0
Toυ Όττο Ρύλε

Ελάχιστα γνωστός στην Ελλάδα ο Όττο Ρύλε (1874 – 1943), σε σχέση με τους υπόλοιπους κομμουνιστές των συμβουλίων , Ρόζα Λούξεμπουργκ, Κάρλ Λϊμπνεχτ, Βϊλχελμ Ράιχ, Πάνεκουκ και Τζόρτερ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των Σπαρτακιστών . Ακτιβιστής και θεωρητικός του μαρξισμού, γι΄ αυτό το κείμενό του για τον μπολσεβικισμό έχει μεγάλη σημασία, γιατί ασκεί κριτική από μαρξιστική οπτική...

Γράφτηκε στην εξορία το 1925, σε απάντηση στο λιβελογράφημα του Λένιν "ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού" . Όταν το 1935 ο Χίτλερ ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία, μάζεψε και έκαψε σε δημόσιες τελετές όλη την κομμουνιστική, σοσιαλιστική και αναρχική φιλολογία. Επέτρεψε όμως, τη δημοσίευση και διακίνηση του λίβελου του Λένιν.


Ο Όττο, εκτός από συνεπής αγωνιστής ήταν και σπουδαίος παιδαγωγός και ψυχαναλυτής. (Ενδεικτική βιβλιογραφία του: όχι στα ελληνικά «Σοσιαλιστικό σχολικό πρόγραμμα», « Η κατάσταση του παιδικού προλεταριάτου», «Το βασικό ζήτημα της εκπαίδευσης», «Πολιτισμική και ηθική ιστορία του προλεταριάτου», κ.ά. ), προσπάθησε να συγκεράσει τον μαρξισμό με τις αντιεξουσιαστικές ιδέες ως μια νέα αλτερνατίβα (εναλλακτική λύση).

ΠΡΟΛΟΓΟΣ (απο τον Γιώργο Μεριζιώτη)

1. Το λιβελογράφημα του Λένιν «ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», γράφτηκε και διανεμήθηκε, δωρεάν, τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του από τα φερέφωνα ΚΚ, της Ευρώπης, για να χτυπήσει και να συκοφαντήσει το κίνημα του συμβουλιακού κομμουνισμού, που ασκούσε μια ισχυρή επιρροή στους ριζοσπάστες εργάτες και διανοούμενους της κεντρικής Ευρώπης. Ήταν ένα κίνημα που απλωνόταν από τη Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Ολλανδία μέχρι την Ιταλία. Ένα κίνημα που ιδιαίτερα στη Γερμανία , στην Αυστρία, αλλά και στην Ιταλία, αργότερα, έφτασε πολύ κοντά στην κοινωνική επανάσταση Τέλος ένα κίνημα πολύ κοντά στις αναρχικές αντιλήψεις που εκφράζονται μέσα από τον ελευθεριακό κομμουνισμό.

Αυτό το κίνημα ήθελε να συκοφαντήσει ο Λένιν, μαζί με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της εποχής . και επίσης να ξεμπερδεύει με την αριστερή επαναστατική αντιπολίτευση μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα. «Αφού το σύστημα των σοβιέτ είχε αποτύχει στη Ρωσία, πως ο ριζοσπαστικός «συναγωνισμός» τολμούσε να προσπαθεί να αποδείξει στον κόσμο, ότι εκεί που ο ίδιος ο μπολσεβικισμός απέτυχε στη Ρωσία, μπορούσε να πετύχει αλλού προσπερνώντας τον; Για να αμυνθεί ο Λένιν έγραψε το λίβελο « Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» που υπαγορεύτηκε από το φόβο της απώλειας της εξουσίας και από την αγανάκτηση για την επιτυχία των αιρετικών. Ο λίβελος πρωτοεμφανίστηκε με τον υπότιτλο «Δοκίμιο έκθεσης της μαρξιστικής στρατηγικής και τακτικής» αλλά τελικά αυτή η φιλόδοξη και ηλίθια φράση παραλήφθηκε. Αυτό πήγαινε πολύ. Αυτή η επιθετική «παπική» εγκύκλιος, χονδροειδής και απεχθής, ήταν εξαιρετικά ανέλπιστο κέρδος για κάθε τι αντεπαναστατικό. Από όλες τις προγραμματικές διακηρύξεις του μπολσεβικισμού, είναι αυτή που αποκαλύπτει καλύτερα τον πραγματικό του χαρακτήρα. Είναι ο μπολσεβικισμός γυμνός. Όταν το 1935 ο Χίτλερ μάζεψε στη Γερμανία όλη την κομμουνιστική σοσιαλιστική φιλολογία, η δημοσίευση και διακίνηση του λίβελου του Λένιν επιτρεπόταν.

2. ΜΙΑ ΝΕΑ ΙΔΕΑ (απόσπασμα από άρθρο του Χένρυ Γιάκομπι: «Ο Ρύλε και η αντιεξουσιαστική ουτοπία του»)

Η Ρωσική επανάσταση φάνηκε να αποδείχνει στους πιο αποφασισμένους Γερμανούς σοσιαλιστές πως ο αυταρχικός μηχανισμός του κράτους μπορούσε ν΄ αντικατασταθεί από ένα μηχανισμό αυτοδιαχείρισης, το σύστημα των συμβουλίων που βασιζόταν στην εργατική τάξη. H γέννηση των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών στη Γερμανία φάνηκε να θέτει, κι εδώ επίσης, στην καθημερινή διάταξη, την πραγματοποίηση αυτής της δυνατότητας. Απ΄ αυτή την οπτική γωνία, οι θεσμοί του γερμανικού εργατικού κινήματος, που ήσαν αντίθετοι σ΄ αυτή την πραγματοποίηση ή τουλάχιστον δεν χρησίμευαν στο σκοπό αυτό, είχαν ξεπεραστεί. Όταν στις 30 Δεκεμβρίου 1918 συνήλθε το συνέδριο για την ίδρυση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, (KPD), οι αντιπρόσωποι αισθάνθηκαν σα να δημιουργούν κάτι που ήταν εντελώς καινούριο. Η πλειοψηφία επιθυμούσε την πλήρη ρήξη με το παρελθόν. Ένας αντιπρόσωπος του Βερολίνου διεκήρυσσε: «Πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι γιατί σήμερα μπορούμε να διακηρύξουμε ότι απελευθερωθήκαμε από την αυταρχική νωθρότητα των αρχηγών μας». Κυριαρχούσε η θέληση να γίνει το νέο κόμμα εντελώς διαφορετικό από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων αρνήθηκε τη συμμετοχή στα συνδικάτα και στις εκλογές για το κοινοβούλιο.σαν εκπρόσωπος της πλειοψηφίας αυτής ο Όττο Ρύλε απέδειξε την ανάγκη της εργατικής τάξης να δημιουργήσει ένα νέο όργανο, αντίθετο προς την εθνική συνέλευση. Μα φυσικά, όλοι οι αντιπρόσωποι ήταν σύμφωνοι πως μόλις άρχισε ένα επαναστατικό προτσέσσο στη διάρκεια του οποίου θα κομματιάζονταν όλοι οι παλιοί θεσμοί.

Σε αυτή την έξαρση που προερχόταν από την αίσθηση ότι ζουν την έλευση μιας νέας εποχής, η προειδοποίηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που στο συνέδριο αντιπροσώπευσε μόνο μια μικρή μειοψηφία της εργατικής τάξης , πέρασε απαρατήρητη. Όσον αφορά τον κρατικό μηχανισμό που απειλείται κυρίως από τα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών, ο Καρλ Λίμπνεχτ, ήδη εκείνη τη στιγμή, είπε την αλήθεια διαπιστώνοντας πως «ο παλιός γραφειοκρατικός μηχανισμός είχε και πάλι αποκατασταθεί στις λειτουργίες του». Νικημένο από το μηχανισμό αυτό, το νέο κόμμα γύρισε ξανά στις παραδοσιακές μορφές του εργατικού κινήματος και στο δεύτερο συνέδριό του, τον Οκτώβρη του 1919, η πλειοψηφία, που επέμενε στην αντικοινοβουλευτική και αντισυνδικαλιστική άποψή της εκδιώχτηκε από το κόμμα. Η αντίληψη της συνίσταται στο ότι η ιδέα του συμβουλιακού συστήματος έπρεπε να εκφράζεται επίσης στις οργανωτικές μορφές του εργατικού κινήματος κι απαιτούσε τον καθολικό διαχωρισμό αυτού του τελευταίου από το αστικό κράτος και τα όργανά του. Σαν φορέας και εκφραστής της αντίληψης αυτής, ο Όττο Ρύλε έγραψε: «Το προλεταριάτο, οργανωμένο στους χώρους της παραγωγής, αποτελεί, αρχίζοντας από το εργοστάσιο, μια ενιαία οργάνωση. Από την οργάνωση του εργοστασίου, μέσω αντιπροσώπων ανακλητών, εκλέγονται οι τοπικοί αντιπρόσωποι και του Land. Αυτή η οργάνωση χρησιμεύει τόσο και στην ανάληψη της εξουσίας, της οικονομίας και του κράτους».

Η επαναστατική ένταση στη δημοκρατία της Βαιμάρης συνεχιζόταν ως το καλοκαίρι του 1923, τελική φάση του μεγάλου πληθωρισμού. Μα η μειοψηφία της εργατικής τάξης, που πίστευε ακόμη σε μια επαναστατική εξέλιξη, βρισκόταν κάτω από την επίδραση της Μόσχας, που τη θεωρούσε σαν τη Μέκκα της επανάστασης. Το αντιεξουσιαστικό κίνημα διασκορπίστηκε σιγά σιγά, κομματιάστηκε σε πολυάριθμες ομάδες, που πολεμούσαν η μια την άλλη και εξασθένιζαν σε μικρές σέχτες.
Η κοινή άποψη των οργανώσεων των κομμουνιστών των συμβουλίων διατυπώθηκε μετά το 1918, από μια σειρά διανοουμένων που προέρχονταν από το εργατικό κίνημα, κυρίως από τους Ολλανδούς Πάνεκουκ και Γκόρτερ. Ο Ρύλε όμως μετά το ναυάγιο του κινήματος στη συγκεκριμένη πρακτική, επιχείρησε την επεξεργασία μιας θεωρίας που περιλάμβανε τη θεώρηση ενός αντιεξουσιαστικού μαζικού κινήματος και την ουτοπία μιας νέας κοινωνικής τάξης που ανάβλυζε από αυτό.

Ο Ρύλε ξεκίναγε από τη μαρξιστική παρουσίαση του ιστορικού ρόλου του προλεταριάτου, αντίληψη, που είχε τεθεί από τη σοσιαλδημοκρατία κι αντεπιτίθετο στη θεωρία και στην πράξη των μπολσεβίκων. Ο Ρύλε μπόρεσε να παραστήσει την εμφάνιση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας μόνο σαν το αποτέλεσμα της συλλογικής δράσης και της αυτοσυνείδησης του προλεταριάτου. Αυτή την αυτοσυνείδηση την οποία είχε ανάγκη για την απελευθέρωση του, το προλεταριάτο οφείλει να την κατακτήσει. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξέφρασαν τη σκέψη αυτή στις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ: «Η ματεριαλιστική επιστήμη σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι είναι προϊόντα του περιβάλλοντος και της εκπαίδευσης, και πως άλλοι άνθρωποι είναι προϊόντα ενός άλλου περιβάλλοντος και μιας άλλης εκπαίδευσης, ξεχνά πως είναι κυρίως οι άνθρωποι που αλλάζουν το περιβάλλον και πως ο ίδιος ο εκπαιδευτής πρέπει να εκπαιδευτεί. Γι΄ αυτό αυτή καταλήγει αναγκαστικά να διαχωρίζει την κοινωνία σε δύο μέρη. Ένα από αυτά στέκεται πάνω από την κοινωνία…».

Μα ήταν κυρίως αυτή η διάκριση που αποτέλεσε τη θεμελιώδη αρχή της λενινιστικής θεωρίας της οργάνωσης και πράξης. Ο Ρύλε της αντέταξε μιαν αλτερνατίβα.
Αν το προλεταριάτο σαν τάξη είχε το ιστορικό καθήκον να ανατρέψει την πραγματικότητα, η δράση του όφειλε ν΄ αρχίζει από κει που πραγματικά υπήρχε σαν τάξη, από το εργοστάσιο. Εδώ το προλεταριάτο οργανωνόταν από τη δύναμη των ίδιων των πραγμάτων και δεν είχε την ανάγκη ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού. Οι αρχηγοί μπορούσαν να προέλθουν μόνο από τις γραμμές του και δεν θα γίνονταν επαγγελματίες αρχηγοί.
Αν πρόκειται να δημιουργηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποία ο κρατικός μηχανισμός θα μπορούσε να διαλυθεί, το προλεταριάτο οφείλει να επεξεργαστεί από την αρχή τη μορφή αυτής της κοινωνίας. Αυτή η τελευταία για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί, πρέπει να αναδυθεί από την υπάρχουσα τάξη. Οι αναρχικοί προσπάθησαν να συνδεθούν με το φεντεραλισμό, μια μορφή προκαπιταλιστικής οργάνωσης και γι΄ αυτό παρέμειναν στην κατάσταση των διαμαρτυρομένων, αναφέρονταν στο παρελθόν. Τα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα, σχηματισμοί οργανωμένοι με συγκεντρωτικό τρόπο, παρέμειναν αναγκαστικά στο χώρο της αστικής φόρμας της οργάνωσης. Σαν τρίτο σχήμα, το σύστημα των συμβουλίων, έπρεπε να προηγηθεί στην οργάνωση της πάλης του προλεταριάτου.

«Ένα κόμμα με χαρακτήρα επαναστατικό, είναι από προλεταριακή άποψη, ένας παραλογισμός. Αυτό μπορεί να έχει επαναστατικό χαρακτήρα μονάχα με την αστική έννοια. Κάθε αστική οργάνωση είναι στο βάθος μια διοικητική οργάνωση που για να λειτουργήσει έχει την ανάγκη μιας γραφειοκρατίας. Και το κόμμα επίσης. Αυτό βασίζεται σε μια διοικητική μηχανή χρησιμοποιούμενη από μια μισθωτή επαγγελματική διοίκηση. Οι αρχηγοί είναι διοικητικοί λειτουργοί και σαν τέτοιοι ανήκουν σε μια αστική κατηγορία…»
Μα αν ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας εξαρτάται από την αυτόνομη δράση της εργατικής τάξης, η συνείδηση της τάξης γίνεται τότε το θερμόμετρο του κινήματος και του σκοπού του. Γι΄ αυτό ο Ρύλε δεν μπόρεσε να αναπτύξει τη την αντίληψη του δίχως να τοποθετηθεί στο κέντρο αυτής της αυτοσυνείδησης και δίχως να αναρωτηθεί γιατί δεν αναπτύχθηκε σε μαζικό επίπεδο. Η συσσωμάτωση της εργατικής τάξης στην υπάρχουσα κοινωνία – που άλλοι την ανακάλυψαν στα 1967 – γίνεται κατά συνέπεια το πρόβλημά του ήδη από το 1923. Ο Ρύλε διαπίστωνε ότι μέσω της κοινωνικής πρόνοιας και του συστήματος αρωγής των συνδικάτων στον εργάτη, «συντηρούνταν και δυνάμωνε η μικροαστική πνευματική φόρμα. Παραμένει παγιδευμένος σε βάρος της προλεταριακής χειραφέτησής του, στις στενοκεφαλιές και στις ευτέλειες της μικροαστικής ζωής, που για κάθε προσφορά απαιτεί την ανάλογη προσφορά. Συνηθίζει να βλέπει την αξία της οργάνωσης στα τυχαία και μίζερα στιγμιαία υλικά πλεονεκτήματα, αντί να στρέψει το βλέμμα στο μεγάλο, αυθόρμητο και δίχως συμφέρον σκοπό της απελευθέρωσης της τάξης του. Με αυτό τον τρόπο … η ταξική συνείδηση των προλετάριων ερημώνεται και καταστρέφεται αθεράπευτα».

Κι ακόμα: «Σήμερα, όπως και χθες σε κάθε ζωντανή κίνηση, σε κάθε ώρα της ύπαρξής του, το προλεταριάτο είναι αιχμάλωτο στις θηλιές της αστικής κουλτούρας, μη έχοντας άλλες πηγές και μέσα από τα αποτελέσματα και τα επιτεύγματα της κουλτούρας αυτής. Στο σπίτι, στην οικογένεια, στο σχολείο … παντού συναντάται με την αστική παρουσία, με το αστικό πνεύμα, τα αστικά συμφέροντα … Σε κάθε δίσκο, σε κάθε ραδιοφωνικό κύμα, παράγεται η αστική σκέψη, η καπιταλιστική ψυχή. Δεν μπορεί να ξεφεύγει από αυτή την πανταχού παρούσα «αστικότητα», αυτό είναι εκτεθειμένο είτε το θέλει είτε όχι».

4. Στον ελλαδικό χώρο δεν εμφανίστηκαν ποτέ αυτές οι τάσεις του συμβουλιακού κομμουνισμού. Τις τάσεις αυτές ονόμασε ο Λένιν «αριστερισμό», και αργότερα επικράτησε σαν βρισιά. Αντίθετα, παρουσιάστηκαν από τη λεγόμενη μεταπολίτευση και μετά όλα τα λουλούδια της ιδεολατρίας και προσωπολατρίας που διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τον ορθό λενινισμό και το πραγματικό κόμμα της εργατικής τάξης, και εννοούμε από τις τροτσκιστικές, σταλινικές, μαοϊκές και γκεβαρικές γκρούπες, που δεν ήταν παρά η εκλεκτική μέχρι λαϊκίστικη εκδοχή του ίδιου νομίσματος του μπολσεβικισμού (λενινισμού). Οι μόνες αριστερίστικες εκδοχές κατά Λένιν στην Ελλάδα με μια μικρή αλλά σημαντικά αξιόλογη δράση μέσα από το εργατικό κίνημα, ήταν ο Σπέρας – συνιδρυτής του Εργατικού Κέντρου Πειραιά – και πρωτεργάτης του συμβουλίου των εργατών στη Σέριφο (ο Σπέρας δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ – ένοπλη δολοφονική οργάνωση του ΚΚΕ – το 1942). Παράλληλα, ήταν και η τάση που εκπροσωπούσε ο Στίνας με τον Ταμτάκο .

OTTO RUHLE
Η ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜO


Πρέπει να τοποθετήσουμε τη Ρωσία στην πρώτη γραμμή των νέων ολοκληρωτικών κρατών. Ήταν η πρώτη που υιοθέτησε το νέο σύστημα του κράτους. Ήταν η πρώτη που έσπρωξε μακρύτερα την εφαρμογή του. Ήταν η πρώτη που εγκαθίδρυσε μια συνταγματική δικτατορία, με το σύστημα του πολιτικού και διοικητικού τρόμου που την συνόδευαν. Υιοθετώντας όλα τα χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού κράτους, έγινα το μοντέλο για όλες τις χώρες τις αναγκασμένες να αποποιηθούν το δημοκρατικό σύστημα και να στραφούν προς τη δικτατορία. Η Ρωσία χρησίμευε σαν παράδειγμα στο φασισμό.

Δεν πρόκειται εδώ καθόλου για ένα ατύχημα, ούτε για ένα άσχημο παιχνίδι της ιστορίας. Η ομοιότητα των συστημάτων, όχι μόνο δεν είναι φαινομενική, αλλά πραγματική. Όλα δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με εκφράσεις και συνέπειες ταυτόσημων αρχών, εφαρμοσμένων σε διαφορετικά επίπεδα ιστορικής και πολιτικής ανάπτυξης. Είτε αρέσει είτε όχι στα «κομμουνιστικά» κόμματα, το κράτος και ο τρόπος διακυβέρνησης στη Ρωσία δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτά της Γερμανίας και της Ιταλίας. Είναι ουσιαστικά όμοια. Μπορούμε να μιλάμε για ένα «Σοβιετικό Κράτος» κόκκινο, μαύρο ή καφέ, το ίδιο καλά όπως και για ένα φασισμό κόκκινο, μαύρο ή καφέ. Ακόμα και αν υπάρχουν μεταξύ των κρατών αυτών μερικές ιδεολογικές διαφορές, η ιδεολογία δεν παίζει ποτέ καθοριστικό ρόλο. Επιπλέον οι ιδεολογίες είναι μεταβλητές και κάτι τέτοιες μεταβολές δεν αντανακλούν αναγκαστικά τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες του μηχανισμού του κράτους. Η διατήρηση, εξάλλου της ατομικής ιδιοκτησίας στην Ιταλία και στη Γερμανία, δεν αποτελεί παρά μια δευτερεύουσα διαφορά. Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας μόνο δεν εγγυάται το σοσιαλισμό. Η ατομική ιδιοκτησία, επίσης, μπορεί να καταργηθεί μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αυτό που καθορίζει στην πράξη μια σοσιαλιστική κοινωνία, είναι, εκτός από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η διαχείριση από τους εργάτες των προϊόντων της εργασίας τους και το τέλος της μισθωτής εργασίας. Όχι περισσότερο στη Ρωσία από ότι στην Ιταλία και στη Γερμανία, οι δύο αυτοί όροι δεν έχουν εκπληρωθεί.


