείξει την ικανότητα, την παραγωγική του ικανότητα στο αφεντικό για να μπορέσει να παραμείνει. Ενώ ο δημόσιος υπάλληλος από τη στιγμή που διορίζεται, είναι για όλη του τη ζωή.

Εμείς, εγώ με τη Ρηνιώ για παράδειγμα, ξέρουμε τέσσερις- πέντε ανθρώπους -συγγενής μας, όχι στον περίγυρο- που διορίστηκαν χωρίς αξιολόγηση, χωρίς κάποια μόρφωση ιδιαίτερη, λόγω του βουλευτή που ψήφισαν. Για να μην πω για μια ξαδέρφη μου, μέλος του ΚΚΕ, αν και τόσα χρόνια που ήμουν σε εξορίες-φυλακές, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ και γι αυτό δεν την είχα γνωρίσει, επικοινώνησε κάποια στιγμή μαζί μου, επειδή νόμιζε ότι είχα επαφές με την Κυβέρνηση, για να μεσολαβήσω, ώστε να διοριστούν οι γιοί της… Που λες; Ανθρωποφύλακες! Ε, τρελάθηκα.

Στο δημόσιο, λοιπόν, στην Ελλάδα, μόνο κρατικοί λειτουργοί δεν είναι, αυτοί οι περίφημοι δημόσιοι υπάλληλοι. Υπάρχουν και άνθρωποι βέβαια που δουλεύουν, αλλά πώς να ξεκαθαρίσουν αυτά τα πράγματα, με τα ρουσφέτια τους; Άσε, που και να μπορούσες, για να τους απολύσεις, θα έπρεπε να τους δώσεις αποζημιώσεις, συντάξεις… Και τι; Να ξαναγίνουμε πλατεία Κλαυθμώνος; Άλλωστε, δεν ξέρουμε με ποιους πολιτικούς έχουμε να κάνουμε; Κάθε φορά που θα έρχεται καινούρια κυβέρνηση θα απολύει τους προηγούμενους δημόσιους υπαλλήλους και θα γυρίζει στους καινούριους και άντε να γίνει δουλειά εκεί μέσα!

Το Σύνταγμα αν είναι να αλλάξει; Εγώ δεν ξέρω, δεν είμαι και μορφωμένος, αλλά γνωρίζω κάτι: Αν θέλουμε να ανοίξουμε ένα δρόμο όπου θα έχει κάποια δυνατότητα ο κόσμος να εκφραστεί, αυτός είναι το εκλογικό σύστημα που λέγεται απλή αναλογική, ώστε να εκφράζονται όλες οι ομάδες μέσα στο κοινοβούλιο και αυτό ίσως υποχρεώσει τελικά, τις όποιες πολιτικές δυνάμεις σε συνθέσεις και συνεργασίες. Κι αυτό, θα σημάνει ένα σημαντικό βήμα προς τον πολιτικό πολιτισμό.

Όταν βλέπεις την Παπαρήγα από τη μια, τον Τσίπρα από την άλλη, τον Αλαβάνο απ’ την άλλη, τον Κουβέλη απ’ την άλλη, ο καθένας να τρέχει και να λέει τα δικά του, και ούτε οι ίδιοι δεν μπορούν να συνεννοηθούν, τι σκατά Κυβέρνηση να κάνουνε; Άντε και να ψηφίσουμε ένα εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής, άντε και να βγούνε, θα μπορέσουν να το κρατήσουν; Σ’ ένα μήνα θα το διαλύσουν. Εκεί στηρίζεται και το περίφημο πλειοψηφικό, το οποίο, λέει, θέλουμε σταθερές κυβερνήσεις και κολοκύθια…

Ξέρεις ποια είναι η πεποίθηση μου; Ότι οι άνθρωποι οι έξυπνοι φοβούνται να αντικρύσουν την αλήθεια της ζωής τους. Θα φέρω ένα παράδειγμα: Πριν καιρό ήμασταν καλεσμένοι σε μια γιορτή, όπου ήταν όλοι καθηγητές πανεπιστημίων, επιστήμονες, κλπ. και πήγαμε και τους βρήκαμε πάνω σ’ έναν καβγά. Γιατί λές; Τότε, είχε διοριστεί ο Χριστόδουλος, ο Αρχιεπίσκοπος, και όλη η συζήτηση ήταν σχετικά με αυτόν: και αμάν ο Χριστόδουλος, και δώσ’του ο Χριστόδουλος, και είναι κίνδυνος ο Χριστόδουλος…

Κάποια στιγμή γυρίζω και τους λέω, τι Χριστόδουλος ρε παιδιά, ποιός είναι ο Χριστόδουλος; Από πού κι ως πού αποτελεί κίνδυνο ο Χριστόδουλος για το επαναστατικό κίνημα; Τι λέτε; Δεν βλέπετε τον καταναλωτισμό που μας οδηγεί; Και πετάγεται κάποια και μου λέει: «γιατί είναι κακό πράγμα ο καταναλωτισμός;». Λέω, ναι, γιατί αυτή τη στιγμή τρως τις σάρκες των παιδιών της Αφρικής. Κι όχι μόνον αυτό…

Τους είπα, αν νομίζετε ότι είναι ζωή αυτή που ζείτε με γεια σας και χαρά σας και με τα… τενεκεδένια φέρετρά σας θα ‘στε μια χαρά! Ξέραν την αλήθεια, ξέραν το άσκοπο της ζωής τους, τα ήξεραν, ήταν έξυπνοι άνθρωποι, αλλά φοβούνταν να την αντικρύσουν. Και θα πούνε κάποια στιγμή, τι κάνω ρε μαλάκα, που ζω; Είναι δυνατόν να είναι αυτή η ζωή μου; Πρωί, μεσημέρι, βράδυ… κι όταν τελειώνει η μέρα να λέω «Αχ! Έφυγε ακόμη μια μέρα!». Ένα κεράκι που έσβησε ακόμα ήταν, αυτό ήταν.

Βέβαια, για να αναλάβεις μια ευθύνη για μια χώρα, δεν χρειάζονται μονάχα οι καλές προθέσεις και τα τρυφερά συναισθήματα. Χρειάζεται και μια τεχνογνωσία πάρα πολύ υψηλή για να διαχειριστείς αυτό το φοβερό σύστημα το οποίο έχουν κάνει.

Σήμερα, παραδείγματος χάριν, αν κάναμε μια επανάσταση τύπου Οκτωβριανής, μπολσεβίκικης, και ανατρέπαμε το σύστημα, την επόμενη μέρα θα είχαμε χάος. Χάος! Τίποτα δεν θα μπορούσε να διορθώσει αυτή την καταστροφή. Γι' αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να χτυπάμε, να καταργούμε, τις δομές του συστήματος και να το μεταρρυθμίζουμε προς τον άνθρωπο.

