Αντιρατσιστικός νόμος: Μια σύντομη κριτική

Posted: by παντιγέρα in
0
Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για όσους συμμετέχουν σε ναζιστικές και ρατσιστικές οργανώσεις ή αρνούνται τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τις γενοκτονίες, φυλάκιση από τρεις μήνες ως και έξι χρόνια και πρόστιμο ως και 20.000 ευρώ προβλέπει νέο νομοσχέδιο που καταθέτει το υπουργείο Δικαιοσύνης στη Βουλή. Το σύνολο όλων των πολιτικών δυνάμεων, με εξαίρεση του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής (και ίσως των Ανεξάρτητων Ελλήνων) φαίνεται πως θα υπερασπιστούν τις νέες ρυθμίσεις. Αυτή είναι η απάντηση της κυβέρνησης στην έξαρση του ρατσισμού, μια παράδοξη κίνηση αν συνυπολογίσει κανείς πως το συγκεκριμένο κόμμα κρύβει μέσα στους κύκλους του ανθρώπους οι οποίοι με ευχαρίστηση δήλωναν ότι η ΝΔ με τη Χρυσή Αυγή είναι αδελφές παρατάξεις, ή αν κρίνουμε τα γεγονότα με βάση τις μέχρι τώρα ενέργειές της, όπως το φιάσκο του Ξένιου Δία, την άρνηση απόδοσης ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών αλλά και την κάλυψη των ρατσιστικών επιθέσεων που συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας.

Είναι φανερό ότι, πλέον, η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να υιοθετήσει ένα περισσότερο Ευρωπαϊκό προφίλ επιχειρεί, κατά κάποιον τρόπο, να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί εναντίον της σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς τα δημοσιεύματα μεγάλων εφημερίδων συνεχώς κάνουν λόγο για εγκληματικές συμμορίες που δρουν στο κέντρο της πρωτεύουσας και επιτίθενται σε αλλοδαπούς αδιακρίτως, είτε πρόκειται για τουρίστες είτε μετανάστες. (Μάλιστα, μόλις πριν από μερικούς μήνες τον γύρο του κόσμου έκανε η είδηση Νοτιοκορεάτη που ξυλοκοπήθηκε από αστυνομικούς, οι βασανισμοί αντιφασιστών σε αστυνομικά τμήματα και, τέλος, οι κατηγορίες του Βρετανικού BBC σχετικά με τη συνεργασία Χρυσής Αυγής και Ελληνικής Αστυνομίας). Άλλωστε, το Ελληνικό κράτος δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ του ένας φορέας εξυπηρέτησης πολιτών και εφαρμογής του νόμου στο ακέραιο κατά πρότυπο των εξορθολογισμένων αστικο«δημοκρατικών» Ευρωπαϊκών δεδομένων. Απεναντίας, από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσής του λειτουργούσε κυρίως σαν ένα σύστημα διεκπεραίωσης πελατειακών σχέσεων και συμφερόντων της ντόπιας ολιγαρχίας ενώ, τουλάχιστον, δεν φαίνεται να πραγματοποιεί κάποια ουσιαστική στροφή. Κάτι τέτοιο πρακτικά σημαίνει ότι ο αντιρατσιστικός νόμος θα αποτελεί την βιτρίνα μιας τρισάθλιας πραγματικότητας, κυρίως αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι πολλές φορές οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με περιπτώσεις ακροδεξιάς βίας. Ακόμη, όμως, και αν πιστέψουμε πως η κυβέρνηση πραγματοποιεί στροφή, βάζοντας ένα τέλος στο μίζερο παρελθόν (πράγμα που δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί εντός λίγων μηνών) κατά πόσο ένα τέτοιο νομοσχέδιο πραγματικά θα μπορούσε να συνεισφέρει κάτι στην αντιμετώπιση του ρατσισμού; Μπορεί η ρατσιστική βία να ελεγχθεί μέσα από αστικές νομοθεσίες ή παρόμοιες κινήσεις ή μήπως ένα τέτοιο πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες, κάτι που σημαίνει ότι δεν μπορεί να περιοριστεί μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες;

Είναι γνωστό ότι η ΕΛ.ΑΣ αποτελεί μια φωλιά ακροδεξιών με τη Χ.Α να λειτουργεί ως το δεξί τους χέρι και πως ο πολιτικός κόσμος εδώ και πολλά χρόνια αντί να προτείνει κάποια λύση, ή, έστω να λάβει κάποιο δραστικό μέτρο σιωπούσε συνεχώς όταν το πρόβλημα ήταν ήδη στις αρχές του, συγκαλύπτοντάς το και αγνοώντας τις διαστάσεις που θα μπορούσε να πάρει. Κάτι τέτοιο που λίγο πολύ σημαίνει πως είναι πλέον πολύ αργά για να περιμένουμε αποτελέσματα από αιφνίδιες νομοθετικές διατάξεις, τη στιγμή που όχι μόνο τα σώματα ασφαλείας αλλά και κομμάτι της κοινωνίας έχει διαβρωθεί από τις ιδέες της Χ.Α. (κάτι που μερικά χρόνια πριν θα φάνταζε αδιανόητο). Έτσι, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο (ή ακόμη και κάποιο παρόμοιο λιγότερο αυστηρό) βρει σύμφωνη την πλειοψηφία των βουλευτών, κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι ο νόμος θα εφαρμοστεί, ότι οι ρατσιστές θα καθίσουν στο ειδώλιο και θα πληρώσουν το τίμημα των πράξεών τους. Η ατιμωρησία των ναζιστών θα είναι κατά πάσα πιθανότητα εγγυημένη, όταν πλέον έχουν γίνει γνωστές σε όλους οι κομματικές προτιμήσεις μεγάλου αριθμού αστυνομικών. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές συνθήκες από μόνες τους εξεγείρουν την ξενοφοβία, δεδομένου ότι η διάλυση του κοινωνικού ιστού σε μια περίοδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής κατάρρευσης, καλλιεργεί τάσεις εσωστρέφειας και απομονωτισμού. Από την άλλη ο διασυρμός και η ταπείνωση μιας ολόκληρης χώρας από τα διεθνή Μ.Μ.Ε., ενθαρρύνουν όλο και περισσότερο τις πιο ακραίες εθνικιστικές φωνές. Όλα αυτά δεν μπορούν να διορθωθούν ούτε με νόμους ούτε με κοινοβουλευτικές ρυθμίσεις. Η λουμπενοποίηση της ‘δημόσιας σφαίρας’ και η έντονη στροφή προς την επιθετική ξενοφοβία είναι αδύνατο να κρυφτούν κάτω από το χαλί της πολιτικής ορθότητας, καθώς όπως έχει δείξει η εν γένει πραγματικότητα, οι αντιρατσιστικοί κώδικες στην αστική και ποινική νομοθεσία πολλών φιλελεύθερων Δυτικών κρατών που χρίζουν ιδιαίτερα καλής φήμης για τον σεβασμό τους στα δικαιώματα των μεταναστών, έχει επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα.

Στην «ανεκτική» Ολλανδία, στην πολυπολιτισμική Βρετανία όπου ο ρατσισμός (στα χαρτιά τουλάχιστον) είναι ανεπιθύμητος, στην προοδευτική Σουηδία, σε όλες αυτές οι χώρες που στην νομοθεσία τους έχουν εισάγει αυστηρούς νόμους για την πάταξη κάθε ρατσιστικής συμπεριφοράς, υπερσυντηρητικά κόμματα με ακραίες αντιμεταναστευτικές πολιτικές πλατφόρμες, όπως το Κόμμα της Ελευθερίας του Βίλντερς, το Κόμμα της Ανεξαρτησίας (UKIP) του Φαράτζ, και οι Αντίστοιχοι Σουηδοί Δημοκράτες βρίσκονται πλέον επίσημα στο κοινοβούλιο. Αυτό επί της ουσίας μας δείχνει ότι ο ρατσισμός, το φαντασιακό της φυλετικής ανωτερότητας και κάθε είδους μισανθρωπική ιδέα δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με την καταστολή, αλλά μόνο με την εντόπιση της ρίζας που τις γεννά, που δεν είναι άλλο παρά το ίδιο το σύστημα του ανταγωνισμού (όπου η ανισότητα εκφράζεται και ως φυλετική, ή με βάση την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και το φύλο), η απομόνωση, οι ελλείψεις στο εκπαιδευτικό σύστημα και πολλοί άλλοι παράγοντες που δεν μπορούν να εξαλειφθούν μέσα από κυβερνητικές υπογραφές και νόμους. Πού είναι, λοιπόν, τώρα ο αντιρατσιστικός νόμος στην Βρετανία να σταματήσει την συντηρητικοποίηση και την ραγδαία άνοδο του κόμματος του Φαράτζ; Αυτή την στιγμή το UKIP που επιθυμεί περιορισμό των μεταναστών (ακόμη και για αυτούς που είναι πολίτες της Ε.Ε.), ζητά επαναφορά της θανατικής ποινής, της στρατιωτικής θητείας και της βέργας στα σχολεία, στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές άγγιξε το 23%, ενώ στη Γαλλία το ακροδεξιό κόμμα της Λεπέν βρίσκεται πλέον την δεύτερη θέση στις σφυγμομετρήσεις.

Το δίδαγμα είναι σκληρό: η κοινωνία αν θέλει να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, όποιο μέτρο και αν παρθεί, τον δρόμο που διάλεξε να βαδίσει θα τον διαβεί. Και αν κάτι τέτοιο δεν γίνει εφικτό με τις γνωστές αστικού τύπου γραφειοκρατικές διαδικασίες, τότε ίσως μιλήσουν τα όπλα και οι βόμβες. Συνεπώς ήρθε η στιγμή να τελειώνουμε με τις αυταπάτες. Ας αναγνωρίσουμε ότι μια κοινωνία μπορεί να εσωτερικεύσει ρατσιστικές αντιλήψεις με το χρόνο και δεν είναι μόνο η Daily Mail, η Bild, το Channel 4, το Πρώτο Θέμα, τα φασιστολόγια και η δημοσιογραφική ελίτ που μας χειραγωγούν, όπως λένε οι διάφορες λαϊκιστικές φωνές εξ αριστερών, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας προκειμένου να πετύχουμε κάτι ουσιαστικό (κοινώς, ριζωμένες ετερόνομες αντιλήψεις πρέπει να μετασχηματιστούν). Ας αποδεχτούμε, επίσης, ότι το δόγμα της πολυπολιτισμικότητας έχει και αυτό τις ενδογενείς του αδυναμίες, μια εκ των οποίων είναι η έλλειψη επαναστατικών στοιχείων εντός του, κάτι που, άλλωστε, είναι λογικό μιας και αποτελεί φιλελεύθερο πρόταγμα και όχι κληρονομιά των Μαρξιστών/αναρχικών. Άλλωστε, ο λόγος που οι τελευταίοι υπερασπίστηκαν (κι εξακολουθούν να υποστηρίζουν) τους μετανάστες οφείλεται στο ότι αναζητούσαν εργατική ενότητα προκειμένου να εναντιωθούν στον διαχωρισμό των φτωχών στρωμάτων σε γηγενείς και αλλοδαπούς. Αυτό προϋπέθετε την ανάδειξη πάνω απ’ όλα μιας άλλης ταυτότητας έναντι της εθνικής, αυτής του οικουμενικού εργάτη που υποφέρει από τους καπιταλιστές ανεξαρτήτως χρώματος και φυλής. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι αριστεροί, όμως, έχοντας παρεκκλίνει από αυτές τις θέσεις, αγνοούν το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετανάστες δεν έρχονται στην Ευρώπη με σκοπό να ανατρέψουν το σύστημα, αλλά απεναντίας για να εργαστούν μέσα σε αυτό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ή, και σε πολλές περιπτώσεις, επιβίωσης. Κάτω από το διευρυμένο κλίμα εσωστρέφειας που καλλιέργησε η κρίση, είναι λογικό πως το πολυπολιτισμικό μοντέλο δεν θα μπορέσει να επιβιώσει καθώς η τάση κάθε εθνικής ομάδας να κλείνεται στον εαυτό της λόγω της σκλήρυνσης των ανταγωνιστικών σχέσεων και της γενικευμένης ανασφάλειας που αυτός δημιουργεί, επιφέρει συγκρούσεις, ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν βασικές γέφυρες επικοινωνίας (και είναι λογικό να απουσιάζουν εφόσον η πολυπολιτισμικότητα δεν χτίστηκε πάνω σε επαναστατικές βάσεις – δεν πατά, δηλαδή, πάνω στην δημόσια σφαίρα, στην ανθρώπινη επαφή – αλλά σε καπιταλιστικές/οικονομικές). Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ένα μοντέλο δεν καθίσταται βιώσιμο τότε κάποιο άλλο θα πρέπει να βρεθεί. Διαφορετικά, την έλλειψη αντι-προταγμάτων θα εκμεταλλευτούν άμεσα οι συντηρητικές δυνάμεις, οι οποίες με άμεση ευκολία θα επενδύσουν στον απομονωτισμό και την ξενοφοβία, προκειμένου να αναρριχηθούν στην εξουσία μια χούφτα δημαγωγοί. Ένα νέο μοντέλο θα μπορούσε να είναι η κοινωνία των διαπολιτισμικών σχέσεων: η φιλία μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής εθνικότητας και πολιτισμικού υπόβαθρου χτίζεται μονάχα μέσω της φυσικής επαφής των ανθρώπων (που, φυσικά, προαπαιτεί την επαναδραστηριοποίηση της δημόσιας σφαίρας), κάτι που στις σύγχρονες ανταγωνιστικές κοινωνίες-φυλακές έχει αντικατασταθεί από την ιδιώτευση, την κουλτούρα των TV και PC politics και την αποθέωση του ατομικιστικού φαντασιακού.

Για να επανέλθω στο βασικό ζήτημα: η ξενοφοβία είναι μια ανοιχτή πληγή η οποία δεν θεραπεύεται κάτω από το χαλί της καλογυαλισμένης κοινοβουλευτικής υποκρισίας. Γιατρεύεται μόνο όταν χορηγείται το κατάλληλο αντίδοτο, και αυτό δεν είναι άλλο παρά η άρνηση του συμβιβασμού με την Χομπσιανή πραγματικότητα, η σταδιακή αποδόμηση των ανταγωνιστικών αξιών, η περαιτέρω εξάπλωση της πραγματικής πολιτικής δράσης μέσα από οριζόντιες κοινωνικές αντιδομές και η εγκαθίδρυση διαπολιτισμικών σχέσεων. Με λίγα λόγια, ο θάνατος του ρατσισμού ή θα αποτελέσει κοινωνικό δημιούργημα ή δεν θα υπάρξει ποτέ, κάτι που μπορεί και να σηματοδοτεί το ξεκίνημα ενός τρομακτικότατου εφιάλτη. Οι εικόνες της TV, οι βαρύγδουπες δηλώσεις και οι εντυπωσιασμοί της πολιτικής ελίτ δεν θα πρέπει να καθησυχάζουν κανέναν, ακόμη και αν στην τελική αυτός είναι ο στόχος τους.

πηγή: eagainst.com


Συνέχεια...

Προελαύνει ο σύγχρονος σκοταδισμός

Posted: by παντιγέρα in
0
Η πολυεπίπεδη και παρατεταμένη κρίση κλονίζει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στις απελευθερωτικές δυνατότητες της επιστήμης και μαζικά πλέον οι εργαζόμενοι και ειδικότερα τα χαμηλά μορφωτικά στρώματα στρέφονται στη θρησκεία και τις εύκολες απαντήσεις που προσφέρει ο ανορθολογισμός. Η παγκοσμιοποίηση ενισχύει το θρησκευτικό φαινόμενο παράγοντας νέες υβριδιακές μορφές πίστης.


Θρησκευτικός ιδεαλισμός

Η θρησκεία είναι μορφή πνευματικής οικειοποίησης της φύσης και της κοινωνίας, ιδεαλιστικού χαρακτήρα. Ο ιδεαλισμός, σε αντιδιαστολή με τον υλισμό, στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, θεωρεί ότι η συνείδηση καθορίζει το είναι και όχι το αντίστροφο. Η θρησκεία είναι μια ιδιόμορφη έκφραση του ανορθόλογου υποκειμενικού ιδεαλισμού. Ακόμη κι όταν αναγνωρίζει την ανεξάρτητη από το πνεύμα ύπαρξη της πραγματικότητας αυτή η παραδοχή ισχύει ως προς τον άνθρωπο. Αντίθετα, ως προς το θεό θεωρεί ότι η πραγματικότητα δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά αποτελεί δημιούργημα του θείου πνεύματος στο οποίο μάλιστα παρεμβαίνει και στο διηνεκές κατά το δοκούν. Αλλά και του ανθρώπου η σχέση με το είναι (φύση – ιστορία) καθορίζεται θεία χάριτι με την παρέμβασή του στη φύση και την ιστορία, όχι με βάση τους νόμους τους, αλλά κατά το δικούν και τη βούληση του θείου. Αλλά και στη γνωστική διαδικασία η θρησκεία χαρακτηρίζεται από τον ανορθολογισμό. Δεν θεωρεί ότι η γνώση είναι προϊόν της εμπειρίας, της επιστήμης, της αποδεικτικής λογικής (τυπικής και διαλεκτικής) αλλά ανορθολογικής κατά κανόνα διαδικασίας που βασίζεται στη διαίσθηση το βίωμα, την αποκάλυψη, το όραμα, το θαύμα. Ο θεός, αφού έχει δημιουργήσει τον κόσμο και τον δημιουργεί, τον γνωρίζει και τον αποκαλύπτει στους εκλεκτούς του (το παρόν αλλά και το μέλλον) με εντολή να μεταφέροουν την θεία αποκάλυψη και εντολή του στους ανθρώπους και να τους πείσουν να ενεργήσουν σύμφωνα με τη θεία βούληση. Άρα, η θρησκεία έχει ανορθολογικό χαρακτήρα ουσιαστικά και είναι ασύμβατη με την επιστήμη.