Αν και όπως νομίζουν και λένε μερικοί, η Ρωσία μπορεί να βρίσκεται πλησιέστερα στο σοσιαλισμό από ότι άλλες χώρες, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το «Σοβιετικό Κράτος» βοήθησε το παγκόσμιο προλεταριάτο να πλησιάσει τους ταξικούς σκοπούς του. Αντίθετα επειδή η Ρωσία αποκαλείται σοσιαλιστικό κράτος, απατά τους εργάτες όλου του κόσμου. Ο συνειδητός εργάτης γνωρίζει τι είναι φασισμός και τον πολεμάει. Αλλά όσο αφορά τη Ρωσία, κλίνει πολύ συχνά προς την παραδοχή του μύθου της σοσιαλιστικής φύσης της. Αυτή η αυταπάτη καθυστερεί την καίρια και οριστική ρήξη με το φασισμό, γιατί εμποδίζει την αποφασιστική πάλη ενάντια στα αίτια, στις συνθήκες και στις περιστάσεις που – στη Ρωσία, όπως και στη Γερμανία ή στην Ιταλία - οδήγησαν στο ίδιο κρατικό και κυβερνητικό σύστημα. Έτσι ο ρωσικός μύθος μετατρέπεται σε ιδεολογικό όπλο της αντεπανάστασης.

Κανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο αφεντικά. Ούτε ένα ολοκληρωτικό κράτος. Αν ο φασισμός υπηρετεί τα συμφέροντα του καπιταλισμού, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα συμφέροντα των εργατών. Αν σε πείσμα αυτού του συλλογισμού, δυο τάξεις, αντίθετες φαινομενικά, υποστηρίζουν το ίδιο κρατικό σύστημα, είναι φανερό ότι κάτι δεν πάει καλά, και ότι η μια από τις δύο απατάται. Κανείς δε μπορεί, ανάγοντας το πρόβλημα σε απλό ζήτημα μορφής να υποκριθεί ότι δεν έχει σημασία κι ότι ακόμα και αν οι πολιτικές μορφές μπορεί να είναι ταυτόσημες, το περιεχόμενό τους όμως μπορεί να ποικίλει σημαντικά. Αυτό δεν αποτελεί παρά μια αυτομυστικοποίηση. Για έναν μαρξιστή τα πράγματα δεν περνούν έτσι. Η μορφή και το περιεχόμενο είναι αξεχώριστα. Έτσι, αν και το Σοβιετικό κράτος υπήρξε μοντέλο για το φασισμό, πρέπει να περιέχει κοινά δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά. Για να καθοριστεί το ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην ανάλυση του «σοβιετικού συστήματος», όπως ιδρύθηκε από τον λενινισμό, που αποτελεί την εφαρμογή των μπολσεβίκικων αρχών στις ρωσικές συνθήκες. Και αν μπορούμε να διαπιστώσουμε ταυτότητα μεταξύ μπολσεβικισμού και φασισμού, τότε το προλεταριάτο δε μπορεί την ίδια στιγμή να μάχεται το φασισμό και να υποστηρίζει το ρωσικό «σοβιετικό σύστημα». Αντίθετα, η μάχη ενάντια στο φασισμό αρχίζει με τη μάχη ενάντια στο μπολσεβικισμό.

Από μιας αρχής, ο Λένιν αντιλαμβανόταν τον μπολσεβικισμό σαν φαινόμενο καθαρά ρωσικό. Στην διάρκεια αυτών των πολυετιών πολιτικής δραστηριότητας, ποτέ δεν δοκίμασε να ανυψώσει το μπολσεβίκικο σύστημα στο επίπεδο των μορφών πάλης που διεξαγόταν σε άλλες χώρες. Ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης για τον οποίο οι Bebel και Kautscky παρέμειναν οι γνήσιοι ηγέτες της εργατικής τάξης κι αγνοούσε την αριστερή πτέρυγα του γερμανικού σοσιαλιστικού κινήματος που αντιτασσόταν ακριβώς στους ήρωες του Λένιν και σε όλους τους οπορτουνιστές. Αγνοώντας αυτή την Αριστερά, έμεινε έτσι απομονωμένος, περιτριγυρισμένος από μια μικρή ομάδα Ρώσων εμιγκρέδων και παρέμεινε κάτω από την επιρροή του Kautscky, ακόμη και όταν η γερμανική «αριστερά», χωρισμένη από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ήταν κιόλας μπλεγμένη σε ανοιχτή πάλη ενάντια στον Καουτσκισμό.

Η Ρωσία ήταν η μόνη φροντίδα του Λένιν. Ο σκοπός του ήταν να θέσει τέρμα στο φεουδαρχικό τσαρικό σύστημα και να κατακτήσει το μάξιμουμ της πολιτικής επιρροής για το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του, μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας. Ωστόσο, η δύναμη της επανάστασης του 1917 οδήγησε τον Λένιν πολύ πέρα από τους πιθανούς στόχους και το μπολσεβίκικο κόμμα έφτασε στην εξουσία σε όλη τη Ρωσία. Παρόλα αυτά, το κόμμα αυτό γνώριζε ότι δεν μπορούσε να μείνει στην εξουσία και να προχωρεί στη διαδικασία σοσιαλιστικοποίησης παρά μόνο με την προϋπόθεση της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Αλλά η δραστηριότητά του προς την κατεύθυνση αυτή είχε μάλλον άτυχα αποτελέσματα. Συμβάλλοντας στην επιστροφή των Γερμανών εργατών στα κόμματα, στα συνδικάτα, στο κοινοβούλιο και στο γκρέμισμα του κινήματος των εργατικών συμβουλίων, οι μπολσεβίκοι βοήθησαν σημαντικά στην συντριβή της αναδυόμενης ευρωπαϊκής επανάστασης.

Το μπολσεβίκικο κόμμα, σχηματισμένο από επαγγελματίες επαναστάτες και μεγάλες καθυστερημένες μάζες, έμεινε απομονωμένο. Δεν μπορούσε να αναπτύξει ένα γνήσιο σοβιετικό σύστημα, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, των ξένων επεμβάσεων, της οικονομικής παρακμής, των αποτυχιών των προσπαθειών σοσιαλιστικοποίησης και του ορθοποδίσματος ενός κόκκινου στρατού βασισμένου στον αυτοσχεδιασμό. Αν και τα σοβιέτ ανεπτυγμένα από τους μενσεβίκους, ήταν ξένα στο μπολσεβίκικο σχήμα, χάρις αυτά οι μπολσεβίκοι έφτασαν στην εξουσία. Μόλις η σταθεροποίηση της εξουσίας εξασφαλίστηκε, και η διαδικασία της οικονομικής ανοικοδόμησης άρχισε, το μπολσεβίκικο κόμμα δε γνώριζε πλέον πώς να συναρμολογήσει το σύστημα των σοβιέτ. Εντούτοις η πραγματοποίηση του σοσιαλισμού ήταν επίσης, η επιθυμία των μπολσεβίκων και απαιτούσε την επέμβαση του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Για τον Λένιν ήταν ουσιαστικό να κερδίσει τους προλετάριους του κόσμου στη βάση των μπολσεβίκικων μεθόδων. Ήταν, έτσι, πολύ ενοχλητικό να διαπιστώνει πως οι εργάτες των άλλων χωρών, σε πείσμα του μεγάλου θριάμβου του μπολσεβικισμού, δεν έδειχναν να τείνουν προς τη θεωρία και πρακτική του, αλλά μάλλον να θέλγονται από το κίνημα των συμβουλίων , που εμφανιζόταν σε πολλές χώρες και κυρίως στη Γερμανία.

Αυτό το κίνημα δεν μπορούσε πια να είναι χρήσιμο στον Λένιν, στη Ρωσία. Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες φανερώνει μια τάση που αντιτίθεται στις εξεγέρσεις μπολσεβίκικου τύπου. Παρά την τεράστιας κλίμακας προπαγάνδα που συντηρούσε η Μόσχα σ΄ όλες τις χώρες, η προπαγάνδα που κατευθυνόταν από αυτό που αποκαλούμε άκρα αριστερά, για μια επανάσταση θεμελιωμένη στο κίνημα των συμβουλίων, ξεσήκωσε, όπως ο ίδιος ο Λένιν υπογράμμισε, έναν αντίλαλο πολύ μεγαλύτερο από εκείνον των προπαγανδιστών των σταλμένων από το μπολσεβίκικο κόμμα. Το γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα ακολουθώντας το παράδειγμα του μπολσεβικισμού παρέμεινε μια μικρή ομάδα υστερική και θορυβώδης, σχηματισμένη κατά κύριο λόγο από στοιχεία της αστικής τάξης προλεταριοποιημένα, ενώ το κίνημα των συμβουλίων τραβούσε τα πιο αποφασισμένα στοιχεία της εργατικής τάξης. Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή έπρεπε να ενισχύσει την μπολσεβίκικη προπαγάνδα, να επιτεθεί στον «αριστερισμό» και να αντιστρέψει την επιρροή του προς όφελος του μπολσεβικισμού.

Αφού το σύστημα των σοβιέτ είχε αποτύχει στη Ρωσία, πως ο ριζοσπαστικός «συναγωνισμός»τολμούσε να προσπαθεί να αποδείξει στον κόσμο, ότι εκεί που ο ίδιος ο μπολσεβικισμός απέτυχε στη Ρωσία, μπορούσε να πετύχει αλλού προσπερνώντας τον; Για να αμυνθεί ο Λένιν έγραψε το λίβελο « Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» που υπαγορεύτηκε από το φόβο της απώλειας της εξουσίας και από την αγανάκτηση για την επιτυχία των αιρετικών. Ο λίβελος πρωτοεμφανίστηκε με τον υπότιτλο «Δοκίμιο έκθεσης της μαρξιστικής στρατηγικής και τακτικής» αλλά τελικά αυτή η φιλόδοξη και ηλίθια φράση παραλήφθηκε. Αυτό πήγαινε πολύ. Αυτή η επιθετική «παπική» εγκύκλιος, χονδροειδής και απεχθής, ήταν εξαιρετικά ανέλπιστο κέρδος για κάθε τι αντεπαναστατικό. Από όλες τις προγραμματικές διακηρύξεις του μπολσεβικισμού, είναι αυτή που αποκαλύπτει καλύτερα τον πραγματικό του χαρακτήρα. Είναι ο μπολσεβικισμός γυμνός. Όταν το 1935 ο Χίτλερ μάζεψε στη Γερμανία όλη την κομμουνιστική σοσιαλιστική φιλολογία, η δημοσίευση και διακίνηση του λίβελου του Λένιν επιτρεπόταν.
Όσον αφορά το περιεχόμενο του λίβελου, δεν ενδιαφερόμαστε εδώ για ότι λέει για τη ρωσική επανάσταση και την ιστορία του μπολσεβικισμού και των άλλων ρευμάτων του εργατικού κινήματος ή για τα περιστατικά που επέτρεψαν τη νίκη των μπολσεβίκων. Ο μοναδικός σκοπός μας θα είναι να αναλύσουμε τα κύρια επιχειρήματα τα οποία την εποχή της διαμάχης μεταξύ του Λένιν και των «αριστεριστών», φανέρωναν τις αποφασιστικές διαφορές μεταξύ των δύο αντιπάλων.

Το μπολσεβίκικο κόμμα, αρχικά της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας της 2ης Διεθνούς, διαμορφώθηκε όχι στη Ρωσία αλλά στην εξορία. Μετά το σχίσμα του Λονδίνου το 1903, η μπολσεβίκικη πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας έγινε μια συνωμοτική σέχτα. Οι «μάζες» που το στήριζαν δεν υπήρχαν παρά στο κεφάλι των αρχηγών του. Αυτή η μικρή εμπροσθοφυλακή ήταν μια οργάνωση αυστηρά πειθαρχημένη, πάντα έτοιμη για στρατευμένη πάλη, που υποβαλλόταν σε αδιάκοπες «καθάρσεις» για να διατηρήσει την ακεραιότητα της. Το κόμμα θεωρείται σαν στρατιωτική ακαδημία για επαγγελματίες επαναστάτες. Οι φημισμένες παιδαγωγικές της αρχές ήταν, η χωρίς αμφισβήτηση εξουσία του αρχηγού, ένας σφιχτός συγκεντρωτισμός, μια σιδερένια πειθαρχία, ο κονφορμισμός, ο μιλιταρισμός και η θυσία της προσωπικότητας στα συμφέροντα του κόμματος. Αυτό που ο Λένιν ανέπτυσσε στην πραγματικότητα, ήταν μια ελίτ διανοουμένων, ένας πυρήνας, που ριγμένος μέσα στην επανάσταση, θα έπαιρνε τη διεύθυνση και θα αναλάμβανε την εξουσία. Είναι χαμένος κόπος να ψάχνουμε να βρούμε αν λογικά μια τέτοιου είδους προετοιμασία για την επανάσταση είναι σωστή ή λαθεμένη. Πρέπει να κάνουμε πρώτα άλλες ερωτήσεις : τι είδους επανάσταση κυοφορείται; Ποιος ήταν ο στόχος;

Το κόμμα του Λένιν δούλευε μέσα στο πλαίσιο της καθυστερημένης αστικής επανάστασης στη Ρωσία, για την ανατροπή του φεουδαρχικού τσαρικού καθεστώτος. Γι΄ αυτόν τον τύπο της επανάστασης, όσο περισσότερο η θέληση του διευθύνοντος κόμματος είναι συγκεντρωμένη και προσανατολισμένη προς ένα μοναδικό σκοπό, τόσο περισσότερο η διαδικασία του σχηματισμού του αστικού κράτους έχει δυνατότητες επιτυχίας, τόσο περισσότερο η θέση του προλεταριάτου, στα πλαίσια του κράτους, θα είναι πολλά υποσχόμενη. Εντούτοις ότι μπορούμε να θεωρήσουμε σαν ευτυχή λύση των επαναστατικών προβλημάτων σε μια αστική επανάσταση, δε μπορεί να θεωρείται συγχρόνως και λύση των προβλημάτων της προλεταριακής επανάστασης. Η θεμελιώδης δομική διαφορά μεταξύ της αστικής κοινωνίας και της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας αποκλείει μια σχιζοφρένεια του είδους αυτού.

Σύμφωνα με την επαναστατική μέθοδο του Λένιν , οι αρχηγοί είναι το κεφάλι των μαζών. Κατέχοντας την κατάλληλη επαναστατική μόρφωση, είναι ικανοί να εκτιμούν τις καταστάσεις και να κυβερνούν τις μαχόμενες δυνάμεις. Είναι οι επαγγελματίες επαναστάτες, οι στρατηγοί της μεγάλης στρατιάς των πολιτών. Αυτή η διάκριση μεταξύ κεφαλιού και κόμματος, μεταξύ διανοουμένων και μαζών, αξιωματικών και απλών στρατιωτών, αντιστοιχεί στη δυαδικότητα της ταξικής κοινωνίας, στην κοινωνική τάξη των αστών. Η μια τάξη είναι γυμνασμένη να διατάζει και η άλλη να υπακούει. Απ΄ αυτή τη γερασμένη ταξική συνταγή, προέρχεται η λενινιστική αντίληψη του κόμματος: η οργάνωση του δεν αποτελεί παρά αντανάκλαση της αστικής πραγματικότητας επανάσταση του κόμματος καθορίζεται αντικειμενικά από τις ίδιες δυνάμεις που δημιουργούν την αστική κοινωνική τάξη, αφαίρεση φτιαγμένη από σκοπούς υποκειμενικούς που συνόδευαν αυτή τη διαδικασία

Ο οποιοσδήποτε που γυρεύει να εγκαθιδρύσει ένα αστικό καθεστώς, θα βρει στην αρχή του διαχωρισμού αρχηγού και μαζών, μεταξύ πρωτοπορίας και εργατικής τάξης, την στρατηγική προετοιμασία για μια τέτοιου είδους επανάσταση. Όσο περισσότερο η διεύθυνση είναι έξυπνη, πεπαιδευμένη και ανώτερη, τόσο περισσότερο οι μάζες είναι πειθαρχημένες και υπάκουες και τόσο περισσότερο μια τέτοια επανάσταση έχει πιθανότητες να πετύχει. Επιζητώντας να αποτελειώσει την αστική επανάσταση στη Ρωσία, το κόμμα του Λένιν ήταν εντελώς προσαρμοσμένο στο αντικείμενό του. Όταν παρόλα αυτά η ρωσική επανάσταση άλλαξε φύση, όταν τα προλεταριακά χαρακτηριστικά της έγιναν εμφανή, οι τακτικές και στρατηγικές μέθοδοι του Λένιν έχασαν την αξία τους. Αν υπερίσχυσε τελικά, αυτό δεν οφείλεται στην πρωτοποριακότητά του, αλλά στο κίνημα των σοβιέτ που δεν τα είχε καθόλου συμπεριλάβει στα επαναστατικά του σχέδια. Κι όταν ο Λένιν, αφού είχε εξασφαλιστεί από τα σοβιέτ ο θρίαμβος της επανάστασης, αποφάσισε να τα αντιπαρέλθει, κάθε προλεταριακό χαρακτηριστικό της επανάστασης εξαφανίστηκε μαζί τους. Ο αστικός χαρακτήρας της επανάστασης κατέλαβε και πάλι τη σκηνή, βρίσκοντας τη φυσική του ολοκλήρωση στον σταλινισμό.

Παρόλη τη φροντίδα του για τη μαρξιστική διαλεκτική, ο Λένιν ήταν ανίκανος να συλλάβει διαλεκτικά την ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών διαδικασιών. Η σκέψη του έγινε μηχανιστική, ακολουθώντας άκαμπτα σχήματα. Γι΄ αυτόν δεν υπήρχε παρά μόνο ένα επαναστατικό κόμμα, το δικό του, και μια επανάσταση, η ρωσική επανάσταση, και μια μόνη μέθοδος ο μπολσεβικισμός.

Κι οτιδήποτε πέτυχε στη Ρωσία, θα πετύχαινε στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αμερική, στην Κίνα και στην Αυστραλία. Ότι ήταν σωστό για την αστική ρωσική επανάσταση, ήταν επίσης σωστό και για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Η μονότονη εφαρμογή μιας φόρμουλας, διατυπωμένης μια για πάντα, οδηγούσε σ΄ έναν εγωκεντρικό κύκλο όπου δεν εξεταζόταν ούτε η εποχή, ούτε οι συνθήκες, ούτε το επίπεδο ανάπτυξης, ούτε οι πολιτιστικές πραγματικότητες, ούτε οι ιδέες, ούτε οι άνθρωποι. Με τον Λένιν η μηχανιστική θεώρηση ανέβηκε στο θρόνο της πολιτιστικής: [1] ήταν ο «τεχνικός», ο «εφευρέτης» της επανάστασης, ο αντιπρόσωπος της παντοδύναμης θέλησης του αρχηγού. Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του φασισμού υπήρχαν μέσα στο δόγμα του, στη στρατηγική του, στην ¨κοινωνική σχεδιοποίηση» και στην τέχνη του χειρισμού των ανθρώπων. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη βαθιά επαναστατική σπουδαιότητα της απόρριψης του κόμματος από την αριστερά. Δε μπορούσε να καταλάβει την εξαιρετική σπουδαιότητα του κινήματος των σοβιέτ για τον σοσιαλιστικό προσανατολισμό της κοινωνίας. Αγνοούσε τις απαιτούμενες συνθήκες για την απελευθέρωση των εργατών. Εξουσία, διεύθυνση, δύναμη από τη μια πλευρά, οργάνωση, πλαισίωση, υποταγή από την άλλη. Τέτοιος ήταν ο τρόπος της σκέψης του. Πειθαρχία και δικτατορία είναι οι λέξεις που επανέρχονται συχνότερα στα γραφτά του. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πολύ καλά γιατί δε μπορούσε να δεχτεί, ούτε να εκτιμήσει τις ιδέες και τις πράξεις των «αριστεριστών», που αρνούνταν τη στρατηγική του και διακήρυσσαν αυτό που προφανώς , ήταν απαραίτητο στην επαναστατική πάλη για το σοσιαλισμό: να πάρουν οι εργάτες μια και καλή την τύχη τους στα χέρια τους.

Το να πάρουν οι εργάτες στα χέρια τους την αληθινή απελευθέρωσή τους – κεντρικό πρόβλημα του σοσιαλισμού – αυτό ήταν το κύριο αντικείμενο όλης της πολεμικής μεταξύ των αριστεριστών και των μπολσεβίκων. Η διαφωνία πάνω στο ζήτημα του κόμματος έβρισκε το ανάλογό του στη διαφωνία πάνω στα συνδικάτα. Οι αριστεριστές πίστευαν πως στο εξής δεν υπήρχε θέση για τους επαναστάτες στους κόλπους των συνδικάτων κι ότι αντίθετα, ήταν αναγκαίο γι΄ αυτούς να χτίσουν τα κατάλληλα οργανωτικά πλαίσια στο εσωτερικό των εργοστασίων, χώρους συλλογικής δουλειάς. [2] μως χάρη στην εξουσία που είχαν σφετεριστεί οι μπολσεβίκοι πέτυχαν από τις πρώτες εβδομάδες της γερμανικής επανάστασης να πείσουν τους εργάτες να επιστρέψουν στα αντιδραστικά καπιταλιστικά συνδικάτα. Για να επιτεθεί στους αριστεριστές, για να τους καταγγείλει ως αντεπαναστάτες, ο Λένιν χρησιμοποιεί ακόμη μια φορά στο λίβελό του τις μηχανιστικές εμπειρίες των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Είναι γενικά αποδεκτό πως αρχικά , τα συνδικάτα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πάλη του προλεταριάτου. Τα συνδικάτα στη Ρωσία ήταν πολύ νεαρά και δικαίωναν τον ενθουσιασμό του Λένιν. Η κατάσταση όμως διέφερε στις άλλες χώρες. Από χρήσιμα και προοδευτικά που ήταν αρχικά, μετασχηματίστηκαν , στις παλιές καπιταλιστικές χώρες, σε εμπόδια για την απελευθέρωση των εργατών. Έγιναν όργανα αντεπανάστασης και η γερμανική αριστερά είχε βγάλει τα συμπεράσματά της από την εξέλιξη αυτή.