Μιλάνε τώρα για πράσινη ανάπτυξη και πράσινα άλογα, μα είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και να έχουμε πολεμικές βιομηχανίες; Λοιπόν, υπάρχουν πράγματα θεσμικά που πρέπει να αλλάξουν, αλλά όπως είπα, αυτά πλέον δε με ενδιαφέρουν, όσο δεν βλέπω κάτι να γίνεται. Εγώ μιλάω. Αυτό μπορώ να κάνω, αυτό κάνω, γράφω και κανά βιβλίο, τί άλλο να κάνω;

Είναι και ντροπή, νιώθω, εγώ, ντροπή. Όχι ντροπή, μάλλον νιώθω ένα αίσθημα κινδύνου, διότι υπό μία έννοια είναι και ολίγον φασισμός: εγώ, με το ένα πόδι στον τάφο, να διατυπώνω το όραμα της ζωής που θα ζήσετε εσείς. Δεν είναι φασισμός αυτό το πράγμα; Δηλαδή σ’ έναν κόσμο ο οποίος εξελίσσεται με τόση ταχύτητα τρομακτική, ένας άνθρωπος από το παρελθόν, ο οποίος σήμερα είναι ογδόντα χρονών, να ηγηθεί για τη ζωή των σημερινών παιδιών, η οποία αύριο θα είναι εντελώς διαφορετική;

Υπάρχει, άρα, ένα πρόβλημα ευθύνης. Και μου λέει η Ρηνιώ πολλές φορές, «είσαι απαισιόδοξος και σ’ ακούνε τα παιδιά και είσαι μες στη μαυρίλα!». Τι να κάνω, ρε παιδί μου; Στα ογδόντα μου χρόνια να λέω ψέματα; Είμαι απαισιόδοξος. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Οποιεσδήποτε άλλες διαδικασίες, η ιστορία πια μας πείθει ότι είναι επικίνδυνες. Σκεφτείτε αυτό το παλικάρι, τον Φιντέλ Κάστρο που πολεμούσε στα βουνά, αυτός ο ρομαντικός, ο ωραίος τύπος… δικτάτορας κατάντησε! Ο Τσε, ευτυχώς, σκοτώθηκε νωρίς, όπως κι ο Ιησούς. Οι δυο αυτοί έσωσαν την αθωότητά τους.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.

Η αγάπη είναι κάτι που το ζεις, δεν νομίζω ότι είναι κάτι που μπορείς να του δώσεις έναν ορισμό. Η αγάπη είναι αυτό που αισθάνεσαι. Η λογική έχει όρια στην ερμηνεία της πραγματικότητας, η ψυχοσωματική εμπειρία, όμως, είναι του καθενός. Η αγάπη, είναι ένα συναίσθημα που είναι για τον καθένα ιδιαίτερο και για τον καθένα διαφορετικό επίσης. Δεν μπορείς να το ορίσεις απλώς σαν συναίσθημα. Σαν συναίσθημα το ορίζουμε, αλλά στην πράξη, στη ζωή μέσα στην υπόστασή του, είναι του καθενός εμπειρία. Όπως και ο έρωτας επίσης. Ο έρωτας. Αυτό το καταπληκτικό συναίσθημα, το μοναδικό, το οποίο το έχουν βρωμίσει και το έχουν φορτώσει τόση σκουριά και τόση ανηθικότητα που πραγματικά είναι έγκλημα.

Αλλά αυτή ήταν και η κουλτούρα μας. Δηλαδή, εγώ θυμάμαι τις γυναίκες που κάθονταν στο σκαλοπάτι και βλέπαν ένα ζευγαράκι να πηγαίνει αγκαλιασμένο προς το βουνό απάνω και λέγανε: πάνε να βγάλουν τα μάτια τους! Λοιπόν, για τα παιδιά που μεγάλωναν και άκουγαν αυτά τα πράγματα, ο έρωτας σήμαινε «να πάνε να βγάλουν τα μάτια τους».

Είμαι με τη Ρηνιό από το 62 μαζί και από το 64 παντρεμένοι… Κατ’ αρχήν ο γάμος είναι καταναγκασμός. Τώρα, στον εικοστό πρώτο αιώνα, να παντρεύονται οι άνθρωποι! Τι είναι αυτό; Τι θα πει παντρεύομαι; Από την αρχή λένε ψέματα, από τους όρκους: αιώνια, μια ζωή… Τί λες, βρε μαλάκα! Σε λίγο, σε ένα, δύο, πέντε χρόνια, το σεξ τελειώνει πια, από κει και πέρα τι γίνεται; Θα ζήσετε και οι δυο με έναν έρωτα στη ζωή σας; Αν η σχέση ακουμπάει σε πολύ περισσότερα πράγματα, δηλαδή βρίσκεται σε ένα ίδιο φιλοσοφικό στίγμα, κι έχει πνευματικό ενδιαφέρον, μπορεί το ζευγάρι να ταξιδέψει και σε άλλους δρόμους ερωτικούς και να ξαναγυρίσει, κι όπως λέει ο Καβάφης, να γυρίσει με πλούτη, με φλουριά με καινούρια πράγματα και να εμπλουτίσει αυτή τη σχέση, αλλιώς αυτό το μέλι θα γίνει φαρμάκι και ο ένας θα μισήσει τον άλλον.

Η κατάσταση, δηλαδή, πρέπει να εκτονώνεται! Ο γάμος είναι κατάλοιπο της αντίληψης ότι ο έρωτας είναι αναπαραγωγική διαδικασία και τίποτα περισσότερο. Τέτοια φτώχεια γι’ αυτό το καταπληκτικό συναίσθημα του ανθρώπου που λέγεται έρωτας; Αυτό είναι έγκλημα! Αρκεί να υπάρχει πολιτισμός. Όταν υπάρχει πολιτισμός σε μια σχέση…

Πιτσιρικάς συμμετείχα σε αυτό το όνειρο του κομμουνισμού ολόκληρος, κυτταρικά… και καμιά φορά μες το κελί σκεφτόμουνα μοναχός μου κι έλεγα, εντάξει, θα λύσουμε όλα τα προβλήματα των ανθρώπων αλλά πως θα απαντήσουμε στο πρόβλημα όταν ένα αγόρι αγαπάει ένα κορίτσι και εκείνη δεν τον θέλει ή όταν ένα κορίτσι αγαπάει ένα αγόρι κι εκείνος δεν την θέλει, και βασανιζόμουνα και έλεγα πως θα το λύσουμε ρε παιδί μου αυτό το πράγμα; Πώς θα λύσουμε αυτό τον κόμπο; Και βρήκα, όμως, λύση: λέω, μα θα ‘ναι τόσο ελεύθερη και ανοιχτή η κοινωνία ώστε οι άνθρωποι, το κάθε αγόρι και το κάθε κορίτσι θα χει πολλές επιλογές γύρω του ώστε να μπορεί να ολοκληρώσει και να εκφράσει τις επιθυμίες του.