Χαρακτηριστική έκφραση του γνωστικού ανορθολογισμού αποτελούν οι φράσεις «πίστευε και μη ερεύνα», «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» και που αναγορεύουν τον ορθολογισμό σε ελάττωμα, αν όχι σε αμάρτημα.

Ο θρησκευτικός ιδεαλισμός έχει πνευματικές και κοινωνικές ρίζες. Στο ανθρώπινο πνεύμα ενυπάρχουν ψυχολογικά χαρακτηριστικά, όπως η πίστη, η βούληση, το συναίσθημα αλλά και διανοητικά στοιχεία, όπως οι αντιλήψεις, οι έννοιες κ.ά. Με γνώμονα τον ψυχονοητικό οπλισμό του ανθρώπου ο Φόυερμπαχ όρισε ότι ο άνθρωπος δημιουργεί το θεό, προβάλλοντας τις πνευματικές του ιδιότητες σ’ ένα πλασματικό ον, και όχι ο θεός τον άνθρωπο. Οι κοινωνικές ρίζες του θρησκευτικού ιδεαλισμοόυ ανάγονται κυρίως στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Οι κυρίαρχες τάξεις έχουν την τάση και το συμφέρον να αποκρύπτουν τις αντιθέσεις, να τις νάγουν στη θεία θέληση, στη δημιουργία της κοινωνίας με τις αντιθέσεις της, σύμφωνα με τη θέληση του θείου στην οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι άνθρωποι και να μη διανοούνται καν ότι μπορούν να παραβιάσουν την κοινωνική τάξη, που έχει ορίσει ο θεός. Σύμφωνα με τις ταξικές αυτές αντιλήψεις η θέση και η πορεία του ανθρώπου στην επίγεια ζωή καθορίζονται από τη θεία μοίρα ενώ η τύχη, στη μετά θάνατον ζωή καθορίζεται από τη συμπεριφορά του απέναντι στους ηθικούς νόμους που έχει ορίσει το υπέρτατο πνεύμα και που αφορούν βέβαια και την κοινωνική και πολιτική τάξη. Η ιστορική αδυναμία του ανθρώπου που να ερμηνεύσει επαρκώς τη φύση και την κοινωνία και να ρυθμίσει με συνειδητό και επωφελή τρόπο τη σχέση του με αυτές τον ωθεί στην επινόηση της θρησκείας και του υποκειμένου της, του θεού, στον οποίο προβάλλει και αναθέτει αυτό το έργο, τη γνώση δηλαδή της φύσης και της κοινωνίας και τη ρύθμιση της σχέσης του με τη φύση και την κοινωνία.


Σταθεροποιητικός παράγοντας του συστήματος

Το θρησκευτικό φαινόμενο στις πολυποίκιλες μορφές του, έχει παγιωθεί στις ταξικές κοινωνίες, αποτελεί κυρίαρχη μορφή της κρατούσας ιδεολογίας. Το θρησκευτικό φαινόμενο λόγω του κοινωνικόυ χαρακτήρα του γνωρίζει έξαρση σε περιόδους κρίσης και όξυνσης των αντιθέσεων. Απεναντίας, σε περιόδους σχετικά ομαλής ανάπτυξης, προοδευτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων, πολιτιστικής ανόδου, παρουσιάζεται πτώση του φανατισμού και του θρησκευτικού ζήλου. Στα χρόνια του Μεσαίωνα κυριαρχεί άγριος σκοταδισμός, θρησκοληψία, φανατισμός, δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Η Ιερή Εξέταση τρομοκρατεί τους κριτικά σκεπτόμενους. Η μισαλλοδοξία βασιλεύει. Στο όνομα της χριστιανικής πίστης άγριοι πόλεμοι ξεσπάνε (Νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου – Σταυροφορίες). Στην Αναγέννηση απεναντίας, η ανάδυση της προοδευτικής τότε αστικής τάξης, οδηγεί σε μια εκκοσμίκευση, σε μια στροφή στα εγκόσμια, στην ανοχή και προστασία της αντίθετης γνώμης και στάσης, σε εξανθρωπισμό του δικαίου (Βολταίρος – Μπεκαρία), σε άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών με εστίαση στο νατουραλισμό και τη χαρά της ζωής, και αποστασιοποίηση, σχετική από τη μεταφυσική.

Τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια αντιστροφή παρατηρείται στον καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες σε αντίθετη κατεύθυνση. Στην περίφημη τριακονταετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε επέλθει κατίσχυση του ορθολογικού επί του ανορθολογικού, που εδραζόταν σε τρεις καίριους πυλώνες: Στην εκρηκτική ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής που αντικειμενικά περιόριζε τον ζωτικό χώρο της μεταφυσικής και του υπερβατισμού. Στην ακμή του αριστερού οράματος, που παρά τις εκφυλιστικές ασθένειες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την ενσωματωτική πορεία της δυτικής Αριστεράς, απέπνεε για τις μάζες το άρωμα μιας εναλλακτικής επίγειας κοινωνίας. Ακόμη, στον μετανεωτερικό, υπαρξιακό, πολιτικό και πολιτιστικό ριζοσπαστισμό της νεολαίας, που αμφισβητούσε τη συμβατικότητα του κατεστημένου και αναζήτησε με εξεγέρσεις έναν αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής. Από τη δεκαετία όμως του ’80 και εφεξής εκδηλώνεται μια κατά κύματα καπιταλιστική κρίση σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, εργασιακό, περιβαλλοντικό, πολιτικό, εθνικό, ιδεολογικό, ηθικό.

Η πολυεπίπεδη και παρατεταμένη κρίση κλονίζει την εμπιστοσύνη στις αναπτυξιακές δυνατότητες της επιστήμης, στη δύναμη των ρυθμιστικών κοινωνικών κανόνων, στην οικονομία της αγοράς και τις καταναλωτικές δυνατότητες. Η Αριστερά σε μια καθοδική πορεία, χάνει την αίγλη και την ελπίδα της εναλλακτικής δυνατότητας. Η νεολαία παθητικοποιείται, βυθίζεται στην ανεργία, ένα τμήμα της με ανώτερες ικανότητες έλκεται από το οικονομικό και κοινωνικό status των γιάπηδων. Το έδαφος κλονίζεται, καταρρέει. Οι βεβαιότητες κλονίζονται. Ο εργαζόμενος καταφεύγει στη σταθερότητα, όπως βαυκαλίζεται, της θρησκείας. Τη στροφή προς τη θρησκεία ενθαρρύνει και η αλλαγή πολιτικής της θρησκευτικής ηγεσίας, όπως και η παγκοσμιοποίηση και μετανάστευση. Η εκκλησιαστική ηγεσία υιοθετεί μια πολιτική στροφή προς τον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η παραδοσιακή άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής και όχι με τα εγκόσμια, εγκαταλείπεται. Επικρατεί πλέον η άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να παρεμβαίνει στα προβλήματα της φτώχειας και της περιθωριοποίησης. Η εγκατάλειψη του κράτους πρόνοιας από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό επιφορτίζει την Εκκλησία με ένα ευρύ φάσμα καθηκόντων, που ανυψώνει το κύρος και την επιρροή της στις μάζες των εξαθλιωμένων. Η θρησκευτικότητα στην Ευρώπη ενισχύεται εμμέσως και από τη μετανάστευση, τεράστιων μαζών από την Ασία και την Αφρική, με ισχυρή θρησκευτική συνείδηση λόγω παράδοσης και αντίξοης διαβίωσης.

Τη θρησκευτικότητα ενισχύει και η παγκοσμιοποίηση, δημιουργώντας υβρίδια. Αναπτύσσεται μια τάση συγκρητισμού της χριστιανικής πίστης με ιδέες και πρακτικές δάνειες από το βουδισμό, τον ταοϊσμό, τον ινδοϊσμό. Αυτά τα υβρίδια απλουστεύουν τη θρησκευτική διαδικασία, ενισχύουν τον προσωπικό χαρακτήρα της, προσδίδουν σε αυτήν νέο ενδιαφέρον.

Στην εποχή της συσσώρευσης προβλημάτων και ερωτημάτων, αβεβαιότητας και φόβου, δεν αναγεννάται απλώς η θρησκευτικότητα, το κοινό δεν αναζητά απλώς θρησκευτικές απαντήσεις στα προβλήματά του, δεν προτιμά απλώς, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, την πίστη από τη γνώση. Αναπτύσσεται και ένας ισχυρός ανορθολογισμός που απορρίπτει τις λογικές ερμηνείες, οδηγηεί σ’ ένα στρουθοκαμηλισμό μη αποδοχής της αλήθειας, δημιουργώντες αυταπάττες και αβάσιμες ελπίδες. Ακραία έκφραση ανορθολογισμού και θεσμικής εχθρότητας προς την επιστήμη και την αλήθεια η άρνηση αρκετών πολιτειών των ΗΠΑ, να συμπεριλάβουν στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα την επιστημονική ερμηνεία της εξέλιξης των ειδών από τον Δαρβίνο. Απόφαση, που δεν εκφράζει την αυθαιρεσία των αρχών, αλλά τη βούληση της πλειοψηφίας των πολιτών που ακόμη και με δημοψηφίσματα επιβεβαίωσαν την προτίμησή τους στη βιβλική περιγραφή της κοσμογένεσης και όχι στην επιστημονική ερμηνεία της. Όταν η επιστήμη και η εφαρμογή της εξοβελίζουν την υπερβατικότητα από το χώρο της πραγματικότητας, οι πιο αδύναμοι ή πιο ευαίσθητοι δεν στρέφονται απλώς στη θαλπωρή της θρησκείας και του μετά θάνατον παραδείσου. Αναζητούν έναν θρησκευτικό Μεσσία, πέφτοντας θύματα της ικανότητάς του να εξαπατά ή έναν πολιτικό Μεσσία, που τους υποβάλλει εξωπραγματικές ή και επικίνδυνες ουτοπίες. Τέτοια φαινόμενα ενδημούν στις ΗΠΑ με αιρέσεις, προφήτες, μεσσίες (στη θρησκευτική μορφή) ρατσιστές, εγκληματικές οργανώσεις, τρομοκράτες (στην πολιτική μορφή). Μάλιστα, αυτές οι συλλογικότητες, ακόμη και οι πολιτικές, δημιουργούν μια τελετουργική διαδικασία, για να υποβάλουν, να υπνωτίσουν τη σκέψη και τη βούληση των μελών τους. Και σήμερα, εξάλλου, θρησκευτικού τύπου τελετουργία υιοθετούν κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, για να εντυπωσιάζουν και να παγιδεύουν τα μέλη τους (μασόνοι, ακροδεξιές οργανώσεις κ.ά.).

Τον ανορθολογισμό ευνοεί το ότι η επανεμφάνιση της θρησκευτικότητας γίνεται, σε μεγάλο βαθμό με τη φονταμενταλιστική ανανέωση της θρησκείας ή πτέρυγάς της. Δηλαδή με την τυφλή και φανατική πίστη και προσήλωση σε μια θρησκεία ή ιδεολογία, την άρνηση οποιασδήποτε κριτικής και αυτοκριτικής, τη συναισθηματική και βιωματική σχέση με αυτήν, το μίσος για τους ετερόδοξους (μισαλλοδοξία).

Ο σύγχρονος καπιταλιστικός κόσμος απειλεί με υποβάθμιση εθνικές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές ομάδες. Έτσι, στην απόγνωσή τους, τις ωθεί στην αναζήτηση ή δημιουργία θρησκευτικού ή πολιτικού ερείσματος ριζοσπαστικού και δυναμικού. Αφοσιώνονται απόλυτα σε αυτό και είναι πρόθυμοι να καταφύγουν και σε ακραίες δράσεις κατά της απειλής υποβάθμισής τους. Ο φονταμενταλισμός, θρησκευτικός και πολιτικός, έχει αντιδραστικό χαρακτήρα: Δεν αναζητά λύσεις, απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις, επιδιώκει την παραδειγματική καταστροφή, χαρακτηρίζεται από αδιαλλαξία, μισαλλοδοξία, ωμότητα. Μορφή πολιτικού και θρησκευτικού φονταμενταλισμου αποτελούν στις ΗΠΑ οι συντηρητικοί Ευαγγελιστές. Υποστηρίζουν τη βία, χωρίς να την ασκούν οι ίδιοι. Υποστήριζαν την εισβολή στο Ιράκ και τους πολύνεκρους βομβαρδισμούς. Από την ανάλυση της κατάστασης αρκέστηκαν στις διαβεβαιώσεις του Μπους ότι το Ιράκ έχει μεγάλο αριθμό όπλων μαζικής καταστροφής. Διαθέτουν ισχυρό λόμπι στο Κογκρέσο και στο Προεδρικό επιτελείο, ελέγχουν ένα σημαντικό μέρος των ΜΜΕ. Οι συντηρητικοί Ευαγγελιστές (και άλλες παρόμοιες θρησκευτικές οργανώσεις στις ΗΠΑ) έχουν διαμορφώσει μια θρησκευτικο-πολιτική κουλτούρα, που εκφράζεται και επικεντρώνεται σ’ ένα πατριωτικό αμερικάνικο μεσσιανισμό. Οι ΗΠΑ οφείλουν και δικαιούνται να επεμβαίνουν σε αντιδραστικά καθεστώτα και να εγκαθιστούν μιαν αμερικανικού τύπου δημοκρατία. Σύμφωνα με τις αναλύσεις τους είναι αδιανόητο αυτοί οι λαοί να προβάλλουν αντιστάσεις στους Αμερικάνους εισβολείς. Πρέπει να δέχονται με ευγνωμοσύνη την επέμβαση των ΗΠΑ, που έχει ως αποστολή τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας τους. Το λόμπι των Ευαγγελιστών έχει υποστηρίξει και παροτρύνει την εισβολή στη Χιλή, τη Βενεζουέλα, το Ιράκ, κ.ά. Παράλληλα, η αμερικάνικη κρατική πολιτική, υποστηρίζει προτεσταντικά λόμπι για τη διείσδυσή τους στην Ανατολική κυρίως Ευρώπη, όπου υπάρχει ισχυρό ιδεολογικό και θρησκευτικό κενό. Τον τόνο του θρησκευτικού και πολιτικού ανορθολογισμού και μεσσιανισμού τον δίνει η ίδια η ηγεσία των ΗΠΑ. Ο Ρήγκαν χαρακτήριζε τη Σοβιετική Ένωση «αυτοκρατορία του κακού», ενώ ο Τζ. Μπους μιλούσε για το «θεόσταλτο» καθήκον της Αμερικής και χαρακτήριζε τους εχθρούς των ΗΠΑ «άξονα του κακού». Από την άλλη μεριά, στον μουσουλμανικό κόσμο παρατηρείται άνοδος του φονταμενταλισμού. Ο ισλαμικός αντιιμπεριαλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκρότηση πατριωτικής ισλαμικής ταυτότητας, σαφώς βρίσκεται σε υποχώρηση, ενώ σταδιακά κυριαρχεί ο ακραίος φονταμενταλισμός στη ρητορική και την πολιτική τους. Οι ΗΠΑ χαρακτηρίζονται ως ο «Μεγάλος Σατανάς», ενώ το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα διεγείρεται με την αναφορά στις Σταυροφορίες του Μεσαίωνα και την ανάγκη εκδίκησης. Παράλληλα, αυξάνονται οι επιθέσεις στους οπαδούς άλλων δογμάτων (επιθέσεις ενάντια στους κόπτες Χριστιανούς στην Αίγυπτο).

Οι ισλαμιστές φονταμενταλιστές, όπου έχουν δύναμη, επιβάλλουν το ισλαμικό δίκαιο (σαρία). το κοσμικό δίκαιο εκτοπίζεται, η θέση των γυναικών με την επιβολή της σαρία επιδεινώνεται στο έπακρο. Η τρομοκρατία με τον θρησκευτικό μανδύα του πολέμου κατά των απίστων (Τζιχάντ) διογκώνεται με τυφλές επιθέσεις ακόμη και κατά αμάχων. Η ανοχή σε άλλα θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η παιδεία και ο πολιτισμός υποτάσσονται όλο και πιο ασφυκτικά στον θρησκευτικό φανατισμό. Τα παιδιά σε ορισμένες περιπτώσεις φοιτούν σε ιεροδιδασκαλεία, έχουν ως μοναδικό βιβλίο το Κοράνι, ενώ η φοίτηση των κοριτσιών σε μικτά σχολεία (ακόμη και δημοτικά) απαγορεύεται. Ακόμη και οι αντιθέσεις δεν προσδιορίζονται με τον πολιτικό, αλλά με τον θρησκευτικό χαρακτήρα τους (για παράδειγμα Σουνίτες, Σιίτες). Η θρησκεία δεν είναι απλώς στοιχείο προσδιοριστικό της εθνικής συνείδησης, αλλά αρχή και βάση της οργάνωσης της κοινωνίας στο σύνολό της.