Ο ίδιος ο Λένιν αναγκάστηκε να διαπιστώσει ότι με τον καιρό δημιουργήθηκε ένα στρώμα «εργατικής αριστοκρατίας, κορπορατιβιστική, αλαζονική, συνεργός του ιμπεριαλισμού, μικροαστική, διεφθαρμένη και εκφυλισμένη». Αυτού του είδους η διεφθαρμένη και γκανγκστερική διεύθυνση είναι σήμερα επικεφαλής του συνδικαλιστικού κινήματος στον κόσμο και ζει πάνω στις πλάτες των εργαζομένων. Σ΄ αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα αναφέρονταν οι αριστεριστές, όταν ζητούσαν από τους εργάτες να το εγκαταλείψουν. Παρόλα αυτά ο Λένιν, πρόβαλε δημαγωγικά το παράδειγμα του νέου ρωσικού συνδικαλιστικού κινήματος που δεν είχε τα χαρακτηριστικά των γερασμένων συνδικάτων των άλλων χωρών. Ξεκινώντας από μια ειδική εμπειρία, που αντιστοιχούσε σε μια δοσμένη περίοδο και σε ειδικές συνθήκες, θεωρούσε ότι ήταν δυνατό να εξάγει συμπεράσματα εφαρμόσιμα σε παγκόσμια κλίμακα. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ο επαναστάτης πρέπει να είναι πάντα εκεί που βρίσκονται οι μάζες. Αλλά που βρίσκονταν αυτές πραγματικά; Στα γραφεία των συνδικάτων; Στις συνελεύσεις των οπαδών; Στις μυστικές συναντήσεις των συνδικαλιστών διευθυντών με τους αντιπροσώπους του κεφαλαίου; Όχι, οι μάζες είναι στα εργοστάσια, στους τόπους δουλειάς κι εκεί είναι αναγκαίο να γίνει αποτελεσματική η συνεργασία τους και να δυναμώσει η αλληλεγγύη τους. Η οργάνωση του εργοστασίου, το σύστημα των συμβουλίων, αυτή είναι η αυθεντική οργάνωση της επανάστασης, αυτή πρέπει να αντικαταστήσει όλα τα κόμματα και όλα τα συνδικάτα.

Στις οργανώσεις των εργοστασίων δεν υπάρχει θέση για τους επαγγελματίες της διεύθυνσης. Δεν υπάρχει πλέον ο διαχωρισμός αρχηγών και υποτακτικών, διανοουμένων και αγωνιστών. Είναι πλαίσιο που αποθαρρύνει τις εκδηλώσεις εγωισμού, το πνεύμα ανταγωνιστικότητας, τη διαφθορά και τον φιλισταισμό. Εκεί οι εργάτες πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τις υποθέσεις τους. Αλλά για τον Λένιν τα πράγματα συνέβαιναν διαφορετικά. Ήθελε να διατηρήσει τα συνδικάτα. Να τα αλλάξει από μέσα. Να αντικαταστήσει τους μόνιμους σοσιαλδημοκράτες με μόνιμους μπολσεβίκους, να αντικαταστήσει μια κακή με μια καλή γραφειοκρατία. Η κακή εκκολαπτόταν στη σοσιαλδημοκρατία, η καλή στον μπολσεβικισμό.

Και στο μεταξύ, είκοσι χρόνια εμπειρίας, απέδειξαν τη ματαιότητα της αντίληψης αυτής. Ακολουθώντας τις συμβουλές του Λένιν, οι κομμουνιστές κατέβαλαν όλες τις δυνατές μεθόδους για να μεταρρυθμίσουν τα συνδικάτα. Αποτέλεσμα μηδέν. Όμοια αποτελέσματα είχαν οι προσπάθειες τους να φτιάξουν κατάλληλα συνδικάτα. Ο συνδικαλιστικός ανταγωνισμός σοσιαλδημοκρατών και μπολσεβίκων ήταν ανταγωνισμός μέσα στη διαφθορά. Μέσα σ΄ αυτή τη διαδικασία καταναλώνεται η επαναστατική ενέργεια των εργατών. Αντί να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους για να παλέψουν ενάντια στο φασισμό, οι εργάτες σπαταλιόνταν σε μια παράλογη και μάταιη εμπειρία για το κέρδος αντιμαχόμενων γραφειοκρατιών. Οι μάζες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους εαυτούς τους και στις οργανώσεις «τους». Αισθάνονται απατημένες. Καθαρές μέθοδοι του φασισμού: υπαγόρευση στους εργάτες για κάθε τους κίνηση, εμπόδια στην αφύπνιση της πρωτοβουλίας, σαμποτάρισμα κάθε στοιχείου ταξικής συνείδησης, σπάσιμο του ηθικού των μαζών με επαναλαμβανόμενες ήττες και κάνοντάς τες ανίκανες. ‘Όλες αυτές οι μέθοδοι είχαν δοκιμαστεί στη διάρκεια των είκοσι χρόνων δουλειάς μέσα στα συνδικάτα σύμφωνα με τις μπολσεβίκικες αρχές. Η νίκη του φασισμού ήταν αρκετά εύκολη, αφού οι διευθυντές των εργατών, μέσα στα συνδικάτα και τα κόμματα, του είχαν ετοιμάσει το μοντέλο του ανθρώπινου υλικού που ήταν ικανό να κινήσει το μύλο του.

Όσον αφορά τον κοινοβουλευτισμό, ο Λένιν με τον ίδιο τρόπο, εμφανίστηκε υπερασπιστής ενός θεσμού ξεπερασμένου που είχε γίνει εμπόδιο στην πολιτική εξέλιξη και κίνδυνος για την προλεταριακή απελευθέρωση. Οι αριστεριστές μάχονται τον κοινοβουλευτισμό κάτω από όλες τις φόρμες. Αρνούνταν να συμμετάσχουν στις εκλογές και δεν σέβονταν τις κοινοβουλευτικές αποφάσεις. Ο Λένιν όμως, ξόδευε πολύ ενέργεια στις κοινοβουλευτικές δραστηριότητες και τους απέδιδε μεγάλη σπουδαιότητα. Οι αριστεριστές έλεγαν πως ο κοινοβουλευτισμός είναι ιστορικά ξεπερασμένος, ακόμη και σαν απλό βήμα προπαγάνδας και δεν έβλεπαν μια συνεχή πηγή διαφθοράς και για τους κοινοβουλευτικούς και για τους εργάτες. Ο κοινοβουλευτισμός αποκοίμιζε την επαναστατική συνείδηση και την αποφασιστικότητα των μαζών, συντηρώντας την αυταπάτη των νόμιμων μεταρρυθμίσεων. Στις κρίσιμες στιγμές το κοινοβούλιο μετατρεπόταν σε βραχίονα της αντεπανάστασης. Έπρεπε να καταστραφεί ή να σαμποταριστεί. Έπρεπε να πολεμηθεί η κοινοβουλευτική παράδοση, στο μέτρο που ακόμα συντελούσε στην άλωση της προλεταριακής συνείδησης.


Για να αποδείξει το αντίθετο ο Λένιν, έφτιαξε μια πανούργα διάκριση μεταξύ των θεσμών που είχαν ξεπεραστεί ιστορικά και εκείνων που είχαν ξεπεραστεί πολιτικά. Βέβαια, επιχειρηματολούσε, ο κοινοβουλευτισμός, είναι ξεπερασμένος ιστορικά, αλλά όχι πολιτικά και πρέπει να τον υπολογίζουμε. Πρέπει να συμμετέχουμε στο κοινοβούλιο γιατί παίζει ακόμη ένα ρόλο πολιτικό. Τι επιχείρημα! Ο καπιταλισμός επίσης, δεν είναι ξεπερασμένος παρά ιστορικά. Σύμφωνα με τη λογική του Λένιν δεν υπάρχει πιθανός τρόπος να πολεμηθεί με επαναστατικό τρόπο. Θα έπρεπε μάλλον να βρεθεί ένας συμβιβασμός. Ο οπορτουνισμός, το παζάρι, η πολιτική διαμεσολάβηση, αυτές θα ήταν οι συνέπειες της τακτικής του Λένιν. Η μοναρχία επίσης, παίζει ένα ρόλο πολιτικό. Σύμφωνα με τον Λένιν, οι εργάτες δεν θα είχαν το δικαίωμα να την καταργήσουν, αλλά θα έπρεπε να επεξεργαστούν μια λύση συμβιβασμού. Το ίδιο και η εκκλησία στην οποία βρίσκονται μεγάλα στρώματα λαού. Ένας επαναστάτης επέμενε ο Λένιν, πρέπει να βρίσκεται εκεί που βρίσκονται οι μάζες. Η συνάφεια θα τον ανάγκαζε λοιπόν, να πει: «Μπείτε στην εκκλησία είναι επαναστατικό σας καθήκον». Και τελικά υπάρχει και ο φασισμός. Θα έρθει μια μέρα που και ο φασισμός επίσης, ιστορικός αναχρονισμός, αλλά όχι πολιτικός. Τι να κάνουμε λοιπόν; Να δεχτούμε το προφανές και να διεκπεραιώσουμε ένα συμβιβασμό με το φασισμό. Ακολουθώντας τη δικαιολόγησή του ο Λένιν, ένα σύμφωνο μεταξύ του Στάλιν και του Χίτλερ θα αποδείκνυε μόνο ότι ο Στάλιν ήταν στην πραγματικότητα ο καλύτερος μαθητής του Λένιν. Δεν θα προξενούσε καθόλου έκπληξη, στο προσεχές μέλλον, αν οι σοβιετικοί πράκτορες υμνολογούσαν ένα τέτοιο σύμφωνο σαν τη μοναδική επαναστατική τακτική.

Η θέση του Λένιν για τον κοινοβουλευτισμό δεν αποτελεί παρά μια ακόμη απόδειξη της ικανότητας του να καταλάβει τις αναγκαιότητες και τα κύρια χαρακτηριστικά της προλεταριακής επανάστασης. Η επανάσταση του είναι απόλυτα αστική. Είναι μια πάλη για να κατακτηθεί η πλειοψηφία, να διασφαλιστούν οι κυβερνητικές θέσεις, να τεθεί υπό έλεγχο ο νομοθετικός μηχανισμός. Θεωρούσε πραγματικά σημαντικό να κερδίσει όσο το δυνατό περισσότερους ψήφους στη διάρκεια της εκλογικής εκστρατείας , να έχει μια ισχυρή μπολσεβίκικη ομάδα μέσα στα κοινοβούλια, να συνεισφέρει για να καθοριστεί η μορφή και το περιεχόμενο της νομοθεσίας, να συμμετάσχει στην πολιτική διοίκηση. Δεν έβλεπε καθόλου ότι στις μέρες μας ο κοινοβουλευτισμός είναι μια μπλόφα, μια οφθαλμαπάτη κι ότι η πραγματική δύναμη της αστικής κοινωνίας βρίσκεται σε σφαίρες εντελώς διαφορετικές. Ότι παρόλες τις πιθανές κοινοβουλευτικές ήττες, η αστική τάξη διατηρούσε ακόμα τα μέσα τα απαραίτητα ώστε να επιβάλλει τη θέλησή της και τα συμφέροντα της στους μη κοινοβουλευτικούς τομείς. Ο Λένιν δεν έβλεπε τα εξαχρειωτικά αποτελέσματα του κοινοβουλευτισμού πάνω στις μάζες, δεν παρατηρούσε τα αποτελέσματα της εξασθένισης του ηθικού του κόσμου από την κοινοβουλευτική διαφθορά. Οι διεφθαρμένοι κοινοβουλευτικοί πολιτικοί φοβόνταν μήπως χάσουν τα οφέλη τους. Υπήρξε μια εποχή στην προφασιστική Γερμανία, όπου οι αντιδραστικοί μπορούσαν να περάσουν οποιοδήποτε νόμο από το κοινοβούλιο απειλώντας απλά, ότι θα προκαλέσουν τη διάλυσή του. Τι πιο τρομερό για τους κοινοβουλευτικούς από μια απειλή που συνεπαγόταν το τέλος του εύκολου κέρδους τους; Για να το αποφύγουν ήταν έτοιμοι για όλα. Και σε τι διαφέρει σήμερα η κατάσταση στη Γερμανία, στη Ρωσία, στην Ιταλία; Οι κούκλες του κοινοβουλευτικού κουκλοθέατρου δεν έχουν καμιά γνώμη, καμιά θέληση, δεν είναι τίποτα περισσότερο από υπηρέτες των φασιστών κυριών τους.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι ολοκληρωτικά εκφυλισμένος και διεφθαρμένος. Αλλά γιατί το προλεταριάτο δεν έθεσε ένα τέλος στη χειροτέρευση ενός πολιτικού οργάνου που κάποτε του χρησίμευε στους σκοπούς του; Καταργώντας το κοινοβούλιο με μια πράξη επαναστατικού ηρωισμού θα ήταν πολύ περισσότερο χρήσιμο και εποικοδομητικό για την προλεταριακή συνείδηση. Αλλά μια τέτοια στάση ήταν στο βάθος ξένη στον Λένιν, όπως είναι σήμερα στον Στάλιν. Η φροντίδα του Λένιν δεν ήταν να ελευθερώσει τους εργάτες από τη διανοητική και φυσική σκλαβιά τους. Δεν τον απασχολούσε η ψεύτικη συνείδηση των μαζών, ούτε η αλλοτρίωσή τους. Το πρόβλημα γι΄ αυτόν υπήρχε σαν πρόβλημα δύναμης. Σαν αστός σκεπτόταν με όρους ζημίας και κέρδους, περισσότερα ή λιγότερα, πίστωσης και χρέους. Σ΄ όλες του τις εκτιμήσεις δεν τον απασχολούσαν παρά μόνο φαινόμενα εξωτερικά: αριθμός οπαδών, αριθμός ψήφων, θέσεις στο κοινοβούλιο, στη διοίκηση. Ο υλισμός ήταν ο υλισμός της αστικής τάξης που έχει τη λογική του στους μηχανισμούς και όχι στους ανθρώπους. Ο Λένιν δεν είναι ικανός να σκεφτεί πράγματι με όρους κοινωνικο-ιστορικούς. Γι΄ αυτόν το κοινοβούλιο είναι κοινοβούλιο: μια αντίληψη αφηρημένη, μέσα στο κενό, ντυμένη με την ίδια σημασία για όλες τις χώρες και για όλες τις εποχές. Βέβαια, αναγνωρίζει ότι ο κοινοβουλευτισμός περνάει διάφορες εξελικτικές φάσεις, και το σημειώνει, αλλά δεν εφαρμόζει αυτή τη διαπίστωση ούτε στην θεωρία του ούτε στην πρακτική του. Στις πολεμικές του υπέρ του κοινοβουλίου, κράδαινε το παράδειγμά των πρώτων κοινοβουλίων της περιόδου της ανοδικής φάσης του καπιταλισμού, για να μη μείνει χωρίς επιχειρήματα. Κι αν επιτίθεται στα εκφυλισμένα κοινοβούλια, η επίθεση αφορά τα πρόσφατα σχηματισμένα, που ωστόσο είναι ξεπερασμένα εδώ και καιρό. Μ΄ ένα λόγο αποφασίζει ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, ενώ για τους εργάτες η πολιτική είναι η τέχνη της επανάστασης.

Μένει να εξετάσουμε τη θέση του Λένιν πάνω στο ζήτημα του συμβιβασμού. Κατά τη διάρκεια του α΄ παγκοσμίου πολέμου, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία πουλήθηκε στην αστική τάξη. Στο μεταξύ, άθελά της, κληρονόμησε τη γερμανική επανάσταση. Αυτό έγινε δυνατό σε μεγάλο βαθμό χάρη στη Ρωσία, που, ως ένα μέρος ευθύνεται για την εξάλειψη του γερμανικού κινήματος των συμβουλίων. Η δύναμη που έπεσε στα χέρια της σοσιαλδημοκρατίας, σπαταλήθηκε ανώφελα. Η σοσιαλδημοκρατία ήταν ευχαριστημένη να ανανεώνει με την πεπαλαιωμένη πολιτική της τη συνεργασία των τάξεων, ικανοποιημένη με το να συμμετάσχει στην εξουσία μαζί με την αστική τάξη, στις πλάτες των εργατών, στη διάρκεια της ανοικοδόμησης του καπιταλισμού. Οι Γερμανοί ριζοσπάστες εργάτες αντιτάχτηκαν σε αυτή την προδοσία με το σύνθημα «Όχι συμβιβασμός με την αντεπανάσταση». Επρόκειτο για μια περίπτωση συγκεκριμένη, για μια κατάσταση ειδική, που γύρευε μια απόφαση κοφτή. Ο Λένιν ανίκανος να την αναγνωρίσει, δημιούργησε από αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα ένα αφηρημένο πρόβλημα. Με τον αέρα στρατηγού και το αλάνθαστο καρδινάλιου προσπάθησε να πείσει τους αριστεριστές ότι οι συμβιβασμοί με τους πολιτικούς αντιπάλους είναι , σ΄ όλες τις περιπτώσεις ένα επαναστατικό καθήκον. Διαβάζοντας σήμερα τις περικοπές του φυλλαδίου του Λένιν που πραγματεύεται τους συμβιβασμούς, δεν είναι δυνατό να μη γίνει η σύνδεση των παρατηρήσεων του Λένιν του 1920 με την πραγματική πολιτική συμβιβασμών του Στάλιν. Δεν υπάρχει κανένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα της μπολσεβίκικης θεωρίας που να μην έγινε πραγματικότητα από τον Στάλιν.

Σύμφωνα με τον Λένιν, οι αριστεριστές θα έπρεπε να είναι έτοιμοι να υπογράψουν τη συμφωνία των Βερσαλλιών. Εν τούτοις το κομμουνιστικό κόμμα, πάντα σε συμφωνία με τον Λένιν, έφτασε σ΄ ένα συμβιβασμό με τους χιτλερικούς και διαμαρτυρήθηκε μαζί τους ενάντια στο ίδιο Σύμφωνο. Ο «εθνικομπολσεβικισμός» εγκωμιασμένος στη Γερμανία το 1919 από τον αντιπολιτευόμενο της αριστεράς Laufenberg, κριτικαρίστηκε από τον Λένιν σαν ένας «κραυγαλέος παραλογισμός». Αλλά ο Ράντεκ και το ΚΚ ακολουθώντας πάντα τις αρχές του Λένιν, έφτασαν σε συμβιβασμό με το γερμανικό εθνικισμό, διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην καταστολή του Ρουρ και γιόρτασαν τον εθνικό ήρωα Schlageter. Το SDN ήταν σύμφωνα με τον Λένιν «μια συμμορία καπιταλιστών ληστών και κλεφτών», που οι εργάτες θα πρεπε να πολεμήσουν μέχρι και την τελευταία ρανίδα αίματος. Παρ΄ όλα αυτά ο Στάλιν, ακολουθώντας την τακτική του Λένιν, επεξεργάστηκε έναν συμβιβασμό με αυτούς τους ίδιους ληστές και η Ρωσία μπήκε στην SDN. Η αντίληψη περί «λαού» είναι για τον Λένιν μια εγκληματική παραχώρηση στην αντεπαναστατική ιδεολογία του μικροαστισμού. Αυτό δεν εμπόδισε τους Λενινιστές Στάλιν και Δημητρώφ να φτάσουν σ΄ ένα συμβιβασμό με τον μικροαστισμό για να εγκαινιάσουν το κίνημα των «λαϊκών μετώπων». Στα μάτια του Λένιν ο ιμπεριαλισμός ήταν ο μεγάλος εχθρός του παγκόσμιου προλεταριάτου και ενάντια σ΄ αυτόν έπρεπε να κινηθούν όλες οι δυνάμεις. Αλλά , ο Στάλιν, τέλειος λενινιστής είναι πολύ απασχολημένος με το μαγείρεμα μιας συμμαχίας με το χιτλερικό ιμπεριαλισμό. Υπάρχει ανάγκη και άλλων παραδειγμάτων; Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι όλοι οι συμβιβασμοί που έγιναν ανάμεσα στην επανάσταση και στην αντεπανάσταση δεν μπόρεσαν να φέρουν κέρδος παρά μονάχα σ΄ αυτή την τελευταία. Κάθε πολιτική συμβιβασμού είναι μια πολιτική χρεοκοπίας για το επαναστατικό κίνημα. Αυτό που άρχισε σαν ένας απλός συμβιβασμός με τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, κατέληξε στον Χίτλερ. Αυτό που ο Λένιν δικαιολογούσε σαν αναγκαίο συμβιβασμό, κατέληξε στον Στάλιν. Κάνοντας τη διάγνωση «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», αναφερόμενος στην επαναστατική άρνηση των συμβιβασμών, ο Λένιν, έπασχε από τη γεροντική νόσο του οπορτουνισμού, του ψευτοκομμουνισμού.

Αναλυμένος από κριτική άποψη ο μπολσεβικισμός, όπως διαγράφεται στο φυλλάδιο του Λένιν, παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1. Ο μπολσεβικισμός είναι ένα εθνικιστικό δόγμα, αρχικά για τη λύση ενός εθνικού προβλήματος, που αργότερα ανυψώθηκε σε θεωρία και πρακτική διεθνούς επιπέδου και γενικού δόγματος. Ο εθνικιστικός χαρακτήρας φάνηκε από την υποστήριξη του στην πάλη για εθνική ανεξαρτησία που διεξαγόταν από τους υπόδουλους λαούς.

2. Ο μπολσεβικισμός είναι ένα αυταρχικό σύστημα. Η κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας είναι το καθοριστικό κέντρο αποφάσεων. Η εξουσία ενσαρκώνεται στο παντοδύναμο πρόσωπο. Στο μύθο του αρχηγού το αστικό ιδανικό της προσωπικότητας, βρίσκει την πιο τέλεια έκφρασή του.