Ταυτόχρονα, δεν θα υπάρχουν άσχημοι και όμορφοι άνθρωποι, αυτό είναι μια εφεύρεση της ανώμαλης κοινωνικής αισθητικής που εδραιώσαμε. Η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου είναι ομορφιά, ο κάθε άνθρωπος μέσα του έχει ομορφιά, κουβαλάει ομορφιά κι όταν ανακαλύπτεις αυτό το πράγμα, όταν συνδέεσαι με αυτού του είδους την ομορφιά, όταν τέτοιου είδους είναι οι σχέσεις, ε, αυτές δεν κινδυνεύουν. Έστω και αν μπουν στη συνήθεια και στην κούραση, δεν κινδυνεύουν να εκφράσουν κάποια βαρβαρότητα ή δυστυχία κλπ. Θα ‘ναι μια πολιτισμένη πάλι όμορφη συναισθηματική, αγαπησιάρικη δύση αυτής της σχέσης, προσωρινής ή μονιμότερης.

Εγώ, δηλαδή, πιστεύω ότι η ζωή είναι αιώνια και κινείται με κύκλους: ζωή - θάνατος, ηδονή- πόνος, λύπη- χαρά κλπ. Εάν η ζωή δεν είχε αυτές τις συγκρούσεις, αν δεν υποχρέωνε ανά πάσα στιγμή τους ανθρώπους, να περάσουν τα συναισθήματά τους πάνω από την πυρρά, θα ήταν μια ζωή αδιάφορη, γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον η ζωή γιατί έχει αυτές τις συγκρούσεις!

Όμως αυτές οι συγκρούσεις πρέπει να στηρίζονται σε ένα υπόβαθρο πολιτισμού, αλληλοσεβασμού, αλληλοεκτίμησης, αναγνώριση της διαφορετικότητας, κατανόησης των αναγκών του άλλου.
Και είπα, αν δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα δεν γίνεται τίποτα, γεννάται δυστυχία, πίκρα…

Αν θέλεις να ζήσεις μόνο χαρά στη ζωή σου… Δεν γίνεται αυτό! Σκεφτείτε, ρε, τι βαρεμάρα θα είχε η ζωή να ήταν σαν ένα συριανό λουκούμι που το γλύφεις το πρωί, το γλύφεις το μεσημέρι, το γλύφεις το βράδυ… Ε, δεν λες, αϊ σιχτίρ από δω;

Αλλά εκλογικεύσαμε τελείως την πραγματικότητα. Και αυτός ο Άγγλος ο φιλόσοφος και ποιητής, ο Blake, λέει, ότι η λογική έχει όρια στην ερμηνεία της ρομαντικότητας, η φαντασία είναι δημιουργία. Χωρίς φαντασία δεν μπορεί να πορευθεί ο άνθρωπος. Εδώ ο γαλλικός Μάης είχε μια αντίφαση σε ένα απ’ τα συνθήματά του: «η φαντασία στην εξουσία». Μα, είναι δυνατόν να συνυπάρξουν αυτά τα πράγματα; Φαντασία και εξουσία; Γι’ αυτό τα περισσότερα στελέχη του ‘γίναν μέλη των πολυεθνικών εταιριών.

Για την γενιά του Πολυτεχνείου; Τι να πω ρε παιδί μου; Μια εξέγερση με όνειρα και αιτήματα της νεολαίας εκείνη της εποχής την οποία απορρόφησε το σύστημα, τους έβγαλε υπουργούς, βουλευτές, και τέλειωσε η υπόθεση. Και τα αιτήματα και τα συνθήματα και τα όνειρα. Και το Πολυτεχνείο, έγινε σαν τις μυγοχεσμένες εικόνες του Χριστού που κρέμονται πάνω από τα δικαστήρια. Σουβλάκια έγινε, ότι θες έγινε, εκτός από κείνο που ονειρευόταν.

Γι’ αυτό δεν πάτησα ποτέ σε δεξιώσεις που κάνανε για αντιστασιακούς στο Προεδρικό Μέγαρο. Κάθε χρόνο δεν καλούσανε δαύτους; Του είπα κάποτε του Μίκη Θεοδωράκη, δεν καταλαβαίνεις ότι μ’ όλα αυτά που κάνουν, πως τάχα μου σε τιμάνε και τέτοια, ότι εσύ τους τιμάς; Τους τιμάς, δε σε τιμάνε! Όταν ένας άνθρωπος έχει μια ασφάλεια και μια καθαρότητα και πάει κάπου, ε, καθαρίζει και τους άλλους.

Δεν πήγα ποτέ σε προσκλήσεις. Εδώ, ανάβω το τζάκι μου. Και παράσημο μου είπαν να μου δώσουν, τους είπα να το βάλουν στον κώλο τους. Πήγα, μόνο, να μου δώσουν τα ένσημα, διότι ειδικά για τα 6 χρόνια που κάναμε φυλακή στη χούντα, μας δώσανε ένσημα, λες και δουλεύαμε! Ευτυχώς, όμως, γιατί έτσι πήρα μια αναπηρική σύνταξη.

Και τους χουντικούς τους δικάσανε. Αυτούς εδώ, ποιος θα τους δικάσει; Η ιστορία; Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι να την γράψουν ακόμα, αν υπάρχουν άνθρωποι, γιατί τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Σε πενήντα χρόνια τα νερά του πλανήτη δε θα πίνονται! Αυτά λένε οι επιστήμονες με τον τρόπο που πάμε και καταστρέφουμε συνεχώς υδροφόρους ορίζοντες, τα ποτάμια, τις λίμνες, οι όξινες βροχές, κι όλα αυτά.

Θέλω να πω, ότι είμαι απαισιόδοξος. Γιατί;
Επειδή είμαστε σ’ έναν κόσμο, ο οποίος είναι, πια, μια γειτονιά. Μια γειτονιά μικρή. Έχουνε μηδενιστεί σχεδόν οι αποστάσεις, συνεπώς και ο εφιάλτης των καταστροφών είναι κοινός.

Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία του κόσμου είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας των λαών σ’ ένα παγκόσμιο κίνημα το οποίο θα φέρει την αλλαγή. Μια χώρα μόνη της, έστω κι αν καταφέρει τελικά να διαμορφώσει ένα διαφορετικό ανθρώπινο σύστημα, μια άλλη ποιότητα ζωής για τον λαό της, δεν είναι σίγουρη για το μέλλον όταν π.χ. στην Αλβανία χτίζεται πυρηνικό εργοστάσιο, στη Βουλγαρία το ίδιο, στη Ρουμανία πυρηνικό εργοστάσιο, στην Τουρκία πάνω στο σεισμογενές ρήγμα πυρηνικό εργοστάσιο…

Ο άνθρωπος υποτάχθηκε στην τεχνολογία αλλά δεν μπορεί να την ελέγξει. Παραδείγματος χάριν, τι πιο φυσικό θα ήταν, αφού τα πυρηνικά εργοστάσια αποδείχθηκαν ότι είναι πυρηνικές βόμβες κάτω από ορισμένες συνθήκες και μπορούν να καταστρέψουν, να μην μπορεί κανείς να χτίσει πυρηνικό εργοστάσιο χωρίς τη σύμφωνη απόφαση των όμορων χωρών.