Θρησκεία και πολιτική

Oι φονταμενταλιστές κάθε δόγματος ενισχύονται και επιδιώκουν τη θρησκευτικοποίηση της κοινωνίας, την επιβολή, δηλαδή, της θρησκείας ως καθοριστικού παράγοντα της κοινωνικής ζωής. Αυτή η τάση παρατηρείται στο λόμπι των ευαγγελιστών στις ΗΠΑ, που είναι πανίσχυρο και σαφώς επηρεάζει τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, ακόμη και στα πιο σημαντικά ζητήματα. Στο Ισραήλ καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν τα κόμματα του ορθόδοξου Ιουδαισμού, τα οποία θρησκειοποιούν την κοινωνία και τις κυβερνήσεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο θρησκευτικός φανατισμός και η εμπάθεια να κυριαρχεί στην πολιτική και κοινωνική ζωή και, να οδηγεί στην παραβίαση, με ευρεία λαϊκή συναίνεση, των στοιχειωδών εθνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Το Ιρανικό καθεστώς έχει εγκαθιδρύσει δύο παράλληλες εξουσίες, την κρατική-πολιτική και την ισλαμική-θρησκευτική, με σαφή υπεροχή της δεύτερης έναντι της πρώτης όπως ρητά δηλώνεται στον τίτλο του κράτους «Ισλαμική Δημικρατία του Ιράν». Άγριος σκοταδισμός κυριαρχεί στα αυστηρά Ισλαμικά καθεστώτα, με προεξέχουσα τη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη, τα Εμιράτα κ.α. Ακραία θρησκευτικοποίηση παρατηρείται και σε καθεστώτα με εθνικοαπελευθερωτικές παραδόσεις ή και «σοσιαλιστική» ρητορική, όπως οι «Αδελφοί μουσουλμάνοι» της Αιγύπτου, το Ισλαμικό κόμμα στην Τυνησία, που υλοποίησαν τις μαγαλειώδεις λαϊκές εξεργέσεις, για να επιβάλουν την ισλαμική ιδεολογία τους στην κοινωνία πραγματοποιώντας πολιτικά κομπρεμί με τα δικτατορικά καθεστώτα Μουμπάρακ και Μπεν Αλί, καταστέλλοντας με άγρια βία τις νέες εξεργέσεις, υποκινώντας επιθέσεις στους Χριστιανούς κόπτες, ενισχύοντας τη σαρία και την μπούρκα. Άγριος σκοταδισμός επικρατεί στο Αφγανιστάν, όπου η πολεμική αντιπαράθεση, έχει και σαφές θρησκευτικό χρώμα, ενώ τα μόνα σχολεία είναι τα ιεροδιδασκαλεία στα οποία μόνο το Κοράνι διδάσκονται, ενώ δεν επιτρέπεται η φοίτηση κοριτσιών. Η μπούρκα είναι αυστηρά υποχρεωτική. Στο κοσμικό καθεστώς της Κεμαλικής Τουρκίας, ισχυρή είναι πλέον η παρουσία του Ισλαμισμού στο κομματικό σύστημα, ενώ εντείνονται οι περιορισμοί στην εμφάνιση και δημόσια παρουσία και δράση των γυναικών. Σε δολοφονικές και τρομοκρατικές ενέργειες σε αυξανόμενο βαθμό προβαίνουν και οι σιχ της Ινδίας.

Ένα πολιτικό και ηθικό αντιμοντερνισμό (όπως η απαγόρευση χρήσης προφυλακτικών, αν και στην Αφρική το AIDS έχει προσλάβει μορφή επιδημίας) προβάλλει η Καθολική Εκκλησία ενώ στην ανατολική Ευρώπη προωθεί τον καθολικισμό ως κοσμοθεωρία και τρόπο αντιμετώπισης των αντιξοοτήτων, με όχημα την ψευδο-ορθόδοξη Ουνία. Στην Ελλάδα και στις σλαβικές χώρες η ορθοδοξία συναιρώντας την ηττημένη σοσιαλιστική ιδεολογία αλλά και τον παραδοσιακό εθνικισμό και την εχθρότητα προς τη Δύση αναπτύσει τον αντδυτικισμό όπου γνωρίζει έξαρση στα πλάισια του γερμανικού επεκτατισμού.



Αντιδραστικός εθνικο-θρησκευτισμός

Στην Ελλάδα την παραδοσιακή μορφή φανατισμού εκπροσωπούν οι παραθρησκευτικές οργανώσεις (με ισχυρότερη τη Ζωή). Παρά την οργανωτική τους ισχύ, τον πουριτανισμό τους, τις διασυνδέσεις με τα κρατικοπολιτικά κέντρα (ισχυρός ήταν ο ομφάλιος λώρος με το καθεστώς της 21 Απριλίου) δεν απέκτησαν ισχυρή λαϊκή επιρροή και βρίσκονται σε σαφή κατιούσα πορεία.

Ο τυπολατρικός ευσεβισμός των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων αν και εξακολουθεί να επηρεάζει την ιεραρχία της Εκκλησίας, σαφώς υποχωρεί, ενώ ενισχύεται η νεοορθοδοξία ως «θεολογία του προσώπου» με μια μυστικιστική αντίληψη προσωπικής επικοινωνίας και σχέσης με το θείο. Ενισχύεται ως εθνικοθρησκευτική αντίληψη, γιατί ώς συγκροτημένη κίνηση έχει αποδυναμωθεί, και κυρίως πλέον ως αντιδυτικισμός, στον οποίο αντιπαραθέτει την εξιδανικευμένη «καθ’ ημάς Ανατολή». Η ορθοδοξία αποτελεί απ’ την εποχή του ελληνικού διαφωτισμού βασικό συστατικό της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Αυτή η σύνθεση δημιουργεί τον συντηρητικό, αμυντικό, εσωστρεφή χαρακτήρα της εθνικοθρησκευτικής ιδεολογίας του ελληνικού κράτους και της ιδεολογίας. Η οποιαδήποτε απόπειρα εκσυγχρονισμού και εμπλουτισμού αυτής της εθνικοθρησκευτικής συνείδησης με νεωτερικές προοδευτικές αντιλήψεις, με κριτήριο τον πολιτισμό έναντι της καταγωγής (Έλληνες είναι όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας – Ισοκράτης) αντιμετωπίζεται ως διασάλευση και υπονόμευση της εθνικής συνείδησης, ως προδοσία που οδήγησε χιλιάδες αγωνιστές στα στρατοδικεία…

Αυτός ο αντιδραστικός εθνικο-θρησκευτισμός διαπερνά το κράτος και το συνδέει με την εκκλησία. Άλλο ζήτημα: Η σύμπλεξη θρησκευτικής-ανορθολογικής διδασκαλίας με την ορθολογική-επιστημονική παιδεία δημιουργούν άλυτα οξύμωρα που υπονομεύουν την πνευματική συγκρότηση του νέου. Απ’ τη μία, ο νέος γίνεται δέκτης επιστημονικών γνώσεων σ’ όλα τα πεδία του επιστητού. Απ’ την άλλη, γίνεται δέκτης μεταφυσικών και ανορθολογικών αντιλήψεων για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου απ’ τον θεό. Αυτές οι αντιλήψεις είναι διαμετρικά αντίθετες και ασύμβατες, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες σύγκλισης πίστης και επιστήμης.

Γενικότερα το πρόβλημα σύμπλεξης κράτους-εκκλησίας αποστερεί απ’ το άτομο το δικαίωμα της ελευθερίας συνείδησης. Ο αμυντικός και ανορθολογικός χαρακτήρας της εθνικοθρησκευτικής συνείδησης «άστραψε και βρόντηξε» υπό τη σκέπη του λάβαρου της Επανάστασης, όταν ο εκσυγχρονιστής Σημίτης (για τους δικούς του λόγους) επιχείρησε να διαγράψει το θρήσκευμα απ’ την αστυνομική ταυτότητα και επίσης λόγω της άμβλυνσης όντως των εθνικών, κοινωνικών, πολιτικών αντιθέσεων στο βιβλίο της Ρεπούση. Ο εθνικοθρησκευτικός συντηρητισμός δίνει λαβή στην Χρυσή Αυγή να εμφανίζεται ως υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, των ιερών και οσίων του έθνους. Γι’ αυτό, πρωταγωνίστησε στα επεισόδια στο θέατρο που παιζόταν το θεατρικό έργο Corpus Christi, επιχειρώντας να ματαιώσει τις παραστάσεις. Αρχικά, κέρδισε την επιδοκιμασία ορισμένων, ακροδεξιών κυρίως, ιεραρχών. Ο απροκάλυπτος όμως παγανισμός της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής και ο κτηνιώδης ρατσισμός της, που είναι διαμετρικά αντίθετος με το ανθρωπιστικό κήρυγμα του Χριστού, μετέστρεψαν το κλίμα και ώθησαν τους περισσότερους ιεράρχες στην αποδοκιμασία των απόψεων της Χ. Αυγής. (Καταδίκασε τις απόψεις τους ακόμη και ο υπερσυντηρητικός Σεραφείμ Πειραιώς, που φωτογραφιζόταν μαζί τους).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο φάσμα μιας επαναθρησκειοποίησης, μιας «επαναμάγευσης» του κόσμου, που είχε σε μεγάλο βαθμό «απομαγευθεί» απ’ την εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνικής, απ’ το αριστερό όραμα μιας δίκαιης, ορθολογικής κοινωνίας των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών. Το ζήτημα δεν είναι απλώς η επάνοδος του θεού στην κορυφή της ιδεολογικής πυραμίδας του καπιταλισμού. Είναι η επέλαση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που κουβαλάει στα κιτάπια του τα ιδεολογικά όπλα της απάτης και αυταπάτης, της υποβολής και της μαγείας, του φόβου και της απειλής, του μυστικισμού, του ανορθολογισμού, του σκοταδισμού…


του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

πηγή: ΠΡΙΝ

Συνέχεια...

Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα

Posted: by παντιγέρα in
0
Η πολιτική απάθεια είναι ένα φαινόμενο που απασχόλησε και απασχολεί πολλούς διανοούμενους και κοινωνικούς επιστήμονες. Αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που χάνει την δημιουργικότητα της και σκάβει βαθειά τα θεμέλια του μαρασμού της. Αν προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό της πολιτική απάθειας, θα λέγαμε ότι είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία οι άνθρωποι ως σύνολο παύουν να λειτουργούν ως ενεργά πολιτικά υποκείμενα, παύουν να θεωρούν εαυτούς ικανούς να αναλάβουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων που καθορίζουν την ζωή τους, τέλος, παύουν να γίνονται δημιουργοί νέων αξιών, εκφραστές μιας διαφορετικής κοινωνικής θέσμισης ή οραματιστές μιας ουτοπίας του «μη-είναι-ακόμη», αγνοώντας κάθε έννοια αυτονομίας. Αντίθετα ακολουθούν μια στάση η οποία είναι παθητική, εσωστρεφής, ατομικιστική ή όπως λέει και ο Κ. Καστοριάδης προτιμούν την «ησυχία από την ελευθερία».

Το φαινόμενο της πολιτικής απάθειας δεν εξηγείται μόνο με οικονομικούς και πολιτικούς όρους, αλλά έχει κυρίως ψυχολογική βάση . Όπως φαίνεται και από την ίδια την ρίζα της λέξης, η «απάθεια» προέρχεται από το στερητικό α και το ουσιαστικό Πάθος. Η λέξη Πάθος, από το ρήμα πάσχω, στη φιλοσοφία έχει νόημα αρνητικό, δηλώνει την συναισθηματική προσκόλληση σε ένα αντικείμενο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να χάνεται η κυριαρχία την λογικής σκέψης, κάτι που φυσικά οδηγεί στην ψυχική αδυναμία και στην εξάρτηση. Ειδικά οι θετικιστικές φιλοσοφίες και η θρησκευτική μεταφυσική θεωρούν τα πάθη ως ελαττώματα που πρέπει εξαλειφθούν προκειμένου να κυριαρχήσουμε στον εαυτό μας. Αντίθετα στην ποίηση, στην λογοτεχνία, στην τέχνη, το πάθος έχει συνδεθεί με τον άκρατο ενθουσιασμό, την επιμονή στην επίτευξη ενός υψηλού στόχου, την ψυχική εκείνη διάθεση που οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού. Το πάσχειν έχει τραγική υπόσταση και προκαλεί στο κοινό δέος και σεβασμό για τον ήρωα που θυσιάζει και θυσιάζεται προκειμένου να πετύχει το στόχο του, ο οποίος δεν είναι στόχος εγωιστικός αλλά έχει μια κοινωνική και κοσμική διάσταση. Επομένως, η διαλεκτική του πάθους αναδύει νέες μορφές• ενώ καταστρέφει το παλιό, δημιουργεί καινούργιες αξίες και νοηματοδοτεί εξ’ αρχής τον κόσμο. Το πεδίο όμως όπου το πάθος αναδεικνύει θετικά την δημιουργικότητα του είναι η Πολιτική. Η πολιτική ως η δημιουργία νέων θεσμών και όχι ως μικροκομματικό συμφέρον. Το πάθος στην πολιτική λοιπόν όταν εκφράζει καταστροφικότητα συνδέεται με την ανατροπή μιας κατεστημένης συνθήκης. Ακυρώνει την υπάρχουσα δομή μιας κοινωνίας και αμφισβητεί την κυρίαρχη εξουσία, συνάδει με το πρόταγμα της ελευθερίας και θέτει τα θεμέλια της επαναστατικής συνείδησης. Όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι ανέφεραν το «Αστυνόμους Οργάς» (το αστυνόμους εδώ δεν έχει καμία σχέση με τα γουρούνια, αλλά με τους νόμους του Άστεως και το Οργάς σημαίνει το πάθος, την έντονη θέληση για κάτι) εννοούσαν ακριβώς αυτό: την ενθουσιώδη ορμή για την θέσμιση των νόμων της πόλεως, ή πιο απλά την παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Δυστυχώς το συλλογικό «πολιτικό πάθος» δεν εκφράστηκε παρά σε ελάχιστες στιγμές της ιστορίας. Το βλέπουμε να κυριαρχεί στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνος, στις απαρχές της Γαλλικής επανάστασης, στις εργατικές εξεγέρσεις του 1848, στην Παρισινή κομμούνα του 1871, στη μεγάλη απεργία του 1905 στην Πετρούπολη της Ρωσίας, στα σοβιέτ του 1917 της επίσης αντιτσαρικής Ρωσίας, στην Ισπανικό εμφύλιο του 1936, το Μάη του 1968 και φυσικά σπέρματα του υπάρχουν σε πολλά αυτόνομα και αντι-εξουσιαστικά κινήματα της σημερινής εποχής.

Το ερώτημα όμως που αναδύεται είναι, γιατί το πάθος για το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα; Γιατί οι άνθρωποι αποτραβιούνται στην ιδιωτική τους ζωή και αφήνουν το κάθε τυχάρπαστο/ους να κατευθύνει/ουν τη μοίρα του; Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να μην αγωνίζονται για την χειραφέτηση τους, όταν απειλούνται τα πιο απλά, αλλά ζωτικά, συμφέροντα τους και το χειρότερο να επιδοκιμάζουν και να συναινούν στους αυταρχικούς κανόνες που τους επιβάλλονται. Τι οδηγεί τον Βίλχελμ Ράϊχ να γράφει ..«ότι εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί δεν είναι γιατί κλέβει ο πεινασμένος ή γιατί απεργεί το θύμα της εκμετάλλευσης, ο εργάτης, αλλά γιατί δεν κλέβει και δεν απεργεί;» που φυσικά παραπέμπει στο συμπέρασμα: «Το κύριο ζήτημα δεν είναι να αποκτήσει ο πολίτης συνείδηση της κοινωνικής του ευθύνης – αυτό εξυπακούεται. Το ζήτημα είναι τι αναστέλλει, τι αναχαιτίζει τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής του ευθύνης». Και για να μιλήσουμε για το σήμερα, τι είναι αυτό που οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους να θεωρούν παράφρονες και κομπλεξικούς αρχηγίσκους σαν τους μόνους ικανούς για την λύση των προβλημάτων τους και το ξεπέρασμα της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης;

Παραφράζοντας τον Νίτσε που λέει ότι πρέπει να γραφτεί μια ιστορία της «Φυσιολογίας της ηθικής», έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να γράψουμε μια Φυσιολογία της Απάθειας. Ο Γάλλος Εtienne de la Βoetie (1530-1563), από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό στο έργο του «Πραγματεία περί εθελοδουλείας» (εκδ. Πανοπτικόν – 2002), αδυνατεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο. Περιγράφει με γλαφυρό και κοροϊδευτικό τρόπο το πώς οι λαοί επιτρέπουν στον εαυτό τους να κυβερνώνται από ένα βασιλιά, ενώ θα μπορούσαν έτσι απλά, με το να μην θέλουν, να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση, χωρίς καν να χυθεί μια σταγόνα αίματος. Αναφέρει επίσης ότι οι άνθρωποι επιλέγοντας να ζουν σε αυταρχικές δομές δεν είναι ούτε άνθρωποι – καθώς η ελευθερία αποτελεί φυσική κατάσταση του είδους – αλλά ούτε και ζώα, γιατί ακόμα και τα ζώα όταν περιοριστεί η ελευθερία τους ή όταν βρίσκονται σε συνθήκες αιχμαλωσίας αντιστέκονται τόσο έντονα που φτάνουν στο σημείο να αυτοτραυματίζονται.

Επομένως η απουσία πάθους για τη πολιτική ή αλλιώς, η διαστροφή του πάθους, με την αρνητική του σημασία, ως αδυναμία ελέγχου του εαυτού μας αλλά και ως ασυνείδητη επιθυμία που πάση θυσία πρέπει να ικανοποιηθεί, βασιλεύει στις εξουσιαστικές με καπιταλιστικό προσανατολισμό κοινωνίες. Στρέφεται σε υποκατάστατα και τρέφεται από αυτά, η δε δυναμική του είναι τέτοια που εύκολα αποκτά δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ο υπερβολικός καταναλωτισμός, η θρησκεία (ειδικά εδώ διαπιστώνουμε ένα παράλογο πάθος πολύ έντονο και διαδεδομένο που ξεπερνάει κάθε φαντασία), η προσήλωση στα κόμματα, το lifestyle και ο εμπορικός αθλητισμός (ποδόσφαιρο κλπ.). Δεν θα ήταν παράλογο αν λέγαμε ότι ολόκληρη η οικονομία και η θέσμιση της βασίζεται σε αυτού του είδους τα αρνητικά πάθη. Το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας με όλες τις αλλοτριωτικές της συνέπειες αναλίσκεται ακριβώς πάνω στην παράλογη ικανοποίηση των παραπάνω ψευδο-αναγκών. Φαίνεται ότι το πάθος του οικονομισμού σκοτώνει το πάθος για ελευθερία. Δεν είναι δύσκολο επομένως να καταλάβουμε ότι αυτά τα πάθη καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία που αναπόφευκτα δημιουργούν και τις αντίστοιχες δομές, την ιεραρχία, τις σχέσεις ανταγωνισμού και εξουσίας, για χάρη των οποίων οι άνθρωποι αναγκάζονται να θυσιάσουν κάθε έννοια πολιτικής χειραφέτησης και προτάγματος της αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτή τη κατάσταση καλλιεργεί μέσα από την εκπαίδευση, την οικογένεια, τη θρησκεία και τα ΜΜΕ τα ατομικά υπερ-εγώ, τις ασυνείδητες δηλαδή παραστάσεις που έχουν υφή καταναγκασμού και που ταυτίζονται με τα παραπάνω πρότυπα ώστε να τα αναπαράγουν.