3. Οργανωτικά ο μπολσεβικισμός είναι σε υψηλό βαθμό συγκεντρωτικός. Η κεντρική επιτροπή έχει την υπευθυνότητα όλης της πρωτοβουλίας, των οδηγιών, των διαταγών. Οι διευθυντές της οργάνωσης παίζουν το ρόλο της αστικής τάξης. Ο μοναδικός ρόλος των εργατών είναι να υπακούουν στις διαταγές .

4. Ο μπολσεβικισμός είναι μια ακτιβιστική αντίληψη δύναμης. Ενδιαφερόμενος αποκλειστικά για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, δεν διαφοροποιείται από τις παραδοσιακές φόρμες επικράτησης της αστικής τάξης. Ακόμα και μέσα στους κόλπους της οργάνωσης, τα μέλη δεν απολαμβάνουν αυτοκαθορισμού. Ο στρατός αποτελεί το μοντέλο της κομματικής οργάνωσης.

5. Ο μπολσεβικισμός είναι μια δικτατορία. Χρησιμοποιώντας κτηνώδη βία και τρομοκρατικές μεθόδους, προσανατολίζει όλες τις λειτουργίες του για να εξαλείψει τους θεσμούς και τις αντιλήψεις που δεν είναι μπολσεβίκικες. Η «δικτατορία του προλεταριάτου», την οποία επικαλείται, είναι μια δικτατορία μιας γραφειοκρατίας ή ενός μόνον ατόμου.

6. Ο μπολσεβικισμός είναι μια μηχανιστική μέθοδος. Η κοινωνική τάξη στην οποία αποβλέπει, βασίζεται στον αυτόματο συντονισμό, στην ομοιομορφία που επιτυγχάνεται με την τεχνική και στον πιο αποτελεσματικό ολοκληρωτισμό. Η κεντρικά «προγραμματισμένη» οικονομία, ανάγει, συνειδητά τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, σε προβλήματα τεχνικοοργανωτικά.

7. Η κοινωνική δομή του μπολσεβικισμού είναι αστικής φύσης. Δεν καταργεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας και αρνείται στο προλεταριάτο την οικειοποίηση των προϊόντων της εργασίας του. Ενεργώντας έτσι, παραμένει στο πλαίσιο των σχέσεων της αστικής τάξης και διαιωνίζει τον καπιταλισμό.

8. Ο μπολσεβικισμός δεν αποτελεί επαναστατικό στοιχείο παρά μόνο στα πλαίσια της αστικής επανάστασης. Ανίκανος να πραγματοποιήσει το σοβιετικό σύστημα, είναι ανίκανος να μετασχηματίσει ριζοσπαστικά τη δομή της αστικής κοινωνίας και την οικονομία της. Δεν εγκαθιδρύει το σοσιαλισμό αλλά τον καπιταλισμό του κράτους.

9. Ο μπολσεβικισμός δεν είναι μια ενδιάμεση φάση που θα λάβει τέλος στην σοσιαλιστική κοινωνία. Χωρίς το σοβιετικό σύστημα, χωρίς τη ριζοσπαστική και καθολική επανάσταση ανθρώπων και πραγμάτων, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί η αρχέγονη σοσιαλιστική απαίτηση, το τέλος δηλαδή της ανθρώπινης αλλοτρίωσης που γεννά ο καπιταλισμός. Αντιπροσωπεύει την τελευταία ενδιάμεση φάση της αστικής κοινωνίας, όχι όμως το πρώτο βήμα προς τη νέα κοινωνία.

Αυτά τα εννιά σημεία θεμελιώνουν μια ασυμβίβαστη αντίθεση μεταξύ μπολσεβικισμού και σοσιαλισμού. Δείχνουν με όλη την απαιτούμενη διαύγεια τον αστικό χαρακτήρα του μπολσεβίκικου κινήματος και την στενή συγγένειά του με το φασισμό. Εθνικισμός, αυταρχισμός, συγκεντρωτισμός, αρχηγική διεύθυνση, πολιτική δύναμης, βασιλεία του τρόμου, μηχανιστική δυναμική, ανικανότητα για κοινωνικοποίηση, όλα αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του φασισμού υπήρχαν και υπάρχουν στον μπολσεβικισμό. Ο φασισμός δεν είναι παρά αντιγραφή του μπολσεβικισμού. Γι΄ αυτό το λόγο: η πάλη ενάντια στον φασισμό πρέπει να αρχίσει με την πάλη ενάντια στον μπολσεβικισμό.

Σημειώσεις

1. Ο Στάλιν αποκαλούσε τον Λένιν «μεγαλοφυή μηχανικό της ατμομηχανής της ιστορίας». Βρίσκουμε πολλά παραδείγματα αυτής της μηχανιστικής αντίληψης στα μπολσεβίκικα κείμενα και σε όλους τους τομείς. Παραθέτουμε αυτό το απόσπασμα από ένα ποίημα , δημοσιευμένο από έναν μπολσεβίκο ποιητή στην επιθεώρηση της κεντρικής επιτροπής της Κομσομόλ « Ο νέος φρουρός» ν.10, 1926, σελ. 47:
 

“Μην πηγαίνεις στην παρθένα
Η αθωότητα της είναι γεμάτη λύπη μαλθακή
Αμφιβολίες ναρκωμένες φωλιάζουνε στο στήθος της
Στην πόρνη θα βρεις την ακρίβεια και τη λάμψη μιας μηχανής
Είναι η φωνή των μελλοντικών αιώνων
Το θριαμβευτικό τραγούδι της βιομηχανίας
Που αναγγέλλει την καταστροφή των αλυσίδων της αγάπης
Συντριμμένες από την κραταιά μεγαλοφυΐα της τεχνικής.”



2. «Αριστερισμός»: δεν έχει τη σημερινή σημασία που του αποδίδεται και φυσικά δεν περιέχει τις τάσεις, που απλά, βρίσκονται «αριστερά» των ΚΚ διεκδικώντας για τον εαυτό τους την ορθότητα του δόγματος και της διεύθυνσης. Ο «αριστερισμός» ή οι «κομμουνιστικές εργατικές» οργανώσεις, δημιουργήθηκαν αναπτύσσοντας μια αριστερή αντιπολίτευση μέσα στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Οι αντιλήψεις τους που στρέφονταν γύρω από την επικύρωση και αποδοχή της ανάγκης άμεσου εργατικού ελέγχου, προσέλαβαν πραγματική σημασία και σπουδαιότητα με τη δημιουργία των «σοβιέτ» στη ρωσική επανάσταση, των εργοστασιακών αντιπροσώπων στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου και των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών στη συνέχεια. Οι ομάδες αυτές εκδιώχθηκαν από την κομμουνιστική Διεθνή στα 1920.

Η μπροσούρα του Λένιν «αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», 1920, γράφτηκε κυρίως για να καταστρέψει την επίδραση αυτών των ομάδων στη δυτική και κεντρική Ευρώπη. Οι ομάδες αυτές θεωρούσαν την μπολσεβίκικη πολιτική αντεπαναστατική για τα συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης και γνώρισαν την ήττα κυρίως από μια αντεπανάσταση που είδε συνασπισμένους ρεφορμιστές και καπιταλιστές να επιχειρούν την καταστροφή των πρώτων σπερμάτων ενός κινήματος αληθινά ανταγωνιστικού προς όλες τις μορφές του καπιταλισμού.

πηγή: eleftheriakos.blogspot.com

Συνέχεια...

11 χρόνια απο την εξέγερση του Seattle

Posted: by παντιγέρα in
0
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1999, το Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσε το θέατρο τετραήμερο μαζικών διαδηλώσεων και πολυποίκιλων κινηματικών δράσεων, ενάντια στον 3ο γύρο διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ για διεύρυνση και επιτάχυνση της διαδικασίας οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Οι κινητοποιήσεις, που έμειναν γνωστές με το όνομα "Μάχη του Σιάτλ" (Battle in Seattle), αποτέλεσαν μία από τις πρώτες και εντυπωσιακότερες εμφανίσεις του 'κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης'(anti-globalization movement), αλλά και μια από τις εντυπωσιακότερες εμφανίσεις της αστυνομίας, με πάνω από 600 συλλήψεις, και πυρ με πλαστικές σφαίρες, δακρυγόνα και σπρέι πιπεριού κατά των διαδηλωτών...

Ειδικά στις 30 Νοεμβρίου, υπολογίζεται ότι 50.000 – άλλες πηγές θέλουν έως και 100.000 - διαδηλωτές και δεκάδες ομάδων και οργανώσεων κατέβηκαν στο δρόμο (και από τον αναπτυσσόμενο κόσμο), ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο διαδήλωσης κατά διεθνούς Διάσκεψης στις ΗΠΑ, και αφήνοντας πλούσια κληρονομιά –σε οργανωσιακές δομές, συλλογική συνείδηση, στο Σιάτλ 1999 γεννήθηκε επίσης και το Indymedia κλπ. — για τις μετέπειτα διεθνείς διασκέψεις (Πράγα 2000, ενάντια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Παγκόσμια Τράπεζα, Μαϊάμι 2003 ενάντια στη Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών Αμερικής κ.ο.κ).
Οι συνομιλίες του ΠΟΕ κατέρρευσαν χωρίς να παρθεί ούτε μία απόφαση σε εκείνη τη Διάσκεψη.

Συντονισμός, Οργάνωση και Στρατηγικές

Παρόλο που το κίνημα που έδρασε στο Σιάτλ το 1999 υπήρξε ετερόκλητο, τόσο στις δράσεις όσο και ως προς το ιδεολογικό υπόβαθρο, εντούτοις βρήκε στο πρόσωπο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής το μοχλό συσπείρωσής του, και στο διαδίκτυο το μέσο συντονισμού του.
Η οργάνωση των διαδηλώσεων είχε αρχίσει μήνες πριν από το Νοέμβριο του 1999, κυρίως μέσω Διαδικτύου ανάμεσα σε τοπικές, εθνικές και διεθνείς οργανώσεις. Διαδικτυακές λίστες διανομής με κεντρική την StopWTORound επέτρεπαν σε πλήθος κόσμου από κάθε άκρη του κινήματος να έρχεται σε επαφή με ολόκληρο το κίνημα και να βάζει το όνομα του σε πιο εξειδικευμένες λίστες. Πολλοί οργανισμοί όπως το Focus on the Global South στην Μπανγκόγκ ή το International Centre for Sustainable Trade and Development στη Γενεύη δημοσίευαν συχνά δελτία πληροφοριών πάνω στη Διάσκεψη, ενώ πολλοί φίλοι του κινήματος δημοσίευαν ειδήσεις. Συχνά δελτία προέρχονταν και από τα εθνικά αντι-ΠΟΕ κινήματα στην Ευρώπη, Καναδά, Αυστραλία, ΗΠΑ και Ινδία και λιγότερο συχνά από τα εθνικά κινήματα σε Αφρική, Λατινική Αμερική και Ασία.
Το Νοέμβριο του 1999 λοιπόν το Σιάτλ φιλοξένησε από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (για την προστασία του καταναλωτή, με εστίαση στα εργασιακά δικαιώματα, οικολογικές κλπ.) και εργατικά συνδικάτα (συμπεριλαμβανομένης και της αμερικανικής ομοσπονδίας AFL-CIO) μέχρι ομάδες φοιτητών και μαθητών, θρησκευτικές ομάδες (όπως η Jubilee 2000), καθώς και ανεξάρτητες συλλογικότητες Πολλές από τις ομάδες αυτές εναντιώνονταν συγκεκριμένα στις πολιτικές του ΠΟΕ (ελεύθερο εμπόριο) και άλλες προωθούσαν αντι-καπιταλιστική ή οικολογική ατζέντα, ή εστίαζαν στα εργασιακά δικαιώματα, ή στο χάσμα Βορρά – Νότου.
Αρκετές ΜΚΟ συμμετείχαν στις διαδηλώσεις με εκπαιδευτικά δρώμενα και συνεντεύξεις Τύπου. Η ομοσπονδία AFL-CIO, οργάνωσε μια μεγάλη συγκέντρωση στο Κεντρικό πάρκο του Σιάτλ και από εκεί πορεία προς το συνεδριακό κέντρο. Άλλες ομάδες προχώρησαν σε στρατηγικές γενικευμένης απείθειας, street parties, φεστιβάλ και παρεμβάσεων. Κάποιοι από τους διαδηλωτές ακολούθησαν πιο συγκρουσιακές τακτικές, σπάζοντας τις τζαμαρίες καταστημάτων πολυεθνικών στο κέντρο της πόλης --ανάμεσα στις οποίες μεγάλοι χρηματοοικονομικοί κολοσσοί (τράπεζες και επενδυτικές), καθώς και η GAP, η Old navy, τα Starbucks, τα McDonalds, η Levi's, οι οποίες έχουν επανειλημμένα κατηγορηθεί για την ανάθεση της παραγωγής τους σε εργοστάσια και φυτείες του εξωτερικού με άθλιες εργασιακές συνθήκες (sweatshops) και την ευθύνη τους για τεράστιες οικολογικές καταστροφές.

30 Νοεμβρίου

Στις 7 το πρωί της Τρίτης 30 Νοεμβρίου 1999 οι χαλαρά συντονισμένες μέσω του δικτύου Direct Action Network ομάδες, προχώρησαν σε ξαφνικά μπλοκαρίσματα κεντρικών αρτηριών διακόπτοντας την κυκλοφορία από και προς το Συνεδριακό Κέντρο, όπου η Διάσκεψη θα πραγματοποιούνταν. Εκατοντάδες ακτιβιστών, διαδηλωτές από τον αναπτυσσόμενο κόσμο, μαθητές, φοιτητές, καλλιτέχνες κρατώντας πολύχρωμες κούκλες και μαριονέτες, τμήματα του μπλακ μπλοκ κατέφθασαν από διαφορετικά σημεία της πόλης και μπλόκαραν τις 13 κύριες οδούς που περικύκλωναν το συνέδριο.
Υπό την πίεση του ΠΟΕ και του δημάρχου του Σιάτλ, Πολ Σελ, ώστε να ανοίξουν οι δρόμοι για να περάσουν οι αντιπρόσωποι, το Αστυνομικό Τμήμα του Σιάτλ και η Εθνική Φρουρά επέβαλαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης με απαγορεύσεις κυκλοφορίας, "ζώνη μη-διαμαρτυρίας" που εκτεινόταν σε 50 οικοδομικά τετράγωνα, μαζικές συλλήψεις, ρίψη δακρυγόνων, και χρήση πλαστικών σφαιρών κατά των διαδηλωτών, πολλοί εκ των οποίων βρίσκονταν σε καθιστική διαμαρτυρία. Εκατοντάδες διαδηλωτών συνελήφθησαν, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν.
Η εναρκτήρια συνεδρίαση της συνδιάσκεψης των συναντήσεων καθυστέρησε λόγω των διαδηλώσεων και η αστυνομία δε μπόρεσε παρά μόνο το απόγευμα της ίδιας μέρας να εκκενώσει τους δρόμους.
Στις 16 Ιανουαρίου του 2004 η πόλη του Σιάτλ κατέληξε σε συμβιβασμό με τους 157 διαδηλωτές που είχαν συλληφθεί έξω από τη "ζώνη μη-διαμαρτυρίας", δίνοντάς τους αποζημίωση 250.000 δολαρίων. Και στις 30 Ιανουαρίου, το ομοσπονδιακό δικαστήριο βρήκε την πόλη του Σιάτλ ένοχη για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των διαδηλωτών που συνελήφθησαν χωρίς στοιχεία και όρισε αποζημίωση 1 εκατ. δολαρίων.

Συνέχεια...

Ο Άνθρωπος Γεννητικό Όργανο είναι ένας από εμάς

Posted: by παντιγέρα in
0
Έχεις παρατηρήσει την έντονη προσπάθεια ανδρών και γυναικών να αναδείξουν την "έντονη σεξουαλικότητά τους";
Καταναλωτικά όργια, πλαστές συμπεριφορές, κοινωνική απομόνωση, εξευτελισμός και κατάθλιψη, όλα για να νοιώσεις όλο και πιο κοντά στο ιδεατό μοντέλο του επιθυμητού από το άλλο φύλο.
Παρ' ότι έχουμε/θέλουμε ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, "οι κυρίες προηγούνται", συνεπώς δε γίνεται να μιλήσουμε πρώτα για τους άνδρες, ούτε καν ταυτόχρονα και για τους δύο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με αυτές...

Ήδη νιώθω τις περισσότερες από εσάς να περιμένετε ένα κύμα προσβολών και ύβρεων ενός μισογύνη. Άλλες με το βλέμμα χαμηλωμένο, και άλλες γεμάτες οργή και μίσος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Οι πρώιμοι άνθρωποι ζούσαν σε νομαδικές φυλές, ήταν τροφοσυλέκτες και κυνηγούσαν μικρά ζώα. Σε περίπτωση που ή φυλή κινδύνευε από κάποιο άγριο ζώο ή γυναίκες προστάτευαν τα μικρά. Ως τότε τα προβλήματα τής γυναίκας ήταν άπλα: επιβίωση και αναπαραγωγή. Η λύση τούς ήταν ακόμη πιο απλή. Η έλλειψη κάποιας σοβαρής δυσμορφίας και ένα φυσιολογικό επίπεδο γυναικείων ορμονών έδινε το πράσινο φως στο κυρίαρχό αρσενικό να τις επιλέξει ως μία από τις συντρόφους του. Αργότερα ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να χτίσει μικρές καλύβες και σχημάτισε τις πρώτες κοινότητες. Η γυναίκα ήταν πιο ασφαλής και είχε χρόνο να κατεργασθεί τα δέρματα των ζώων που έφερναν οι άνδρες και να φτιάξει έτσι τα πρώτα ρούχα. Με τη μονογαμία να καθιερώνεται με τα χρόνια η σύντροφός του κυρίαρχου αρσενικού, ήταν αυτή που θα είχε το καλύτερο δέρμα για να ντυθεί καλύτερη και περισσότερη τροφή από τις άλλες, είχε τη δυνατότητα να είναι αυτή που θα περάσει τα γονίδια της στην επόμενη γενιά μαζί με το κυρίαρχο αρσενικό. Δόξα και η τιμή σε αυτήν, η ζήλια και μίσος για τις άλλες. Αυτό το πρωτόγονο ένστικτο, έτρωγε τα βάθη της ψυχής κάθε γυναίκας, και θα έκανε το παν για να είναι αυτή που θα επιλεγεί από το κυρίαρχο αρσενικό. Με την κατεργασία της πέτρας και άλλων υλικών, πέραν της προόδου της τεχνολογίας, η ανάγκη για καλλωπισμό δημιούργησε τα πρώτα κοσμήματα. Η κοινωνική θέση της γυναίκας τότε ξεκίνησε να είναι εμφανής από τα κοσμήματα της. Κι όλες επιθυμούσαν περισσότερα, για να νιώθουν πως βρίσκονται ψηλά στη μικρή τους κοινωνία. Πόσο ακριβώς ψηλά; Ψηλότερα από τις άλλες. Ακριβώς τόσο. Έτσι λοιπόν η έμφυτη σεξουαλικότητα πάει περίπατο από αρκετά νωρίς για το είδος μας.
Με την εισαγωγή της έννοιας της ιδιοκτησίας και του χρήματος, η γυναίκα του κυρίαρχου αρσενικού, είχε τα περισσότερα αγαθά και χρήματα, το πρωτόγονο ένστικτο της αναπαραγωγής μετέφραζε τα χαρακτηριστικά της σε επιτυχία, μιας και η αναπαραγωγή ήταν πλέον αυτονόητη. Όσο πάει γίνεται και χειρότερο σωστά; Εδώ ξεκινά το πραγματικό πανηγύρι! Στο Μεσαίωνα!

Το κύριο χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα ήταν η συσσώρευση πλούτου και εξουσίας σ' ένα άνθρωπο ανά κράτος, του λεγόμενου βασιλιά. Εδώ έχουμε μία τεράστια αλλαγή και ραγδαία επιδείνωση του προβλήματος. Με την εξουσία να είναι κληρονομική το αντικείμενο ζήλιας έγινε η κόρη του κυρίαρχου αρσενικού μιας και ο λαός τη θαύμαζε και όλοι ποθούσαν να είναι δίπλα της. Έτσι δημιουργήθηκαν τα πρώτα παραμύθια όπου ένας ιππότης με εξευτελιστικά πολλά χαρίσματα έδινε τα πάντα για τη θέση του δίπλα στην πριγκίπισσα. Εδώ λοιπόν, ακριβώς εδώ, ξεκινάνε να ποτίζονται τα γυναικεία μυαλά από μικρά με τη φαντασίωση του να είναι όλες πρινσέσσες αφού η φαντασίωση αυτή είναι ο μόνος βιώσιμος τρόπος διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, ότι ποτέ τους δεν θα έχουν την πολυπόθητη θέση τους δίπλα στον πρίγκιπα... Έτσι λοιπόν, οι γυναίκες έδιναν στο κυρίαρχο αρσενικό όλες τις ιδιότητες που ήθελαν, ακριβώς όπως τον ήθελε την κάθε μια (αφού μπορούσαν μόνο να τον φανταστούν, ας τον φαντάζονταν όπως ακριβώς ήθελαν) με τη θέση της γυναίκας να είναι μέσα στο σπίτι, καταπιεσμένη, η φαντασίωση αυτή ήταν η μοναδική διέξοδος από την πραγματικότητα, ώσπου...