Διότι αν εκραγεί το περιβόητο εργοστάσιο της Τουρκίας, καταστρέφεται η Ελλάδα, αν εκραγεί το πυρηνικό εργοστάσιο στην Αλβανία καταστρέφεται η Ελλάδα. Τι μέλλον μπορούμε να έχουμε εμείς; Τι μέλλον μπορούμε να διαμορφώσουμε; Κι αν δεν καταφέρουμε να πείσουμε τους Τούρκους, τους Αλβανούς και τους άλλους σε ένα κίνημα μιας άλλης ζωής, ενός άλλου τρόπου ζωής, στην αναζήτηση ενός άλλου τρόπου ενέργειας, π.χ. ηλιακής ή άλλης; Αυτό ακουμπάει κι άλλα προβλήματα και δεν μπορούμε να λύσουμε τέτοιου είδους στοιχειώδη προβλήματα! Που πάμε; Πώς μπορούμε να ονειρευτούμε εμείς σ’ έναν τόπο διαφορετικό αυτή τη στιγμή;

Συνεπώς πρέπει να συναντηθούμε και με τους άλλους λαούς. Δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα μέλλον διαφορετικό αν δε διαμορφώσουμε πρώτα μια πολιτισμική ενότητα του κόσμου, διατηρώντας τη διαφορετικότητα του καθενός. Μέσα σε δυο αιώνες έχουμε καταστρέψει εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους ζωής.
Αυτό ήταν πλούτος για την ανθρωπότητα, και τον καταστρέψαμε, τον ισοπεδώσαμε. Πρέπει να βρούμε ότι διασώθηκε και να ξανανταμώσουμε γύρω απ’ αυτά τα πράγματα.

Γι’ αυτό πιστεύω, πάντα, ότι αν υπάρχει μια αισιόδοξη προοπτική αυτή είναι τα πολυεθνικά κοινόβια, δηλαδή, άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της γης οι οποίοι επιχειρούν να συμβιώσουν. Μου λέγε μια φίλη μου η οποία έχει ταξιδέψει πολύ σ’ όλο τον κόσμο κι έχει ζήσει σε τέτοιου είδους κοινόβια «Χρόνη, δεν μπορείς να φανταστείς τι θαύμα ήταν η ζωή. Διαφορετικά φαγητά, διαφορετικό φλερτ, διαφορετική έκφραση και συμπεριφορά του καθενός, διαφορετικές γιορτές, διαφορετικά γλέντια ακόμη και διαφορετικό φιλί!" Ίδια συναισθήματα όμως...

Ένας πλούτος, στον οποίο ζούσαν οι άνθρωποι, ούτε έπληττες, ούτε τίποτα, ο καθένας έκανε τη δουλειά του… Ε, μόνο έτσι θα καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε, αλλά αυτά είναι πολύ δύσκολα πράγματα. Επιχειρήθηκαν στην αρχή με το μεγάλο χίπικο κίνημα, το οποίο το σακατέψανε με τα χημικά ναρκωτικά και τα ρέστα, και το τσακίσανε, το δυσφημίσανε, και βέβαια μετά το έκανε και μόδα το σύστημα. Είναι δύσκολα αυτά.

Όπως είναι και δύσκολο -επειδή όλοι μας, από την κούνια μας εισπράττουμε αυτή την κουλτούρα- να συνυπάρξουμε χωρίς προβλήματα, γιατί είναι φυσικό σε μια κοινότητα να υπάρχουν και τα ανθρώπινα προβλήματα, που τα περιγράφω και στο «κλειδί» με έναν τρόπο.

Πολλοί νέοι, μου στέλνουν οι περισσότεροι ποιητικές συλλογές… Το ενενήντα εννιά τοις εκατό των Ελλήνων είναι ποιητές! Και έρχονται και παιδιά που με ρωτάνε, πώς γράφεται ένα βιβλίο; Εγώ τους απαντάω το εξής: Βάλτε μια λευκή κόλλα μπροστά σας και πάρτε και ένα μολύβι και καθίστε. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Αν έχετε να βγάλετε κάτι θα το βγάλετε, κι αν έχετε να γράψετε κάτι θα το γράψετε. Λευκό χαρτί και μολύβι! Τα άλλα όλα είναι εκ του περισσού. Αν θες να γράψεις με το συναίσθημά σου, με αυτό που πιστεύεις, με αυτό που σε συνεπαίρνει αυτή τη στιγμή, δε χρειάζεσαι τίποτα. Ούτε καμιά οδηγία, ούτε καμιά τεχνική. Καλύτερα άσε την κόλλα άσπρη μέχρι να σου ‘ρθει!

Καμιά φορά διαβάζω συγγραφείς που βλέπω πίσω στο βιογραφικό τους ότι πήγαν στην τάδε σχολή συγγραφέων… Εγώ έμαθα γράμματα απ’ την λογοτεχνία, από κει έμαθα και μαρξισμό, από κει έμαθα και κοινωνιολογία, από κει έμαθα και οικονομία. Διάβασα όλη τη Ρώσικη κλασσική και σοσιαλιστική λογοτεχνία, διάβασα όλη τη γαλλική λογοτεχνία, η οποία είναι καταπληκτική, διάβασα σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία. Μέσα από τη λογοτεχνία μαθαίνεις τη γλώσσα, μαθαίνεις να μιλάς, παίρνεις γνώσεις τρομακτικές από όλους τους χώρους...

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Πηγή: tvxs.gr

Συνέχεια...
0
Η κρίση που περνάμε, είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Oυσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας. Τους κινδύνους για την οικολογική κρίση, πια, του πλανήτη, δεν τους αμφισβητεί κανείς, και όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν την ανάγκη να στρατευτούν σε τέτοιου είδους προσπάθειες για να σώσουν ή να βελτιώσουν το περιβάλλον. Αυτό, όμως, είναι το ένα μέρος: Ο περιβαλλοντολογικός ακτιβισμός. Διότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο περιβάλλοντα:

Το ένα είναι το φυσικό περιβάλλον και το άλλο είναι το κοινωνικό περιβάλλον, το ανθρώπινο περιβάλλον.

Το πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός, ότι το ανθρώπινο περιβάλλον είναι οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο και δρα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς για να διατυπώσουμε ένα οικολογικό αίτημα, που θα σημαίνει την σωτηρία του πλανήτη και συνεπώς της ζωής πάνω σε αυτόν, πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε πως θα ανατρέψουμε τις πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή του και πως θα οδηγηθούμε σ’ έναν βαθύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος θα αποκαταστήσει τη φυσική σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Αυτό σημαίνει, μια εξανάσταση της ανθρώπινης συνείδησης, σημαίνει μια καθημερινή απόκρουση της βαρβαρότητας του συστήματος και μιας διαφορετικής τοποθέτησης στη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι σε αυτά τα προβλήματα. Και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γιατί αυτή τη κουλτούρα, ότι ο άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος του πλανήτη, και ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και τον διόρισε κυρίαρχο του πλανήτη και του είπε ότι: «όλα αυτά είναι δικά σου», την κουβαλάμε από τα γεννοφάσκια μας!