Οι Μαρξιστές δεν έδωσαν ποτέ σημασία στη κοινωνιολογία της απάθειας. Δεν αναγνώρισαν ποτέ αυτό το φαινόμενο, αν και υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να διαπιστώσουν ότι η απάθεια ως ένα βαθμό απορρέει από την αλλοτρίωση που γεννούν οι παραγωγικές σχέσεις. Μάλλον οι μαρξιστές ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για την κυριαρχία της πρωτοπορίας του κόμματος παρά για το πώς σκέφτονταν και αισθάνονταν οι μάζες ώστε να οδηγηθούν γρηγορότερα στην επανάσταση. Θεώρησαν την επανάσταση ως μια κοινωνική πρακτική που θα την έφερνε το πλήρωμα του χρόνου με γραμμικό και αιτιοκρατικό τρόπο.

Από την άλλη ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αν και γενικά θεωρεί ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη φύση στο άνθρωπο, με την έννοια της αναλλοίωτης ουσίας, στα ώριμα έργα του πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι κατά βάση οκνηρός, ότι από τη φύση του ρέπει σε συμπεριφορές που τον καθιστούν παθητικό και αδιάφορο. Προφανώς ο μεγάλος διανοητής της αυτονομίας κουράστηκε να αντικρίζει τους ανθρώπους να προτιμούν τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες και τα φανταχτερά αμάξια από τον αγώνα για την ελευθερία, που θα τους εξασφάλιζε όχι καλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αλλά την ίδια τη συμμετοχή τους στην διαμόρφωση των θεσμών, κάτι που αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνεται από μια ομάδα αμόρφωτων, κερδοσκόπων και πολιτικά ανίκανων εξουσιαστών. Κατέληξε δε σε αυτό το συμπέρασμα ύστερα από δεκαετίες αγώνων σε όλα τα επίπεδα.

Το ερώτημα λοιπόν τη πολιτικής απάθειας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να απασχολήσει όλους όσους θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Οφείλουμε να δούμε την κοινωνική επανάσταση όχι σαν μια αναλαμπή της ιστορίας που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά ως διαδικασία θεσμική, ως πραγματικότητα της καθημερινής ζωής που συντελείται με αστείρευτη ενέργεια, δημιουργικότητα, φαντασία και φυσικά πάθος για ζωή και ελευθερία.

πηγή: eagainst.com

Συνέχεια...

ΜΗ ΔΟΥΛΕΥΕΤΕ ΠΟΤΕ «ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ»

Posted: by παντιγέρα in
0
Κείμενο της Συντακτικής Ομάδας του ZERO GEOGRAPHIC για την Πρωτομαγιά.

Οι επαναστάτες πάντα ζητούσαν την κατάργηση της εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα και την αντικατάστασή της με τη δημιουργική εργασία και το παιχνίδι σε μια μετάεπαναστατική κοινωνία. Ο Σταύρος Καλλέργης ζητά 2 ώρες εργασία μάξιμουμ και ο Όσκαρ Ουάιλντ την αντικατάσταση των εργατών από μηχανές. Ο Πωλ Λαφάργκ υμνεί το δικαίωμα στην τεμπελιά. Σε μια φυσιολογική κοινωνία χρειάζεται ελάχιστη εργασία για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του ατόμου. Ο καπιταλισμός δημιουργεί την υπεραξία και την εκμετάλλευση του εργάτη. Η εργασία της καπιταλιστικής παραγωγής (π.χ. 8ωρο-12ωρο) φαίνεται ότι δεν είναι παρά η διεστραμμένη τάση του εργοδότη να παραποιήσει την ανθρώπινη φύση προς όφελός του (υπεραξία της εργασίας και καπιταλιστικό κέρδος).

Οι σοσιαλδημοκράτες παίξανε ιστορικά το βρώμικο ρόλο της αποδοχής από την εξουσία της αρρωστημένης αυτής εργατικής εκμετάλλευσης. Τελικά το 8ωρο, που καθιερώθηκε επίσημα, παρουσιάστηκε σαν κάτι φυσιολογικό, οι καπιταλιστές σαν συνάνθρωποί μας και η καταναλωτική κοινωνία σαν η ουτοπία που πήρε τη θέση του κουμμουνισμού. Σαν απάντηση στη σοσιαλδημοκρατική και νεοφιλελεύθερη συμμαχία ο Γκυ Ντεμπόρ δηλώνει τη δεκαετία του ’60 το αυτονόητο «Μη δουλεύετε ποτέ».

Κάθε φορά που ο καπιταλισμός περνάει κρίση, οι καπιταλιστές δείχνουν στους εργάτες πόσο σέβονται την εργατική συνθήκη του 8ώρου. Η αποχαύνωση των μικροαστών εργατών τελείωσε πρόσφατα. Ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός επέστρεψε τον εργάτη από τη θαλπωρή του 8ωρου στην πραγματική του θέση εντός καπιταλισμού: αυτή της Δουλείας.

Έχεις δει εργοδότη καλό; Η μοίρα του εργαζόμενου και του ανέργου σε όλο τον κόσμο είναι κοινή: εκμετάλλευση, εκπόρνευση, ρατσισμός…. Η μόνη λύση είναι το ξεπέρασμα της εργασίας και όχι η επιστροφή στη «χρυσή» εποχή της ΠΑΣΟΚίλας. Η εργασία πρέπει να καταργηθεί. Οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές που ζητάνε την επιστροφή στην προηγούμενη χρυσή εποχή δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά μια τρύπα στο νερό.

Σήμερα 1η Μάη θυμόμαστε τους «ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟ». Είναι τουλάχιστον ιεροσυλία να μη δηλώνεται πουθενά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν αγωνίστηκαν για το 8ωρο αλλά για την κατάργηση της εργασίας και του καπιταλισμού και για το πέρασμα σε μια αντιεξουσιαστική κοινωνία. Το 8ωρο ήταν αυτό που προσέφεραν οι εργοδότες και η εξουσία για να ηρεμήσουν τα εξεγερμένα πλήθη και να προσεταιριστούν τους ρεφορμιστές στην πάλη ενάντια στους εργαζομένους.



ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ



Συντακτική ομάδα ZeroGeographic


Συνέχεια...

Από τη δουλοπρέπεια στην αυτοοργάνωση

Posted: by παντιγέρα in
0
Σύμφωνα με το Άρθρο 22.1. του Συντάγματος «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βεβαίως αυτό αποτελεί σχήμα οξύμωρο σε μία χώρα όπου ένας στους δύο νέους παραμένει άνεργος, τρεις στους δέκα πολίτες βρίσκονται στα όρια της Φτώχειας, ενώ και ο κατώτατος μηνιαίος μισθός πλέον ορίζεται σε λιγότερο από 500 ευρώ. Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να ασκήσουμε έντονη κριτική στο ρόλο του Κράτους και στον τρόπο που ερμηνεύονται ακόμη και τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Εργασίας.

Η ανεργία ως “σημείο ισορροπίας” της Οικονομίας

Η ανεργία φυσικά αποτελεί «βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της καπιταλιστικής οικονομίας» καθώς φέρνει στην επιφάνεια όλα τα κακώς κείμενα και τις αδικίες του συστήματος. Σε περιόδους μάλιστα παρατεταμένης υψηλής ανεργίας γίνεται ευκολότερα αντιληπτό πως ο καταμερισμός του Πλούτου βάσει της εργασίας αποτελεί φενάκη και πως στην πραγματικότητα ο Πλούτος μοιράζεται κυρίως μεταξύ αυτών που κατέχουν τη Γη, τα Τεχνολογικά Μέσα, τα Μέσα Παραγωγής κοκ., δηλαδή σε αυτούς που κατέχουν ήδη το μεγαλύτερο κομμάτι του Δημόσιου Πλούτου.

Με άλλα λόγια η ανεργία σε μία καπιταλιστική οικονομία δεν είναι κάποιο ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο, αλλά μία τελική έκφραση (αποτέλεσμα) των δράσεων του «αόρατου χεριού» που κινεί την οικονομία και όχι ένα πρόβλημα που προσπαθεί αυτό να λύσει. Για την ακρίβεια, το μόνο πρόβλημα που αποζητά λύση σε μία ελεύθερη αγορά είναι με ποιο τρόπο θα αυξηθούν τα κέρδη του καθενός, ενώ η ανεργία αποτελεί όντως πρόβλημα μόνο από τη στιγμή που απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα περισσότερο της άρχουσας και λιγότερο της πλειοψηφικής τάξης.

Η έλλειψη αυτάρκειας ως θεμέλιος λίθος της ανισότητας

Σε μία κοινωνία όπου η αυτάρκεια είναι δεδομένη, η διανομή του Πλούτου θα μπορούσε να γίνει βάσει ενός άλλου ακόμη πιο βασικού ανθρώπινου δικαιώματος, αυτού της Ισότητας των ανθρώπων. Παρόλα αυτά η θέσπιση της Εργασίας ως «αναφαίρετου» δικαιώματος πραγματοποιήθηκε κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις σημερινές και κύρια από αυτές ήταν σαφέστατα η έλλειψη αυτάρκειας, χωρίς να παραγνωρίζεται φυσικά και ο ρόλος της τότε άρχουσας τάξης.

Ως αυτάρκεια θα μπορούσαμε να ορίσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος όταν μπορεί να υπάρχει με αυτά που ήδη έχει. Στον καπιταλισμό η μόνη επιλογή που διαθέτει κάποιος που βρίσκεται αντιμέτωπος με την έλλειψη (μη αυτάρκεια) είναι να ανταλλάξει κάτι αστείρευτο, κάτι που διαθέτει σε μία σχετική αφθονία ή κάτι που είναι χρήσιμο σε κάποιον άλλον.

Η “οικειοθελής εργασία” ως υποχρεωτική στέρηση της Ελευθερίας


Αν τώρα κάποιος δεν είχε την τύχη να είναι ήδη κάτοχος κάποιου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε να του αποφέρει κέρδος, τότε το μόνο που διαθέτει είναι ο χρόνος του και οι τεχνικές, γνωστικές ή άλλες ικανότητές του. Και φυσικά σε αυτή την περίπτωση η λύση στο πρόβλημα της «φτώχειας» του έρχεται λ.χ. από τον ιδιοκτήτη της Γης, ο οποίος του προσφέρει εργασία με κάποιο χρηματικό ή οποιοδήποτε άλλο «κοινά αποδεκτό» οικονομικό αντάλλαγμα.

Η εργασία όμως αποτελεί το μόνο όχημα που μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή Πλούτου, άρα και η ατομική ιδιοκτησία ως κατοχύρωση του Πλούτου σε κάποιον μπορούμε να πούμε πως αποτελεί αντικειμενοποιημένη (ρευστοποιημένη) εργασία, κάτι που σημαίνει πως η Γη και η παραγωγή της είναι λογικότερο και δικαιότερο να ανήκουν σε αυτόν που την καλλιεργεί, παρά σε εκείνον που απλώς την κατέχει, καθώς η ιδιοκτησία – σε αντίθεση με την εργασία – δεν παράγει Πλούτο. Οτιδήποτε πέραν τούτου συνιστά αφόρητη αδικία, την οποία δυστυχώς σήμερα αποδεχόμαστε ως θέσφατο.

Από τη μία λοιπόν η αναγκαστική εργασία, δηλαδή η δουλεία, θεωρείται πως παραβιάζει το δικαίωμα στην Ελευθερία, κι από την άλλη η διανομή του Πλούτου εικάζεται πως γίνεται βάσει αυτής. Κατά συνέπεια, αν κάποιος που δεν κατέχει κάποιο εκμεταλλεύσιμο περιουσιακό στοιχείο επιθυμεί να λάβει μερίδιο του συνολικού Δημόσιου Πλούτου θα πρέπει να εργαστεί. Με αυτόν τον τρόπο θυσιάζεται μέρος της ελευθερίας του καθενός μας στο βωμό της εξάλειψης της φτώχειας μας και φυσικά στο βωμό του κέρδους αυτών που ήδη σφετερίστηκαν τον Δημόσιο Πλούτο πριν από εμάς.

Ωστόσο, ο Πλούτος σήμερα – χάρη και στην Τεχνολογία – φτάνει και περισσεύει για όλους. Γιατί λοιπόν υπάρχει ακόμη φτώχεια; Πρόκειται μήπως για κάποια στρέβλωση του οικονομικού μοντέλου ή μήπως αυτή είναι η φύση του ίδιου του μοντέλου; Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, ωστόσο ο καπιταλισμός παράγει όλο και περισσότερη φτώχεια μέσω της εκμετάλλευσης του λεγόμενου προλεταριάτου (μεσαία τάξη, μικρομεσαίοι, εργάτες, μισθωτοί κοκ.) που – παρά τη ραγδαία αύξηση των τεχνολογικών Μέσων – καλείται να εργάζεται χωρίς αντίστοιχα να απολαμβάνει το ανάλογο μερίδιο του Πλούτου για την παραγωγή του οποίου είναι ο κύριος συντελεστής και απλώς για να μπορέσει να καλύψει ακόμη και τις πιο βασικές του ανάγκες.

Οι άνθρωποι λοιπόν σήμερα φορούν στολές, κουστούμια και γραβάτες, κρατούν χαρτοφύλακες και laptop, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από δούλοι οι οποίοι εργάζονται για να πληρώσουν τη Γη που καλλιεργούν, το σπίτι που μένουν, το νερό που πίνουν, τα βιβλία που διαβάζουν, τη μουσική που ακούν κοκ.

Ο ορισμός της δουλείας


Αν συνυπολογίσουμε πως υπάρχουν άνθρωποι ή, ακόμη χειρότερα, εταιρίες των οποίων ο πλούτος δε μπορεί να αποκτηθεί όσο και να δουλέψει κάποιος, φτάνουμε εκ νέου στο συμπέρασμα πως η κατανομή του Πλούτου σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς γίνεται κυρίως βάσει του ποιος διαθέτει ήδη το Δημόσιο Πλούτο. Όποιος δε διαθέτει μέρος αυτού είναι ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ να εργαστεί, καθώς η εργασιακή του ικανότητα είναι το μόνο εν δυνάμει περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει και το οποίο «ρευστοποιεί» μέσω της εργασίας. Το γεγονός όμως πως κάποιος είναι υποχρεωμένος να εργαστεί για να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες είναι κάτι που καταλύει εμπράκτως το δικαίωμα της Ελευθερίας και επιβεβαιώνει την αποδοχή της δουλείας ως υποχρεωτική εργασία. Αντιστρόφως, ένας άνεργος που δεν κατέχει άλλο εκμεταλλεύσιμο περιουσιακό στοιχείο είναι καταδικασμένος να επιλέξει μεταξύ δουλείας και φτώχειας, κάτι που παραβιάζει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της Ισότητας.

Προτάσεις

Ίσως κάποιος να αναρωτιέται τι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει από το να επιλέξουμε μεταξύ φτώχειας και δουλείας. Η απάντηση είναι πως κατ’ αρχάς οφείλουμε στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας να διαχωρίσουμε τα αγαθά σε δημόσια και μη. Δημόσια αγαθά θα έπρεπε να θεωρούνται αυτά, χωρίς τα οποία δε θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε (Γη, αέρας, νερό, κατοικία, βασική τροφή, βασική ένδυση κοκ.). Σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε αγαθά, χωρίς τα οποία η ζωή μας θα ήταν φανερά δυσκολότερη (Παιδεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κοινωνική μέριμνα, φροντίδα ΑμΕΑ και ηλικιωμένων, ενέργεια, καύσιμα, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές κοκ.), ενώ οτιδήποτε εκτός των παραπάνω θα μπορούσε είτε να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο τρόπο (διανομή του Πλούτου βάσει της Ισότητας), είτε να θεωρηθεί ιδιωτικό αγαθό, για την απόκτηση του οποίου κάποιος πρέπει να εργαστεί (δηλ. διανομή μόνο του ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ Πλούτου βάσει της Εργασίας). Μόνο τότε θα μπορούσε κάποιος να ζει πραγματικά ελεύθερος και με μία σχετική οικονομική ευμάρεια. Από το σημείο αυτό κι έπειτα ο καθένας θα μπορούσε να αποφασίσει βάσει των επιπρόσθετων (ιδιωτικών) αναγκών που επιθυμεί να ικανοποιήσει, μέχρι ποιο βαθμό ελευθερίας του είναι διατεθειμένος να θυσιάσει, κάτι που καθιστά την εργασία πραγματικό δικαίωμα και όχι υποχρέωση.

Βεβαίως η παραπάνω υπεραπλουστευμένη πρόταση σημαίνει κατάλυση του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας Γης και λοιπής ακίνητης περιουσίας (άρα και των Μέσων Παραγωγής, των Τεχνολογικών Μέσων κοκ.) και επιτρέπει σε όλους να έχουν ένα σπίτι με ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, αποχέτευση και τηλεπικοινωνίες. Το αν αυτό είναι εφικτό ή όχι, θα αφήσω να το συνομολογήσουν το σύνολο των αστέγων και το σύνολο των κατά πολύ περισσοτέρων ακατοίκητων ή εγκαταλελειμμένων εστιών σε όλο τον κόσμο.