Φτάσαμε στην Αναγέννηση... Όπου η ακατανίκητη επιθυμία για μία θέση δίπλα στο κυρίαρχο αρσενικό, κάνει όλες τις γυναίκες να συμπεριφέρονται σαν πριγκίπισσες που σνομπάρουν τους "άξεστους", τους "όχι καθώς πρέπει οι ευγενείς" δημιουργώντας έτσι μία κοινωνία καθωσπρεπισμού. Μία κοινωνία όπου τα γεννητικά όργανα και ο έρωτας ήταν ταμπού. «Απαγορεύονταν» ακόμη και να μιλήσεις για αυτά! Όσο αφορά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα το «παράδειγμα προς μίμηση», ήταν όσο το δυνατόν πιο μακριά από κάθε τι φυσιολογικό. Ψυχρές γυναίκες, θηλυπρεπής άνδρες, την άνθηση των πορνείων...

Ας αφήσουμε για λίγο τις γυναίκες και ας μιλήσουμε (πολύ πιο σύντομα από ότι για τις γυναίκες) για τους Άνδρες. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή οι πρώιμοι άνθρωποι θα ζούσαν σε νομαδικές φυλές ήταν τροφοσυλλέκτες κυνηγούσαν μικρά ζώα. Σε περίπτωση που η φυλή κινδύνευε από κάποιο αρπακτικό, ο άνδρας προστάτευε τη φυλή, ως τότε το προβλήμα του άνδρα ήταν το να φέρει φαγητό στη φυλή, και να γίνει το κυρίαρχο αρσενικό και ανάλογα με την εποχή αργότερα, μεταφράζονταν σε γη, χρήματα, τίτλο ευγενείας, θέση εργασίας. Ανεξάρτητα από την εποχή, όμως, εισέπραττε και μη για περίεργη συμπεριφορά από την έδρα της γυναίκας που την αποκαλούσε ως... Γυναικεία! Σε άλλη εποχή του φαινόταν αδιάφορη, σε άλλη ανόητη, σε άλλη ευγενική, και σε άλλη ρομαντική. Αδυνατούσε να την κατανοήσει ειδικά την εποχή του Μεσαίωνα, όπου την ίδια τη γυναίκα που αδυνατούσε να αντιληφθεί τους μηχανισμούς που αποτελούσαν την ιδιοσυγκρασία της γυναικείας ψυχολογίας σε συνάρτηση με τις εκάστοτε κοινωνικές δομές. Οι αιώνες περνούσαν, το "Γυναικείο το μυστήριο παρέμεινε άλυτο".

Μέχρι που έφτασε... Η βιομηχανική επανάσταση. Τα αγαθά γίνονται περισσότερα σε είδος και σε αριθμό, είναι προσβάσιμα σχεδόν σε όλους. Μέτα από το τέλος του πρώτου και του δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου οι τίτλοι ευγενείας χάθηκαν, τα ήθη χαλάρωσαν, τυπικά τουλάχιστον και οι νέοι είχαν πλέον το δικαίωμα να έχουν σεξουαλικές επαφές ΑΛΛA και αγοραστική δύναμη. Εκεί στόχευσαν και οι πρωτοπόροι του μάρκετινγκ. Αρχικά, τα προϊόντα διαφημίζονται για τις ιδιότητές τους, αργότερα τα προϊόντα διαφημίζονταν από χαρούμενους νέους, φθάνοντας στο σήμερα όπου διαφημίζονται προϊόντα μέσα από πρότυπα/στερεότυπα. Άνδρες και γυναίκες έχουν προ πολλού χάσει τη σεξουαλική τους ταυτότητα, στην αυθεντική της μορφή και αποζητούν να αναδείξουν τη σεξουαλικότητά τους μέσα από τα διαφημιζόμενα προϊόντα. Όλοι θέλουν να γίνουν οι κυρίαρχοι στο παιχνίδι της κατάκτησης του αντιθέτου φύλου. Σπίτια, αυτοκίνητα, τσιγάρα, παπούτσια, κοσμήματα, ξυραφάκια, χρήματα, αλκοόλ, μακιγιάζ, πλαστική χειρουργική (άλλο κόμπλεξ αυτό), γυμναστήριο, θα δικαιολογήσει τις εκατοντάδες άλλες βιομηχανίες που θησαυρίζουν με την υπόσχεση παροχής αρρενωπής εμφάνισης-προσωπικότητας -τρόπου ζωής.

Όλοι έτσι πέφτουν στην παγίδα (είναι η εύκολη λύση, ο τρόπος που μεγαλώνουν, το κοινωνικό περιβάλλον, παιδεία, μόρφωση).

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Νευρική ανορεξία, κατανάλωση άχρηστων προϊόντων, πλαστοί άνθρωποι χωρίς ίχνος αυθεντικότητας και αυθορμητισμού, γίνονται αντικείμενο χλευασμού από τα περιττά στολίδια τους και συχνά πέφτουν σε κατάθλιψη. Οι έντονοι ρυθμοί ζωής δεν τους αφήνουν να αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους πέρα από το "θέλω(να είμαι)-το κυρίαρχο-αρσενικό". Έτσι έξω στο δρόμο παρατηρείς ψωνισμένες γυναίκες που σνομπάρουν τον καθένα αφού δεν έχουν υπαρκτό χαρακτήρα που να μπορεί να υποστηρίξει την περσόνα της "θεάς" που προσπαθούν να βγάλουν προς τα έξω και άνδρες/υπέρτατα αρσενικά, που στην πραγματικότητα φοβούνται τις γυναίκες, σ' ένα ακύρηχτο πόλεμο εντυπώσεων... Με έπαθλο πολυπόθητα πλάσματα που διεκδικούν χωρίς να εξετάζουν το αν υπάρχουν καν και ακόμα περισσότερο το αν τα αξίζουν πραγματικά...

Νικητής; Όποιος κάνει τα περισσότερα δίποδα άπτερα (ο ορισμός του ανθρώπου κατά τον Αριστοτέλη,μη με ρωτήσετε για λογική, δε βλέπω να υπάρχει σε πολλούς) να χαμηλώσουν το βλέμμα τους από ντροπή, να κοιτάξουν με φθόνο και ζήλεια ή με θαυμασμό για τη σωματική διάπλαση και τα στολίδια του...
Χαμένος; Μάλλον όλοι, αφού κανείς δε μιλάει σε κανέναν, όλοι είναι ξένοι μεταξύ τους για τα καλά, και το ρόλο της κοινωνικοποίησης παίζουν τα προϊόντα, συμπεριφορές και ατάκες από διαφημήσεις! Περιοδικά, τηλεόραση, αστικό περιβάλλον βομβαρδίζουν γυναίκες και άνδρες με καταναλωτικό λάϊφ στάϊλ, δημιουργώντας τους έτσι την εντύπωση πως μονάχα μέσα από τα προϊόντα θα βρουν σεξουαλικό σύντροφο και κοινωνική αναγνώριση...

Έτσι οι άνθρωποι παύουν να είναι άνθρωποι και είναι μονάχα άνδρες ή γυναίκες (ανεξάρτητα από το σεξουαλικό τους προσανατολισμό), και συμπεριφέρονται μονάχα βάσει του προτύπου που τους προβάλλεται κατά καιρούς μέσω του marketing σύμφωνα με τις ανάγκες του "τέρατος" για χρήματα.
Πίνουν νερό σαν Χ (όπου "Χ" βάλε ένα οποιοδήποτε φύλο), τρώνε ως Χ μιλάνε ως Χ, καταναλώνουν ως Χ, σκεύτονται ως Χ και ζουν ως Χ. Όχι ο καθένας όπως ο εαυτός του, αλλά όλοι όπως ο Χ. Ουσιαστικά, κανείς τους ποτέ δεν έκανε μια γνωριμία, μια συζήτηση, όλα τα έκανε η μάσκα του Χ που όλοι φοράνε. Κανείς δεν έζησε ως ο εαυτός του, παρά μόνο όπως ο Χ...

Σταματάμε να έχουμε προσωπικότητα, και έχουμε ένα κατευθυνόμενο γεννητικό όργανο που καθορίζει τη συμπεριφορά μας σε όλη μας τη ζωή!

Βλέπω τόσο σπάνια πια ανθρώπους στο δρόμο, που μου έχουν λείψει! Περπατάω και βλέπω μονάχα αιδοία και πέη πάνω σε πόδια, στο internet, το ίδιο, στην τηλεόραση(χαχα της έχω βάλει ένα Χ από χαρτοταινία), στη δουλειά, στο σχολείο, στα ΜΜΜεταφοράς, παντού το ίδιο!

Σε καλώ να απορρίψεις αυτό το μοντέλο ζωής και να ζήσεις ως ο εαυτός σου! Οι περισσότεροι δεν έχουν πραγματικό εαυτό, ποτέ δεν είχαν...
Ευκαιρία λοιπόν να δημιουργήσουν έναν εκ νέου! Να σταματήσουν να ρωτάνε τα πρότυπα για το ποιοί είναι στ' αλήθεια, και να το ανακαλύψουν μόνοι τους... Είναι φυσικό... και δωρεάν!

Συνέχεια...
0
Αναδημοσίευση απο το blog "Σχολιαστές χωρίς σύνορα".
Το εξαιρετικό κείμενο που ακολουθεί το αλίευσα από το http://www.panarchy.org

Είναι η αρχή μιας προσπάθειας για τη μετάφραση κειμένων, θεωρητικού περιεχομένου, αλλά σχετικά με θέματα που αφορούν την απτή καθημερινότητα μας. Το συγκεκριμένο κείμενο μου τράβηξε τη προσοχή μιας και το θέμα με της δημόσιες συγκοινωνίες και το ξεπούλημα του ΟΣΕ, θεωρώ ότι είναι άκρως σημαντικό. Ο Κόλιν Γουώρντ έγινε γνωστός αλλά και πολύ αγαπητός από την εμπλοκή του και την ενασχόληση του με θέματα της καθημερινότητας(every day anarchism). Στα ελληνικά μπορεί να διαβάσει κανείς το επίκαιρο: “Ελευθερία της κίνησης μετά το αυτοκίνητο” από τις εκδόσεις Άρδην, στο οποίο ο Γουώρντ μεταξύ άλλων καταγράφει και την εμπειρία του από τους αγώνες των τοπικών συμβουλίων στην Αγγλία,υπέρ του σιδηρόδρομου και των δημόσιων συγκοινωνιών.

Κόλιν Γουώρντ – Ο Αναρχισμός ως μια θεωρία οργάνωσης


Σημείωση: Αυτό το κείμενο δείχνει τις ομοιότητες μεταξύ του αναρχισμού και των αρχών των περίπλοκων συστημάτων που αποτελούνται από πολλές αλληλένδετες μονάδες. Ίσως, μόνο όταν αντικατασταθεί η μηχανιστική θεώρηση του κόσμου από μια κυβερνητική [1] , ο αναρχισμός ως οργάνωση να αναγνωρισθεί τελικά και να γίνει αποδεκτός.

Ίσως σκεφτείτε, ότι με το να περιγράφω τον αναρχισμό σαν μια θεωρία οργάνωσης ηθελημένα να προτείνω ένα παράδοξο: «αναρχία» μπορεί να θεωρείται από εσάς το αντίθετο της οργάνωσης. ‘Όμως, στη πραγματικότητα η «αναρχία» σημαίνει απουσία κυβέρνησης, απουσία εξουσίας.

Μπορεί να υπάρξει κοινωνική οργάνωση δίχως εξουσία, δίχως κυβέρνηση; Οι αναρχικοί ισχυρίζονται πως μπορεί να υπάρξει και ισχυρίζονται επίσης ότι είναι επιθυμητό να υπάρξει. Ισχυρίζονται, ότι στη βάση των κοινωνικών μας προβλημάτων είναι η αρχή της κυβέρνησης. Είναι, άλλωστε, οι κυβερνήσεις που ετοιμάζονται για πόλεμο και εξαπολύουν τον πόλεμο, ακόμα και αν είστε υποχρεωμένοι να πολεμήσετε σε αυτόν και να τον πληρώσετε. Οι βόμβες για τις οποίες ανησυχείτε δεν είναι αυτές με τις οποίες οι καρτουνίστες σχεδιάζουν τους αναρχικούς, αλλά οι βόμβες που οι κυβερνήσεις τελειοποίησαν με δικά σας έξοδα. Είναι, τελικά, οι κυβερνήσεις που φτιάχνουν και επιβάλουν τους νόμους που δίνουν τη δυνατότητα στους «έχοντες» να έχουν τον έλεγχο των κοινωνικών πόρων παρά να τους μοιράζονται με τους «μη έχοντες». Είναι, τελικά, η αρχή της εξουσίας που διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι θα δουλέψουν για κάποιον άλλο για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, όχι γιατί το απολαμβάνουν η έχουν τον έλεγχο επάνω στη δουλειά τους, αλλά γιατί το βλέπουν ως το μόνο μέσο βιοπορισμού.

Είπα ότι είναι οι κυβερνήσεις που κάνουν πολέμους και ετοιμάζουν πολέμους, αλλά προφανώς δεν είναι από μόνες τους. Η δύναμη μιας κυβέρνησης, ακόμα και της ποιο απόλυτης δικτατορίας, εξαρτάται από τη σιωπηρή συγκατάθεση των κυβερνωμένων.

Γιατί οι άνθρωποι συναινούν στο να κυβερνώνται; Δεν είναι μόνο ο φόβος: τι μπορεί να έχουν να φοβηθούν εκατομμύρια ανθρώπων από μια μικρή ομάδα πολιτικών; Είναι γιατί ενστερνίζονται τις ίδιες αξίες με τους κυβερνήτες τους. Κυρίαρχοι και κυριαρχούμενοι πιστεύουν στις αρχές της εξουσίας, της ιεραρχίας, της δύναμης. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αρχής. Οι αναρχικοί, η οποίοι πάντα έκαναν τον διαχωρισμό μεταξύ τους κράτους και της κοινωνίας, εμμένουν στην κοινωνική αρχή, η οποία μπορεί να ιδωθεί όποτε οι άνθρωποι ενώνονται σε σχέσεις βασισμένες στην κοινή ανάγκη η το κοινό συμφέρον. «Το Κράτος» είπε ο Γερμανός αναρχικός Γκούσταβ Λαντάουερ, «δεν είναι κάτι που μπορεί να καταστραφεί από μια επανάσταση, αλλά είναι μια συνθήκη, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το καταστρέφουμε με το να συνάπτουμε άλλες σχέσεις, με το να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά.»

Ο καθένας μπορεί να δει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο είδη οργάνωσης. Υπάρχει το είδος που σας επιβάλουν, το είδος που προέρχεται από τα επάνω και υπάρχει το είδος το οποίο πηγάζει από τα κάτω, στο οποίο κανένας δεν μπορεί να σας επιβάλει να κάνετε οτιδήποτε και στο οποίο είστε ελεύθεροι να συμμετέχετε η να φύγετε από μόνοι σας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που θέλουν να μεταμορφώσουν όλα τα είδη της ανθρώπινης οργάνωσης στο είδος της καθαρά εθελοντικής ένωσης όπου οι άνθρωποι μπορούν να τη διακόψουν και να ξεκινήσουν μια δικιά τους αν δεν τους αρέσει. Εγώ, κάποτε, κάνοντας μια επισκόπηση αυτού του επιπόλαιου αλλά χρήσιμου μικρού βιβλίου με τίτλο «Ο νόμος του Πάρκινσον»(*), προσπάθησα να διατυπώσω τέσσερις αρχές μιας αναρχικής θεωρίας της οργάνωσης:

ότι θα πρέπει να είναι:

(1) Εθελοντική

(2) Λειτουργική
(3) Προσωρινή
(4) Μικρού μεγέθους.

Θα πρέπει να είναι εθελοντική για προφανείς λόγους. Δεν υπάρχει κανένα νόημα στη συνηγορία μας στην ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα αν είναι να συνηγορούμε για θεσμούς στους οποίους η συμμετοχή είναι υποχρεωτική.

Θα πρέπει να είναι λειτουργική και προσωρινή ακριβώς γιατί η μονιμότητα είναι ένας από τους παράγοντες που σκληραίνουν τις αρτηρίες ενός οργανισμού, κάνοντας τον να ενδιαφέρεται για την επιβίωση του ιδίου, υπηρετώντας τα συμφέροντα των γραφειοκρατών παρά τη λειτουργία του.

Θα πρέπει να είναι μικρού μεγέθους ακριβώς γιατί σε μικρά γκρουπ «πρόσωπο με πρόσωπο», οι γραφειοκρατικές και οι ιεραρχικές τάσεις που είναι έμφυτες σε οργανισμούς θα έχουν τη μικρότερη πιθανότητα να αναπτυχθούν. Είναι όμως από το τελευταίο σημείο από το οποίο οι δυσκολίες πηγάζουν. Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι ένα μικρό γκρουπ μπορεί να λειτουργήσει αναρχικά, είμαστε ακόμα αντιμέτωποι με το πρόβλημα όλων εκείνων των κοινωνικών λειτουργιών για τις οποίες είναι απαραίτητη η οργάνωση αλλά σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. «Καλά», μπορεί να απαντήσουμε, όπως κάποιοι αναρχικοί έχουν κάνει, «αν μεγάλοι οργανισμοί είναι απαραίτητοι, μη μας υπολογίζετε. Θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτούς». Μπορούμε να το πούμε αυτό φυσικά, αλλά αν προπαγανδίζουμε τον αναρχισμό ως μια κοινωνική φιλοσοφία πρέπει να συνυπολογίζουμε και όχι να αποφεύγουμε τα κοινωνικά γεγονότα. Είναι καλύτερα για εμάς να πούμε «αφήστε μας να βρούμε τρόπους με τους οποίους μεγάλης κλίμακας λειτουργίες μπορούν να διασπαστούν σε λειτουργίες ικανές να οργανωθούν από μικρά λειτουργικά γκρουπ και τότε συνδέστε όλα αυτά τα γκρουπ με ομοσπονδιακό τρόπο.» Οι κλασικοί αναρχικοί στοχαστές, οραματιζόμενοι τη μελλοντική οργάνωση της κοινωνίας, σκέπτονταν με όρους δύο ειδών κοινωνικών θεσμών: Σαν μια γεωγραφική μονάδα, τη κομμούνα, μια Γαλλική λέξη που μπορείτε να τη θεωρήσετε ως ισοδύναμη της λέξης «κοινότητα» η της Ρωσικής λέξης «σοβιέτ» στη αυθεντική σημασία της, αλλά που έχει επίσης και τη χροιά των αρχαίων οργανωμένων χωριών για τη καλλιέργεια γης από κοινού. Και το συνδικάτο, μια άλλη Γαλλική λέξη από την ορολογία των σωματίων εμπορίου, η το συμβούλιο των εργατών σαν μονάδα βιομηχανικής οργάνωσης. Και τα δύο έχουν οραματισθεί σαν μικρές μονάδες που θα μπορούσαν να ομοσπονδοποιηθούν μεταξύ τους για τις μεγαλύτερες υποθέσεις της ζωής, διατηρώντας την αυτονομία τους, η μια ομοσπονδοποιούμενη γεωγραφικά και η άλλη βιομηχανικά.

Το πλησιέστερο πράγμα στην καθημερινή πολιτική εμπειρία, στην ομόσπονδη αρχή που προτάθηκε από τον Προυντόν και τον Κροπότκιν θα ήταν το Ελβετικό, παρά το Αμερικάνικο, πολιτικό σύστημα. Και χωρίς να θέλω να υμνήσω το Ελβετικό πολιτικό σύστημα, μπορούμε να δούμε ότι τα είκοσι δύο ανεξάρτητα καντόνια της Ελβετίας είναι μια επιτυχημένη ομοσπονδία. Είναι μια ομοσπονδία όμοιων μονάδων, μικρών πυρήνων, και τα σύνορα των καντονιών διασχίζουν ενδιάμεσα τα γλωσσολογικά και εθνικά όρια έτσι ώστε, σε αντίθεση με πολλές ανεπιτυχείς ομοσπονδίες, η συνομοσπονδία δεν κυριαρχείται από μια η κάποιες πολιτικές μονάδες. Γιατί το πρόβλημα της ομοσπονδίας, όπως το θέτει ο Λέοπολντ Κόρ στο «Η κατάρρευση των Κρατών», είναι πρόβλημα διαχωρισμού και όχι ενότητας.