Πρέπει να απαλλαχτούμε από τις θεωρίες του ανθρωποκεντρισμού, όπως και από τις αφελείς θεωρίες της θρησκείας και όλων αυτών των πραγμάτων. Αλλά κυρίως, πρέπει να αντιληφθούμε ποια είναι η ουσία και το νόημα της ζωής! Δηλαδή, δεν γίνεται αντί να ζούμε, να προσπαθούμε να επιβιώσουμε!

Κάθε πλάσμα έρχεται στον κόσμο με δικαιώματα, με δυνατότητες, να ζήσει τη ζωή του, να χαρεί, να είναι χορτάτο, να καλύπτει τις ανάγκες του, κλπ. Αλλά ο άνθρωπος έρχεται σ’ έναν κόσμο, όπου εκτός από τους πορφυρογέννητους, δεν ξέρει που πάει και τι κάνει, και πώς να ζήσει.

Ταυτόχρονα αυτή η ολιστική οικολογία- οικολογική αντίληψη, η οποία δεν ασκείται μόνο σ’ έναν οικολογικό ακτιβισμό αλλά βλέπει και θέλει και παλεύει να αναστρέψει τις καταστροφικές δομές του συστήματος και να εδραιώσει έναν καινούριο πολιτισμό, είναι σημαντική γιατί είναι η μόνη διαδικασία η οποία απαιτεί όχι την υπακοή ή την υποταγή των ανθρώπων σε μια πίστη ή σε μια ιδεολογία αλλά απαιτεί την αφύπνιση της συνείδησής του και την κατανόηση του νοήματος της ζωής.
Η ζωή είναι ένα χάρισμα. Είναι ένα χάρισμα που μας δίνεται μια φορά. Μια φορά! Και πρέπει να το χαρούμε, πρέπει να το δωρίσουμε, πρέπει να το ζήσουμε!

Η οικολογία μάς απαλλάσσει, επίσης, και από το άγχος του θανάτου. Ξέρουμε, ότι αυτό το δώρο, είναι με ημερομηνία λήξεως, και συνεπώς πρέπει να το χαρούμε και όχι να το σπαταλάμε μέσα σε βάσανα. Τι είναι αυτά τα πράγματα; Που κατάντησαν τη ζωή μας σήμερα;

Οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν να σκεφτούνε, δυστυχώς, να καταλάβουν, τι σημαίνει ζωή. Τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν, κι όταν φτάνει το ηλιοβασίλεμα, αντί να κλαίνε γιατί πέρασε άλλη μια μέρα, και συνεπώς άλλο ένα βήμα προς το θάνατο, χαίρονται. Χαίρονται! Γιατί η μέρα τους ήταν φορτωμένη με οδύνη, με άγχος, με κυνηγητό, με προβλήματα, με όλα αυτά.

Η οικολογία είναι επαναστατική, με την έννοια ότι στοχεύει να καταργήσει όλες τις αρνητικές δομές της κοινωνίας. Είναι η μόνη επανάσταση, θα λέγαμε, η οποία δε φέρει εξουσία και δεν εδραιώνει καμία εξουσία. Και ξέρουμε από την ιστορία ότι και τα πιο ωραία, τα πιο όμορφα, τα πιο ρομαντικά όνειρα των επαναστατών, σκοτώθηκαν από την εξουσία. Αυτή ήταν η αιτία της καταστροφής. Αυτή είναι η αιτία που μετατρέπει τα όνειρα σε εφιάλτη.

Είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και για πράσινη ανάπτυξη και να έχουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο;

Μιλάω για την κυβέρνηση και για την πράσινη ανάπτυξη! Σ’ αυτή την πράσινη ανάπτυξη, λοιπόν, από τους πρώτους μετόχους είναι οι εταιρίες της BP, από τους πρώτους επενδυτές σ’ αυτή την ιστορία. Δηλαδή είναι αυτός ο φαύλος κύκλος που έλεγε ο Ελύτης, ότι με έναν ανθρωποκεντρικό - τεχνοκρατικό πολιτισμό προσπαθούμε να διορθώνουμε τις ζημιές που έκανε ένας ανθρωποκεντρικός- τεχνοκρατικός πολιτισμός. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος.

Και τι θα πει ανάπτυξη, κι ως που πάει αυτή η ανάπτυξη τέλος πάντων; Αυτή η γραμμή που πάει; Έχει κανένα τέλος; Έχει κανένα τέρμα αυτή η γραμμή; Περάσαμε τη βιομηχανική επανάσταση, περάσαμε την επανάσταση την ηλεκτρονική, και το όφελος του ανθρώπου ποιό; Η ποιότητα της ζωής του, το νόημα της ζωής του έχει χαθεί, έχει αλλοτριωθεί! Η ζωή είναι αλλού και ο άνθρωπος ο σημερινός είναι αλλού! Οι περισσότεροι άλλα ζητούν κι άλλα ζούνε, άλλα επιθυμούν και άλλα πραγματοποιούν μέσα στην κοινωνία.

Είμαστε πια μια κοινωνία σχιζοφρενών. Από τη μια ένας αφύσικος πολιτισμός και από την άλλη η οντότητά μας σαν άνθρωποι. Είμαστε ψυχασθενείς. Απλώς ο καθένας νομίζει ότι ο άλλος είναι, κι όχι ο ίδιος!

Αν θέλουμε λοιπόν να οραματιστούμε ένα ανθρώπινο μέλλον, οφείλουμε κατ’ αρχήν να το οραματιστούμε σε ανθρώπινα μέτρα. Αυτές οι χαβούζες που λέγονται πόλεις εξαφανίζουν τον άνθρωπο.

Θα κάνω μια παρένθεση: πήγα κάποτε στην Ιταλία και μπήκα σε μία από αυτές τις τεράστιες εκκλησίες που έχουνε. Στάθηκα μέσα σ’ αυτό το πράγμα και χάθηκα πραγματικά. και ένιωσα έτσι, ανύπαρκτος. Αυτόματα σκέφτηκα κι ένα δικό μας, ένα εκκλησάκι σ’ ένα λοφίσκο, που μπαίνεις μέσα και ακουμπάς το Θεό ρε παιδί μου! Εκεί εκμηδενίζουν εντελώς τον άνθρωπο. Ενώ, αντίθετα, μπαίνεις σ’ σ’ ένα ερημοκλήσι και βλέπεις τον Παντοκράτορα από πάνω να σου χαμογελάει, να απλώσεις το χέρι να τον πιάσεις!