Η παραπάνω πρόταση συνεπάγεται εκτός από κοινωνικοποίηση της Γης, των Μέσων Παραγωγής, των ενεργειακών πόρων και των Τεχνολογικών Μέσων, κοινωνικοποίηση επίσης των Επιστημών και των Τεχνών, καθώς θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως χωρίς αυτές η ζωή του ανθρώπου θα ήταν αφόρητη.

Είναι όμως πιθανόν ο όρος «κοινωνικοποίηση» στα αυτιά κάποιων να ακούγεται ως «κρατικοποίηση», άποψη που μόνο κατά το ήμισυ είναι σωστή. Μία μορφή κοινωνικοποίησης είναι αυτή που εφαρμόστηκε κατά τα κομουνιστικά καθεστώτα, δηλαδή μεταφορά του Πλούτου από τους ιδιώτες στο Κράτος. Η μόνη πραγματική κοινωνικοποίηση όμως είναι αυτή, κατά την οποία ο δημόσιος Πλούτος μεταφέρεται σε όλους και – όπου αυτό είναι δυνατόν – χωρίς ενδιάμεσους κρίκους, γεγονός που καταλύει συν τοις άλλοις το Κράτος και τη Δημοκρατία όπως την ξέρουμε.

Η σημερινή αστική Δημοκρατία που λανθασμένα θεωρείται ως το καλύτερο μοντέλο διακυβέρνησης, στην πραγματικότητα δεν είναι καν Δημοκρατία. Η μόνη Δημοκρατία που υπάρχει είναι η άμεση Δημοκρατία, ενώ η έμμεση, κοινοβουλευτική, αντιπροσωπευτική, βασιλευόμενη, προεδρική ή προεδρευόμενη, αποτελούν Δημοκρατίες μονάχα κατ’ ευφημισμό και δεν είναι τίποτε άλλο από ολιγαρχικά εξουσιαστικά καθεστώτα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της άρχουσας τάξης, όσων δηλαδή κατέχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το Δημόσιο Πλούτο.

Επίλογος

Σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο μοντέλο στο οποίο αναφέρομαι παραπάνω έχουν επίσης γραφτεί χιλιάδες σελίδες (δικτατορία του προλεταριάτου, επαναστατική δράση, σοσιαλδημοκρατία, κομουνισμός, κοινοβουλευτική δράση, πολιτική ανυπακοή κοκ.). Ωστόσο, ο μόνος τρόπος που με μία σχετική βεβαιότητα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ένα καθεστώς Ελευθερίας, είναι η Αυτοοργάνωση. Και Αυτοοργάνωση σημαίνει να παίρνεις τις τύχες σου στα χέρια σου, να συναποφασίζεις με ανθρώπους που έχουν κοινά με εσένα συμφέροντα και ιδανικά, να αρνείσαι την υποταγή σε οποιοδήποτε εξουσιαστικό καθεστώς.

Αν τώρα η Αυτοοργάνωση απαιτεί βία ή πασιφισμό, αν απαιτεί χρήση και εκμετάλλευση του υπάρχοντος νομικού πλαισίου ή παράκαμψή του και ανυπακοή, δεν αποτελεί μέρος του ορισμού της, αλλά διαφορετικούς τρόπους εφαρμογής και λειτουργίας της που κατά περίπτωση μπορούν να κριθούν αναγκαίοι ή περιττοί. Η δική μου απάντηση λοιπόν είναι απλώς «Αυτοοργάνωση για έναν καλύτερο κόσμο».

The Arkan Project

Συνέχεια...

ΝΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΨΗΦΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ

Posted: by παντιγέρα in
0
Για την Ελευθερία στα Δίκτυα Επικοινωνίας...
Το athens.indymedia δεν είναι το «σάιτ των αναρχικών», όπως το βαφτίζουν κατά καιρούς τα δελτία ειδήσεων, αναπαράγοντας τον λόγο του φασιστικού τόξου. Στα πάνω από 10 έτη της αυτοοργανωμένης του λειτουργίας το athens.indymedia είναι η μεγαλύτερη διαδικτυακή κοινότητα οριζόντιας κοινωνικής πληροφόρησης στο Ελληνικό διαδίκτυο με δεκάδες χιλιάδες συμμετέχοντες και μία από τις ιστοσελίδες με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στη χώρα. Το athens.indymedia είναι η ιστοσελίδα, που μπορείς να πληροφορείς, να πληροφορείσαι και να εκφράζεσαι ελεύθερα χωρίς τη διαμεσολάβηση των εταιρικών ΜΜΕ. Η ελευθερία σου όμως γίνεται επικίνδυνη για όσους επιθυμούν να έχεις μία εικόνα για τον κόσμο, αποκλειστικά και μόνο όπως κατασκευάζεται από την τηλεόραση. Η κρατική λογοκρισία στο athens.indymedia είναι το χτύπημα στη δική σου ελευθερία, το φίμωμα της δικής σου φωνής.

Για την Ελευθερία στο Ραδιόφασμα...
Ο 98 FM είναι ένας αυτοοργανωμένος ραδιοφωνικός σταθμός, που λειτουργεί αδιάλειπτα από το 2002 και εκπέμπει τόσο στα FM όσο και στο διαδίκτυο. Ο Ράδιο Ένταση 100.1 FM είναι το ελεύθερο κοινωνικό ραδιόφωνο της Νομικής του Δεκέμβρη ’08 και της πλατείας συντάγματος των συγκρούσεων του Μάη – Ιούλη 2011. Αποτελούν κομμάτι ενός ευρύτερου κινήματος ελεύθερης ραδιοφωνίας, που απλώνεται σε όλη τη χώρα και έχει βαθιές ιστορικές ρίζες στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Κριτήριο της λειτουργίας τους δεν είναι το ιδιωτικό κέρδος αλλά η διακίνηση των πολιτικών ιδεών και της πληροφορίας από την κοινωνία για την κοινωνία. Στηρίζονται στην αντίληψη ότι εσύ έχεις κάθε δικαίωμα να κάνεις εκπομπή και να εκφράζεσαι ελεύθερα στα ερτζιανά χωρίς τη διαμεσολάβηση των εταιρικών ραδιοφωνικών σταθμών. Η κρατική λογοκρισία στα ελεύθερα ραδιόφωνα είναι η ολοκληρωτική επιβολή με τη βία της αντίληψης περί εταιρικής ραδιοφωνίας με τον πολίτη θεατή, είναι το χτύπημα στη δική σου ελευθερία, το φίμωμα της δικής σου φωνής.

Για το Πανεπιστήμιο και το Άσυλο...
Από την εποχή του «και όμως γυρίζει» του Γαλιλαίου ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης μέχρι τις σύγχρονες πολιτικές και οικονομικές χούντες μία λεπτή κόκκινη γραμμή χαράσσει την πορεία του πανεπιστημίου σε αυτονομία απέναντι στην εξουσία. Σήμερα, η εξουσία που απειλεί τα πανεπιστήμια και, γενικότερα, την εξέλιξη της επιστήμης με πλήρη ετεροκαθορισμό είναι η δικτατορία των αγορών. Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι κρατικός θεσμός αλλά κοινωνική κατάκτηση που κερδήθηκε με αίμα και βασανιστήρια συνεχών αγώνων από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Η σύγκρουση των αποστειρωμένων πανεπιστημίων, που παράγουν ιδιωτική γνώση για τις ανάγκες των εταιρειών, με τα αυτόνομα και σε επαφή με την κοινωνία πανεπιστήμια, που παράγουν δημόσια γνώση για τις ανάγκες των ανθρώπων, είναι σύγκρουση δύο κόσμων. Η κρατική εντολή στο Πολυτεχνείο της Αθήνας για τη λογοκρισία των τριών μέσων αντίβαρης πληροφόρησης αποτελεί ευθεία παρέμβαση στα εσωτερικά του ιδρύματος για τον καθορισμό του τρόπου διακίνησης των ιδεών στο εσωτερικό του αλλά και σε σχέση με την κοινωνία. Είναι ευθύνη της ακαδημαϊκής και φοιτητικής κοινότητας όχι μόνο να υπερασπίσει την αυτονομία της αλλά και να διεκδικήσει τη νομιμοποίηση μίας διευρυμένης ελευθερίας ανοίγματός της στην κοινωνία με τα όποια μέσα αυτή κάθε φορά επιλέγει.

Για τη Δημόσια Σφαίρα...
Σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας η λογοκρισία απαγορεύεται, οι ψηφιακές ελευθερίες αναγνωρίζονται με διευρυμένο περιεχόμενο και αυξημένες εγγυήσεις, ενώ το κράτος οφείλει να διαχειρίζεται το ραδιόφασμα με όρους πολυφωνίας και πάντως με πλήρη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του για την ελευθερία έκφρασης των πολιτών. Από τη δεκαετία όμως του ’80, οπότε και επετράπη η ραδιοφωνική εκπομπή πέραν της ΕΡΤ, το κράτος λειτουργεί ως νταβατζής και χορηγός της άνομης κατάληψης των ραδιοσυχνοτήτων από ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα με όρους νύχτας και μπράβων. Οι δε κρατικές επεμβάσεις στο διαδίκτυο έχουν αποκλειστικά κατασταλτικό χαρακτήρα, είτε για να λογοκρίνουν ευθέως και με ουσιαστικά άνιση μεταχείριση την ελευθερία έκφρασης των υπο-εκπροσωπούντων από τα ΜΜΕ πολιτών είτε για να αποφανθούν ότι οι συνταγματικές εγγυήσεις (λ.χ. το απόρρητο των επικοινωνιών) δεν ισχύουν για τη διαδικτυακή έκφραση. Από ένα καθεστώς, που έχει επιβάλλει τον νόμο της σιωπής με συνδρομή από τους ημέτερους των κυρίαρχων ΜΜΕ, επενδύοντας στη συνθήκη του απληροφόρητου υπάκουου πολίτη, για να διαιωνίζει τη διεφθαρμένη ασυδοσία του, είναι αναμενόμενο οι τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, που εκδημοκρατίζουν τη δημόσια σφαίρα, να αντιμετωπίζονται ως απειλή. Για μας όμως η ελευθερία του λόγου δεν είναι μία ωραία κοπέλα αλλά η οριζόντια, κοινωνική χρήση του σε αχρησία ραδιοφάσματος σε όλη τη χώρα και η οριζόντια, κοινωνική διαδικτυακή επικοινωνία. Αυτές είναι οι δικές μας ελευθερίες και δεν τις διαπραγματευόμαστε.

ΝΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΨΗΦΙΑΚΟ ΚΟΣΜΟ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΑΝΤΙΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

Δικτύο για την Ψηφιακή Απελευθέρωση

http://dln.gr/2013/04/22/indy/

Συνέχεια...

Τα όρια του συνδικαλισμού και της εργασίας

Posted: by παντιγέρα in
0
Ο συνδικαλισμός ως προϊόν της ταξικής πάλης και ως οργανωτική δομή των εργαζομένων, ήρθε για να διαχειριστεί ή για να ανατρέψει τις εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονταν σε συνθήκες ανταγωνισμού μέσα στους χώρους δουλειάς. Η πρωταρχική από τα κάτω οργάνωση των εργατών με αιχμή του δόρατος τις συνθήκες εργασίας και την αμοιβή γέννησε πολλές προσδοκίες σ’ ολόκληρη την κοινωνία, στο βαθμό και στο μέτρο που αποτελούσαν μαζί με τους αγρότες τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Επειδή όμως ο καπιταλισμός στηρίχθηκε στο νέο υποκείμενο της εκμετάλλευσης, τον εργάτη, τον μετέθεσε στην ατμομηχανή του, υπόδουλο και πρωτεργάτη ταυτόχρονα της επικυριαρχίας του, σε μια πορεία που όπως αποδείχθηκε ούτε λογική είχε, ούτε όρια και φραγμούς. Κι όπου αυτά εμφανίζονταν δεν φείδονταν ούτε σε αίμα ούτε σε τρομοκρατία.

Όμως ο καπιταλισμός δεν στηρίχτηκε στην ωμή βία αλλά στην ικανότητά του να ενσωματώνει και να αφομοιώνει τις ρηγματώσεις του. Η ωμή βία δεν φανέρωνε τη δύναμή του αλλά την αδυναμία του στην ενσωμάτωση και στην αφομοίωση. Πίσω λοιπόν απ’ το παραπέτασμα της βίας ξεδιπλώνεται το ίδιο του το φαντασιακό που φόρτωσε με δυο ιδεολογικά βάρη την πλάτη των εργαζόμενων όσον αφορά το θέμα μας.

Το πρώτο βάρος ήταν η ιδεολογία του μεσσιανισμού, με όλα τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά, με «νόμους» ιστορικούς και οικονομικούς και ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Βασικός μέντορας αυτού του μεσσιανισμού ήταν ο Μαρξ και ο μαρξισμός, που αντικατέστησε τη μεταφυσική της θρησκείας με τη γήινη επιστημονική «αλήθεια» του κομμουνισμού. Το δεύτερο βάρος και το πιο ανθεκτικό, αφού το πρώτο στις μέρες μας έχει συντριβεί, ήταν και παραμένει να είναι η ιδεολογία της οικονομίας. Πώς δηλαδή μέσα σ’ αυτήν ο καπιταλισμός εκών άκων ανακάλυψε το ΕΙΝΑΙ των ανθρώπινων σχέσεων και της ανθρώπινης ιστορίας. Η οργάνωση της παραγωγής και το παραγόμενο προϊόν αποτέλεσαν αξίες καθ’ εαυτές ως υλικές απολήξεις της πραγμάτωσης αυτού του ΕΙΝΑΙ. Το τι σήμαινε αυτό μπορούμε να το δούμε στα χειρόγραφα του ’45 του Μαρξ, όπου εν ολίγοις καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι εργάτες και κατ’ επέκταση οι επαναστάτες δεν πρέπει να χολοσκάνε για την καλύτερη οργάνωση της παραγωγής γιατί αυτήν την έχει ανακαλύψει ο ίδιος ο καπιταλισμός. Εμπράγματο αποτέλεσμα αυτής της θέσης ο Λένιν, που εισάγει τον φορ- ντισμό και την αλυσίδα παραγωγής στα εργοστάσια της νεοσύστατης δικτατορίας του.

Πέρα όμως απ’ τον Μαρξ και τους μαρξιστές, αυτό που εισάγεται ως κεντρικός στόχος της ταξικής πάλης των εργατών είναι το ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής και του παραγόμενου πλούτου. H ανάπτυξη όμως των παραγωγικών δυνάμεων αποτέλεσε μονόδρομο και για τον καπιταλιστή και για τον εργάτη. Ας μην ξεχνάμε και την πολλάκις επαναλαμβανόμενη θέση του Μπακούνιν που συμφωνούσε απόλυτα με το οικονομικό πρόγραμμα του Μαρξ, αλλά διαφωνούσε με το πολιτικό. Ήταν η εποχή που οι επιστημονικές ανακαλύψεις και η βιομηχανική ανάπτυξη, πρώιμο στάδιο της τεχνοεπιστήμης, έδειχναν να αποτελούν τους βασικούς άξονες για το πέρασμα απ’ την εποχή της σπάνης στην εποχή της αφθονίας. Η ένδυση, η επικοινωνία, η μετακίνηση, οι μεταφορές, η διατροφή με νέα προϊόντα μαζί με την εκμηχάνιση αποτέλεσαν τους μεγάλους πυλώνες της καπιταλιστικής ανάπτυξης και την πρώτη μεγάλη καμπάνια διάδοσής του. Σ’ αυτήν τη φάση, η επαναστατική εκδοχή του συνδικαλισμού έθετε άμεσα το ζήτημα ελέγχου και κατοχής των εργοστασίων και της γης καθώς και του παραγόμενου πλούτου που οικειοποιούνταν ληστρικά οι κεφαλαιοκράτες. Όλες οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις οδηγούσαν στην πόρτα του εργοστασίου. Από μέσα το αφεντικό για να αμυνθεί κι απ’ έξω ο εργάτης για να το καταλάβει. Η τελευταία επανάσταση πριν το ’50, η Ισπανική, έχοντας σαν πολιορκητικό κριό τον αναρχοσυνδικαλισμό, αποτέλεσε την εσχατιά των εργατικών διεκδικήσεων με την αυτοδιεύθυνση της παραγωγής για λογαριασμό ολόκληρης της κοινωνίας. Μετά τον πόλεμο, ο καπιταλισμός αφού ανανέωσε την αναγκαιότητά του για να αποκατασταθούν οι μεγάλες καταστροφές που ο ίδιος προκάλεσε, υπογράφοντας νέο κοινωνικό συμβόλαιο με πραγματικές αυξήσεις, κοινωνική ασφάλιση, συντάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας κ.λπ., αναζητά άλλους τρόπους αντιμετώπισης των εργατικών διεκδικήσεων. Ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει μέσα στους χώρους δουλείας το έκανε έξω απ αυτούς. Ό,τι δηλαδή δεν μπόρεσε να κάνει με τις μηχανές προκειμένου να μειώσει την ισχύ της εργατικής δύναμης, το έκανε με το εμπόρευμα, ανοίγοντας νέους κύκλους και νέες θέσεις εργασίας για την κάλυψη των τεχνικών αναγκών που αυτό δημιουργούσε. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε καταναλωτή και η ένταση των υπηρεσιών που μεσολαβούν για τη διάθεση του εμπορεύματος γιγαντώνεται.