Ο Herbert Luethy γράφει για το πολιτικό σύστημα της χώρας του:

«Κάθε Κυριακή, οι κάτοικοι πολυάριθμων κοινοτήτων, προσέρχονται στις κάλπες για εκλέξουν δημόσιους λειτουργούς, να επικυρώσουν κονδύλια, η να αποφασίσουν αν θα χτιστεί ένα σχολείο η ένας δρόμος. Αφού κανονίσουν τις δουλειές της κομμούνας, ασχολούνται με τις εκλογές στα καντόνια και ψηφίζουν για θέματα των καντονιών. Στο τέλος..παίρνονται οι αποφάσεις που αφορούν την ομοσπονδία. Σε κάποια από τα καντόνια, οι κυρίαρχοι άνθρωποι ακόμα συναντιούνται σε στυλ Ρουσώ, για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αυτή η μορφή συγκέντρωσης μπορεί να ειδωθεί σαν μια σεβαστή παράδοση με μια κάποια τουριστική αξία. Αν είναι έτσι αξίζει να δει κανείς τα αποτελέσματα της τοπικής δημοκρατίας. Το πιο απλό παράδειγμα είναι το Ελβετικό σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο είναι το πιο πυκνό στο κόσμο. Με μεγάλο κόστος και προβλήματα, έχει φτιαχτεί για εξυπηρετεί τις ανάγκες των πλέον μικρών κοινοτήτων και των πιο απομακρυσμένων κοιλάδων, όχι σαν μια πρόταση κέρδους αλλά γιατί έτσι ήθελε ο λαός. Είναι το αποτέλεσμα μανιασμένων πολιτικών αγώνων. Το 19ο αιώνα, το «δημοκρατικό σιδηροδρομικό κίνημα» έφερε τις μικρές Ελβετικές κοινότητες σε σύγκρουση με τις μεγάλες πόλεις οι οποίες είχαν συγκεντρωτικά σχέδια…

Και αν συγκρίνουμε το Ελβετικό δίκτυο με το Γαλλικό το οποίο, με αξιέπαινη γεωμετρική κανονικότητα, είναι εξ ολοκλήρου επικεντρωμένο στο Παρίσι ώστε η ευημερία ή η παρακμή μια περιοχής, η ζωή ή ο θάνατος ολόκληρων περιοχών να έχει εξαρτηθεί από τη ποιότητα της σύνδεσης με τη πρωτεύουσα, βλέπουμε τη διαφορά μεταξύ του συγκεντρωτικού κράτους και της ομόσπονδης συμμαχίας. Ο σιδηροδρομικός χάρτης είναι ο ευκολότερος να διαβάσει κανείς με μια ματιά, αλλά ας υπερθέσουμε επάνω του μια άλλη οικονομικά δραστηριότητα καθώς και τη μετακίνηση πληθυσμών.. Η διανομή της βιομηχανικής δραστηριότητας σε όλη την Ελβετία, ακόμα και στις απομακρυσμένες περιοχές μαρτυρεί για την δύναμη και τη σταθερότητα της κοινωνικής δομής της χώρας και απέτρεψε όλες τις φρικτές συγκεντρώσεις της βιομηχανίας, με τα γκέτο και το ξεριζωμένο προλεταριάτο.»


Τα παραθέτω όλα αυτά, όπως είπα, όχι για να υμνήσω την Ελβετική δημοκρατία, αλλά για να υποδείξω ότι η ομοσπονδιακή αρχή η οποία βρίσκεται στη καρδία της αναρχικής κοινωνικής θεωρίας, είναι άξια περισσότερης προσοχής από ότι της έχει δοθεί στα συγγράμματα της πολικής επιστήμης. Ακόμα και στο πλαίσιο των συνήθων πολιτικών θεσμών η υιοθέτηση της έχει εκτεταμένα αποτελέσματα. Μια άλλη αναρχική θεωρία οργάνωσης είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε «αυθόρμητη τάξη»: Δεδομένης μιας κοινής ανάγκης, μιας συλλογικότητα ανθρώπων, μέσω της δοκιμής και του λάθους, με αυτοσχεδιασμό και πειραματισμό, θα εξελίξει τη τάξη από το χάος. Μια τάξη πιο συνεχή και πιο στενά συνδεδεμένη στις ανάγκες τους από οποιοδήποτε άλλο είδος εξωτερικά επιβεβλημένης τάξης. Ο Κροπότκιν παρήγαγε αυτή τη θεωρία από τις παρατηρήσεις του πάνω στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας και της κοινωνικής βιολογίας που οδήγησαν στο βιβλίο του «Αλληλοβοήθεια» και έχει παρατηρηθεί στις ποιο επαναστατικές καταστάσεις, σε όλους τους ad hoc οργανισμούς που ξεφυτρώνουν μετά από φυσικές καταστροφές, η σε οποιαδήποτε δραστηριότητα όταν δεν υπάρχουν οργανωτικές φόρμες η ιεραρχική εξουσία. Το όνομα που έχει δοθεί σε αυτή την έννοια είναι «Κοινωνικός Έλεγχος» στο ομότιτλο βιβλίο του Έντουαρντ Άλσγουωρθ Ρος, ο οποίος παρέθεσε στιγμές από «συνοριακές» κοινωνίες όπου, μέσω ανοργάνωτων η άτυπων μέτρων, η τάξη διατηρείται χωρίς να ωφελείται η θεσμοποιημένη εξουσία. «Η συμπάθεια, η κοινωνικότητα, η αίσθηση δικαιοσύνης και η δυσαρέσκεια, είναι αρμόδιες, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, να επεξεργαστούν για τον εαυτό τους μια αληθινή, φυσική τάξη, δηλαδή μια τάξη δίχως σχεδιασμό η τέχνη.»
´Ενα ενδιαφέρον παράδειγμα άσκηση αυτής της θεωρίας ήταν το Πρωτοπόρο Κέντρο Υγείας στο Peckham του Λονδίνου, που ξεκίνησε στη δεκαετία πρίν τον πόλεμο από μία ομάδα γιατρών και βιολόγων που ήθελαν να μελετήσουν τη φύση της υγείας και την υγιή συμπεριφορά αντί για τη μελέτη της άρρωστης-υγείας όπως οι υπόλοιποι του επαγγέλματος τους. Αποφάσισαν ότι ο τρόπος για να το κάνουν αυτό ήταν να ξεκινήσουν μία κοινωνική λέσχη τα μέλη της οποίας συμμετείχαν ως οικογένειες και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν διάφορες εγκαταστάσεις μεταξύ των οποίων η πισίνα, το θέατρο, τον παιδικό σταθμό και την καφετέρια, με αντάλλαγμα για την εγγραφή των μελών της οικογένειας και τη συμφωνία τους για περιοδικές ιατρικές εξετάσεις. Δινόταν συμβουλές και όχι θεραπευτική αγωγή. Με σκοπό να είναι ικανοί να αντλήσουν έγκυρα συμπεράσματα οι βιολόγοι του Peckman σκέφτηκαν ότι ήταν αναγκαίο να μπορούν να παρατηρούν τα ανθρώπινα όντα που ήταν ελεύθερα – ελεύθερα να δράσουν όπως επιθυμούσαν και να εκφράζουν τις επιθυμίες τους. Έτσι δεν υπήρχαν ούτε κανόνες ούτε αρχηγοί. “Ήμουν το μοναδικό πρόσωπο με εξουσία” έλεγε ο Δρ Scott Williamson, ο ιδρυτής, “και τη χρησιμοποιούσα για να σταματήσω κάποιον ο οποίος χρησιμοποιούσε οποιαδήποτε εξουσία” Για τους πρώτους οχτώ μήνες υπήρχε χάος. “Με τα πρώτα μέλη των οικογενειών” λέει ένας παρατηρητής, “κατέφθασε μία ορδή από απείθαρχα παιδιά που χρησιμοποιούσαν ολόκληρο το κτίριο όπως θα είχαν, πιθανά, χρησιμοποιήσει έναν τεράστιο δρόμο του Λονδίνου. Ουρλιάζοντας και τρέχοντας σαν χούλιγκανς μέσα σε όλα τα δωμάτια, σπάζοντας εξοπλισμό και έπιπλα”, έκαναν τη ζωή ανυπόφορη για όλους. Ο Scott Williamson ωστόσο, “επέμενε ότι η ηρεμία θα αποκαθιστώνταν μόνο από την αντίδραση των παιδιών στην ποικιλία των ερεθισμάτων που τοποθετήθηκαν στο δρόμο τους” και “σε λιγότερο από ένα χρόνο το χάος μειώθηκε σε μία τάξη όπου οι ομάδες των παιδιών καθημερινά μπορούσαν να βρεθούν να κολυμπάνε, να πατινάρουν, να κάνουν ποδήλατο, να χρησιμοποιούν το γυμναστήριο ή να παίζουν κάποιο παιχνίδι, περιστασιακά να διαβάζουν κάποιο βιβλίο στη βιβλιοθήκη… το τρέξιμο και η κραυγή ήταν πράγματα του παρελθόντος.”

Περισσότερο δραματικά παραδείγματα του ίδιου φαινόμενου αναφέρονται από εκείνους τους ανθρώπους που ήταν αρκετά γενναίοι, ή σίγουροι να θεσμίσουν αυτοκυβερνώμενες μη-πειθαρχικές κοινότητες παραβατικών ή απροσάρμοστων παιδιών: οι August Aichorn και Homer Lane είναι τέτοια παραδείγματα. Ο Aichorn διεύθυνε αυτό το διάσημο ινστιτούτο στη Βιέννη, που περιέγραψε στο βιβλίο του Wayward Youth. Ο Homer Lane ήταν ο άνθρωπος που, μετά από τα πειράματα στην Αμερική ξεκίνησε στη Βρετανία μία κοινότητα από νέους παραβάτες, αγόρια και κορίτσια, που την αποκαλούσε Μικρή Κοινοπολιτεία. Ο Lane συνήθιζε να διακηρύσσει ότι “Η ελευθερία δεν μπορεί να δοθεί. Παίρνεται από το παιδί μέσα στην ανακάλυψη και την εφεύρεση”. Πιστός σε αυτή την αρχή, σημειώνει ο Howard Jonew, “αρνήθηκε να επιβάλει πάνω στα παιδιά ένα σύστημα διακυβέρνησης που αντέγραφε τους θεσμούς του κόσμου των ενήλικων. Η δομή αυτοκυβέρνησης της Μικρής Κοινοπολιτείας αναπτύχθηκε από τα ίδια τα παιδιά, σιγά και με πόνο για να ικανοποιήσει τις δικές τους ανάγκες.”

Οι αναρχικοί πιστεύουν στις ομάδες χωρίς ηγέτες, και εάν αυτή η φράση είναι οικεία σε εσάς είναι λόγω του παράδοξου που ήταν γνωστό στην τεχνική της ομάδας χωρίς ηγέτες που υιοθετήθηκε στο Βρετανικό και Αμερικανικό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου – ως μέσο επιλογής των ηγετών. Οι στρατιωτικοί ψυχίατροι έμαθαν ότι τα γνωρίσματα του ηγέτη ή του ακόλουθου δεν εκτίθενται σε απομόνωση. Όπως έγραψε κάποιος από αυτούς “ανάλογα με τη συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση –η ηγεσία ποικίλει από κατάσταση σε κατάσταση και από ομάδα σε ομάδα.” Ή όπως το είχε θέσει ο Mihael Bakunin εκατό χρόνια πριν, “Παίρνω- δίνω, έτσι είναι η ανθρώπινη ζωή. Καθένας κατευθύνει και κατευθύνεται με τη σειρά του. Επομένως δεν υπάρχει σταθερή και συνεχής εξουσία, αλλά μία διαρκής ανταλλαγή αμοιβαίας, προσωρινής και πάνω από όλα, εθελοντικής εξουσίας και υποταγής”

Το σημείο αυτό για την ηγεσία τέθηκε καλά στο βιβλίο του John Comerford, Health the Unknown, για το πείραμα του Peckham:

“Συνηθισμένος όπως είναι σε αυτή την ηλικία στην τεχνική ηγεσία… είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει την αλήθεια πως οι ηγέτες δεν χρειάζονται εκπαίδευση ή καθορισμό, αλλά αναδύονται αυθόρμητα όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Μελετώντας τα μέλη στο ελεύθερο για όλου Κέντρο του Peckham, οι παρατηρητές επιστήμονες είδαν ξανά ξαν ά πως ένα μέλος ενστικτωδώς έγινε, και αναγνωρίσθηκε ενστικτωδώς αλλά όχι επίσημα, ηγέτης για να συναντηθεί με τις ανάγκες τις συγκεκριμένης στιγμής. Τέτοιοι ηγέτες εμφανίζονται και εξαφανίζονται όπως απαιτούσε η ροή του Κέντρου. Επειδή δεν ήταν συνειδητά καθορισμένοι, ούτε (όταν είχαν ικανοποιήσει το σκοπό τους) ανατρεπόταν συνειδητά. Ούτε εκδηλωνόταν οποιαδήποτε ευγνωμοσύνη από τα μέλη στον ηγέτη είτε στο χρόνο των υπηρεσιών του ή μετά την παράδοση τους. Αυτοί ακολουθούσαν την καθοδήγηση τους όσο αυτή ήταν χρήσιμη και την ήθελαν. Σκορπίζαν μακριά του χωρίς συγγνώμη όταν κάποια ευρύτερη εμπειρία τους έκανε νόημα σε μία ποιο φρέσκια περιπέτεια, που με τη σειρά της θα ξερνούσε τον αυθόρμητο ηγέτη της, ή όταν η αυτοπεποίθηση ήταν τέτοια που κάθε μορφή εξαναγκαστικής ηγεσίας θα ήταν περιορισμός για αυτούς. Μία κοινωνία, επομένως, εάν αφεθεί στις κατάλληλες συνθήκες να εκφράσει τον εαυτό της αυθόρμητα δοκιμάζει τη σωτηρία της και πετυχαίνει την αρμονία της δράσης της που η επιβεβλημένη ηγεσία δεν μπορεί να τη συναγωνιστεί.”

Μην ξεγελιέστε από το γλυκό εύλογο όλων αυτών. Αυτή η αναρχική έννοια της ηγεσίας είναι αρκετά επαναστατική στις συνέπειες της όπως μπορείς να δεις εάν κοιτάξεις γύρω σου, βλέπεις παντού σε λειτουργία την αντίθετη έννοια: της ιεραρχικής, εξουσιαστικής, προνομιούχας και μόνιμης ηγεσίας. Υπάρχουν ελάχιστες συγκριτικές έρευνες διαθέσιμες για τις επιδράσεις των δύο αντίθετων προσεγγίσεων στην οργάνωση της εργασίας. Δύο από αυτές θα τις αναφέρω αργότερα· μία άλλη, σχετική με την οργάνωση των αρχιτεκτονικών γραφείων παράχθηκε το 1962 για το ινστιτούτο των Βρετανών Αρχιτεκτόνων κάτω από τον τίτλο The Architect and His Office. Η ομάδα που ετοίμασε αυτή την αναφορά θεμελίωσε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαδικασία σχεδιασμού, που οδήγησε στην ανάδειξη διαφορετικών τρόπων εργασίας και μεθόδων οργάνωσης. Η μία κατηγοριοποιήθηκε ως κεντροποιημένη, και χαρακτηριζόταν από αυτοκρατικές μορφές ελέγχου, και την άλλη την αποκάλεσαν διάχυτη, που παρείχε αυτό που αποκαλούσαν “μία άτυπη ατμόσφαιρα ελεύθερης-ροής ιδεών” Αυτό είναι ένα πολύ ζωντανό θέμα ανάμεσα στους αρχιτέκτονες. Ο κύριος W.D Pile, με επίσημη ιδιότητα βοήθησε στην εγγύηση της κύριας επιτυχίας της μεταπολεμικής βρετανικής αρχιτεκτονικής, το πρόγραμμα κατασκευής σχολείων, καθορίζει ανάμεσα στα πράγματα που κοιτάει σε ένα μέλος της ομάδας κατασκευής αυτό: “πρέπει να έχει μία πίστη σε αυτό που αποκαλώ μη-ιεραρχική οργάνωση της εργασίας. Η εργασία οφείλει να οργανώνεται όχι στο σύστημα των άστρων αλλά στο σύστημα του ρεπερτορίου. Ο ηγέτης της ομάδας μπορεί συχνά να είναι ένας νέο μέλος της ομάδας. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό εάν είναι κοινά αποδεκτό πως η ανωτερότητα βρίσκεται στην καλύτερη ιδέα και όχι στον παλαιότερο άνθρωπο” Και ένας από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες μας, ο Walter Gropius, διακήρυττε ότι αυτό που αποκαλούσε τεχνική “της συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους, που μπορούσε να απελευθερώσει τα δημιουργικά ένστικτα του ατόμου αντί να τα καταπνίξει. Η ουσία της τεχνικής αυτής όφειλε να δίνει έμφαση στην ατομική ελευθερία για πρωτοβουλία, αντί στην εξουσιαστική καθοδήγηση ενός αφεντικού… συγχρονίζοντας την ατομική προσπάθεια μέσω ενός συνεχούς δίνω-παίρνω των μελών του…”

Αυτό μας οδηγεί σε έναν άλλον ακρογωνιαίο λίθο της αναρχικής θεωρίας, την ιδέα του εργατικού ελέγχου της βιομηχανίας. Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο εργατικός έλεγχος είναι μία ελκυστική ιδέα, αλλά δεν μπορεί να υλοποιηθεί (και επομένως ανάξια να αγωνιστεί κανείς για αυτή) λόγω της κλίμακας και της πολυπλοκότητας της νεωτερικής βιομηχανίας. Πώς μπορούμε να τους πείσουμε διαφορετικά; Εκτός από το να επισημάνουμε πως η αλλαγή των πηγών της εξουσίας των κινήτρων κάνει τη γεωγραφική συγκέντρωση της βιομηχανίας απαρχαιωμένη, και το πως οι αλλαγές στις μεθόδους παραγωγής κάνουν τη συγκέντρωση μεγάλων αριθμών ανθρώπων περιττή, ίσως η καλύτερη μέθοδος να πείσουμε τους ανθρώπους ότι ο εργατικός έλεγχος είναι μία εφικτή πρόταση στη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας είναι δείχνοντας τα επιτυχημένα παραδείγματα αυτού που οι συντεχνιακοί σοσιαλιστές αποκαλούσαν “έλεγχο οικειοποίησης” Αυτοί ήταν μερικοί και περιοριστικοί στην πραγματικότητα, όπως ήταν υποχρεωμένοι, αλλά έδειξαν πως οι εργαζόμενοι είχαν την οργανωτική ικανότητα στη βάση τους, που οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται ότι την κατέχουν.

Επιτρέψτε μου να το εξηγήσω μέσα από δύο στιγμές τις νεωτερικής μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας. Το πρώτο είναι το σύστημα της ομάδας εργατών, και περιγράφηκε από έναν Αμερικανό καθηγητή της βιομηχανικής και διευθυντικής μηχανικής, Seymour Melman, στο βιβλίο του Decision-Making and Productivity. Αναζητούσε, μέσω μία λεπτομερούς σύγκρισης της μανιφακτούρας του ίδιου προϊόντας, του τρακτέρ Ferguson, στο Detroit και το Coventry, Αγγλία, “να αποδείξει ότι υπήρχαν πραγματικές εναλλακτικές στον κανόνα της διεύθυνσης της παραγωγής” Η έκθεση του για τη λειτουργία του συστήματος της ομάδας εργατών επιβεβαιώθηκε από έναν μηχανικό στο Coventry, τον Reg Wright, σε δύο άρθρα της Αναρχίας. Στη βιομηχανία τρακτέρ του Standard στην περίοδο μέχρι το 1956 που πουλήθηκε, ο Melman γράφει: “Σε αυτή την εταιρεία θα δούμε ότι την ίδια στιγμή: χιλιάδες εργάτες λειτουργούσαν δυνητικά χωρίς επιτήρηση όπως συμβατικά κατανοείται, και σε πολύ υψηλή παραγωγικότητα· πληρωνόταν ο μεγαλύτερος μισθός στη βρετανική βιομηχανία· παραγόταν υψηλής ποιότητας προϊόντα σε αποδεκτές τιμές σε εργοστάσια εκτατικής μηχανοποίησης· η διεύθυνση διεξήγαγε τις υποθέσεις της σε ασυνήθιστα χαμηλό κόστος· οι επίσης οργανωμένοι εργάτες είχαν ένα ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή της λήψης των αποφάσεων”

Από την πλευρά της παραγωγής οι εργάτες, “το σύστημα της ομάδας εργασίας οδηγούσε στην παρακολούθηση των αγαθών και όχι στην παρακολούθηση των ανθρώπων” Ο Melman παραβάλει τον “αρπαχτικό ανταγωνισμό” που χαρακτηρίζει το διευθυντικό σύστημα λήψης αποφάσεων με το εργατικό σύστημα λήψης αποφάσεων στο οποίο “το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδικασίας διαμόρφωσης της απόφασης είναι αυτό της αμοιβαιότητας της λήψης της απόφασης με την τελική εξουσία που βρίσκεται στα χέρια των ομαδοποιημένων εργατών καθεαυτά.” Το σύστημα ομάδας όπως περιγράφεται από τον Melman είναι πολύ όμοιο με το συλλογικό σύστημα συμβολαίου που επινοήθηκε από τον G.D.H Cole, που ισχυριζόταν ότι “το αποτέλεσμα θα ήταν να συνδέσει τα μέλη της ομάδας εργασίας μαζί σε μία κοινή επιχείρηση κάτω από την αιγίδα και τον έλεγχο τους, και να τα απελευθερώσει από την εξωτερικά επιβλημένη πειθαρχία σε σχέση με τη μέθοδο τους να γίνει η δουλειά.”

Το δεύτερο μου παράδειγμα αντλείται πάλι από μία συγκριτική μελέτη των διαφορετικών μεθόδων της εργατικής οργάνωσης, που έγινε από το ινστιτούτο του Tavistock στα τέλη της δεκαετίας του 50, και αναφέρεται στο Organisational Choice του E. L. Trist, και το Autonomous Group Functioning του P. Herbst. Η σημασία του μπορεί να φανεί από τις εισαγωγικές λέξεις του πρώτου: “Η έρευνα αυτή αφορά μία ομάδα ανθρακωρύχων που ήρθαν μαζί για να αναπτύξουν έναν νέο τρόπο ομαδικής εργασίας, σχεδιάζοντας τον τύπο της αλλαγής που ήθελαν να φέρουν σε πέρας, και την ελέγχουν σε πρακτικό επίπεδο. Ο νέος τύπος της εργατικής οργάνωσης που έχει μείνει γνωστή στη βιομηχανία ως σύνθετη εργασία, έχει σε μερικά χρόνια αναδυθεί αυθόρμητα σε έναν αριθμό διαφορετικών λάκκων στο βορειοδυτικό πεδίο άνθρακα του Durham. Οι ρίζες της πάνε πίσω σε μία παλιά παράδοση η οποία έχει σχεδόν αντικατασταθεί ολοκληρωτικά στην πορεία του τελευταίου αιώνα από την εισαγωγή των τεχνικών εργασίας που βασίζονται στον τεμαχισμό καθηκόντων, τη διαφορά στο στάτους και το μισθό, και τον εξωτερικό ιεραρχικό έλεγχο.” Η άλλη αναφορά σημειώνει πως η μελέτη έδειξε “την ικανότητα των αρκετά μεγάλων ομάδων εργασίας των 40-50 μελών να δρουν αυτορυθμιζόμενοι, αυτοαναπτυσσόμενοι κοινωνικοί οργανισμοί ικανοί να συντηρούνται αφεαυτοί σε μία σταθερή κατάσταση υψηλής παραγωγικότητας” Οι συγγραφείς περιγράφουν το σύστημα με έναν τρόπο που δείχνει τη σχέση του με την αναρχική σκέψη:

“Η σύνθετη οργάνωση της εργασίας μπορεί να περιγραφεί ως μία στην οποία η ομάδα παίρνει τη συνολική ευθύνη για ολόκληρο τον κύκλο των εγχειρημάτων που περιλαμβάνονται στη εξόρυξη του άνθρακα. Κανένα μέλος της ομάδας δεν έχει σταθερό εργατικό ρόλο.”