Δηλαδή, ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να επικοινωνήσει, ανεξάρτητα αν πιστεύει στον Θεό ή δεν πιστεύει στο Θείο, κλπ. Όσο υπάρχουν άνθρωποι -κι αυτοί λιγοστεύουν ολοένα και περισσότερο και αντικαθίστανται από τους μεταλλαγμένους- θα νιώθουνε αυτή την ανάγκη μιας διαφορετικής επικοινωνίας. Πολλές φορές όταν είμαι «φορτωμένος» και έχει Πανσέληνο βγαίνω στην βεράντα εδώ έξω ανοίγω τα χέρια μου -όπως όταν σταύρωσαν τον Χριστό- κι ανοίγω το στόμα μου και προσπαθώ να... καταπιώ το φεγγάρι. Στέκω, έτσι, πέντε με δέκα λεπτά, και κάποια στιγμή χάνομαι, σταματάω μόνος μου, γιατί δεν ξέρω αν θα γυρίσω πίσω…

Εδώ κάτω έχω και μια ροδιά (αγαπάω πολύ τις ροδιές) η οποία, κάποια μέρα μου αρρώστησε. Πήγα στον Γεωπόνο, πήρα φάρμακα, πήρα τούτο, πήρα τ’ άλλο, την ράντισα, τίποτα! Η ροδιά κάθε μέρα και χειρότερα. Ήταν Πανσέληνος. Την σκεφτόμουνα κι ήμουν στενοχωρημένος. Κατέβηκα τα σκαλοπάτια, κι έκατσα σε μια πέτρα δίπλα της και άρχισα να της λέω πόσο πολύτιμη είναι για μένα, πόσο την αγαπάω, να την χαϊδεύω, να της μιλάω τρυφερά κλπ. Από την άλλη μέρα η ροδιά άρχισε να γίνεται καλύτερα. Έγιανε, και τον Σεπτέμβρη πέταξε και εκτός εποχής, πια, δυο τεράστια ρόδια. Τώρα, δεν ξέρω αν τα φάρμακα βοήθησαν, επίσης, αλλά εγώ αλλιώς το εισέπραξα και αλλιώς το ένιωσα.

Είναι δύσκολο να ανοίξουμε μια διέξοδο μέσω μιας οικολογικής επανάστασης. Και γιατί είναι δύσκολο; Από την δεκαετία του ’60 ο Μαρκούζε είχε επισημάνει, ότι αυτό το απεχθές κοινωνικό σύστημα δεν βρίσκεται πια έξω από τον άνθρωπο, αλλά έχει ενσωματωθεί μέσα στον άνθρωπο και έχει υποχρεώσει τον άνθρωπο να το αναπαράγει συνεχώς. Αυτό τι λέει;

Αυτό λέει, ότι υποχρεωτικά, έχουμε μια μετάλλαξη της συνείδησης, μια μεταφορά της, από την αυτονομία της αναζήτησης του καλού ή της ζωής, σε μια πρακτική η οποία αναπαράγει το σύστημα. Μας έχουν υποχρεώσει να παίρνουμε αυτοκίνητα, μας υποχρεώνουν να παίρνουμε κινητά, μας υποχρεώνουν να κάνουμε τούτο, ή το άλλο. Έχουν οργανώσει έτσι τη ζωή, ώστε δεν μπορούμε να διαφύγουμε.

Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολη μια επανάσταση της οικολογίας. Γιατί πρέπει να απαλλαγεί ο άνθρωπος, να ξεράσει από μέσα του, όλο το σύστημα, να μπορέσει να απελευθερωθεί και να μπορέσει τελικά να δει τα πράγματα όπως είναι, να δει τη ζωή του, να παλέψει, ν’ αντισταθεί, να πολεμήσει.

Σήμερα και σ’ αυτόν τον τομέα -και είναι πολύ αισιόδοξο- διάφορες παρέες παίρνουν τα βουνά και προσπαθούν να ζήσουν έξω από το σύστημα. Ακόμα, σε κάποιες περιοχές έχουν καταργήσει και το χρήμα. Εσύ έχεις βγάλει φέτος περισσότερα φασόλια, εγώ έχω πατάτες, ο άλλος έχει λάδι, ο άλλος είναι γιατρός κι αντί για πληρωμή θα του δώσω αυγά ή κοτόπουλο, κλπ.

Αυτά νομίζω είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που συμβαίνουν σήμερα στην ελληνική κοινωνία, διότι από το οργανωμένο πολιτικό- θεσμικό σύστημα δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτα. Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία αποκλείεται να αναπαράξει τίποτα καλό, τίποτα της προκοπής.

Δεν πίστευα ποτέ ότι θα ξαναζήσω μια περίοδο εθνικής υποτέλειας της πατρίδας μου.

Πιτσιρικάς δεκατριών χρονών πολέμησα τους Γερμανούς. Μετά, πολέμησα τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, την εποχή που ερχόταν εδώ ο Αμερικανός στρατηγός και του έλεγε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, διανοούμενος Κανελλόπουλος, «Ιδού ο στρατός σας!», δείχνοντας τον ελληνικό στρατό. Την εποχή που ερχόταν ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών ο περίφημος Πιουριφόι, και έμπαινε στο γραφείο του Πρωθυπουργού και ανέβαζε τα πόδια του πάνω στο γραφείο και του έλεγε τι να κάνει και τι να μην κάνει…

Ε, περίπου τα ίδια δε ζούμε τώρα; Έρχονται οι Τροϊκανοί. Τα ίδια δεν κάνουνε; Έχουμε κυβέρνηση; Πού είναι;

Λέω καμιά φορά, σ’ αυτά τα παιδιά που τρέχουν στις διαδηλώσεις και χτυπιούνται με τους μπάτσους και μετά τους πλακώνουν με τα χημικά σα να ‘ναι κατσαρίδες, «Τι πάτε και σκοτώνεστε μες στους δρόμους και δεν πάτε να καταλάβετε τα χωράφια της Μονής του Βατοπεδίου και να κάνετε μια φάρμα; Είστε όλοι σας μορφωμένα παιδιά, έχετε διάφορες ειδικότητες, να καταλάβετε τα βασιλικά κτήματα, αυτού του κερατά στο Τατόι, να κάνετε μια φάρμα; Θα ‘χετε και τον κόσμο μαζί σας! Ποιος θα σας πει κουβέντα; Πάτε και πετάτε γκαζάκια, και καίτε το αυτοκίνητο του αλλουνού του κακομοίρη, τι σας φταίει ο άλλος;».

Θέλω να πω, ότι, δυστυχώς, επίσης για πρώτη φορά, ζω σε μια κοινωνία η οποία δείχνει να χει πάθει εγκεφαλικό! Δεν αντιδρά με τίποτα! Να συμβαίνουν τόσο τρομακτικά πράγματα και μέσα σ’ αυτήν και στον κόσμο και γύρω της, και να μην παίρνει χαμπάρι! Να μην αντιδρά με τίποτα!


Άκουγα τον Γιανναρά να λέει «Τουλάχιστον ας κατέβουν εκατό- διακόσιες χιλιάδες κόσμος να καταλάβουν το Σύνταγμα και να κάτσουν εκεί και να απαιτήσουν Συντακτική Εθνοσυνέλευση». Αλλά πού; Αυτό που λέγεται, πια, ότι απέμεινε σαν σύνθημα γραμμένο σε γκρεμισμένους τοίχους: «ΑΡΙΣΤΕΡΑ», τυρβάζει περί των… ευαγγελίων ακόμα!

Ξέρεις τι είπε ο Δαντόν πριν τον καρατομήσουν; «Τα βήματα της ανθρώπινης ιστορίας είναι οι ταφόπετρες των ρομαντικών». Κατάλαβες; Και μέσα σε όλη την πορεία της ιστορίας, οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητά τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία. Γιατί, σου λέω, ότι η εξουσία είναι το χειρότερο, είναι το τρομακτικότερο εφεύρημα του ανθρώπου!