Η καταναλωτική φρενίτιδα είχε τρεις ουσιώδεις συνέπειες. Πρώτον, την ενσωμάτωση του συνόλου του πληθυσμού στη λογική του εμπορεύματος που δημιουργεί εφήμερα και εναλλασσόμενα στυλ ζωής. Η ιδιομορφία αυτών των στυλ είναι πως παύει το παραγόμενο προϊόν να υποστηρίζει την ανάγκη του ανθρώπου και είναι ο άνθρωπος που καλείται να υποστηρίξει τις ανάγκες του εμπορεύματος. Δεύτερον, την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων για τις ανάγκες μιας δήθεν ανάπτυξης που αποτιμάται σε τεράστιες οικολογικές καταστροφές, σε κατασπατάληση ενέργειας και σε συσσώρευση απίθανου όγκου σκουπιδιών. Να γιατί σήμερα δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με το λιώσιμο των πάγων, την τρύπα του όζοντος, να γιατί οι χωματερές πλημμυρίζουν, να γιατί ερημώνονται περιοχές γύρω απ τα ενεργειακά εργοστάσια, να γιατί οι υδάτινοι πόροι εξαντλούνται με εκθετικούς ρυθμούς. Αν σ’ αυτό προσθέσουμε την καταστροφή της γεωργίας και τον διατροφικό εφιάλτη που ακολούθησε, το τοπίο γίνεται ακόμη πιο Αποκαλυπτικό.

Τρίτον, την αυξανόμενη ιδιώτευση ως αναγκαία και ικανή συνθήκη εξάπλωσης του εμπορεύματος, που σε ατομικό επίπεδο οδήγησε σε προσωπικές φωλιές από πράγματα άχρηστα στην πλειονότητά τους, στο δε συλλογικό οδήγησε στη γενικευμένη συντεχνία, στην αποδόμηση της κοινωνικής αλληλεγγύης και στους χώρους εργασίας στην αποτελμάτωση της αλληλεγγύης των εργαζομένων μεταξύ τους. Το να πούμε ότι για όλα τα παραπάνω ευθύνεται, στο βαθμό που την αφορά, η ξεπουλημένη γραφειοκρατική ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, λέμε μια κοινοτοπία, έναν αφορισμό χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις μεγάλες ανατροπές των τελευταίων πενήντα χρόνων. Οι δύο εκδοχές του συνδικαλισμού (ρεφορμιστικός-επαναστατικός) στηρίζονται πάνω στους ίδιους βασικούς άξονες που έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία και στη συμμετοχή τους στο παραγόμενο προϊόν. Οι μεν ρεφορμιστές διαπραγματεύονται τα ελάχιστα αναπαράγοντας την εκμετάλλευση, οι δε επαναστάτες τα θέλουν όλα για όλους καταργώντας την εκμετάλλευση.

Αυτό που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν και οι δύο, και κυρίως ο δεύτερος, ήταν το γεγονός πως τα προβλήματα μέσα στους χώρους δουλειάς μεταφέρονταν με μεγαλύτερη βαρύτητα έξω απ αυτούς. Δεν αντιλαμβάνονταν δηλαδή πως πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι συνθήκες εργασίας, η αμοιβή, η συμμετοχή και η κατοχή των μέσων παραγωγής, αλλά πρόβλημα γινόταν όλο και πιο έντονα η ίδια η εργασία, το προϊόν της οποίας είχε τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις.

Όποιος επιμένει στο συνδικαλισμό πρέπει να απαντήσει σε δύο καίρια ερωτήματα: Τι σημαίνει να πάρουν οι εργάτες τα εργοστάσια και τι σημαίνει επαναοικειοποίηση του παραγόμενου πλούτου; Σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε μ’ αυτό. Η παραγωγή και το παραγόμενο προϊόν είναι σε έντονη και ανθιστάμενη αμφισβήτηση. Η πιο σκληρή κριτική ενάντια στον καπιταλισμό δεν προέρχεται μέσα απ’ τους χώρους δουλειάς αλλά έξω απ αυτούς, από κινήσεις πολιτών που συσπειρώνονται όχι στη βάση της εργασίας αλλά στη βάση των αμφίβολων ή καταστρεπτικών της συνεπειών. Η ίδια η «ανάπτυξη» έχει μπει στο στόχαστρο της κριτικής με οδομαχίες. Ο παραγόμενος πλούτος γίνεται όλο και περισσότερο παραγόμενη σαβούρα και η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα όχι ανάσα για την περιοχή αλλά μπόχα. Τι είδους λοιπόν αυτοδιεύθυνση μπορεί να γίνει στα εργοστάσια λιπασμάτων, εργοστάσια καύσης στους ΧΥΤΑ, στα μεταλλεία χρυσού στην Χαλκιδική, στο φράγμα του Αχελώου στο ύψος της εκτροπής, στα πυρηνικά εργοστάσια, στις μονάδες του λιθάνθρακα; Τι είδους πλούτος είναι τα προϊόντα της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής που πρέπει να οικειοποιηθούμε αβλεπί και απνευστί, όταν τα διατροφικά σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο; Σήμερα οι παραγωγικές μονάδες και τα προϊόντα τους δεν είναι αντικείμενα κατοχής και χρήσης αλλά αντικείμενα κοινωνικής διαβούλευσης για τη χρησιμότητά τους. Κι όταν η απόφανση είναι αρνητική, δύο είναι οι συνήθως και μονίμως απόντες: τα αφεντικά και οι εργαζόμενοι. Είναι τυχαίο άραγε που σ’ όλες τις κινήσεις ενάντια στα αποτελέσματα της εργασίας απουσιάζουν παντελώς τα σωματεία; Ή μήπως είναι τυχαίο που οι πλατείες δεν ήθελαν την παρουσία των σωματείων ούτε ζωγραφιστή; Το τι συνέβαινε με την ανακύκλωση και στους Ταγαράδες τόσα χρόνια οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ το γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα, όμως οι κινητοποιήσεις ήρθαν απ’ τους κατοίκους των γύρω περιοχών,·ακόμα και τις πληροφορίες τις συνέλεγαν έξω απ' τον χώρο εργασίας κι όχι μέσα απ’ αυτόν.

Σήμερα η αμφισβήτηση του συνδικαλισμού ακολουθεί την ίδια διαδρομή, όχι μ’ αυτή των απαξιωμένων γραφειοκρατών του, αλλά με κάτι πολύ πιο βαθύ, με την αμφισβήτηση της ίδιας της εργασίας. Τώρα απαιτείται ο επανακαθορισμός της όχι ως σχέση εργάτη-εργοδότη αλλά ως συνολική κοινωνική σχέση. Αν το παραγόμενο προϊόν είναι κοινωνικό τότε τα ερωτήματα δεν μπορεί να τα θέσει και δεν μπορεί να τα λύσει κανείς άλλος πέρα απ’ την ίδια την κοινωνία.

Ο συνδικαλισμός σήμερα δεν μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό του κοινωνικού μετασχηματισμού, όχι μόνο γιατί κυριαρχεί ο ρεφορμισμός, η συντεχνία, η γραφειοκρατία, το ξεπούλημα και η καρέκλα, αλλά γιατί από μόνος του δεν μπορεί να απαντήσει και δεν μπορεί να λύσει τα μεγάλα ζητήματα που εγείρουν η ίδια η εργασία και το παραγόμενο προϊόν. Στο παράδειγμα της υγείας, όλοι οι συνδικαλιστές, ριζοσπάστες και μη, συμφωνούν για περισσότερα νοσοκομεία, περισσότερους γιατρούς και νοσοκόμες για καλύτερες υπηρεσίες υγείας. Όμως ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο τα υπάρχοντα νοσοκομεία θα περίσσευαν αν άλλαζε η ποιότητα της διατροφής και του περιβάλλοντος. Τούτα δω όμως προϋποθέτουν ριζική αλλαγή της γεωργίας, ριζική αλλαγή στη μετακίνηση και ριζική αλλαγή στην εγκατάσταση των βιομηχανικών μο- νάδων. Αυτό σημαίνει πραγματική πρόληψη κι όχι κάθε τρεις και λίγο τσεκ-απ και δίαιτα. Ή θα απαντήσουμε στο ζήτημα της υγείας ως κοινωνία ή θα συνδικαλίζουμε τον φαύλο κύκλο της.

Οι πλατείες άνοιξαν το δρόμο για τη μεγάλη κοινωνική διαβούλευση, η οποία χωρίς την άμεση δημοκρατία θα ήταν μια κακόγουστη επανάληψη της συνδικαλιστικής, κομματικής και κοινοβουλευτικής φάρσας. Μπορούμε να τον διαβούμε αρκεί να τον περπατήσουμε.

Γρηγόρης Τσιλιμαντός (Βαβυλωνία #2, 9/2011)

Συνέχεια...

Η σιωπή δεν είναι χρυσός

Posted: by παντιγέρα in
0
Του Γιώργου Αυγερόπουλου

Καθώς ένα χρόνο τώρα ασχολούμαι με τη θεματική «Χρυσός στα χρόνια της κρίσης» έχοντας δουλέψει μαζί με τους συνεργάτες μου στην Κολομβία (1), τη Ρουμανία (2) και την Ελλάδα (3), οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες.

Θα συγκρίνω την ελληνική περίπτωση με αυτή της Ρουμανίας (γιατί αν αρχίσω από την Κολομβία πολλοί θα πουν ότι συγκρίνω την Ελλάδα με μια λατινοαμερικανική χώρα και «τι σχέση έχουμε εμείς με αυτούς, εδώ είναι Ευρώπη» και άλλα τέτοια, κατά τη γνώμη μου ευτράπελα).

Πριν απ” αυτό όμως ας θυμηθούμε τι προβλέπουν τα δύο μεταλλευτικά σχέδια:


ΕΛΛΑΔΑ

Το ελληνικό κράτος έχει παραχωρήσει τα μεταλλευτικά δικαιώματα μιας έκτασης 317.000 στρεμμάτων στη Βόρεια Χαλκιδική, πλούσιας σε χρυσό, χαλκό και άλλα μέταλλα, στην καναδική πολυεθνική Eldorado Gold.

Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται το κοίτασμα χαλκού – χρυσού στις Σκουριές, που σήμερα εκτιμάται ότι αξίζει περίπου 12 δισεκατομμύρια δολάρια, δύο προϋπάρχοντα ορυχεία μαζί με τις εγκαταστάσεις τους, 310 σπίτια στο Στρατώνι, καθώς και τα δικαιώματα έρευνας και επέκτασης της εξορυκτικής δραστηριότητας με το άνοιγμα και άλλων μεταλλείων.

Το αντάλλαγμα που πλήρωσε η εταιρεία στο ελληνικό κράτος το 2003 για να αποκτήσει τα παραπάνω ήταν 11 εκατομμύρια ευρώ, κάτι που έχει χαρακτηριστεί από κόμματα του ελληνικού Κοινοβουλίου και από κατοίκους της περιοχής «ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα της χώρας».

Οσοι αντιδρούν στο μεταλλευτικό σχέδιο, υποστηρίζουν ότι η επένδυση θα προκαλέσει ανεπίστρεπτη καταστροφή στο περιβάλλον, με τα οφέλη να είναι λιγότερα από τις απώλειες.


ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Στη Ρόσια Μοντάνα της Ρουμανίας μια άλλη καναδική εταιρεία, η Gabriel Resources, και το ρουμανικό κράτος θέλουν από το 1997 να εξορύξουν το μεγαλύτερο κοίτασμα χρυσού στο υπέδαφος της Ευρώπης.

Για να το κάνουν αυτό θα ανατινάξουν όλα τα βουνά της περιοχής δημιουργώντας τέσσερα ορυχεία ανοιχτής εξόρυξης και μια μεγάλη δεξαμενή εναπόθεσης αποβλήτων, που θα περιέχει κυάνιο και άλλες τοξικές ουσίες.

Οι κάτοικοι που αντιδρούν λένε ότι αυτό θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες στο περιβάλλον καθώς και στην ιστορική κληρονομιά της Ρόσια Μοντάνα, αφού εκεί βρίσκονται οι πιο καλά διατηρημένες ρωμαϊκές στοές παγκοσμίως.

Οι ιστορικοί λένε πως η ακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οφείλεται ώς ένα βαθμό στο χρυσάφι της Ρόσια Μοντάνα και οι τεχνίτες της εποχής είχαν αναπτύξει ένα δίκτυο υπόγειων στοών για την εξόρυξη, τόσο αριστοτεχνικό, που πολλοί το παρομοιάζουν με υπόγεια Ακρόπολη.


ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ


1. Και οι δύο χώρες πλήττονται βάναυσα από την οικονομική κρίση.

2. Και οι δύο χώρες θέλουν να εξορύξουν το χρυσάφι τώρα που οι τιμές του πολύτιμου μετάλλου βρίσκονται στα ύψη.

3. Και οι δύο χώρες έχουν ως επενδυτές καναδικές εταιρείες.

4. Κάτοικοι και των δύο περιοχών αντιδρούν υποστηρίζοντας πως τα σχέδια εξόρυξης θα έχουν καταστροφικές συνέπειες.


ΔΙΑΦΟΡΕΣ

1. Στη Ρόσια Μοντάνα αστυνομία δεν πάτησε ποτέ, παρά τις διαμαρτυρίες των κατοίκων που πολλές φορές ήταν έντονες και παρά τη συμμετοχή ξένων ακτιβιστών που ταξίδεψαν στη Ρουμανία ειδικά για κείνες τις διαδηλώσεις. Στις Σκουριές στέλνουν τα ΜΑΤ.

2. Ο πρόεδρος της Ρουμανίας Τραϊάν Μπασέσκου, που είναι αναφανδόν υπέρ του πρότζεκτ, επισκέπτεται τη Ρόσια Μοντάνα και συνομιλεί με τους κατοίκους που αντιδρούν. Στην Ελλάδα δεν άκουσα ποτέ για μια τέτοια συνάντηση σε τόσο υψηλό επίπεδο.

3. Στη Ρουμανία το πρότζεκτ το έχει αναλάβει μια κοινοπραξία, η Rosia Montana Gold Corporation (4). Σε αυτή την εταιρεία οι Καναδοί έχουν το 80,69%, ενώ το υπόλοιπο 19,31% έχει μείνει στον έλεγχο του κράτους.

Στην Ελλάδα έχει σχηματιστεί μια αντίστοιχη κοινοπραξία, η «Ελληνικός Χρυσός». Οι Καναδοί ελέγχουν το 95%, ενώ το υπόλοιπο 5% ανήκει στην ελληνική κατασκευαστική εταιρεία «Ακτωρ» του ομίλου Μπόμπολα. Το ελληνικό κράτος δηλαδή δεν έχει κρατήσει απολύτως τίποτα.

4. Το ρουμανικό κράτος, σύμφωνα με τη Rosia Montana Gold Corp., θα πάρει 4 δισεκατομμύρια δολάρια από αυτή την επένδυση, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης (royalties) που θα εισπράττει βάσει των νόμων κατ” αναλογία με το μετάλλευμα που θα εξορύσσεται (5).

Αντίθετα η Ελλάδα παραχώρησε στην «Ελληνικός Χρυσός» τα πάντα για 11 εκατομμύρια ευρώ και δεν θα εισπράξει ούτε σεντ από δικαιώματα εξόρυξης στο μέλλον καθώς ο μεταλλευτικός κώδικας που γράφτηκε επί χούντας δεν προβλέπει κάτι τέτοιο (6).

5. Ολοι οι υπουργοί που πέρασαν από το αρμόδιο υπουργείο Περιβάλλοντος της Ρουμανίας, διστάζουν να δώσουν περιβαλλοντική άδεια στο πρότζεκτ της Ρόσια Μοντάνα, και ως εκ τούτου το πράσινο φως για την έναρξή του.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος, Ατίλα Κοροντί, μάλιστα απέρριψε το 2007 την περιβαλλοντική μελέτη της εταιρείας καθώς δεν είχαν προσκομιστεί όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. «Χρειαζόμαστε επενδυτές σε αυτή τη χώρα που να είναι σοβαροί, και η εταιρεία κατά τη γνώμη μου δεν είναι αρκετά σοβαρή», είπε στην συνάδελφο Γεωργία Ανάγνου.

Η τωρινή υπουργός Περιβάλλοντος μάλιστα, Rovana Plumb, πρότεινε πρόσφατα να δοθεί όλος ο φάκελος στη δημοσιότητα προκειμένου οι Ρουμάνοι να γνωρίζουν κάθε λεπτομέρεια αναφορικά με το πρότζεκτ (7).

Στην Ελλάδα, παρ” όλο που εκκρεμεί απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που θα κρίνει το αν θα αρχίσει το πρότζεκτ ή όχι, το υπουργείο Περιβάλλοντος με εντολή του παρεμβαίνει υπέρ της «Ελληνικός Χρυσός» και ουσιαστικά διατάζει το δασαρχείο να εγκρίνει εργασίες υλοτομίας στο αρχέγονο δάσος των Σκουριών, πριν από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (8).

6. Η Rosia Montana Gold Corporation προσπαθεί να κερδίσει την κοινή γνώμη της Ρουμανίας με διαφημιστικά σποτ στην τηλεόραση και στις εφημερίδες. Σε σχέση με τη διαφήμιση η εταιρεία κατατάσσεται τρίτη μετά τις δύο μεγάλες εταιρείες τηλεφωνίας. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχει και την εγχώρια πληροφόρηση, αφού όπως καταγγέλλουν Ρουμάνοι δημοσιογράφοι, «είναι αδύνατον να δεις να γράφονται άρθρα εναντίον του πρότζεκτ της Ρόσια Μοντάνα στον εθνικό Τύπο».

Στην Ελλάδα η «Ελληνικός Χρυσός» δεν έχει ούτε καν ιστοσελίδα (9) και δεν δαπανά τίποτα για διαφήμιση. Ούτε και φαίνεται να νοιάζει κανέναν -και μιλώ κυρίως για το κράτος- να ενημερωθεί η κοινή γνώμη της Ελλάδας για το τι ακριβώς σχεδιάζεται να γίνει στη Χαλκιδική.