Αντί για αυτό, οι άνθρωποι αναπτύσσουν οι ίδιοι, εξαρτώμενοι από τις απαιτήσεις του εν κινήσει ομαδικού καθήκοντος. Μέσα στα όρια των απαιτήσεων της τεχνολογίας και της ασφάλειας είναι ελεύθεροι να αναπτύξουν τον δικό τους τρόπο οργάνωσης και της εκτέλεσης του καθήκοντος τους. Δεν είναι το υποκείμενο σε καμιά εξωτερική αρχή σε σχέση με αυτή, ούτε υπάρχει μέσα στην ομάδα κάποιο μέλος που αναλαμβάνει την τυπική διευθυντική λειτουργία της ηγεσίας. Ενώ στη long wall συμβατική εργασία το καθήκον της εξόρυξης του άνθρακα διαχωρίζεται σε τέσσερις με οχτώ ρόλους εργασίας, που εκτελούνται από διαφορετικές ομάδες, με καθεμία να πληρώνεται σε διαφορετική τιμή, στις σύνθετες ομάδες εργασίας τα μέλη δεν πληρώνονται απευθείας για κάθε καθήκον που εκτελείται. Η συμφωνία για το μισθό όλων, αντί για αυτό, βασίζεται στη διαπραγμάτευση της τιμής για τόνους παραγόμενου κάρβουνου από την ομάδα. Το εισόδημα που αποκτάται χωρίζεται ισότιμα ανάμεσα στα μέλη της ομάδας.

Τα έργα στα οποία παραπέμπω έχουν γραφτεί για ειδικούς στην παραγωγικότητα και τη βιομηχανική οργάνωση, αλλά τα μαθήματα τους είναι καθαρά για ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την ιδέα του εργατικού ελέγχου. Αντιμέτωποι με την αντίρρηση ότι ακόμα και αν μπορούν να εμφανιστούν αυτόνομες ομάδες που μπορούν να οργανωθούν οι ίδιες σε μεγάλη κλίμακα και πολύπλοκα καθήκοντα, δεν έχει ακόμα φανεί ότι μπορούν να συντονιστούν επιτυχώς, καταφεύγουμε ξανά στη αρχή της ομοσπονδίας. Δεν υπάρχει τίποτα παράξενο σχετικά με την ιδέα ότι μεγάλες μονάδες αυτόνομων βιομηχανικών μονάδων μπορούν να οργανωθούν ομοσπονδιακά και να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Εάν ταξιδέψετε στην Ευρώπη πάτε πάνω από τις γραμμές μίας ντουζίνας συστημάτων σιδηρόδρομων – καπιταλιστικών και κομμουνιστικών – στις οποίες φτάνουν μέσα από την ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα σε διάφορες αναλήψεις χωρίς κεντρική αρχή. Μπορείς να στείλεις ένα γράμμα οπουδήποτε στον κόσμο, αλλά δεν υπάρχει καμία ταχυδρομική αρχή – οι αντιπρόσωποι των διαφορετικών ταχυδρομικών αρχών απλά έχουν ένα συμβούλιο περίπου κάθε πέντε χρόνια.

Υπάρχουν ρεύματα, που παρατηρούνται σε αυτά τα περιστασιακά πειράματα στη βιομηχανική οργάνωση, σε νέες προσεγγίσεις προβλημάτων παραβατικότητας και εθισμού, στην εκπαιδευτική και κοινοτική οργάνωση, και στην “απο-ιδρυματοποίηση” νοσοκομείων, άσυλων, παιδικών σταθμών και πάει λέγοντας, που έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, και που λειτουργούν ενάντια στις γενικά αποδεκτές ιδέες για την οργάνωση, την εξουσία και την κυβέρνηση. Η κυβερνητική θεωρία με την έμφαση της στα συστήματα αυτοοργάνωσης, οδηγεί σε μία παρόμοια επαναστατική κατεύθυνση. Οι George και Louise Crowley, για παράδειγμα, στα σχόλια τους στην έκθεση τους Ad Hoc Committee on the Triple Revolution, (Monthly Review, Nov. 1964) σημειώνουν ότι, “Δεν το βρίσκουμε λιγότερο λογικό να αξιώσουμε μία λειτουργική κοινωνία χωρίς εξουσία από το να αξιώσουμε ένα τακτικό σύμπαν χωρίς θεό. Επομένως η λέξη αναρχία δεν πρέπει να μας φοβίζει με συνειρμούς για αταξία, χάος ή σύγχυση. Για τον άνθρωπο, που ζει σε μη ανταγωνιστικές συνθήκες ελευθερίας από τον μόχθο και την καθολική αφθονία, η αναρχία είναι απλά η ενδεδειγμένη κατάσταση της κοινωνίας.” Στη Βρετανία ο καθηγητής Richard Titmuss σημειώνει ότι οι κοινωνικές ιδέες μπορούν να είναι το ίδιο σημαντικές στο επόμενο μισό αιώνα ως τεχνολογική καινοτομία. Πιστεύω ότι οι κοινωνικές ιδέες του αναρχισμού: αυτόνομες ομάδες, αυθόρμητη τάξη, εργατικός έλεγχος, η αρχή της ομοσπονδιοποίησης, αθροίζονται σε μία συνεκτική θεωρία της κοινωνικής οργάνωσης που είναι έγκυρη και ρεαλιστικά εναλλακτική στην εξουσιαστική, ιεραρχική και θεσμική κοινωνική φιλοσοφία που τις βλέπουμε να εφαρμόζονται παντού γύρω μας. Ο άνθρωπος θα υποχρεωθεί, διακήρυττε ο Κροπότκιν, “να βρει νέες μορφές οργάνωσης για τις κοινωνικές λειτουργίες που το Κράτος ικανοποιεί μέσω της γραφειοκρατίας” και επέμενε ότι “όσο καιρό αυτό δεν γίνεται τίποτα δεν θα γίνεται” Νομίζω ότι οφείλουμε να ανακαλύψουμε πως πρέπει να είναι αυτές οι νέες μορφές της οργάνωσης. Τώρα πρέπει να κάνουμε τις ευκαιρίες πράξη.

Σημειώσεις:

[1](Σ.τ.Μ.)Με τον όρο “κυβερνητική” εννοούμε την : “επιστήμη συστημάτων(ή συστημική)Eνα διεπιστημονικό γνωστικό πεδίο το οποίο παρέχει έναν κοινό τρόπο σκέψης με στόχο την ανάπτυξη μεθοδολογικών πλαισίων για τη μελέτη συστημάτων με εσωτερική δομή (π.χ. κοινωνικά, ηλεκτρονικά, βιολογικά, γνωσιακά ή μεταφυσικά συστήματα).( http://en.wikipedia.org/wiki/Cybernetics )

Για τη ζωή , τη προσφορά και το έργο του Γουώρντ : http://en.wikipedia.org/wiki/Colin_Ward

Συνέχεια...

Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους

Posted: by παντιγέρα in
0
"Όλα πήγαν στραβά εξ αρχής στο κράτος που ονομάστηκε Ελλάδα, το 1830 που εμφανίστηκε η νέα Ελλάδα στον ίδιο τόπο που στην αρχαιότητα υπήρχε η Αρχαία Ελλάδα, πράγμα που δημιούργησε μύριες παρανοήσεις όσον αφορά την καταγωγή των Νεοελλήνων, που βέβαια δεν είναι ανάγκη να έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα για να είναι Έλληνες. Ούτε είναι κανείς σώνει και καλά Έλληνας γιατί έτυχε να γεννηθεί στην Ελλάδα. Η ζορισμένη γεωγραφία πολύ μικρό ρόλο παίζει στην εθνικότητα, και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι Αρχαίοι Έλληνες, οι διάσπαρτοι τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο. Άλλωστε, οι Εβραίοι που ΄μέχρι πρότινος δεν είχαν πατρίδα, δεν έπαψαν ποτέ να είναι ο πιο συνεκτικός λαός από εθνολογικής απόψεως.
«Η Ελλάδα ως κράτος», λέει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «ήταν εξαρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων». Δηλαδή ένα κράτος εθνικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως. Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά συντάγματα, λέει ο Κακλαμάνης είναι ικανή για να δείξει την εξ αρχής έλλεχη θεμελίων αυτού του κράτους. Το πρώτο σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει σαν φορέα του κράτους την θρησκεία, πράγμα που γίνεται από ανάγκη διότι αυτοί που πολέμησαν τους Τούρκους δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό πέρα της θρησκείας, που δίκαια, συνεπώς, απόχτησε την σημασία που έχει πάντα στην ελληνική διοίκηση.
Στην παράγραφο 2 του συντάγματος της Επιδαύρου δίνεται ο ορισμός του Έλληνα: "Έλληνες είναι όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν".

Πιο τρελός ορισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει, Δηλαδή, αν κάποιος δεν πιστεύει στον Χριστό (προσοχή, το Σύνταγμα δεν λέει στον Θεό) δεν θα ήταν δυνατό να είναι Έλληνας;

Ναι, δεν θα ήταν, ούτε και σήμερα είναι εν πολλοίς δυνατό να είναι Έλληνας. Όμως, ποιος είδε ποτέ την πίστη και την μέτρησε; ρωτάει ο Κακλαμάνης με το διαβρωτικό επτανησιακό του χιούμορ.

Ποιος είναι δυνατό να ξέρει αν εγώ, για παράδειγμα, πιστεύω ή δεν πιστεύω στον Χριστό;

Κι αν εγώ δεν πιστεύω, πράγμα που είναι δικαίωμα μου, αφού η θρησκεία είναι πρόβλημα συνείδησης, τι θα απογίνω, θα με διώξουν από την Ελλάδα ως μη νομιμοποιούμενο συνταγματικώς ως έλληνα;
Ήταν η θρησκεία κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση του χριστιανισμού με μια συγγενή θρησκεία, τον μωαμεθανισμό, τον οποίο είχε αποδεχτεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδας;

Τι απέγιναν οι Έλληνες, που έτυχε να είναι Μουσουλμάνοι;

Μα, θεωρήθηκαν Τούρκοι, και εκδιώχθηκαν στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών, που έγινε βάσει κυρίως του θρησκεύματος.

Και γιατί δυστροπούμε που θεωρούν Τούρκους τους εαυτούς τους οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, που είναι Έλληνες μουσουλμανικού θρησκεύματος;

Το σύνταγμα της Επιδαύρου δεν είναι αυτό που λανσάρει την εξίσωση "πας χριστιανός, Έλλην" και συνεπώς "πάς μουσουλμάνος, Τούρκος";
Και το ερώτημα επικρέμαται: Γιατί το πρώτο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου υποχρεώνεται να ορίσει την εθνικότητα μόνο βάσει ενός συνειδησιακού προβλήματος, της θρησκείας;

Μα, διότι αναγνωρίζει πως όλοι όσοι πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν μεν όλοι Χριστιανοί, , δεν ήταν όμως όλοι Έλληνες. Ήταν και φτωχοί Τούρκοι, και Αρβανίτες, και Βλάχοι, και Σλάβοι, και Πομάκοι, και Γύφτοι - και ότι θες."

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη "Ιστορία του Νεοελληνικού κράτους" (1993, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)

Συνέχεια...
0
Φοιτητές οικονομικών από το Μπέρκλει της Καλιφόρνια ξεσηκώνονται ενάντια στην «αυτιστική» νεοκλασική οικονομική θεωρία
Στα μέσα του Οκτώβρη, και με πυρήνα το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλει, ξεκίνησε μια κινητοποίηση φοιτητών οικονομικών επιστημών για την απαλλαγή των προγραμμάτων σπουδών τους από τη μονοκαλλιέργεια της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας.  Οι φοιτητές καλούνταν να κολλήσουν το ακόλουθο Μανιφέστο (κατά προτίμηση σε χρωματιστό χαρτί) στις πόρτες και τους πίνακες ανακοινώσεων του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης των Πανεπιστημίων τους. Ένα από τα πρώτα μάλιστα «θύματα» αυτής της καμπάνιας υπήρξε ο τιμημένος με Νόμπελ Οικονομίας (το 2002) καθηγητής του Berkeley Daniel Mc Fadden.

Kick It Over Manifesto
Εμείς, οι υπογράφοντες, απευθύνουμε την εξής κατηγορία: πως εσείς, οι καθηγητές των νεοκλασικών οικονομικών και οι μαθητές σας, έχετε διαπράξει μια τεράστια απάτη σε βάρος του κόσμου.
Υποστηρίζετε  πως εργάζεστε εντός μιας  καθαρής επιστήμης με τους τύπους και τους νόμους της, ενώ  πρόκειται για κοινωνική επιστήμη, με όλη την ευθραυστότητα και την αβεβαιότητα που αυτό συνεπάγεται. Σας κατηγορούμε ότι προσποιείστε κάτι το οποίο δεν είστε.
Κρύβεστε στα γραφεία σας, προστατευμένοι με τα μαθηματικά σας αλαμπουρνέζικα, ενώ στον πραγματικό κόσμο, χάνονται δάση, εξαφανίζονται είδη και καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές με ανάλγητο τρόπο.
Γνωρίζετε από τη σύλληψή του πώς ένα από τα μεγέθη σας για τη μέτρηση της οικονομικής προόδου, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, είναι θεμελιωδώς ελλιπές και ελαττωματικό. Και παρ’ όλα αυτά, του επιτρέψατε να αναδειχθεί σε παγκόσμιο στάνταρ που αναφέρεται καθημερινά σε κάθε είδους ΜΜΕ. Σας κατηγορούμε πως προβάλλετε  μια ψευδαίσθηση προόδου.
Έχετε προκαλέσει μεγάλη ζημιά, αλλά ο καιρός σας φτάνει πια στο τέλος του. Τα συστήματά σας καταρρέουν, οι ανεπάρκειές σας αποκαλύπτονται. Μια οικονομική επανάσταση έχει ξεκινήσει, ελπιδοφόρα και αποφασισμένη όπως όλες στην ιστορία. Θα έχουμε τη δική μας σύγκρουση οικονομικών παραδειγμάτων, θα έχουμε τη δική μας στιγμή δοκιμασίας και από αυτές θα προκύψει μια νέα οικονομική επιστήμη: ανοιχτή, ολιστική, ανθρώπινης κλίμακας.
Από σχολή σε σχολή, θα  καταδιώκουμε εσάς, τους εκπροσώπους του κατεστημένου. Μετά, στους μήνες και τα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα ξεκινήσουμε να  αναπρογραμματίζουμε το σύστημα μαζικής καταστροφής που μας φορτώσατε.
Τα οικονομικά αφορούν ανθρώπους: όχι καμπύλες!*
Δεν είναι η πρώτη φορά που φοιτητές των οικονομικών επιστημών αμφισβητούν τη νεοκλασική οικονομική θεωρία. Η καμπάνια του «kick it over» βρίσκεται στο ίδιο ρεύμα με  πρωτοβουλίες που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί ακόμα και  σε τμήματα του σκληρού πυρήνα της οικονομικής ορθοδοξίας ή ιδρύματα – σύμβολα της εκπαίδευσης των ελίτ. Με μια σύντομη επισκόπηση συναντάμε μεταξύ αυτών το Χάρβαρντ, το Κέομπριτζ, την ENS. Η κορυφαία ανάμεσα σε αυτές τις πρωτοβουλίες είναι το κίνημα των post-autistic economics, με αφετηρία τη Γαλλία. Το κίνημα αυτό, αφού κατήγγειλε την υπερβολική εμπιστοσύνη των οικονομολόγων στην ικανότητα των μαθηματικών εργαλείων να εξηγούν, απηύθυνε έκκληση για πλουραλιστικές προσεγγίσεις. Στη διαδρομή του έτυχε της υποστήριξης ετερόδοξων καθηγητών και κατάφερε να φοβίσει ως και τη γαλλική κυβέρνηση. Με τη χρήση και των διαδικτυακών εργαλείων, η πρωτοβουλία αυτή συναντήθηκε με αντίστοιχες στην Ισπανία και το Κέιμπριτζ.
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, σεβαστή μερίδα οικονομολόγων και φοιτητών των οικονομικών, βλέποντας την αδυναμία του κυρίαρχου παραδείγματος να προσφέρει λύσεις στα εντεινόμενα προβλήματα της ανεργίας, των κοινωνικών ανισοτήτων και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, στρέφουν την προσοχή τους προς εναλλακτικά ρεύματα της οικονομικής σκέψης. Τώρα, στις μέρες της ύφεσης που ακολούθησαν την κρίση του 2008, οι φωνές της αμφισβήτησης πληθαίνουν και  συμπεριλαμβάνουν ακόμα και φημισμένους εκπροσώπους των ακαδημαϊκών ελίτ (Κρούγκμαν κ.ά.), μεταφέροντας την κρίση και στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης. Μολονότι η  έκβαση της αναμέτρησης φαίνεται ακόμη αβέβαιη, είναι ελπιδοφόρο πως προτάσεις του στιλ «η ανεργία οφείλεται στην αύξηση των μισθών» και «η κλιματική αλλαγή μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω του μηχανισμού της αγοράς» παύουν πλέον να αντιμετωπίζονται σαν …ιερές αγελάδες.
* «Economics is about people, not curves»: σύνθημα του κινήματος των post – autistic economics
Μετάφραση: Σωτήρης Κοσκολέτος

Συνέχεια...

Επιζήν επικινδύνως

Posted: by παντιγέρα in
0
Τα χαράματα της περασμένης Κυριακής, ένα απορριμματοφόρο του δήμου ρούφηξε και τεμάχισε έναν άστεγο που κοιμόταν μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών, κάπου ανάμεσα στον Ταύρο και στα Κάτω Πετράλωνα. Αγνωστο το όνομά του. Οι ειδήσεις μιλούν απλώς για έναν «πενηντάχρονο» Ελληνα, ένα από τα κινούμενα ερείπια με τα οποία διασταυρωνόμαστε όλο και πιο συχνά στην πόλη.

Αν ένας ή περισσότεροι άστεγοι πέθαιναν από το κρύο, το σοκ θα ήταν μικρότερο, όπως μικρότερη, ξεθυμασμένη είναι πια η έκπληξή μας όταν μαθαίνουμε για πνιγμένους Ασιάτες στον Εβρο ή στο Αιγαίο, αφού εδώ το «λαθρομετανάστης» βαραίνει πιο πολύ από το «νεκρός». Ομως ο 50χρονος πέθανε στην Αθήνα, ανήμερα μιας λαμπρής γιορτής, του Μαραθώνιου Δρόμου, στην επέτειο των 2.500 χρόνων από τη μεγάλη μάχη, μια εβδομάδα πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές.




Ο θάνατός του έφερε στην επικαιρότητα έναν νεόκοπο όρο, τον «νεοάστεγο», μια υποκατηγορία του «νεόπτωχου». Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Κλίμακα», τα τελευταία χρόνια αυξάνεται ραγδαία ο αριθμός των αστέγων και ταυτόχρονα αλλάζει η κοινωνική τους σύνθεση, καθώς στις γραμμές τους διαρκώς προστίθενται νέοι 18 – 25 ετών, υγιείς και μορφωμένοι, που περιθωριοποιούνται γιατί δεν βρίσκουν δουλειά και δεν έχουν μια οικογένεια να τους στηρίζει. Φέτος το Ιούλιο, ένα ζευγάρι Ρουμάνων βρήκε έναν παρόμοιο θάνατο, ξανά χαράματα, στην παραλία του Φλοίσβου, όταν τους παρέσυρε ένα φορτηγό που καθάριζε την αμμουδιά. Μες στο μισοσκόταδο, ο οδηγός πέρασε τα σλίπινγκ μπανγκ των κοιμισμένων Ρουμάνων για σκουπίδια. Και πάλι δεν μάθαμε τα ονόματά τους, παρά μόνο ότι και οι δύο ήταν γύρω στα 30. Εκείνη την καυτή καλοκαιρινή νύχτα, δύο 30χρονοι ξένοι, που γύρευαν λίγη δροσιά, είχαν στέγη τον ουρανό, όμως ο δικός μας 50χρονος είχε στέγη το καπάκι του κάδου μες στον οποίο κατέφυγε για να αποφύγει το κρύο του δρόμου.