Εγώ είμαι υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, υπέρ των μικρών κοινοτήτων, και το μόνο που θα έλεγα σήμερα που η χώρα μας περνάει κρίση, θα ‘τανε, "πάρτε τα βουνά, ξαναγυρίστε στα χωριά σας, ξαναγυρίστε στη λίμνη! Ξαναεποικήστε την Ελλάδα!"

Έχουμε μια χώρα η οποία είναι ευλογία Θεού, παράγει τα πάντα! Από βότανα, από τρόφιμα, τα πάντα μπορεί να παράξει. Ποτέ όμως δεν είχαμε μια ικανή πολιτική ηγεσία.

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.

Γι’ αυτό ο δρόμος προς την απελευθέρωση από τη βαρβαρότητα, είναι ένας δρόμος πάνω από την πυρρά, που πρέπει να περάσει ο καθένας μας. Πάρα πολύ δύσκολος δρόμος.

Για την ώρα το κάνουν αυτοί που έχουν κάποια δυνατότητα να το κάνουν. Δηλαδή, γνωρίζω ανθρώπους, οι οποίοι φύγανε και πήγανε στο Πήλιο, ένα από τα πιο παραγωγικά βουνά της Ελλάδας -εκεί και… μπουκάλια να φυτέψεις θα φυτρώσουνε και υπάρχουν κτήματα τα οποία είναι εγκαταλελειμμένα, γεμάτα ελιές, καρυδιές, μηλιές κλπ.- και νοίκιασαν ένα κτήμα, ίσα ίσα για να μην χάσει ο ιδιοκτήτης την κυριότητα, δηλ. με 500 ευρώ το χρόνο, για να καλλιεργούν και να ζουν εκεί, να πουλάν το λάδι και καμιά φορά να βγαίνουν και στην λαϊκή αγορά. Κάποιοι από αυτούς είναι και γιατροί ή δάσκαλοι και διοργανώνουν εκδηλώσεις. Περνάνε όμορφα, με την παρέα τους, με τα οργανάκια τους, κάθε άνοιξη συγκεντρώνουν τις εμπειρίες τους, για το πως π.χ. γίνεται το μελιτζανάκι τουρσί, τα καρύδια γλυκό, πώς από το λάδι γίνεται το σαπούνι, πώς χτίζουν σπίτια με αχυρόμπαλες κλπ., διάφορες γνώσεις, γιατί όλοι τους είναι και πολύ ενδιαφέροντες άνθρωποι και έχουν κυνηγήσει αυτήν τη γνώση, η οποία είναι πολύτιμη.

Με την τεχνολογία, έχουμε χάσει πολύτιμες γνώσεις από την εμπειρία του ανθρώπου, που εξασφάλισαν την επιβίωσή του στον πλανήτη για εκατομμύρια χρόνια. Σήμερα η γνώση μας έρχεται απ’ το μέλλον, δεν έρχεται από το παρελθόν!

Παλιά οι νέοι σέβονταν τους ηλικιωμένους, ενώ, σήμερα, συνήθως, δεν τους σέβονται. Παλιά τους σέβονταν γιατί, εκτός των άλλων, ο ηλικιωμένος κατείχε τη γνώση και ήξερε πότε θα φυτέψει, τι καιρό θα κάνει, τι αλλαγές θα γίνουν, από τι πάσχει το φυτό κλπ. Σήμερα ο εγγονός ξέρει περισσότερα για την τεχνολογία από τον παππού. Τον βλέπεις και πιάνει το κινητό και τραβάει φωτογραφίες και ο παππούς… κοιτάει.

Αλλά, δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.

Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν υπάρχει ελπίδα διεξόδου, οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι θα την διαμορφώσουν.

Καμιά φορά με ρωτούν οι δημοσιογράφοι: Χρόνη, έχεις μετανιώσει για τη ζωή σου; Λέω όχι. Όχι! Τί πιο ωραίο να πεθαίνεις για ένα όραμα, για έναν όμορφο μύθο, απ’ το να ζεις συνεχώς μια χαμοζωή; Εμείς, λοιπόν, ταξιδέψαμε σ’ έναν υπέροχο μύθο, σ’ ένα πάρα πολύ όμορφο όραμα. Τώρα, αν αυτό στο τέλος της ζωής μας κατάντησε εφιάλτης, αυτό είναι άλλο θέμα, είπαμε, είναι θέμα της εξουσίας.

Αν είχα τη δυνατότητα να γυρίσω τα χρόνια πίσω, και με τη γνώση που έχω σήμερα, τι θα άλλαζα; Όλα! Πρώτα απ’ όλα πήραμε μια εμπειρία από την εξουσία, από την ιστορία, και υπήρχε και μια διαφορετική πραγματικότητα, ένα διαφορετικό μέτωπο από αυτό που δίναμε τις μάχες. Εμείς δώσαμε μάχες χαρακωμάτων, υπερασπιστήκαμε τη δημοκρατία, υπερασπιστήκαμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν είδαμε την κρίση που ερχόταν… Και σε ότι αφορά τις μεταλλαγές της ιδεολογίας από τη στιγμή που έγινε εξουσία η Σοβιετική Ένωση, και σε ότι αφορά την επερχόμενη κρίση του πλανήτη, μέσω της εξέγερσης της βιομηχανικής επανάστασης κλπ., τα οποία τα θεωρούσαμε, τότε, ευλογία Θεού! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λένιν έλεγε ότι εξηλεκτρισμός και βαριά βιομηχανία είναι τα δυο πόδια που θα οικοδομήσουν τον κομμουνισμό.

Και φτάσαμε στο Τσερνομπίλ και σε άλλου είδους ιστορίες, και στη συνάντηση καπιταλισμού και υπαρκτού σοσιαλισμού σε ότι αφορά τις πρακτικές για το περιβάλλον, για τα χημικά στις διατροφές των ανθρώπων και όλα αυτά. Δεν είναι τυχαίο ότι δυο από τις μεγαλύτερες λίμνες του κόσμου, η λίμνη της Βαϊκάλης και η λίμνη του Μίσιγκαν και οι δυο είναι μολυσμένες. Δεν υπερασπιστήκαμε, τότε, τέτοια πράγματα.

Σήμερα, μια σημαντική λέξη είναι η λέξη «βιότοπος». Τι σημαίνει; Σημαίνει βιώνουμε μαζί, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Γιατί βιώνουμε μέσα στην διαφορετικότητά μας κι όχι σε κάποια ομπρέλα ιδεολογική η οποία μπορεί να μας οδηγεί σε διαφωνίες και σε συγκρούσεις όπως αυτές που συντηρούνται σήμερα μέσα στον χώρο της αριστεράς, οι οποίες δεν έχουν κανένα νόημα.

Όσο για έναν… εμπνευσμένο αρχηγό και ηγέτη εγώ πιστεύω πάρα πολύ ότι σε μια κοινότητα, η συλλογική γνώμη είναι πολύ πιο ασφαλής και πιο ισχυρή από οποιονδήποτε ηγέτη.