Είναι λες και μιλάμε για μια έρημη τοποθεσία στον πλανήτη Αρη. Τα περισσότερα ελληνικά ΜΜΕ σιωπούν εναρμονιζόμενα με την κυβερνητική γραμμή περί ανάπτυξης και ξένων επενδύσεων uber alles, ενώ το γεγονός ότι στην κοινοπραξία συμμετέχει και ένας από τους πιο σημαντικούς επιχειρηματικούς ομίλους της Ελλάδας, βασικός μέτοχος και σε ΜΜΕ, καθιστά τη δημοσίευση κριτικής σχετικά με το project πρακτικά αδύνατη.

7. Στην Ρουμανία το πρότζεκτ είναι μεγαλύτερο (4 ανοιχτά ορυχεία) και συνεπώς έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις στο περιβάλλον από ότι το πρότζεκτ στις Σκουριές. Επίσης θα χρησιμοποιηθεί κυάνιο. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις δηλώσεις των υπευθύνων της «Ελληνικός Χρυσός» όχι.

Όπως λένε, από τη στιγμή που το κοίτασμα στις Σκουριές περιέχει χαλκό, θα χρησιμοποιήσουν μια τεχνική για μεταλλουργία χαλκού που λέγεται flash smelting (στιγμιαία τήξη) και θα παίρνουν τον χρυσό ως παραπροϊόν.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το ρουμανικό κράτος, παρ” όλο που έχει να κερδίσει περισσότερα χρήματα από τα σχέδια εξόρυξης χρυσού στο έδαφός του, παρ” όλο που έκανε καλύτερες συμφωνίες και παρ” όλο που και το ίδιο είναι μέτοχος της κοινοπραξίας, φαίνεται να κινείται με περισσότερη ωριμότητα, υπευθυνότητα και προσοχή σε σχέση με την Ελλάδα.

Το ελληνικό κράτος, που χορεύει στον ρυθμό των Μνημονίων, βιάζεται. Με μοναδικό κριτήριο το «να δώσουμε θέσεις εργασίας» ή «να φέρουμε ξένες επενδύσεις» κινείται άρον άρον με προχειρότητα, κερδίζοντας ελάχιστα, και μάλιστα σε ένα θέμα τόσο σημαντικό που αφορά το περιβάλλον μιας περιοχής απερίγραπτου φυσικού κάλλους.

Και επειδή οι άνθρωποι που ζουν εκεί πιστεύουν ότι τα αρχέγονα δάση που θα κοπούν δεν ξαναγίνονται και πως κάθε απόφαση που θα ληφθεί τώρα, θα επηρεάσει άμεσα και τις επόμενες γενιές, διαμαρτύρονται. Ωστόσο αντί να βρουν ένα κράτος που θα σκύψει και θα τους ακούσει, εκείνο τους στέλνει τα ΜΑΤ για να καταπνίξει τη φωνή τους.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρώπης όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει καμία ανάλογη περίπτωση, από τη στιγμή που η Ελλάδα έγινε μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, όπου ένα μεταλλευτικό σχέδιο επιχειρήθηκε να επιβληθεί με αυτόν τον τρόπο, διά της βίας, εκ των άνω, από ευρωπαϊκό κράτος στον λαό του.

Αυτά είναι πράγματα που συχνά τα βλέπει κανείς να συμβαίνουν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στη Γουατεμάλα, όπου ΜΑΤ και άνδρες ιδιωτικής εταιρείας σεκιούριτι επενέβησαν προς χάριν της μεταλλευτικής CGN προκειμένου να καταπνίξουν τη διαμαρτυρία ιθαγενών Μάγιας.

Το αποτέλεσμα ήταν να σκοτώσουν φριχτά τον ηγέτη τους, κομματιάζοντάς τον με ματσέτες. Στο Περού για το ορυχείο της Newmont, όπου δυνάμεις καταστολής συγκρούστηκαν με τους ντόπιους που επίσης διαμαρτύρονταν κατά του πρότζεκτ, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και τραυματίες.

Και στην Κολομβία, όπου εξαιτίας του 50χρονου εμφύλιου πολέμου, ο στρατός είναι αυτός που φυλάει τις ιδιωτικές εταιρείες χρυσού. Αλλά είπαμε: Εμείς δεν έχουμε καμιά σχέση με Λατινική Αμερική, είμαστε στο ευρώ, είμαστε Ευρώπη!

Ρώτησα τον πρώην υπουργό Περιβάλλοντος που έβαλε την υπογραφή του για το πρότζεκτ, Γιώργο Παπακωνσταντίνου, τι ακριβώς κερδίζει η χώρα. (Θυμίζω ότι πήραμε 11 εκατ. ευρώ και τέλος. Ούτε σεντ από royalties στο μέλλον.)

Μου απάντησε αυτολεξεί: «Το κράτος κερδίζει γιατί παίρνει φόρους, το κράτος κερδίζει γιατί προσλαμβάνονται πάνω από 1.000 άτομα και αυτά τα άτομα έχουν εισοδήματα, άρα πληρώνουν φόρους».


Θέσεις εργασίας

Ο κ. Στρατουδάκης της «Ελληνικός Χρυσός» μιλάει για «1.700 άμεσες θέσεις εργασίας και τις διπλάσιες έμμεσες». Περίπου 5.000 δηλαδή. Κάτι που με ευκολία επιβεβαιώνει και ο δήμαρχος Αριστοτέλη κ. Πάχτας:

«Πείτε μου, σε ποια άλλη περιοχή της πατρίδας μας, στην επόμενη πενταετία θα δημιουργηθούν άλλες 5.000 θέσεις απασχόλησης;».

Παρ” όλο που θεωρώ έωλο τον αριθμό των έμμεσων θέσεων -γιατί κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να επιβεβαιώσει ότι π.χ. οι γαλότσες που θα φορούν οι εργάτες θα φτιάχνονται από ελληνικά χέρια και δεν θα αγοράζονται από τη Βουλγαρία- θα θεωρήσω ότι ο αριθμός των θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν θα είναι όντως 5.000.

Οπως επίσης θα τονίσω και κάτι που δεν ακούγεται συχνά: ότι σύμφωνα με τις μελέτες της εταιρείας για τις Σκουριές, το ορυχείο θα έχει ζωή 27 χρόνων.


Αμείλικτα ερωτήματα

Τα ερωτήματα λοιπόν που καλείται να απαντήσει η ελληνική κοινωνία είναι τα εξής: Δέχεται για μια υπόσχεση 5.000 θέσεων εργασίας που θα διαρκέσουν 27 χρόνια, να κοπούν εκατοντάδες στρέμματα αρχέγονου δάσους;

Δέχεται να ρισκάρει τυχόν περιβαλλοντικές επιπτώσεις και ατυχήματα;

Δέχεται να εξορυχτεί χρυσάφι που θα φεύγει έξω, χωρίς να αφήνει περαιτέρω κέρδη στον τόπο από δικαιώματα εξόρυξης, παρά μόνο όσα θα προκύπτουν από τη φορολογία της επιχείρησης και των εργαζομένων της;

Και το πιο σημαντικό: Δέχεται αυτού του τύπου την ανάπτυξη;

Αυτά τα βασικά ερωτήματα θα πρέπει να αποτελέσουν την καρδιά μιας δημόσιας διαβούλευσης, η οποία κανονικά θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει. Ετσι ώστε όλοι οι Ελληνες να είναι ενημερωμένοι γι” αυτό που σχεδιάζεται να γίνει σε ένα μέρος της πατρίδας τους.

Μας αφορά όλους. Αλλωστε όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης, «Το κύριο γνώρισμα του πολίτη είναι η συμμετοχή στην απονομή δικαιοσύνης και στην άσκηση εξουσίας». Δυστυχώς στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία αυτά είναι ψιλά γράμματα.


------------------------------------------
1. http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2011-2012/278-to-aggigma-tou-mida
2. http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2012-2013/314-o-xrysos-sta-xronia-tis-krisis-mavri-vilva
3. http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2012-2013/330-xrysos-sta-xronia-tis-krisis-o-thisavros-tis-kassandras
4. http://en.rmgc.ro/
5. http://en.rmgc.ro/rosia-montana-project/economy/business-plan.html
6. Μεταλλευτικός Κώδικας, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ, ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΝΝΟΙΑ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ – ΜΕΤΑΒΟΛΑΙ Δικαίωμα μεταλλειοκτησίας http://www.ndf.gr/el/law/law/finish/1—/3-210–35101973.html
7. http://actmedia.eu/energy-and-environment/rovana-plumb-insists-on-declassification-of-files-on-rosia-montana/41457
8. http://www.exandasdocumentaries.com/gr/news/interesting-articles/315-omi-paremvasi-tou-ypeka-yper-tis-ellinikos-xrysos
9. http://www.hellas-gold.com/
10. http://www.newsbomb.gr/politikh/story/109173/o-panishyros-giorgos-mpompolas–ta-dimosia-erga-kai-ta-mme

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Συνέχεια...
0


Συνάδελφοι- συναδερφισες, συναγωνιστές συναγωνίστριες, φίλοι και φίλες. Οι εργαζόμενοι της Βίο.Με. θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε μέσα από την καρδιά μας για την συμμετοχή σας (μέσα από αυτή την συναυλία) στον αγώνα μας να πάρουμε το εργοστάσιο στα χέρια μας και να το λειτουργήσουμε με εργατικό έλεγχο της παραγωγής και αυτόδιεύθυνση μέσα από την συνέλευση των εργαζομένων.

Θέλουμε επίσης να ευχαριστήσουμε, την επιτροπή αλληλεγγύης που μας στάθηκε και συνεχίζει να στέκεται κοντά μας και να μας στηρίζει με τόσο μεγάλο πάθος. Να ευχαριστήσουμε τους καλλιτέχνες που επιστράτευσαν το ταλέντο τους στην διάθεση του αγώνα μας και χωρίς να επιβάλει την επιστράτευση το υπουργείο πολιτισμού.

Και τέλος να ευχαριστήσουμε την αυτόνομη θύρα 10 για την συμμετοχή της σε αυτόν τον αγώνα από πολύ διακριτική γωνία και χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Και φυσικά όλες τις συλλογικότητες, πολιτικές οργανώσεις, στέκια και μεμονωμένους αγωνιστές για την προσφορά τους στον αγώνα αυτό.
Εμείς οι εργαζόμενοι της Βίο.Με. συναγωνιστές βρεθήκαμε σε αδιέξοδο περίπου ενάμισι χρόνο πριν όταν το εργοστάσιο που δουλεύαμε εγκαταλείφθηκε από την ιδιοκτησία και αφέθηκε να μαραζώσει, συμπαρασύροντας μαζί του και εβδομήντα οικογένειες. Αμέσως και πολύ πριν στην ουσία το σωματείο εργατοϋπαλλήλων της Βίο. Με. είχε καταλάβει που το πάει η εργοδοσία και τι ήθελε να κάνει. Αντέδρασε αμέσως προσπάθησε να κρατήσει ενωμένους τους εργαζόμενους, και έβαλε μπροστά έναν αγώνα μακρύ και επίμονο με μια σειρά από αιτήματα για τα δεδουλευμένα και την επαναλειτουργία του εργοστασίου από εμάς τους ίδιους. Πράγμα που βρήκε μεγάλη αποδοχή από την συνέλευση του σωματείου των εργαζομένων.

Από τότε ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για να δούμε πως θα γίνει πράξη το Όνειρο.
Περάσαμε πολλά μέχρι να βρούμε τους ανθρώπους που προθυμοποιήθηκαν να σταθούν δίπλα μας και να βοηθήσουν με όσα μέσα διέθεταν.Το κυριότερο είναι πως μας δώσανε θάρρος για να συνεχίσουμε.
Και να βρισκόμαστε τώρα εδώ, έτοιμοι να βάλουμε μπρος τις μηχανές και να βγάλουμε προϊόντα που πηγάζουν από το μεράκι των εργαζομένων και όχι από τον εξαναγκασμό κάποιου εργοδότη.

Από την πρώτη μέρα που καλεστήκαμε να βάλουμε την υπηρεσία μας στο άνοιγμα του εργοστασίου όλοι οι συνάδελφοι μπήκαμε με χαμόγελα στην δουλεία για να ανοίξουμε την πόρτα του εργοστασίου μας, την πόρτα της ελευθέριας μας.
Φυσικά ξέρουμε πως είναι μια δύσκολη απόφαση και θέλει μεγάλη και επίπονη προσπάθεια αλλά είμαστε σίγουροι πως ο αγώνας αυτός θα είναι νικηφόρος.
Και όχι άλλος ένας χαμένος εργατικός αγώνας όπως πολλοί τελευταία.

Και νομίζουμε πως είναι η στιγμή οι αγώνες να γίνουν πιο επιθετικοί, η εργατική τάξη να περάσει με νέο πλαίσιο, για να μπορέσει να κάνει νικηφόρους αγώνες και να πάρουμε κουράγιο όλοι οι εργαζόμενοι και να βρούμε τον δρόμο της αξίας μας και να τον περπατήσουμε περήφανα με το κεφάλι ψηλά και καμαρωτοί. Χωρίς ίχνος αναξιοπρέπειας και ηττοπάθειας.

Με αυτά σκεπτόμενοι οι εργαζόμενοι πήραμε τις αποφάσεις μας και συνειδητά βρισκόμαστε στο σημείο αυτό το σημείο εκκίνησης του εργοστασίου της Βίο. Με.

Συναγωνιστές!!! το νερό μπήκε στο αυλάκι!!! Και από ότι φαίνεται αρχίζει και κυλάει.
Από εδώ και πέρα είναι στο χέρι μας το πώς θα φροντίσουμε να είναι καθαρό το αυλάκι ώστε να φτάνει το νερό και να ποτίζει τις ελπίδες μας για μια άλλη κοινωνία.
Να ποτίσει με θάρρος τους εργάτες να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Να ποτίσει με μεράκι τους αγρότες, ώστε να οργώσουν την γη, για να βγάλουν πολλά και ποιοτικά προϊόντα για να θρέψουν την οικογένεια τους και να φέρουν και σε μας ωραία φρέσκα νόστιμα φρούτα και λαχανικά.

Να ποτιστούν με καθαρή γνώση οι μαθητές, οι σπουδαστές, οι φοιτητές , ώστε να βγουν αύριο στην κοινωνία με αγαθές προθέσεις και να βοηθήσουν τους ταλαιπωρημένους συν-ανθρώπους μας.

Να ποτιστεί με το αίσθημα της αλληλεγγύης όλη η κοινωνία ώστε να μην υπάρχει κανείς συνάνθρωπος μας που πεινάει και υποφέρει!

Και τέλος να ποτίσει και τις ψύχες αυτές τις βρόμικες!!! Που θέλοντας να βρούνε φταίχτη, για τα παθήματα τους, χτυπάνε τους πιο αδύναμους, τους πιο αθάρρετους αυτούς που παλεύουν για να ζήσουν, αυτούς που είναι πιο σκούροι, πιο ξανθοί, που έχουν μεγάλα αυτιά, μικρές μύτες, η μελιά μάτια, αυτούς που δεν φέρνουν την δικιά τους ασχήμια!

Και αφού ποτίσει όλον αυτόν τον κάμπο να ενωθεί με αλλά ρυάκια να γίνει χείμαρρος που θα σαρώσει αυτούς που τόσα χρόνια παίζουν στην δική μας πλάτη, που πλουτίζουν σκοτώνοντας μας, που ζητούν πόρνες τα παιδιά μας, που τρώνε τα μυαλά μας και κλέβουν τα όνειρα μας.

Έτσι νομίζουμε συναγωνιστές πως μπορούμε να σταθούμε όρθιοι και να νικήσουμε όλοι μαζί και ενωμένοι!!


Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Βιομηχανικής Μεταλλευτικής

Συνέχεια...
0
του Βασίλη Κωστάκη


O έλεγχος, όχι μόνο της παραγωγής της πληροφορίας, όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, αλλά και της παραγωγής ενέργειας, σύμφωνα με τον Rifkin (2011), έχει αρχίσει να μετακινείται από τεραστίων διαστάσεων εταιρικές ή κρατικές μονάδες παραγωγής ενέργειας σε εκατομμύρια μικρο-παραγωγούς και συνεταιρισμούς. Oι τελευταίοι παράγουν αυτόνομα ανανεώσιμη ενέργεια διανέμοντας τα πλεονάσματα σε “ενεργειακά Kοινά” (info-energy Commons). Παραδείγματα αποτελούν το Nordic Folkecenter στη Δανία ή το Barefoot College στην Iνδία, που αναπτύσσουν τοπικής κλίμακας πρακτικές παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας. Eπιπλέον, κοινότητες ανοικτού σχεδιασμού, όπως το Onawi στην Aγγλία, το Open Source Ecology στις HΠA ή η Nέα Γουινέα στην Eλλάδα, ακολουθούν ομότιμες πρακτικές στην ανάπτυξη και προώθηση λύσεων για τοπική, αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Mια τέτοια αλλαγή στην παραγωγή ενέργειας είναι αναμενόμενη, καθώς το κεντρικά σχεδιασμένο μοντέλο παραγωγής και διανομής ενέργειας πρέπει να εκσυγχρονιστεί σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κυρίαρχου τεχνο-οικονομικού παραδείγματος που βασίζεται στις Tεχνολογίες Πληροφορικής και Eπικοινωνίας. H συνεργεία ομότιμων πρακτικών στον σχεδιασμό, στην προώθηση και στη βελτίωση λύσεων για τοπικής κλίμακας παραγωγή ενέργειας (σε επίπεδο, δηλαδή, γνώσης/πληροφορίας) με τις τεχνολογικές δυνατότητες της τοπικής, υλικής παραγωγής (δηλαδή την υλική έκφραση της γνώσης/πληροφορίας αυτής) μας δείχνει το δρόμο.
H τρισδιάστατη εκτύπωση αποτελεί, λοιπόν, μία πολλά υποσχόμενη τεχνολογία αποκεντρωμένης υλικής παραγωγής. Ουσιαστικά πρόκειται για μία τεχνική προσθετικής κατασκευής και όχι “αφαιρετικής” όπως είναι π.χ. η κατασκευή ενός γλυπτού με σμίλη και σφυρί. Mε λίγα λόγια, αποτελεί μια τεχνική που δημιουργεί αντικείμενα στρώμα-στρώμα, βασισμένη σε τρισδιάστατα σχεδιασμένα μοντέλα. Μέχρι πρότινος, ένας αρχιτέκτονας μπορούσε να εκτυπώσει τρισδιάστατα μία μακέτα ή ένας μηχανολόγος μπορούσε να εκτυπώσει ένα πρωτότυπο μέρος του αυτοκινήτου για περαιτέρω βελτίωση και επανασχεδιασμό. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούνται από την αεροναυπηγική μέχρι τη βιομηχανία της υγείας για την κατασκευή λειτουργικών, εξατομικευμένων προϊόντων όπως για παράδειγμα ένα περίπλοκο ανταλλακτικό ή ένα οστικό μόσχευμα. Oι χαμηλού κόστους τρισδιάστατοι εκτυπωτές ανοικτού κώδικα, όπως είναι ο RepRap (προϊόν ομότιμης παραγωγής) ή ο Ultimaker, έχουν δώσει την ευκαιρία σε χομπίστες, ερευνητές και ακτιβιστές να πειραματίζονται, να σχεδιάζουν (με τη βοήθεια εφαρμογών ελεύθερου λογισμικού), να μοιράζονται και να παράγουν λειτουργικά αντικείμενα.
Ένα στρατηγικό πλεονέκτημα της τρισδιάστατης εκτύπωσης είναι η δυνατότητα παραγωγής περισσότερο εξατομικευμένων και περίπλοκων αντικειμένων χρησιμοποιώντας ακριβώς όσο υλικό είναι αναγκαίο. Επίσης, η τρισδιάστατη εκτύπωση βοηθά στην τοπικοποίηση της παραγωγής μειώνοντας την ανάγκη παρουσίας γραμμής παραγωγής, για να μην αναφερθούμε στη μείωση εκπομπών CO2 λόγω λιγότερων μετακινήσεων (logistics). Ακόμη, η επιστήμη των υλικών δίνει τη δυνατότητα παραγωγής αντικειμένων από μια πληθώρα υλικών: από βιοδιασπώμενο πλαστικό PLA και μέταλλα μέχρι κεραμικά και ανθρώπινους ιστούς. Yπάρχουν προσδοκίες ότι η τρισδιάστατη εκτύπωση θα συνεχίσει να αναπτύσσεται προσφέροντας όλο και πιο προηγμένες τεχνολογικά δυνατότητες τοπικής, υλικής παραγωγής.
Tο παρόν άρθρο ισχυρίζεται ότι η συνεργεία του ομότιμο τρόπου παραγωγής και διάθεσης της πληροφορίας με ένα μέσο (υλικής) παραγωγής, όπως η τρισδιάστατη εκτύπωση, δίνει τη δυνατότητα για ανάπτυξη λύσεων παγκοσμίου ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τοπικές κοινότητες. Kάποια από τα λιγότερο ανεπτυγμένα μέρη του κόσμου πολλές φορές έχουν ανάγκη τις πιο σύνθετες και προηγμένες τεχνολογικά λύσεις, οι οποίες, πλέον, είναι δυνατές καθώς για πρώτη φόρα τόσο σημαντικά μέσα παραγωγής (υπολογιστής, διαδίκτυο, τρισδιάστατη εκτύπωση και άλλες τεχνικές τοπικής παραγωγής) είναι διαθέσιμα σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους.
Ένα τέτοιο παράδειγμα που καταδεικνύει τη δυναμική από τη “συνάντηση” ομότιμης παραγωγής και τρισδιάστατης εκτύπωσης αποτελεί η ανεμογεννήτρια Helix_T, του αρχιτέκτονα Mιχάλη Φουντουκλή, η οποία εκτυπώνεται τρισδιάστατα, κατόπιν συναρμολογείται και με ένα μοτέρ (συνολικό οριακό κόστος παραγωγής της ανεμογεννήτριας όχι πάνω από 100-120 ευρώ σε ένα χαμηλού κόστους τρισδιάστατο εκτυπωτή) παράγει μέχρι 6-10 Watt ενέργειας. O Mιχάλης, όπως πολλοί άλλοι δημιουργοί, διαθέτει ελεύθερα τα σχέδια της ανεμογεννήτριας τα οποία είναι ανοικτά προς περαιτέρω ανάπτυξη και βελτίωση. H ανεμογεννήτρια Helix_T και πολλά άλλα παρόμοια εγχειρήματα δεν αποτελούν πανάκεια αλλά μπορούν να αποτελέσουν σημεία εκκίνησης για τη δημιουργία λύσεων, όπως γράψαμε και προηγουμένως, σε προβλήματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος που απασχολούν τοπικές κοινωνίας, όπως είναι για παράδειγμα η ανάγκη για αυτόνομη παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Φυσικά, η τρισδιάστατη εκτύπωση, όπως σχεδόν κάθε τεχνολογία, δεν είναι σωτηρία αλλά “φωτιά που καίει μα και που ζεσταίνει μαζί” και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικίνδυνους σκοπούς, όπως για παράδειγμα, στην ευρεία κατασκευή όπλων.
Γίνεται εμφανές, ότι το πραγματικό θέμα δεν είναι η τεχνολογία καθεαυτή αλλά η ποικιλία των μονοπατιών που καλούμαστε να επιλέξουμε: η τεχνολογία δεν είναι πεπρωμένο αλλά πεδίο μάχης (Feenberg, 2002, 1999), όπου οι άνθρωποι μάχονται για να επηρεάσουν και να αλλάξουν τα σχέδια, τις χρήσεις και τα νοήματα των τεχνολογικών δυνατοτήτων και του κόσμου που τους περιβάλλει.
 
Aναφορές:
Feenberg, Andrew. 1999. Questioning technology. New York: Routledge.
Feenberg, Andrew. 2002. Transforming technology: A critical theory revisited. New York: Oxford University Press.
Rifkin, Jeremy. 2011. The third industrial revolution: How lateral power is transforming energy, the economy, and the world. New York: Palgrave Macmillan.

Σημείωμα:
Tο παρόν άρθρο βασίζεται στα άρθρα: Kostakis, V. 2013. At the Turning Point of the Current Techno-Economic Paradigm: Commons-Based Peer Production, Desktop Manufacturing and the Role of Civil Society in the Perezian Framework και Kostakis, V., Fountouklis, M. & Drechsler W. (submitted). Peer production and desktop manufecturing.
Περισσότερα: www.kostakis.org & www.dafy.gr/



Συνέχεια...
0
Με αφορμή τη σύλληψη των τεσσάρων νεαρών κατηγορουμένων για ληστεία τράπεζας στο Βελβεντό της Κοζάνης, ο γνωστός τρομογράφος, κατασκευαστής της τηλε-α-πραγματικότητας, τηλεκριτής του ηθικού και του ανήθικου καθώς και τηλεδιαμορφωτής της κοινής γνώμης, Δήμος Βερύκιος αναρωτήθηκε, κατά τη διάρκεια ενός ακόμη παραληρήματος υποκριτικής αγανάκτησης «ποιά είναι η διαφορά μεταξύ ενός αναρχικού κι ενός τρομοκράτη». Φυσικά, εκμεταλλευόμενος και την ιδιότητα του τηλεδικαστή που αυτόκλητα αναλαμβάνουν καθημερινά δεκάδες γραφικές καρικατούρες, η Αυτού Μεγαλειότης απεφάνθη πως είναι «το ίδιο ακριβώς πράγμα».

Έτσι, η τηλεοπτική συχνότητα του Alpha, που εισβάλλει καθημερινά σε εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια, δια του φωτεινού κουτιού, απεφάνθη πως οι έχοντες ως πρόταγμα την αυτονομία, την αντιεξουσία, την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση, την αυτοοργάνωση, την κοινωνική αλληλεγγύη, την ανθρώπινη ένωση και συνεργασία, όσοι και όσες αγωνίζονται για μια κοινωνία χωρίς εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους, έχουν ως στόχο την επιβολή του τρόμου, του φόβου και της ανασφάλειας σε μια κοινωνία, της οποίας μάλιστα είναι μέρος. Φυσικά, η εν λόγω χυδαία φωνή δεν είναι η πρώτη, ούτε σίγουρα η τελευταία προσπάθεια συκοφάντησης των αναρχικών [1]. Εκατοντάδες ρεπορτάζ έχουν αναγάγει τους αναρχικούς σε ανθρώπους περιθωριακούς, νεαρής κυρίως ηλικίας, που έχουν εξασφαλισμένο το χαρτζιλίκι του πατέρα κι έχουν ένα ανεξήγητο φετίχ με τις κουκούλες. Με λίγα λόγια, οι αναρχικοί στρέφονται ενάντια στα αφεντικά για την πλάκα τους, για να τη σπάσουν στον εφοπλιστή πατέρα. Στήνουν αυτοοργανωμένους χώρους, συλλογικές κουζίνες, αντιεμπορευματικές πολιτιστικές εκδηλώσεις για να καταναλώσουν μπυρόνια και ναρκωτικά, κι όχι για να προτάξουν ένα τρόπο ζωής διαφορετικό από αυτό του καταναλωτισμού, της απάθειας, της πνευματικής στείρωσης. Αμύνονται στις επιθέσεις των μονάδων καταστολής του Κράτους, επειδή έχουν το βίτσιο να γυρνούν στην πολυτελή τους σουίτα με σημάδια από κλομπ στην πλάτη, ή με τα πνευμόνια γεμάτα χημικά, ή ίσως ώστε να περάσουν μερικές νύχτες βασανισμού στο κτίριο της ΓΑΔΑ [2]. Γράφουν κείμενα, κολλάνε αφίσες, μοιράζουν μπροσούρες, παίζουν μουσική επειδή έχουν βαρεθεί τη θερμαινόμενη πισίνα, τις βόλτες με τα τζιπ και σκέφτηκαν πως θα έχει πιο πολύ πλάκα ο δρόμος, η μελέτη, η κινηματική δράση.

Άλλωστε, έχει αποδειχθεί και ιστορικά πως η θεωρία του Δήμου του Βερύκιου, είναι η πιο λογική. Έτσι, κατά τη θεωρία αυτή, είναι προφανές πως οι Ισπανοί αναρχικοί ήταν ένα μάτσο τρομοκράτες που τα έβαλαν με τον εξοπλισμένο απ’ τους ναζί Φράνκο, επειδή δεν είχαν πώς αλλιώς να περάσουν τον καιρό τους στην πληκτική Βαρκελώνη [3]. Οι Ζαπατίστας είναι κάτι περιθωριακοί κουκουλοφόροι που κάνουν σαματά για το χαβά τους, κι επιδίδονται σε αντιστασιακές κινήσεις μετά από υπερβολική κατανάλωση τεκίλας και ολίγη σιέστα [4]. Στο Χημείο, μετά τη δολοφονία του Καλτεζά, ξεχύθηκαν στους δρόμους τα πρεζόνια, οι γόνοι των πλουσίων και δυο ντουζίνες χίπηδες φοιτητές [5]. Μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τη σύγκρουση με την κανονικότητα επέλεξαν κάτι τεμπελόσκυλα, απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδας, που απλώς ήθελαν να χάσουν το τεστ ή την εξεταστική [6] και πριν λίγες εβδομάδες οι 12.000 αναρχικοί που έκαναν πορεία αλληλεγγύης στις καταλήψεις απαιτώντας ταυτόχρονα και την άμεση απελευθέρωση των συντρόφων τους, ήταν απλά μια εκδρομή κατοίκων των Βορείων Προαστείων στο κέντρο της Αθήνας. Άλλωστε, είναι γνωστό τοις πάσι (το λέει και ο Θέμος) πως τα καλά παιδιά εγγράφονται στη ΔΑΠ, τα σπάνε στα μπουζούκια με την Πάολα και το Σφακιανάκη, φοράνε ό,τι φοράει η Μενεγάκη ή ο Ρουβάς και συζητούν για το ντέρμπι της χρονιάς, το απλωμένο στρινγκάκι της γειτόνισσας, τα κυβικά της μηχανής τους, το πόσο τους ενοχλεί ο μετανάστης που μένει απέναντι. Μεγαλώνουν με αρχές, όπως ο σεβασμός στην εξουσία, η υποταγή στις διαταγές, η αδιαφορία για την πολιτική, η κατανάλωση σκουπιδιών που διαφημίζονται στο κανάλι του Βερύκιου. Δικαιολογημένα κραύγασε ο τρομογράφος: «απορώ με τι αρχές μεγάλωσαν αυτά τα παιδιά» και «ντροπή για τις οικογένειες τους». Αυτά τα παλιόπαιδα, ανεξαρτήτως του αν συμφωνούμε ή όχι με τον τρόπο δράσης τους (ειδικά ως προς το αποτέλεσμα – καθώς για εμάς η ιδιοκτησία είναι κλοπή και οι Τράπεζες τα μεγαλύτερα παράσιτα του καπιταλιστικού κόσμου) [7], τόλμησαν να σκεφτούν. Και, δυστυχώς, για τα εταιρικά συμφέροντα που κόβουν το τσεκ στον Βερύκιο και τους ομοίους του, δυστυχώς και για το Κράτος και κάθε εξουσιαστικό θεσμό, υπάρχουν πολλά άλλα παιδιά, νέοι, μεσήλικες, και ηλικιωμένοι που σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο, αν και επιλέγουν να δρουν χρησιμοποιώντας, συνήθως, όπλα διαφορετικά από τα πολεμικά.

Όσοι και όσες δεν είναι νοητικά ευνουχισμένοι από την εταιρική και κρατική προπαγάνδα των Μέσων Μαζικής Εξημέρωσης, όσοι και όσες έχουν κατέβει στο δρόμο έχοντας μια κάποια επαφή με την πραγματικότητα, όσοι και όσες δεν περιμένουν την κατασκευή της πραγματικότητας από την τηλεοπτική οθόνη και τα διάφορα ιστολόγια μεγαλοεπιχειρηματιών αλλά τη βιώνουν και τη συνδιαμορφώνουν με το λόγο και την πράξη, γνωρίζουν πολύ καλά πως τρομοκράτες δεν είναι οι αναρχικοί, δεν είναι οι κοινωνικοί αγωνιστές, δεν είναι οι επαναστάτες. Ο μόνος που φοβάται τους αναρχικούς είναι ο έχων συμφέρον από το φίμωμα της καταπιεζόμενης πλειοψηφίας και ο πολιτικά ηλίθιος. Οι μόνοι που φοβούνται τους αναρχικούς, είναι οι εκφραστές της Κρατικής Τρομοκρατίας, που διεκδικεί το μονοπώλιο της βίας, το μονοπώλιο της διαχείρισης και διάδοσης των πληροφοριών, έχοντας βέβαια εξασφαλίσει εδώ και αιώνες, την αποκλειστικότητα στην πολιτική αλητεία. Τρομοκράτες, λοιπόν, είναι οι Αλήτες Ρουφιάνοι Δημιογράφοι, υπάλληλοι των κρατικοδίαιτων εφοπλιστών-κατασκευαστών-βιομηχάνων, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται σίγουρα ο Δ.Βερύκιος, όχι όμως το σύνολο των δημοσιογράφων. Σε μια οργουελική κοινωνία σιωπής, υποταγής και αποχαύνωσης, επιλέγουμε να είμαστε με τα παιδιά που «δεν μεγαλώνουν κανονικά, δεν ονειρεύονται κανονικά, ούτ’ ερωτεύονται κανονικά» [8] και μένει να μην «πεθάνουμε κανονικά», αλλά ελεύθεροι κι ερωτευμένοι.

Σημειώσεις:
1. Είναι σαφές πως η στοχοποίηση των αναρχικών από την ακροδεξιά κυβέρνηση και τα ΜΜΕ δεν γίνεται για λόγους αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, αλλά αποτελεί μια αναμενόμενη επίθεση στον πιο δημιουργικό, αυτή την περίοδο, πολιτικό χώρο. Η οικονομικοπολιτική ελίτ χάνει ένα προς ένα τα όπλα της, κάνοντας ένα μπαράζ επίδειξης αυταρχισμού και μοιράζοντας φύλλα επιστράτευσης σε απεργούς, σαν να ‘ναι φυστίκια. Το τελευταίο τους όπλο, είναι πάντα τα τανκς. Αυτή τη φορά όμως η 17 Νοέμβρη του 1973, θα μοιάζει σαν πανηγυράκι. Σας το υποσχόμαστε, απ’ την καρδιά μας…
2. Όπως πχ ο βασανισμός των αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ μετά από μοτοπορεία στο κέντρο της Αθήνας που δέχτηκε την επίθεση της αστυνομίας. Δείτε εδώ.
3. Για τον Ισπανικό εμφύλιο μπορείτε να δείτε σχετικό ντοκιμαντέρ εδώ.
4. Για τους Ζαπατίστας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
5. Για τη δολοφονία του Μ. Καλτεζά και τα γεγονότα στο Χημείο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
6. Μπορείτε να διαβάσετε το χρονικό της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008 ανά ημέρα εδώ.
7. Μπορείτε να διαβάσετε τις θέσεις μας για την ατομική και κρατική τρομοκρατία στο ομότιτλο άρθρο εδώ.
8. Στίχοι απ’ το τραγούδι «Τα κανονικά παιδιά», του ροκ συγκροτήματος «Τρύπες». Ακούστε το εδώ.

Συγγραφή Efor, επιμέλεια Ian Delta.

πηγή: eagainst.com

Συνέχεια...

back to top