Τρία είναι, μέχρι στιγμής, τα ορατά σημάδια της κρίσης στο αστικό περιβάλλον: τα ξενοίκιαστα καταστήματα, η ευκολία στο να βρεις ταξί και η δυσκολία στο να βρεις παγκάκι, αφού τα περισσότερα, στο κέντρο της πόλης, είναι μέρα νύχτα κατειλημμένα από αστέγους – και μάλιστα, η διεκδίκησή τους μπορεί να οδηγήσει μέχρι τον φόνο, όπως συνέβη πριν από λίγες εβδομάδες με φόντο το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

Η αυλή των δραμάτων και όχι των θαυμάτων είναι πια η Αθήνα, όμως η πόλη είναι ο μόνος τόπος όπου οι ανέστιοι μπορούν, κουτσά στραβά, να επιβιώσουν. Η πόλη τούς ανοίγει τη σκελετωμένη, γεμάτη σκόνη και ποντίκια αγκαλιά της, η πόλη τούς χαμογελά με τα σάπια δόντια της: με τα συσσίτια, με τα ληγμένα τρόφιμα των σούπερ μάρκετ που αραδιάζονται στο πεζοδρόμιο, με τα μισοσαπισμένα λαχανικά στις λαϊκές αγορές, με ό, τι ανασύρεται από τους κάδους. Δεν έχει σημασία αν οι άστεγοι είναι ξένοι ή Ελληνες, αν η εξαθλίωσή τους οφείλεται στην «άδικη κοινωνία», στην οικονομική κρίση ή σε δικές τους ολέθριες (και ίσως αναπόφευκτες) επιλογές. Η πόλη γίνεται ο τάφος τους, όμως δεν προβλέπεται η ανέγερση κάποιου μνημείου γι’ αυτούς που βούλιαξαν και θα βουλιάξουν. Το ερώτημα δεν είναι «τι» έκαναν αυτοί για να αξίζουν μνημείο, αλλά τι «δεν» έκανε η οργανωμένη κοινωνία ώστε οι άνθρωποι, σε καιρό ειρήνης, να μην πεθαίνουν χειρότερα από τα σκυλιά.

«Είναι πιο δύσκολο να τιμήσουμε τη μνήμη των ανωνύμων παρά των επιφανών». Αυτό το επίγραμμα, το χαραγμένο στο μνημείο για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στην ακτή της μικρής καταλανικής πόλης Πορτμπού, θα ταίριαζε για όλους τους ανώνυμους νεκρούς, τους 30άρηδες, τους 50άρηδες, που η ταυτότητά τους είναι η ηλικία τους – κι αυτή κατά προσέγγιση.

Πηγή: Καθημερινή

Συνέχεια...

«Φαντάρε που πας;» στο διάολο!

Posted: by παντιγέρα in
0
Πραγματικά στο διάολο έστειλε η ιδιοκτησία και αρχισυνταξία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ τη γνωστή στήλη του κυριακάτικου φύλλου «ΦΑΝΤΑΡΕ ΠΟΥ ΠΑΣ». Μια στήλη που κράτησαν διαφορετικοί δημοσιογράφοι, με το ίδιο πάντα φιλότιμο, αγωνία, ενδιαφέρον για τον απλό φαντάρο.

Η στήλη «Φαντάρε που πας» για χρόνια συντρόφεψε και στήριξε τον Φαντάρο Πολίτη με Στολή, έδωσε βήμα στις καταγγελίες του, έγινε όπλο απέναντι στην αυθαιρεσία των αξιωματικών και διοικητών, κατακεραύνωσε τις αυθαιρεσίες και την παραβίαση των δικαιωμάτων των στρατιωτών.


Επίσης, η στήλη τόλμησε. Τόλμησε να αναδείξει τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τις πολεμικές προμήθειες, Ελλήνων βιομήχανων και εμπόρων, αλλά και ξένων πολυεθνικών.

Στάθηκε απέναντι στην εμπλοκή του ελληνικού στρατού σε όλα τα ιμπεριαλιστικά εγκλήματα του ΝΑΤΟ-ΕΥΡΩΣΤΡΑΤΟΥ-ΟΗΕ. Υπερασπίστηκε και προέβαλλε τις αντιστάσεις των φαντάρων, την άρνηση τους να πολεμήσουν για τα δολάρια-ευρώ και τις δραχμές (τότε). Ανέδειξε το τεράστιο ζήτημα της ύπαρξης και χρήσης όπλων απεμπλουτισμένου ουρανίου από τον ελληνικό στρατό.

Για να τα κάνει όμως αυτά βασίστηκε στην υπαρκτή αμφισβήτηση που ξεδιπλώνεται μέσα στα στρατόπεδα, αλλά και στην πίστη του εκάστοτε δημοσιογράφου, σε ανθρώπινα ιδανικά και αξίες. Πρώτα από όλα στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ζωής, της ειρήνης και της ελευθερίας.

Η στήλη όχι μόνο κέρδισε την εμπιστοσύνη των φαντάρων, αλλά έγινε πραγματικά η φωνή τους. Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα σχέσης δημοσιογράφου και αναγνωστικού κοινού. Ο δημοσιογράφος ήταν ουσιαστικά διεκπεραιωτής και διαχειριστής των καταγγελιών, ο ακούραστος φίλος και σύντροφος όποιου είχε κάτι να καταγγείλει, για κάτι να παραπονεθεί.

Και την Κυριακή όλοι περίμεναν την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία: οι φαντάροι γιατί περίμεναν τις αντιδράσεις των ανωτέρων τους και των Επιτελείων, προσδοκώντας και επιτυγχάνοντας κάθε φορά, δια της δημοσιοποίησης, την κινητοποίηση τους για την επίλυση των προβλημάτων τους.

Οι αξιωματικοί και οι διοικητές με αγωνία διάβαζαν την στήλη, γιατί στα κακώς κείμενα πλέον γίνονταν κοινωνός η κοινή γνώμη και οι προϊστάμενοι τους, των οποίων οι αποφάσεις καθόριζαν πάντα την εξέλιξη της καριέρας τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάντα μετά από τη δημοσιοποίηση μιας επιστολής καταγγελίας, οι συνθήκες βελτιώνονταν.

Η στήλη «Φαντάρε που πας» έπαιζε έναν ευρύτερο ρόλο: ήταν πραγματικά μιας παράμετρος του Κινήματος Μέσα και Έξω από τον Στρατό!

Γι αυτό το λόγο η ιδιοκτησία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ την έκοψε. Παρά τη φιλολογία περί της «βελτίωσης της θητείας» και ότι «τα πράγματα έχουν αλλάξει, άρα και η στήλη έκανε τον κύκλο της», γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει ο νέος που υποχρεωτικά υπηρετεί διευρύνονται εξαιτίας του Αξιόμαχου που επιβάλλει την εντατικοποίηση και την χρήση πραγματικών πυρών. Τα ατυχήματα είναι συνεχή και οι έξοδοι-άδειες εξαφανισμένες. Οι πιθανότητες να βρεθεί προ των πυλών των ναρκωτικών, του αλκοολισμού είναι μεγαλύτερες. Οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονται και το πελατειακό καθεστώς ζει ημέρες «σοσιαλιστική» δόξας: για την Τζούλια, Κασιδόκωστα, Ζαγορίτη, Ρουβά ξέρουν

Όμως η πρόσδεση της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ όπως και του συνόλου των ΜΜΕ στο άρμα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η προπαγάνδιση των κυρίαρχων αντεργατικών επιλογών, τους ωθούν όχι μόνο να κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα, αλλά και να τη διαστρεβλώνουν, επιχειρώντας να μας χειραγωγήσουν.

Δεν ξέρει δηλαδή η ιδιοκτησία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ότι εξαιτίας του ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ κυβέρνησης-ΔΝΤ-Ε.Ε. και της προσπάθειας από τον υπουργό Ευ.Βενιζέλο να μειώσει το λειτουργικό κόστος των Ενόπλων Δυνάμεων ώστε να εξοικονομηθούν χρήματα για τις σχεδιαζόμενες πολεμικές προμήθειες αξίας 33 δις ευρώ και την κάλυψη των εξόδων των 500 εκατ. ευρώ που απαιτούνται ετησίως για τις κατοχικές-επεμβατικές αποστολές του Ελληνικού στρατού, το κόστος της θητείας μεταφέρεται στους φαντάρους και στις οικογένειες τους;

Δεν ξέρει η ιδιοκτησία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ότι ο στρατός συστηματικά εκπαιδεύεται για να αντιμετωπίσει έκτακτες ανάγκες, δηλαδή Κοινωνικές Εκρήξεις, ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν μπει σε κατάσταση Επιφυλακής από τις αρχές Νοεμβρίου έως τα τέλη Δεκεμβρίου ώστε να καταστείλουν αν χρειαστεί Εργατικές Εξεγέρσεις που θα πυροδοτήσουν τα νέα αντιλαϊκά μέτρα και ο Προϋπολογισμός;

Δεν ξέρει η ιδιοκτησία της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ότι τα τελευταία χρόνια έχει πολλαπλασιαστεί η αμφισβήτηση των φαντάρων, ότι τα περιστατικά αντίστασης και άρνησης εκτέλεσης παράνομων διαταγών καταγράφονται με ανησυχία από τα Επιτελεία; Και μάλιστα ότι αυτή η τάση πλέον καταγράφεται και στους μόνιμους, που κάνουν λευκές απεργίες και πορείες, ενώ η απαίτηση του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ αποκτά χαρακτηριστικά πλειοψηφικής διεκδίκησης;

Επειδή τα γνωρίζουν όλα αυτά.

Επειδή εντάσσονται στην στρατευμένη δημοσιογραφία του Κοινοβουλευτικού Ολοκληρωτισμού των διαπλεκόμενων τραπεζιτών, εφοπλιστών, εργολάβων, ξενοδόχων, βιομηχάνων, καταλαμβάνουν τη θέση που τους αναλογεί δίπλα στα αστικά κόμματα εξουσίας ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, στην Τρόικα Ε.Ε. και ΔΝΤ, στην κρατική τρομοκρατία των εισαγγελέων και των ΜΑΤ, ενώ ο στρατός περιμένει με αναμμένες τις μηχανές…

Στην περίπτωση όμως της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ «χωρούν» ταυτόχρονα και δυο ακόμη διαπιστώσεις: ο μύθος της «εφημερίδας των συντακτών» καταρρέει, αποκαλύπτοντας ότι σε μια καπιταλιστική επιχείρηση, ιδιαίτερα σε μια αστική εφημερίδα, σε ένα μέσο του σκληρού πυρήνα του καθεστωτικού μηχανισμού διαμόρφωσης συνείδησης και καθυπόταξης του κόσμου της εργασίας, δε χωρούν τέτοιοι Μεταπολιτευτικοί ρομαντισμοί…

Το χειρότερο όμως είναι η στάση των υπόλοιπων δημοσιογράφων της εφημερίδας όταν ανακοινώνονται οι δεκάδες απολύσεις, το κόψιμο ιστορικών και πολιτικά κρίσιμων στηλών (ΙΟΣ-ΦΑΝΤΑΡΕ ΠΟΥ ΠΑΣ), όπου πρυτανεύει η αδιαφορία, η ατομική βόλεψη, η ταύτιση με την εργοδοσία «για να σωθεί η εφημερίδα» ή ακόμη και η χαιρέκακη ικανοποίηση.

Δημοσιογράφοι μάλιστα που εντάσσονται στον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο», επαγγελματίες που καλύπτουν εργατικό και κοινωνικό ρεπορτάζ στηλιτεύοντας κατά τ’ άλλα την ανεργία και τις απολύσεις ή που με πάθος εναντιώνονται στους ισραηλινούς βομβαρδισμούς της Γάζας.

Για τους συναδέλφους τους όμως τσιμουδιά.Συνεχίζουν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου! Μέχρι να έρθει και η δική τους σειρά…

Εμείς καταδικάζουμε απερίφραστα το κόψιμο της στήλης «ΦΑΝΤΑΡΕ ΠΟΥ ΠΑΣ». Θεωρούμε ότι εντάσσεται σε μια συστηματική και καλά οργανωμένη προσπάθεια καταστολής του Κινήματος Μέσα και Έξω από τον Στρατό.

Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους μάχιμους, ευσυνείδητους δημοσιογράφους και καλούμε τους φαντάρους και τις οικογένειες τους να εκφράσουν την οργή και αγανάκτηση τους με κάθε μέσο που υπηρετεί την υπεράσπιση της πραγματικής ελευθεροτυπίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Αρχές που προσβάλλει και καταπατά η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, άρα δεν υπάρχει και κανένας λόγος να την αγοράσεις…

ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΦΑΝΤΑΡΩΝ ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΩΝ
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Συνέχεια...

Ψηφίζεις την Κυριακή, πληρώνεις τη Δευτέρα

Posted: by παντιγέρα in
0
Σκληρές εποχές. Εκεί που κάποτε πιπίλιζαν τα μυαλά των ανθρώπων του λαού με το «πανηγύρι της δημοκρατίας», που είναι οι εκλογές, με την «αξία της ψήφου του», μέσω της οποίας έχει τη δυνατότητα να καθορίσει το μέλλον του, τώρα περιορίζονται σε γελοία εκβιαστικά διλήμματα και σε μπόλικες δόσεις τρομοϋστερίας. Μόνο οι αφίσες με τις χαμογελαστές μάπες των υποψηφίων και τα ιλουστρασιόν κωλόχαρτα που στοιβάζονται στις εισόδους των πολυκατοικιών θυμίζουν ότι έχουμε εκλογές. Αμαζες εντελώς οι προεκλογικές συγκεντρώσεις των υποψήφιων περιφερειαρχών και δημάρχων, άμαζες ακόμη και οι συγκεντρώσεις των αρχηγών των κοινοβουλευτικών θιάσων, που έχουν πάρει στις πλάτες τους την υπόθεση αυτών των εκλογών, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Πίσω, όμως, από το βαριεστημένο πανηγύρι, τα επιτελεία εργάζονται. Πυρετωδώς μάλιστα. Εργάζονται και απεργάζονται την οικονομική και κοινωνική πολιτική, που θα αποτυπωθεί στον προϋπολογισμό του 2011. Για την ακρίβεια, αποτυπώνουν τις προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, γιατί οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν από την τρόικα, οι εκπρόσωποι της οποίας θα ενσκύψουν φρέσκοι και χαμογελαστοί την επαύριο των εκλογών. Αυτοί θα κρίνουν τελικά ποια μέτρα πρέπει να παρθούν και η κυβέρνηση θα συμφωνήσει. Οι προεκλογικές «κόκκινες γραμμές» που «τραβάει» ο Παπανδρέου είναι σαν το περσινό «λεφτά υπάρχουν». Αλλωστε, το όπλο με το οποίο θα απειλήσουν και πάλι τον ελληνικό λαό είναι γεμάτο στο τραπέζι. Είναι η τρίτη δόση του δανείου (9 δισ. ευρώ), που θα εγκριθεί στα τέλη Νοέμβρη, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση και την κατάθεση στη Βουλή του κρατικού προϋπολογισμού. Δεν έχουμε άλλη επιλογή –θα πουν τα κυβερνητικά στελέχη– ή δεχόμαστε αυτά που μας ζητάει η τρόικα ή δεν θα έχουμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις. Το έργο το έχουμε ξαναδεί, γι’ αυτό και θα ήμασταν εξαιρετικά αφελείς αν εκφράζαμε αμφιβολίες. Σιγή ασυρμάτου έχει επιβληθεί στα κυβερνητικά στελέχη. Ο Παπακωνσταντίνου συναντιέται καθημερινά με υπουργούς και καθορίζουν τα νούμερα, όμως επίσημα δεν ανακοινώνουν τίποτα. Μόνο ο Λοβέρδος, με τη γνωστή λογοδιάρροια και με την τάση να εμφανίζεται σαν… Νίκος Ξανθόπουλος που υποφέρει για το καλό του λαού, ανακοίνωσε ότι από τους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων κόπηκε ήδη ένα επιπλέον δισεκατομμύριο ευρώ. Οι διοικήσεις των νοσοκομείων, προσαρμοσμένες ασφαλώς στο πνεύμα του Μνημόνιου και στις κατευθύνσεις της κυβέρνησης, υπέβαλαν αιτήματα για χρηματοδοτήσεις συνολικού ύψους 3,4 δισ. ευρώ. Ο νέος προϋπολογισμός, όμως, θα προβλέπει το μάξιμουμ 2,3 δισ. ευρώ, όπως είπε ο Λοβέρδος. Και τι θα κάνουν τα νοσοκομεία μετά την περικοπή του ενός τρίτου των κονδυλίων που οι διοικήσεις τους έκριναν ότι χρειάζονται; Η εξαθλίωση είναι δεδομένη, όμως, δε φτάνει. Θα πρέπει να επιπέσουν επί των ασθενών και των ασφαλιστικών ταμείων για να εξασφαλίσουν τα λεφτά που λείπουν. Ηδη, έχουν γίνει διαρροές για αύξηση του παράβολου των 3 ευρώ που πληρώνουν οι ασθενείς στα 10 ευρώ. Και πάλι, όμως, δεν μαζεύονται τα λεφτά. Στόχος είναι το λεγόμενο ανοιχτό νοσήλιο, δηλαδή η κοστολόγηση κάθε ιατρικής πράξης, με πνεύμα μπακαλικής και όχι κοινωνικής υπηρεσίας. Κι επειδή οι κλάδοι υγείας των Ταμείων δεν μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτή την έκρηξη του κόστους, τη διαφορά θα κληθεί να πληρώσει ο ίδιος ο ασφαλισμένος, τον οποίο ήδη συνηθίζουν στην ιδέα με άλλα μέτρα, όπως για παράδειγμα τα ΜΗΣΥΦΑ (μη συνταγογραφούμενα φάρμακα), τα οποία πληρώνει πλέον από την τσέπη του. (Περισσότερα για τις αλλαγές στη δημόσια Υγεία μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα 16). Η Υγεία είναι μόνο ένα παράδειγμα. Το ίδιο θα συμβεί παντού. Αρκεί να αναφέρουμε μόνο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που το κόβουν, το ξανακόβουν και θα το ξανακόψουν ενόψει 2011, με αποτέλεσμα η κρίση να βαθύνει και οι άνεργοι να πολλαπλασιαστούν. Στο δημόσιο θα πρέπει να περιμένουμε ένα ακόμη χρόνο πάγωμα προσλήψεων, ούτε καν το δόγμα «1 πρόσληψη για κάθε 5 συνταξιοδοτήσεις», με ό,τι αυτό σημαίνει όχι μόνο για το επίπεδο της απασχόλησης, αλλά και για τις υπηρεσίες προς το λαό. Οι Δήμοι θα μετατραπούν σε πρόσθετους φοροεισπράκτορες, όπως προβλέπει ο σχεδιασμός του «Καλλικράτη». Οι συντάξεις θα παραμείνουν παγωμένες. Οι μισθοί στο δημόσιο θα καρατομηθούν με τη θέσπιση του «ενιαίου μισθολόγιου» και βέβαια θ’ ακολουθήσουν και οι μισθοί στις ΔΕΚΟ (όπως έγινε και κατά την τρέχουσα χρονιά). Αλλωστε, οι γκεμπελίσκοι του υπουργείου Οικονομικών φροντίζουν να διοχετεύουν καθημερινά κατασκευασμένες ειδήσεις για τις «προκλητικές» παροχές στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ, αθροίζοντας σκόπιμα τις δεκάδες χιλιάδες ευρώ που εισπράττουν τα μεγαλοστελέχη που οι ίδιοι κουβαλούν από τον ιδωτικό τομέα, με το ενάμισι χιλιάρικο το μήνα που παίρνουν οι εργαζόμενοι. Μήπως, όμως, θα μείνουν ανέγγιχτοι οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα; Ο χορός των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων που προβλέπουν μισθούς χαμηλότερους και από το βασικό άνοιξε. Οσο για τους 13ο και 14ο μισθό, που τάχα έχουν κατοχυρωθεί, ρίχτε μια ματιά στην παρακάτω πρόσφατη δήλωση του Παπακωνσταντίνου και θα καταλάβετε: «Σημασία δεν έχει το πόσοι μισθοί αποτελούν την ετήσια αμοιβή κάθε εργαζόμενου, αλλά το συνολικό ύψος των αμοιβών και η αύξηση του εισοδήματος που μπορεί να έρθει μόνο με την ανάπτυξη και τις επενδύσεις». Δεν είναι αυτό πρελού-διο για το κόψιμο των δώρων, που εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι; Το Μνημόνιο έχει μια ρήτρα η οποία είναι ιερή και απαραβίαστη: όταν δεν πιάνονται οι στόχοι της δημοσιονομικής προσαρμογής, θα παίρνονται συμπληρωματικά μέτρα. Παρά τη βαρβαρότητα του Μνημόνιου, οι στόχοι του 2010 δεν πιάστηκαν. Στη «μαύρη τρύπα» που σχηματίστηκε θα προστεθεί και η «μαύρη τρύπα» από την αναθεώρηση του ελλείμματος. Με το ΑΕΠ να κατρακυλά σε ποσοστό μεγαλύτερο του 4% το 2010 και «μέχρι 3%» το 2011, τα προϋπολογιζόμενα φορολογικά έσοδα θα πέσουν κι άλλο. Οπότε καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει. Εσείς, όμως, δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείτε για όλ’ αυτά. Εσείς αύριο και την άλλη Κυριακή πρέπει να πάτε να ψηφίσετε. Αυτό είναι το καθήκον σας. Κι αν είστε κατά του Μνημόνιου, υπάρχει ολόκληρη παλέτα «αντιμνημονιακών» υποψηφίων για να διαλέξετε. Το δέντρο της αστικής δημοκρατίας έχει απ’ όλα τα φρούτα. Το μόνο που δεν επιτρέπεται να κάνετε είναι να τους ρίξετε μια μεγαλοπρεπέστατη μούντζα και να βγείτε στο δρόμο, αποφασισμένοι να σαρώσετε τη βαρβαρότητα και το σύστημα που τη γεννάει. Αυτό θα ήταν… ακρότητα. 

Πηγή: εφημερίδα "Κόντρα".
Συνέχεια...

back to top