Στο άλλο σημείο στο οποίο επίσης έχω διαφωνία με τον όποιον ηγέτη και την ιδεολογία, είναι ότι πιστεύω στο αυθόρμητο των ανθρώπων, δηλαδή, μέσα σε αυτή τη διαδικασία ανατροπής ή επανάστασης πρέπει να αναπτυχτεί ένα κίνημα όχι καθοδηγούμενο αλλά αυθόρμητο. Ένα κίνημα που γεννιέται από τη συνείδηση των ανθρώπων που ξέρουν που πάνε και ξέρουν τι θέλουν. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να ξαναγυρίσουμε σε μορφές εξουσιαστικές, κι αυτή τη στιγμή που σου μιλάω, εγώ ασκώ εξουσία.

Διότι υποτίθεται ότι είμαι η έδρα, ο καθηγητής, ο παντογνώστης, ο πολυγνώστης κλπ. Αυτό είναι μια εξουσία, όπως μια εξουσία είναι της μάνας προς το παιδί ή του πατέρα προς το παιδί ή όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Πιστεύω λοιπόν στο αυθόρμητο των μαζών που παλιότερα εμείς οι κουμουνιστές καταριόμασταν σαν αναρχικό. Σήμερα μπορεί κανένας άνθρωπος να ορίσει τι σημαίνει αναρχικός; Βρισκόμαστε μέσα σε ένα σύστημα το οποίο είναι δομημένο με ανήθικους τρομοκρατικούς και βάρβαρους κανόνες. Το να αρνηθείς τους κανόνες και τη θέσπιση αυτού του συστήματος τι σημαίνει, ότι είσαι αναρχικός;
Με αυτή την έννοια είμαστε όλοι αναρχικοί! Γιατί όλοι αναζητούμε το κάλλιστο.

Εγώ δεν ψήφισα κι ούτε θα ψηφίσω. Τι να πάω να ψηφίσω δηλαδή, να μας κοροϊδεύουνε με τη θέληση μας; Δεν πάω. Μου λένε οι άλλοι, μα ξέρεις το άκυρο είναι καλύτερο και το λευκό είναι… Ε, δε μ’ ενδιαφέρει! Με πήρε κι ο Μίκης με την κίνηση που έκανε και του λέω, βρε Μίκη μου, πρώτα πρώτα είναι τρελό στα ογδόντα μου να ξαναγίνω πολιτικός, όταν ξέρω τι σημαίνει πολιτική. Δεύτερον, εμένα με ενδιαφέρει η επόμενη μέρα. Δηλαδή αν αυτή τη στιγμή ανατρεπόταν αυτή η κυβέρνηση, η λεγόμενη κυβέρνηση, τι θα προκύψει; Άλλη μια κυβέρνηση με τα ίδια πάλι, με το ίδιο στήσιμο, με τα ίδια πράγματα; Εγώ βρίσκομαι στην άλλη όχθη! Δεν γουστάρω αυτό το σύστημα, δεν γουστάρω καπιταλισμό, δεν γουστάρω νεοφιλελευθερισμό, δε γουστάρω συγκεντρωτισμό, δε γουστάρω αυτά τα πράγματα! Θέλω μικρές κοινότητες, αυτόνομες, σε ανθρώπινα μέτρα να μπορέσουμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Έχω μια άλλη λογική, μια άλλη αντίληψη για το πώς οργανώνεται η κοινωνία.

Ξέρω πια τι σημαίνει πολιτική. Δεν γίνεται. Κατ’ αρχήν στην Ελλάδα δεν έχουμε το στοιχειώδες. Δεν έχουμε έναν στοιχειώδη πολιτικό πολιτισμό, γιατί αυτά τα καθίκια δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους. Η πατρίδα κινδυνεύει, η πατρίδα βουλιάζει, και πολεμάν σαν κατίνες ο ένας τον άλλον, εσύ έκανες εκείνο στο αυτό κι εσύ έκανες το άλλο. Δεν έχουν την παλικαριά, την εντιμότητα να κάτσουν σε ένα τραπέζι και να αφήσουν τις κατινιές στην άκρη και να κουβεντιάσουν. Είναι τυχαίο; Μα ένας δεν αυτοκτόνησε απ’ αυτούς εδώ τριανταπέντε χρόνια; Ένας δεν ζήτησε συγγνώμη, ένας δεν παραιτήθηκε;

Γι αυτό λέω, ότι είναι πρόβλημα συνείδησης και όχι ιδεολογίας; Είναι πρόβλημα συμπεριφοράς κι όχι ιδεολογίας.

Και δυστυχώς, πιστεύω, ότι εμείς ήμασταν οι... τελευταίοι των Μοικανών. Σε εμάς το σύστημα ασκούσε σωματική βία, μας έκλεινε φυλακή, μας βασάνιζε, μας χτυπούσε για να μας υποτάξει. Για τις σημερινές γενιές είναι πιο δύσκολα. Τους κάνουν λοβοτομή, τους απορροφά το σύστημα συνεχώς μέσα στη μηχανή του κέρδους, δεν τους αφήνει περιθώρια ούτε να οραματιστούν, ούτε να φανταστούν, τους αφαιρεί την κριτική σκέψη. Την ψυχή!

Κι ας είμαστε η χώρα των μεγάλων ποιητών. Κανένας λαός δέκα εκατομμυρίων δεν έχει τρία νόμπελ και ένα βραβείο Λένιν. Και μάλιστα, θα υπήρχαν κι άλλοι που θα έπρεπε να πάρουν το νόμπελ και δεν το πήραν… αλλά τέλος πάντων.

Θυμάμαι, τον Βάρναλη… ήμασταν ένα βράδυ στη Βουκουρεστίου και θέλαμε να ανεβούμε στη Δεξαμενή και λέει ο Βάρναλης του Κορνάρου «κουμπάρε περίμενε λιγάκι να περάσει κανένα ταξί να μας πάρει να ανεβούμε πάνω. Ε, περιμέναμε, και σε λίγο βλέπουμε μια ωραία γυναίκα να περπατάει και τότε λέει ο Βάρναλης «κουμπάρε, ήρθε ταξί, πάμε! Άμα βλέπουμε αυτή μπροστά μας… φτάνουμε!». Ο Βάρναλης, ήταν καταπληκτικός άνθρωπος και διαφορετικός, και δεν υπάρχει άλλος στίχος που να περιγράφει σήμερα την κατάντια του ελληνικού λαού “Δειλοί, μοιραίοι, κι άβουλοι αντάμα προσμένουν, ίσως, κάποιο θάμμα”. Όπως έχουμε και μεγάλους λογοτέχνες και γυναίκες, τη Σωτηρίου και άλλες. Είχαμε καλή λογοτεχνία. Τώρα δεν έχουμε τίποτα! Α, ο Μακριδάκης είναι καλός.

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.

Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.

Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, «είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε». Δεκαεφτά χρονών παιδί ήμουν και καταδικασμένος για θάνατο, κι εγώ τους έγραφα... Τώρα, βέβαια, λέω για "τί";

[...]

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Πηγή: tvxs.gr

Συνέχεια...

back to top